Πόσο εγώ είμαι δυστυχής! Α! Πόσο είμαι θλιμμένος!
Πώς έτσι εγώ επιάστηκα σ’ αυτήνε την παγίδα!
Αφού καθώς την ήθελα, έτσι, εχτές, την είδα,
γελοίος γιατί ένιωσα και πιο δυστυχισμένος;
Να μου γελάει την ήθελα. Μου γέλασε ορισμένως.
Μα ω! Θεέ του Έρωτα! Γιατί όσην ελπίδα
το γέλιο αυτό της μου 'δωσε, μια ήρθε καταιγίδα
και την εσάρωσε; Γιατί για μένα αυτό το μένος;
Και ναι! το γέλιο της αυτό, το σαν Λαμπρή ωραίο
εβύθισε στο στήθος μου μαχαίρι ένα νέο:
ποιος το θεσπέσιο γέλιο της κάθε ημέρα το 'χει;
τα χείλη αυτά-φονιά Θεέ! –ποιος… ποιος της τα φιλάει;
κι ενώ σε μένα ένα μικρό χαρίζει πρωτοβρόχι
ποιον... ποιον... ποιον... ποιον το γέλιο της-αχ! ποιόνε πλημμυράει;..
Πώς έτσι εγώ επιάστηκα σ’ αυτήνε την παγίδα!
Αφού καθώς την ήθελα, έτσι, εχτές, την είδα,
γελοίος γιατί ένιωσα και πιο δυστυχισμένος;
Να μου γελάει την ήθελα. Μου γέλασε ορισμένως.
Μα ω! Θεέ του Έρωτα! Γιατί όσην ελπίδα
το γέλιο αυτό της μου 'δωσε, μια ήρθε καταιγίδα
και την εσάρωσε; Γιατί για μένα αυτό το μένος;
Και ναι! το γέλιο της αυτό, το σαν Λαμπρή ωραίο
εβύθισε στο στήθος μου μαχαίρι ένα νέο:
ποιος το θεσπέσιο γέλιο της κάθε ημέρα το 'χει;
τα χείλη αυτά-φονιά Θεέ! –ποιος… ποιος της τα φιλάει;
κι ενώ σε μένα ένα μικρό χαρίζει πρωτοβρόχι
ποιον... ποιον... ποιον... ποιον το γέλιο της-αχ! ποιόνε πλημμυράει;..