ΜΕΡΙΚΑ ΣΑΜΑΡΙΚΑ ΤΗΣ ΤΡΙΤΗΣ-12 Φλεβάρη 2013
ΩΔΗ ΣΤΟΝ ΣΥΓΧΡΟΝΟ ΝΕΟΕΛΛΗΝΑ
Πως θα γινόσουν κάποτε πρωταθλητής μεγάλος
Δεν το περίμενα ούτ’ εγώ ούτε κανένας άλλος.
Μα πρώτονε σε βλέπουμε σε κάθε συναπάντημα
Που οι αθλητές όλης της γης για κάθε κάνουν άθλημα.
Πρώτος στο άλμα επί κοντώ που με ορμή πηδάς
Όταν να φτάσεις τις τιμές τις υψηλές ζητάς.
Στων εκατό το τρέξιμο πάλι εκεί πρωτεύεις
Απ’ το χαράτσι των σπιτιών σα να σωθείς γυρεύεις.
Στο Μαραθώνιο τρεις χρονιές ως τώρα αγκομαχάς
Το κάτι τι γυρεύοντας να έβρεις για να φας,
Και επιδόσεις άριστες κάνεις και στο τριπλούν
Ώστε αφού τρεις τη χώρα μας αισίως κυβερνούν,
Ήγουν τουτέστιν Σαμαράς, Κουβέλης, Βενιζέλος
Κι εσύ τρεις πήδους πια πηδάς-έναν για κάθε μέλος.
Ποδηλασία δεν μετρώ γιατί έτσι δα φτωχός
Θα ’τανε πολυτέλεια για σένα ο τροχός.
Επίδοση μόνο καμιά δεν έχεις εις τη σφαίρα
Μιας κι ουτε μια δεν έριξες, που, σκιώντας τον αέρα
Να πάει ευθεία να σφηνωθεί σε υπουργού κεφάλι
Ώστε κανένας υπουργός πια να μην κλέβει πάλι.
ΣΑΜΑΡΑΚΟΣ
Εγώ το Σαμαράκο πολύ τον εκτιμώ
Κι ούτε κακία έχω γι αυτόνε ούτε θυμό.
Ενώ καλά εζούσε εις την Αμερική
Τα βάρεσε όλα κάτου και έφυγε από κει
Για να ’ρθει την Ελλάδα την τάλαινα να σώσει
Που ένα βαρύ Μνημόνιο ζητάει να την τελειώσει.
Μα όταν ήρθε κι είδε Μνημόνιο τι θα πει
Τα ρέστα του όλα δίνει και έμεινε ταπί.
Γιατ’ είδε πως η Ελλάδα δεν έχει γλυτωμό
Έλληνες κι αν θα σφάξει μυριάδες στο βωμό.
Και όσες πως κι αν ανοίξει στη χώρα πιτσαρίες
Δε θα τήνε γλιτώσει απ’ τις απενταρίες.
Μα είπε: «Μιας και ήρθα γιατί δεν κυβερνώ;
Αβέρτα υποσχέσεις τον κόσμο θα κερνώ,
Λεφτά όταν θα θέλω θα παίρνω απ’ τους μιστούς,
Απ’ τους συνταξιούχους θ’ αφήσω τους μισούς,
Κι έτσι από κει που ήμουν απόκληρος της Μοίρας
Γίνομαι και δυνάστης της χώρας, και σωτήρας!»
ΟΥΤΕ ΨΩΡΑ…
Θάρρος καημένε μου ρωμιέ!
Μη τα όπλα παραδίνεις!
Κι αν όλα σου ’ρχονται στραβά
Εσύ παρά μη δίνεις!
Τον καναπέ μην παρατάς
Και την τιβί μην κλείνεις
Κι ας πέφτουν όλοι γύρω σου
Λιπόθυμοι εκ πείνης.
Το Γολγοθά σου ανέβαινε
Σέρνοντας το σταυρό σου
Και ας μην έχεις Σίμωνα
κανέναν στο πλευρό σου.
Κι αν κάποτε απ’ τα βάσανα
Πάει να φύγει ο νους σου
Τράβα μια βόλτα στη Βουλή
Και δες τους υπουργούς σου,
Που όλα τα βλέπουν όμορφα
Και όλο προσπαθούνε
Λεφτά να βρούνε και μ’ αυτά
Έτσι να ψευτοζούνε,
Με μια πισίνα κι όχι δυο
με μια οφσόρ και μόνο
και παίρνοντας χιλιάρικα
’κατοσταριές το χρόνο,
και πια προσπάθησε και συ
με μια να ζεις ντομάτα,
με μια σαρδέλα, μια ελιά
κι αγγούρια δυο δροσάτα.
Και τότε πια όλα καλά
Θα είναι μες στη χώρα
Αφού πια θα ’ναι Κώσταινα
Χωρίς ούτε καν ψώρα.
ΕΛΛΑΔΙΤΣΑ
Τι μικρούλι αυτό το κράτος!
Ένα κράτος μια χαψιά!
Ποιος το έχει έτσι φκιάσει
Ζαρωμένο και κοντό…
Τοσοδούλι πώς αντέχει
Στον αγέρα που φυσά;
Η βροχούλα όταν πέφτει
Τάχα πώς δεν το χαλά;
Και μικρούλικα ανθρωπάκια
Πού μικρά τόσο βρεθήκαν
Και μικρά σπιτάκια εχτίσαν
Και κει μέσα βολευτήκαν;
Ένα κράτος λιλιπούτειο
Ένα κράτος σαν ψευτιά
Παιχνιδάκι για παιδάκια
Για μεγάλους γέλασμα.
Ένα κράτος που λιγαίνει
Κάθε μέρα πιο πολύ
ως γοργά να ’ρθει μια μέρα
που να μην ξαναφανεί.