Σάββατο 16 Μαρτίου 2019

ΣΤΟΧΑΣΤΙΚΟΙ

Στοχαστικοί κι αγέρωχοι μένουμε εμείς και πράοι  
Όταν το παν γκρεμίζεται τριγύρω μας και πλάι.
Ο ήλιος τ’ άρμα του μακριά από    τη Γη οδηγεί
Αγύριστα εστέρεψε κάθε νεροπηγή.

Η θάλασσα ξεράθηκε. Το αλάτι της τυλίγει
Σαν ασπρο σάβανο τη γη-μιά νεκροφόρα κλίνη
που κουβαλεί στη φλούδα της επάνω τη ρικνή
κουφάρια άζωα καθώς γυρνά λευκή κι οκνή.

Α! Και η σάρκα η ρόδινη κι η ποθοσμιλεμένη
Τώρα μπροστά μας κείτεται νεκρή και σαπισμένη
κι ως πάνω της η μνήμη μας με πάθος ασελγεί
μηχανικά συσπάται αυτή λες νοιώθει και αλγεί.

Τ’ άστρα τα λάμποντα μ’ ορμή πέφτουν απά’ στη γη μας   
Και λοιδωρεί η όψη τους σκληρά την ποίησή μας
Γιατί όταν πλησιάζουνε μοιάζουνε σκοτεινά
Στόματα που καθένα τους ζωή και φως πεινά.

Σ’ αυτό τον μέγα το σεισμό μον’ ο σεισμός μένει όρθιος   
Ετούτο τ’ απολείτουργο δε θ’ ακλουθήσει όρθρος
Δε θ’ ακλουθήσει Ανάσταση ετούτη τη Θανή 
Στη στάχτη μέσα σπίθα μια δεν θα ξαναφανεί.

Σ’ έρμη μια μέσα παγωνιά το άρωμα του σχίνου
 με το γλυκό μπερδεύεται κελάδημα του σπίνου
ερωτοζευγαρώνονται και το μηδέν γεννούν
και χάνονται και στ’ άλαλο και στ’ άοσμο γυρνούν.

Στοχαστικοί κι αγέρωχοι μένουνε εμείς και πράοι 
Όταν το παν γκρεμίζεται τριγύρω μας και πλάι,
τη μέρα του αφανισμού βλέποντας να κυλά
που, ερωμένη ακόρεστη, σκοτώνει ό,τι φιλά.