Από ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ 2006
ΓΡΑΜΜΑ ΣΤΗΝ ΚΑΛΗ
Καλή,
η ώρα σου ήρθε.
Καλή,
τελείωσε πια.
Η πορεία μου
στα ταπεινά και στα ρηχά και στα εγκόσμια,
πάει πια.
Καλή,
τελειώσανε τ' αστεία.
Πρέπει να πω κάτι καλό.
Πρέπει να βγω στ' αντίπερα-στ' αληθινά-χωράφια και για κείνων τ' αγκαθένια τ' άνθια να μιλήσω.
Ειδάλλως χάνομαι Καλή.
Πρέπει να γίνω ο αφανέρωτος ως τώρα.
Τώρα πια Καλή τα ψέματα τελείωσαν.
Η ζωή μου άλλαξε Καλή.
Και λέει μου: Να! εγώ, πέρασα τον Ρουβίκωνα. Ακλούθα με ποιητάκο της πεντάρας, ειδάλλως ψόφα.
Καλή, λοιπόν,
ή γράφω ή πεθαίνω.
Η ζωή μου έκανε το μέγα της το άλμα.
Και με προσπέρασε.
Καλή,
ή την προφτάνω τραγουδώντας τη Νέα αυτήνε, την Αληθινή, τη Σοβαρή, την Αξια ζωή, ή χάνομαι Καλή.
Μόνον εσύ μπορείς να με βοηθήσεις να σωθώ.
Καλή,
πρέπει να γίνω άλλος.
Προσευχήσου για τη μεταμόρφωσή μου.
Ταις πρεσβείαις σου μόνον θα σωθώ.
Ταις πρεσβείαις σου τη δύναμη, την έμπνευση και την αξία θα βρω να εκφράσω ό,τι η νιά ζωή μου απαιτεί.
Καλή
η ώρα έφτασε που ή προχωρώ ή με παίρνει το Ερχόμενο και πάω.
Άραγε ήρθε αμετάκλητα η ώρα μου και μένα;
Όπως άλλοι να ταιριάξουν δεν μπορούν
την υγεία τους με τη ζωή,
το φόβο τους με τη ζωή,
τις πεθυμιές τους με τη ζωή
και χάνεται αυτή και κείνοι μένουν
με την αρρώστια και την πεθυμιά
και με το φόβο νεκροί αγκαλιασμένοι,
έτσι κι εγώ Καλή,
ίσως
αν δεν δεηθείς για μένα
να μην μπορέσω να ταιριάξω
το βάδισμά μου με τη νέα ζωή που μου ’ρθε,
και νεκρός,
με αγκαλιά την ψεύτικη πατημασιά μου θα ξαπλώσω.
Καλή,
πρέπει να με βοηθήσεις να μπορέσω.
Όχι γιατί αλλιώς χάνομαι από τη ζωή,
μα γιατί αν αυτό δε γίνει
δε θα 'χω φτάσει στο όριο του σωσμού μου.
Και δε μιλάω για σωσμό ζωής
αλλά σωσμό ψυχής από τα δίχτυα που καραδοκούν.
Και,
Καλή,
δε θα σου ζητούσα να με βοηθήσεις-εσύ, γιατί κανένας άλλος δε μπορεί-αν δεν εγνώριζα βαθιά μου ότι δύναμαι.
Αν,
να με πάρει ο εξαποδώ,
δεν είχα μέσα μου έτοιμο το λόγο
πίσω απ' την άκρη των χειλιών μου.
Αν
δεν έχω μέσα μου
λέξεις υπερώριμες να λάμψουν.
Αν
δεν ένιωθα πως η ώρα να γεννήσω
ήρθε και για μένα.
Αν
ήθελα να πνιγώ
στα κύματα ενός πέλαγου από μένα πιο τρανού.
Αν
Τα κότσια δεν είχα να σωθώ.
Κότσια που όμως
για να δουλέψουν πρέπει εσύ να τα κεντρίσεις.
Καλή,
Καλή μου,
μόνη μου ελπίδα,
βοήθα με:-προσευχήσου για μένα.
Και σ' ό, τι θα προσευχηθείς πες του,
ας με στύψει, συνθλίβοντάς με αν θέλει,
μα με το τελευταίο αίμα μου αυτό
να κατορθώσω αυτό που θέλω να ποτίσω
τ’ άσπρα χωράφια που διψούν.
Τότε και μόνο τότε θα 'χω σωθεί.
Ας εδεήσει, πες του,
να φωτιστώ από τη λάμψη του
που έξαφνα μου 'φερε μπρος μου η ζωή.
Καλή,
δεν είναι τούτο ένα αστείο.
Μιλάμε για Σωσμό ή για Χαμό.
Μιλάμε για την τύχη του Ανθρώπου.
Μιλάμε για το Ναι στην Αβεβαιότητα-
Το μόνο που μπορούμε.
Και ούτε σ' άλλονε κανέναν δεν ζητώ να με βοηθήσει.
Και ούτε άλλος ξέρει το Μεγάλο Καινούργιο που με συντροφεύει.
Καλή,
Καλή μου,
ήσυχη, γλυκιά, σεμνή, μικρή νεράϊδα,
Των Κροκεών Ιέρεια,
προσευχήσου για μένα.
Δεν το 'θελα.
Καλά ήμουνα ως το λαιμό στην άγνοια.
Μόνο του ήρθε.
Δεν το θέλησα εγώ.
Καλή,
βοήθεια!
Το νιώθεις πως μου χρειάζεται.
Γιατί αλλιώς,
αν ήτανε να μη μου χρειαζόταν,
ανάγκη δεν θα είχα τόσα λόγια
που έχω ως τώρα γράψει εδώ
για να σου δώσω το απλό-
πως ή θα βγάλω το παιδί από την έγκυα κοιλιά μου
ή πάμε και οι δυό.
Καλή,
βοήθα με ν' ανέβω το σκαλί
απ' όπου
από τη σκοτεινή
από την ανύπαρκτη-
από την Τρομερή πλευρά του τον εαυτό μου θα 'δω.
Κι αφού άλλο τίποτε από Αυτό δεν Είναι,
Αυτό΄
εν πίνακι πτυκτώ
ας μου πέψει σήματα λυγρά
τον Κόσμον όλο χάνοντας με κείνα.
Μα ως τότε συ Καλή βοήθα με.
Προσευχήσου για μένα κάπου.
Κιόλας νιώθω το παγερό φύσημα της ανυπαρξίας
ως μες στα μύχια μου.
Διώξτο Καλή.
Ζέστανέ με.
Προσευχήσου για μένα.
Είσαι αγνή-
Θα εισακουστείς.
Θα ξέρω πως το έκανες, αν ζήσω.
Κι αν δεν το κάνεις, όταν χάνομαι,
θα ξέρω πως με πρόδωσες και συ,
η Αρχή και το τέλος Πάντων.
Καλή,
βάλε με μέσα στο νέο Συμπαν
που για χρόνια,
ανύποπτος
δουλεύοντας
έπλασα και το είδα ξαφνικά
να ορθώνεται μπροστά μου απαιτώντας.
Κάνε με άξιον να του δώσω ό, τι ζητά.
Καλή,
αυτό το σύμπαν, και δικό σου είναι.
Μα όσα είπα πιο πάνω θα στα πω και μ' άλλα λόγια.
Δεν είμαι ο ζητιάνος της βοήθειας σου.
Τα έγραψα για να τα νιώσεις άμεσα και απλοϊκά
εσύ που δεν έχεις τον καιρό
να κάθεσαι λόγια περίεργα να εξηγάς.
Άκου τα λοιπόν και αλλιώς:
Πρέπει να γίνω επιφανειακά ψυχρός
κι ας σπαράζει κάτω από αυτή την ψύχρα
η Αλήθεια γυμνή.
Ζούμε σε έναν κόσμο που οι καθημερινές μέριμνες
μας έχουν κάνει να εγκαταλείψουμε κάθε προσπάθεια αυτογνωσίας.
Ζούμε σ' έναν κόσμο που μέσα του έχουμε πάψει να ζητούμε την κατανόηση των επίβουλων και περισπαστικών μηχανισμών που μπαίνουν σαν κανόνες στη ζωή μας.
Πρέπει να βρω ποιος γίνομαι.
Να ψάξω έστω και την τελευταία στιγμή να δω τι είμαι τέλος πάντων εγώ, εγώ, ΕΓΩ, που "αναπνέω", "τρέχω", "μισώ" «αγαπώ».
Πρέπει να κάνω μια ύστατη προσπάθεια να αποκρυπτογραφήσω σκοτεινές και ανερμήνευτες ως τώρα καταστάσεις.
Γιατί είμαι από κείνους που αδύνατο μου είναι να δεχτώ να δώσω ανεξέταστα πειστικές εξηγήσεις σε καίρια ζητήματα.
Έτσι πρέπει να επιχειρήσω να δω, να διερευνήσω τον εαυτό μου κάτω από νέες προδιαγραφές και νέους κανόνες του παιχνιδιού της γνώσης.
Πρέπει να αποβάλω όποιες παλιές ψευδαισθήσεις και "βεβαιότητες".
Και πρέπει να πονέσω κάτω από τον αυτοέλεγχο αυτόν.
Και αυτή η προσπάθεια για κατανόηση δεν θα στηρίζεται στα δεκανίκια που μέχρι τώρα βοηθούσαν τη χλιαρή αναζήτηση και τα έωλα συμπεράσματα.
Μέχρι τώρα διάβαζα.
Όχι λοιπόν!
Πετάω στον κάλαθο των αχρήστων όλα τα διαβάσματα και όλα όσα άκουσα να λένε οι "μεγάλοι" δήθεν άντρες.
Και ψάχνω μόνος μου, μια μπαίνοντας μέσα σε ό, τι νομίζω ότι είμαι και από μέσα παρατηρώντας, μια βγαίνοντας έξω μου και βλέποντας τον ζητούμενο "εαυτό" μου.
Και σκέπτομαι: έχω το δικαίωμα να εννοήσω τον "εαυτό" μου σαν κάτι οπωσδήποτε υπάρχον, αφήνοντας κατά μέρος όλους τους φραγμούς που υψώνονται στο δρόμο μου προς την παραδοχή της ιδέας μου αυτής, με τη μορφή τόσων μηδενιστικών απόψεων, τόσων σκεπτικιστικών δυνατοτήτων, τόσων σχετικιστικών υπαινιγμών;
Έχω το δικαίωμα να πάρω σαν δεδομένο πως «υπάρχω», και να αρχίσω να ψάχνω για το τι είναι αυτό που υπάρχει;
Και αν υπ-άρχει κάτι, τί, ποιός, είναι, το άρχον;
Δεν θα ξεπεράσω τον Καρτέσιο.
Τον παραμερίζω.
Και αυτός, μαζί με όλους τους φιλόσοφους, με παραπλανούσαν.
Ίσως μόνο με βοήθησαν δείχνοντάς μου πως μόνος μου πρέπει να βρω τον εαυτό μου.
Έχω βαρεθεί να εξωραΐζω συνεχώς τις ασχήμιες της καθημερινότητας.
Είδα πόσο όλα είναι ανυπόστατα και φρούδα.
Δεν υποχρεώνομαι πια να επινοώ λόγους, αιτίες, που θα με κρατούσαν μέσα στη "ζωή". Οι δυνάμεις που έχω ακόμα, μου χρησιμεύουν πρώτα στο να μου δείξουν ότι η επιβίωση δεν είναι ανάγκη.
Έκανα την έσχατη επιλογή μου. Ξέρω ότι μετά από αυτό δεν θα αλλάξω γνώμη. Ό, τι βρω, με κείνο θα λογαριαστώ, με κείνο θα πορευτώ.
Η βεβαιότητα, αν ποτέ είχα, είναι τώρα ολόκληρη μια αμφιβολία.
Καλλίτερα μια απόρριψη.
Και η απόρριψη αυτή πηγαίνει ως πέρα, και διατρυπάει κάθε μελλοντική μου σκέψη.
Όμως αυτή η σκέψη θα με βοηθήσει ώστε
ό, τι βρω να είναι ο αληθινός μου εαυτός και όχι άλλη μία χαμαιλεοντική χρωματική εκδοχή.
Μήπως αυτό στο οποίο θα οδηγηθώ θα εμπεριέχει την έσχατη απόγνωσή μου;
Ίσως να νιώσω πως είμαι ξένος πάνω σε αυτή τη σφαίρα που μας σεργιανάει στα χάη.
Από αυτό μπορείς να καταλάβεις πόσο πρέπει να είναι λυτρωμένος από κάθε επιθυμία ο άνθρωπος που δεν είναι ήρεμος μόνο για μια στιγμή, όπως εκείνη της αισθητικής απόλαυσης, αλλά έχει ολότελα εκμηδενιστεί σ' αυτόν η επιθυμία. Ο άνθρωπος που φτάνει, άσχετο πώς, σε αυτό το σημείο, δεν είναι παρά ένας ήρεμος καθρέφτης του κόσμου. Τίποτα δεν μπορεί να τον βασανίσει, τίποτα δεν μπορεί να τον συγκινήσει. Όλες οι αλυσίδες που τον έδεναν δεν έχουν πλέον καμιά επίδραση πάνω του. Έχει κόψει όλους αυτούς τους δεσμούς και κοιτάζει ήρεμα τη φάρσα του κόσμου που άλλοτε τον συγκινούσε ή τον έθλιβε, μα τώρα τον αφήνει αδιάφορο.
Τα βλέπει αυτά σαν τα πιόνια ενός σκακιού όταν έχει τελειώσει η παρτίδα.
Μπορείς να πεις ότι, τηρουμένων των αναλογιών, είναι ο Πετράρχης που η λιπόθυμη Λάουρα αφήνει στην αγκαλιά του αντί για το λιπόθυμο σώμα της ένα στεφάνι.
Αθάνατο στεφάνι, όμως όχι το ζωντανό, επιθυμητό, ψεύτικο κορμί της.
Και λες, υπήρξαν ποτέ αυτά τα πράγματα ή εσύ ήσουν και αυτά και όλα τα άλλα "υπάρχοντα", και τώρα έφτασε η ώρα να μην είσαι;
Και βλέπεις πως η κάθε μέρα που περνάει δεν ξανάρχεται, πως κάτι μας αφήνει σιγά σιγά και μένουμε μικρότεροι, αλαφρότεροι, πιο κοντά σε κείνο που μας γέννησε, ώσπου ούτε αυτό να μην υπάρχει.
Θάνατος λοιπόν.
Μα ποιος όταν πεθάνω θα πεθάνει;
Τότε γιατί η επίκλησή μου για βοήθεια σε σένα;
Τι άλλο, λέω, παρά για να πετύχω μιαν ομαλή μετάβαση από το σκοτάδι στο φως, τι άλλο παρά για να επιβραδύνεις λίγο το τρέξιμό μου προς την κατεύθυνση της γνώσης του εαυτού μου ώστε να έχω λιγότερες πιθανότητες να λαθέψω;
Έτσι, θα με ρωτήσεις, δεν γίνεσαι εσύ το νέο μου δεκανίκι στην αποφασιαστική και τελευταίας ελπίδας επιχείρησή μου;
Όχι, γιατί πλέον κατέχω τη γνώση τού πότε ένα βοήθημα αρχίζει να με επηρεάζει στραβά στο δρόμο μου, ώστε να το αποβάλω.
Βρίσκομαι στο δύσκολο σημείο: ή σώζομαι και σώζω τον κόσμο μαζί, ή χάνομαι και πάει κι αυτός.
Καλή,
προσευχήσου για μένα κάπου.