Πέμπτη 15 Νοεμβρίου 2018

Πόσο εγώ είμαι δυστυχής! Α! Πόσο είμαι θλιμμένος!
Πώς έτσι εγώ επιάστηκα σ’ αυτήνε την παγίδα!
Αφού καθώς την ήθελα, έτσι, εχτές, την είδα,
γελοίος γιατί ένιωσα και πιο δυστυχισμένος;

Να μου γελάει την ήθελα. Μου γέλασε ορισμένως.
Μα ω! Θεέ του Έρωτα! Γιατί όσην ελπίδα
το γέλιο αυτό της μου 'δωσε, μια ήρθε καταιγίδα
και την εσάρωσε; Γιατί για μένα αυτό το μένος;

Και ναι! το γέλιο της αυτό, το σαν Λαμπρή ωραίο
εβύθισε στο στήθος μου μαχαίρι ένα νέο:
ποιος το θεσπέσιο γέλιο της κάθε ημέρα το 'χει;
τα χείλη αυτά-φονιά Θεέ! –ποιος… ποιος της τα φιλάει;
κι ενώ σε μένα ένα μικρό χαρίζει πρωτοβρόχι
ποιον... ποιον... ποιον... ποιον το γέλιο της-αχ! ποιόνε πλημμυράει;..