Σάββατο 16 Μαρτίου 2019

ΚΥΡΙΕ ΔΙΑΚΑΚΗ…
(στον κύριο Διακάκη, υπολοχαγό στη Σχολή, που μου έσωσε τη ζωή)

Λαμβάνω την τιμήν κύριε Διακάκη ν' αναφέρω
Πως βρίσκομαι εδώ εξ αιτίας σας και υποφέρω. 
Λαμβάνω την τιμήν κύριε Διακάκη ν’ αναφέρω
Πως με μεγάλη αγάπη αυτό το ποίημα σας προσφέρω.

Βεβαίως τόσα χρόνια έχουν περάσει κι ειν' αστείο
Μια μέρα να θυμάστε ενός Γενάρη πούχε κρύο
Και πού για κάτι που είχε κάνει ένας αχρείος
Μας βάλατε να τρεξωμε γυμνούς σχεδόν τελείως.

Κι ενώ ο ιδρώτας κύλαγε και είχα αποκάμει
Του παραπόνου έτσι γερά μ’ άδραχνε το πλοκάμι
Που είχα πάρει απδφαση πια να μην κάνω πίσω
Κι όταν οι γύροι τελείωναν να πάω ν' αυτοκτονήσω.

Δεν ήταν απ’ την κούραση που είχα απαυδήσει
Μα απ’ του αδίκου την ορμή που είχε κυριαρχήσει
Στο νου μου, όταν έβλεπα πως πρέπει να πληρώνω
άλλων τα έργα τα στραβά με λύπη και με πόνο.

Και τότε σεις απλώσατε το στιβαρό σας χέρι
Και με τραβήξατε απ' αυτό το θλιβερό ασκέρι
Χωρίς μια λέξη, μια ματιά, λες σαν χωρίς αιτία
Ενώ αυτοί συνέχιζαν τη μάταιη αγγαρεία.

Τ' ήτανε που σας έσπρωξε σ' αυτό κύριε Διακάκη;
Ενας μικρούλης δαίμονας η ένα αγγελάκι;
Μα και αν ίσως όσο ζω αναπάντητα ρωτάω
Ενα είναι σίγουρο-σε σας τη ζήση μου χρωστάω.

Κι όχι πως τίποτα καλό εκάματε βεβαίως
Ή ίσως κακό που θάπρεπε γι αυτό να νιώστε δέος
Αλλά το αποτέλεσμα είναι πως έχω μάθει
Να υπομένω αγόγγυστα της ζήσης μου τα πάθη.