Από ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ 2006
ΦΩΤΗΣ
(αν και λίγο… μπερδεμένο)
(Ο Φώτης είναι ενάμισυ χρονού και η γιαγιά και οι δύο θείες του είναι ξετρελαμένες μαζί του)
ΦΩΤΗΣ
Θα ήθελα να ήμουνα ο Φώτης.
Μία ζωή θα είχα τότε πρώτης
και όλα θα 'ταν μέσα της δικά μου
κι όχι ο μπαμπάς μονάχα κι η μαμά μου.
Για όλους θα 'μουνα στην οικογένεια
μη βρέξει και μη στάξει. Μόνη ένια
θα είχα στο μυαλό μου πώς να στέργω
κι απ' όλους χάδια κι αγκαλιές να παίρνω.
Όλοι θα γίνονταν χαζοί για μένα
και μ' όλα μου θα τα 'χάνε χαμένα.
Άλλος με το έξυπνο το φέρσιμό μου,
άλλος με το πλατύ χαμόγελό μου.
Χαζογιαγιά θα είχα τότε μία
και χαζό θείες δυο. Και καμία
δε θα 'χε σκέψη άλλη στο μυαλό της
παρά πώς να περνάει καλά ο Φώτης.
Όταν θα με θυμόνταν θα πλαντούσαν.
Κάθε φωτογραφία μου θα φιλούσαν
και θα ορκιζόνταν όλες στ' όνομά μου
και θα λυπούνταν όντας μακριά μου.
Πρώτη απ'όλες θα είχα χαζοθεία
τη θεία τη μικρή μου-τη -----
που έμεινε κοντά μου δυο τρεις μήνες
κι έχω αναμνήσεις από κείνη φίνες.
Ό, τι της ζήταγα μου τα 'κάνε όλα
μόνο που δίπλα μου όλο εκόλα
κι απ' το συχνά να μου αλλάζει πάνες
μ' εμπόδιζε να βλέπω τις ρεκλάμες.
Μετά η χαζοθεία μου η άλλη
που όλοι λεν πως είναι πιο μεγάλη.
Η -------- λέω, που όταν πάω
απ' τα φιλιά της τα πολλά εγώ σκάω.
Μα πιο χαζή με μένα ειν' η γιαγιά μου
που όλο θα 'θελε να 'ναι κοντά μου
και που όλο θέλει δώρα να μου παίρνει
και όποτε έρχεται να μου τα φέρνει.
Τι πάθαν όλοι αυτοί μαζί μου τάχα;
Εμένα ξέρουνε μικρόν μονάχα;
Πρώτη φορά μικρό βλέπουν αγόρι
και όλες με χαϊδεύουν με το ζόρι;
Μα τα βαρέθηκα τα τόσα χάδια
που έχω συνέχεια μέρες ή και βράδια,
θέλω απ'αυτά να ησυχάσω λίγο.
Μα πώς; να τρέξω δεν μπορώ να φύγω.
Α! Ξέρω τι θα κάνω να γλιτώσω,
και πια πολύ να μη με θέλουν τόσο-
σαν αγκαλιά με ξαναπάρουν πίσω,
να τι θα κάνω: θα τις κατουρήσω!