Παρασκευή 9 Νοεμβρίου 2018

ΚΩΣΤΑΝΤΙΝΑ ΚΑΝΤΖΟΥ

Δεν κοιτάω δεξιά κι αριστερά μου.
Δεν κοιτάω πίσω μου.
Κοιτάω μπροστά.

Έφυγα στο βουνό να μη με πιάσουνε οι Μάηδες.
Όμως με βρήκανε, με πιάσανε,
με φέραν στην πλατεία της Καστοριάς
και μ' έβαλαν για ώρες να κρατώ στα χέρια μου
τα κομμένα του γαμπρού μου και του θείου μου κεφάλια
που λίγο πριν είχανε σκοτώσει.
Τη νύχτα μ' έριξαν σ' ένα θεοσκότεινο δωμάτιο
πετώντας από πίσω μου στο πάτωμα τα δυο κεφάλια..
Νυχτέρεψα μαζί τους.

Τα θυμάμαι όλ' αυτά όπως τις παιδικές
αβέβαιες καταστάσεις και συμβάντα
που λες μπορεί και να μην έγιναν καθόλου.

Κοιτάω μπροστά.
Και βλέπω γύρω μου παιδιά χαρούμενα.
Και βλέπω να 'χουν όλοι οι άνθρωποι μερίδιο
στην ευτυχία.
Και προσπαθώ στο νέο κόσμο μου να ξεχωρίσω
σύνορα ανάμεσα σε κράτη
και σύνορα δεν υπάρχουν.
Ανοίγω ένα λεξικό της νέας παγκόσμιας κοινωνίας
και ψάχνω στο γιώτα για να βρω "ιδιοκτησία"
και δεν υπάρχει.
Ψάχνω για εκμετάλλευση, το ίδιο.
Βλέπω στο βήτα για βασανιστήρια, τίποτα.

Κι είμαι περήφανη που η ευτυχία θα 'ρθει όχι απ' αυτούς
που τώρα έξω απ' το κελί μου περιμένουν να με βιάσουνε
αλλ' από με, που βασανίζομαι αντίς να υποταχτώ
της δυστυχίας την αλυσίδα
με την υποταγή μου στερεώνοντας.