Σάββατο 16 Μαρτίου 2019

ΣΥΝΗΘΩΣ  Τ'   ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΑ

Κάποιες φορές, συνήθως τ' απογεύματα
Εκείνος ξάπλωνε μπρούμυτα στο κρεββάτι
Βάζοντας τον αριστερό του πήχυ σαν σπαθί
Κάτ' απ' το μέτωπο, πάνω στο μαξιλάρι.
Εκείνη καβαλλίκευε στα οπίσθια του σαν γοργόνα
Και με τις παλάμες της χτυπούσε σιγανά
Τις πλάτες του τις άσπρες και ισχνές
Ενώ αυτός αγάλλονταν κι ακινητούσε.
Σκηνές από αυτές που στήνονται μονάχα
Ανάμεσα σ' ένα ετερόφυλο αταίριαστο ζευγάρι
Ναρκωμένο απ' τη συνήθεια.

Και συνεχίζονταν οι χτύποι ρυθμικά
Κι ο ήχος τους εξάφνιζε τον ήλιο
Κι η ηχώ τους παρεμπόδιζε τον ύπνο των λεόντων
Και το ζευγάρωμα των χταποδιών
Κι οι πλάτες κοκκινίζανε και καίγαν
Και κείνος εγουργούριζε κι αναπαυόταν.

Τέτιες λοιπόν στιγμές συνέβαινε καμμιά φορά
Να σταματήσει να χτυπά εκείνη.
Αυτός
ξένιαστος και γελώντας
Της έλεγε χωρίς να βλέπει
"Γιατί σταμάτησες; Συνέχισε λοιπόν…"

Μα αυτή δεν ήταν πια εκεί.
Με μετέωρα τα χέρια και με βλέμμα άδειο
Μέσα σε πέλαγα χανόταν ζοφερά.
Ή στην αυλή της έπαιζε την παιδική
Πεντόβολα και γάμους και βαφτίσια
Κι η κούκλα ζάρωνε το μούτρο της και θύμωνε
Γιατί δεν ήθελε εκείνα τα κουκλίστικα σκουτιά
μα αληθινό γάμου φουστάνι
Κι εκείνη την καλοπιάνε καί την καλόπιανε..
Αλλες πάλι φορές
Σε μιάς ζυγαριάς το δίσκο στεκόταν
Κι ο δίσκος εκατέβαινε και εκατέβαινε
Κι αυτή επήγαινε μαζί του και εγνώριζε
Ολα τα βάθη κι όλους τους πυθμένες
Και τους στροβίλους που ως τότε
Το ήπιο σβήσιμό τους γνώριζε,
κι εκείνο από διηγήσεις κι από μύθους μόνο.

Εκείνος τότε εσκεφτότανε "κουράστηκε…"
Σηκώνονταν και τράβαγε στο καφφενείο.
Οσο για κείνην μέχρι τ' άλλο το πρωΐ ήταν έτσι.