Α
Κάθε πρωί τα περιστέρια στο μπαλκόνι μου με ξυπνάνε. Τα τζιτζίκια με νανουρίζουν το μεσημέρι. Τα έχεις εσύ εκεί; Κι αν όχι, κάτι ανάλογο θα έχεις-βρίσκει κανείς όταν ψάχνει.
Γιωργία πήρα το γράμμα σου πριν από ένα μήνα. Οι αρρώστιες δεν με άφησαν να σου γράψω. Το κάνω τώρα ζητώντας συγνώμη για την αργοπορία. Γιατί ξέρω πως με σκέπτεσαι με όση αγάπη σε σκέπτομαι κι εγώ.
Σου γράφω εδώ γιατί κήλη μεσοσπονδυλίου δίσκου δεν με αφήνει να πάω μέχρι το Ταχυδρομείο.
Είσαι ακόμα καθηλωμένη στην πολυθρόνα σου; Τα νεφρά πώς πάνε; Η αναιμία σου; Βρέθηκε το αίτιό της στη χώρα των θαυμάτων;
Ξαναβρεθήκαμε πριν δέκα τρία χρόνια σε κάποια γιορτή βιβλίου. Και κάτω από ποιες εύθυμες περιστάσεις αλήθεια… Από τότε δεν έπαψες να με προσκαλείς να έρθω στην Αμερική, δεν έπαψες να μου γράφεις δείχνοντάς μου το αληθινό σου ενδιαφέρον για μένα. Η χαρά που σου έδιναν τα τηλεφωνήματά μου ήταν ίδια με την δική μου όταν μιλούσα μαζί σου. Και δεν είμασταν παρά γείτονες, κάποτε… παλιά, όταν ήμασταν παιδιά του δημοτικού και του γυμνασίου. Ερχόμουν και αγόραζα κρασί από το μαγαζί του πατέρα σου και καμιά φορά κάτι μπακαλικό. Θυμάσαι που μου «έπιανες» εσύ το κρασί από το υπόγειο όπου είχατε τα βαρέλια; Περάσανε τα χρόνια, χαθήκαμε. Και μετά από σαράντα χρόνια να ’μαστε μαζί στη γιορτή βιβλίου. Μας (ξανα)γνώρισε ο αδερφός σου που είχα συναντήσει νωρίτερα. Και από τότε δεν έχουμε χαθεί. Και όταν χρειάστηκα, μου έστελνες χάπια για ένα χρόνο, ρισκάροντας κάθε φορά την «ασφάλιση» της υγείας σου. Και όποτε σου ζητούσα κάτι να μου στείλεις ή να μου φέρεις,το είχα χωρίς δεύτερη ζήτηση.
Ο αδερφός σου-ο συνονόματός μας-είναι πολύ τυχερός να έχει μια αδερφή. Κάθε μέρα-μα κάθε μέρα του τηλεφωνείς. Κάθε καλοκαίρι έρχεσαι και τον βλέπεις. Όταν αρρώστησε τον πήρες στην Αμερική για να τον περιποιηθείς. Και πληρώνεις και τις δόσεις του σπιτιού του όταν αυτός δυσκιλεύεται, και όλο τον ενθαρρύνεις να γράφει. Τον ζηλεύω. Πολύ θα ήθελα να είχα κι εγώ μια αδερφή. Όμως δεν αρκεί ένας πατέρας και μια μητέρα για τη δημιουργία μιας αδερφής.
Εσύ έχεις δυο αδερφούς. Εγώ έχω μια «αδερφή» και έναν «αδερφό». Όταν, δέκα τέσσερα χρόνια μετά από την εξορία γύρισα στην Ελλάδα, μου έκλεισαν ένα ραντεβού μόνο για να που πούνε: « ούτε στο τηλέφωνό να μας πάρεις ούτε την πόρτα μας να μη χτυπήσεις ποτέ!» Ήταν το κερασάκι στην τούρτα που χρόνια ζύμωναν οι δυο τους. Αυτό και έκανα βέβαια. Είπα μέσα μου «θα τηλεφωνώ στο «γιο» μου πότε πότε» . Μα κι αυτός, έβγαλε αμέσως μετά το κεφάλι του από το βρακί της γυναίκας του και μου είπε: «Η γυναίκα μου δε σε θέλει, μην τολμήσεις λοιπόν να έρθεις ποτέ να μας δεις, ούτε και να μας τηλεφωνήσεις». Παραξενεύτηκα. Μέχρι πριν λίγο ήτανε χωμένος μέσα στο βρακί της «αδερφής» μου. Θα τόχει δίπορτο φαίνεται από δω και πέρα. Πάντως πλήρης σύμπνοια μεταξύ «αδερφών» και «υιού», ε;
Τις δικές μου αρρώστιες Γιωργία τα ξέρεις. Το που δεν ξέρεις ακόμα είναι πρόβλημα με την καρδιά μου, που μπορεί να κάνει τα πάντα-και μάλιστα απροειδοποίητα. Προσπαθώ να επωφεληθώ από τα νεότερα της επιστήμης, ώστε να μην έχω εμφράγματα και εγκεφαλικά. Όχι για να αποφύγω το θάνατο, τον οποίο ξέρεις πως θα καλοδεχόμουν. Και δεν είναι μόνον αυτά. Υπάρχουν κι άλλα προβλήματα. Μη ανεκτά αλλά απαραίτητα φάρμακα, αλληλλοσυγκρουόμενες δίαιτες, αρρώστιες άλλες, χρόνιες ή όχι, που αν και δεν είναι δυνητικά θανατηφόρες αλλά είναι ενοχλητικές, επίμονες και που μαζί με τις υπόλοιπες κάνουν ακόμα πιο δύσκολη τη ζωή. Δυστυχώς ξέρεις και συ από αρρώστιες. Υποφερτή κάνει ακόμα τη ζωή μου μόνον ο έρωτας, το μόνο που αξίζει να ζει κανείς γι αυτό. Στις πιο μαύρες ώρες μου, φέρνω στο νου μου τις στιγμές όπου θα βρίσκομαι στο κρεβάτι με την όμορφη, άδολη, απλοϊκή, αγνή και κάθε φορά πρωτόπειρη ερωμένη μου, και τότε παίρνω δύναμη να περιμένω ως την ώρα εκείνη.
Αυτά. Και ξέρεις ότι δεν έχω επιθυμία να μένω σ’ αυτό τον κόσμο, ακόμα κι αν θα ήταν ο μόνος υπάρχων και η ζωή αυτή η μόνη.
Πάντοτε ζούσα σε έναν τάφο μέσα. Από όσο θυμάμαι τον εαυτό μου. Τα χέρια μου και τα πόδια μου κουνιόνταν, το μυαλό μου μάθαινε, βούληση για ζωή όμως ποτέ δεν είχα. Ό,τι έζησα το έζησα κλεισμένος σε ένα καβούκι. Μέσα εκεί έφταναν όλα σαν αχός που ποτέ δεν ξεδιάλυνα, ποτέ δεν κατάλαβα, ποτέ δεν λαχτάρισα. Ό,τι έμαθα από τη ζωή το έμαθα βλέποντας άλλους να ζουν. Βγάζοντας το κεφάλι μου έξω καμιά φορά, έβλεπα τόσα άγνωστά μου πράγματα να έρχονται με μορφή βέλους κατεπάνω μου, που αμέσως έβαζα πάλι το κεφάλι μου μέσα.
Μεγαλώνοντας σε χρόνια μέσα στο καβούκι και παρατηρώντας τις σκιές και συνταιριάζοντας την ηχώ από τους σπαστούς ήχους που έφταναν ως εμένα, κατάλαβα γιατί όλα αυτά δεν με τραβούσαν για να τα ζήσω. Οι ζώντες αυτό το λένε απαισιοδοξία. Εμείς οι πεθαμένοι το λέμε αντικειμενικότητα.
Η διαφορά των ανθρώπων από τα φυτά Γιωργία είναι πως αυτά δεν μετακινούνται. Πες πως είμαι κι εγώ ένα φυτό. Βέβαια περπατάω λίγο. Μα και τα φυτά δεν απλώνουνε τα κλαδιά τους, και μερικά δεν πετάνε κλαδιά λίγο πιο πέρα από τον κορμό τους; Γιωργία μιλάει σε σένα ένα φυτό ξεραμένο κιόλας, που σε λίγο ο ήλιος θα το κάψει. Ξέρεις, οι μελλοθάνατοι αρέσκονται νε μιλάνε για τη ζωή τους, όπως τη νιώσανε και τη νιώθουνε. Δε μιλάνε εκείνοι που πεθαίνοντας έχουν κοντά τους ανθρώπους δικούς τους που ξέρουν τη ζωή τους. Μιας κι εγώ όμως δεν έχω κοντά μου ούτε δικούς μου ούτε ξένους, και μιας και εσύ είσαι ο μόνος δικός μου άνθρωπος, θα μιλήσω σε σένα. Δηλαδή θα γράψω, αφού είσαι τόσο μακριά. Και το πρώτο γράμμα μου είναι αυτό. Όχι για να σου πω τίποτε σημαντικά λόγια, μα λίγα ασήμαντα, για να ξέρει κάποιος κάτι για μένα, και να ζήσω έτσι στη μνήμη κάποιου όταν πεθάνω. Ακούω να λένε για μερικούς, ας πούμε, «ο μακαρίτης είχε μανία με τα φασολάκια και, αν δεν έτρωγε μια μέρα φασολάκια κάτι του έλειπε», ή «ο μακαρίτης είχε μια ελιά δεξιά στην πλάτη του». Τέτοια. Ανθρώπινα, καθημερινά πράγματα. Να ξέρει και για μένα λοιπόν κάποιος ότι στην έσω επιφάνεια του αριστερού άκρου ποδός, στο τμήμα του δέρματος που αντιστοιχεί μεταξύ της εκφύσεως του Αχιλλείου τένοντος και άνωθεν της πτέρνης, από μικρός είχα ένα λίπωμα μεγέθους ερεβύνθου. Το οποίο υπάρχει έως σήμερα, ίδιο σε υφή και διαστάσεις.
Οι άνθρωποι παντρεύονται Γιωργία για να έχουν κάποιον μάρτυρα του περάσματός τους από τη γη. Εσύ θα είσαι η μαρτυρία αυτή για μένα.
Κάθε πρωί τα περιστέρια στο μπαλκόνι μου με ξυπνάνε. Τα τζιτζίκια με νανουρίζουν το μεσημέρι. Τα έχεις εσύ εκεί; Κι αν όχι, κάτι ανάλογο θα έχεις-βρίσκει κανείς όταν ψάχνει.
Γιωργία πήρα το γράμμα σου πριν από ένα μήνα. Οι αρρώστιες δεν με άφησαν να σου γράψω. Το κάνω τώρα ζητώντας συγνώμη για την αργοπορία. Γιατί ξέρω πως με σκέπτεσαι με όση αγάπη σε σκέπτομαι κι εγώ.
Σου γράφω εδώ γιατί κήλη μεσοσπονδυλίου δίσκου δεν με αφήνει να πάω μέχρι το Ταχυδρομείο.
Είσαι ακόμα καθηλωμένη στην πολυθρόνα σου; Τα νεφρά πώς πάνε; Η αναιμία σου; Βρέθηκε το αίτιό της στη χώρα των θαυμάτων;
Ξαναβρεθήκαμε πριν δέκα τρία χρόνια σε κάποια γιορτή βιβλίου. Και κάτω από ποιες εύθυμες περιστάσεις αλήθεια… Από τότε δεν έπαψες να με προσκαλείς να έρθω στην Αμερική, δεν έπαψες να μου γράφεις δείχνοντάς μου το αληθινό σου ενδιαφέρον για μένα. Η χαρά που σου έδιναν τα τηλεφωνήματά μου ήταν ίδια με την δική μου όταν μιλούσα μαζί σου. Και δεν είμασταν παρά γείτονες, κάποτε… παλιά, όταν ήμασταν παιδιά του δημοτικού και του γυμνασίου. Ερχόμουν και αγόραζα κρασί από το μαγαζί του πατέρα σου και καμιά φορά κάτι μπακαλικό. Θυμάσαι που μου «έπιανες» εσύ το κρασί από το υπόγειο όπου είχατε τα βαρέλια; Περάσανε τα χρόνια, χαθήκαμε. Και μετά από σαράντα χρόνια να ’μαστε μαζί στη γιορτή βιβλίου. Μας (ξανα)γνώρισε ο αδερφός σου που είχα συναντήσει νωρίτερα. Και από τότε δεν έχουμε χαθεί. Και όταν χρειάστηκα, μου έστελνες χάπια για ένα χρόνο, ρισκάροντας κάθε φορά την «ασφάλιση» της υγείας σου. Και όποτε σου ζητούσα κάτι να μου στείλεις ή να μου φέρεις,το είχα χωρίς δεύτερη ζήτηση.
Ο αδερφός σου-ο συνονόματός μας-είναι πολύ τυχερός να έχει μια αδερφή. Κάθε μέρα-μα κάθε μέρα του τηλεφωνείς. Κάθε καλοκαίρι έρχεσαι και τον βλέπεις. Όταν αρρώστησε τον πήρες στην Αμερική για να τον περιποιηθείς. Και πληρώνεις και τις δόσεις του σπιτιού του όταν αυτός δυσκιλεύεται, και όλο τον ενθαρρύνεις να γράφει. Τον ζηλεύω. Πολύ θα ήθελα να είχα κι εγώ μια αδερφή. Όμως δεν αρκεί ένας πατέρας και μια μητέρα για τη δημιουργία μιας αδερφής.
Εσύ έχεις δυο αδερφούς. Εγώ έχω μια «αδερφή» και έναν «αδερφό». Όταν, δέκα τέσσερα χρόνια μετά από την εξορία γύρισα στην Ελλάδα, μου έκλεισαν ένα ραντεβού μόνο για να που πούνε: « ούτε στο τηλέφωνό να μας πάρεις ούτε την πόρτα μας να μη χτυπήσεις ποτέ!» Ήταν το κερασάκι στην τούρτα που χρόνια ζύμωναν οι δυο τους. Αυτό και έκανα βέβαια. Είπα μέσα μου «θα τηλεφωνώ στο «γιο» μου πότε πότε» . Μα κι αυτός, έβγαλε αμέσως μετά το κεφάλι του από το βρακί της γυναίκας του και μου είπε: «Η γυναίκα μου δε σε θέλει, μην τολμήσεις λοιπόν να έρθεις ποτέ να μας δεις, ούτε και να μας τηλεφωνήσεις». Παραξενεύτηκα. Μέχρι πριν λίγο ήτανε χωμένος μέσα στο βρακί της «αδερφής» μου. Θα τόχει δίπορτο φαίνεται από δω και πέρα. Πάντως πλήρης σύμπνοια μεταξύ «αδερφών» και «υιού», ε;
Τις δικές μου αρρώστιες Γιωργία τα ξέρεις. Το που δεν ξέρεις ακόμα είναι πρόβλημα με την καρδιά μου, που μπορεί να κάνει τα πάντα-και μάλιστα απροειδοποίητα. Προσπαθώ να επωφεληθώ από τα νεότερα της επιστήμης, ώστε να μην έχω εμφράγματα και εγκεφαλικά. Όχι για να αποφύγω το θάνατο, τον οποίο ξέρεις πως θα καλοδεχόμουν. Και δεν είναι μόνον αυτά. Υπάρχουν κι άλλα προβλήματα. Μη ανεκτά αλλά απαραίτητα φάρμακα, αλληλλοσυγκρουόμενες δίαιτες, αρρώστιες άλλες, χρόνιες ή όχι, που αν και δεν είναι δυνητικά θανατηφόρες αλλά είναι ενοχλητικές, επίμονες και που μαζί με τις υπόλοιπες κάνουν ακόμα πιο δύσκολη τη ζωή. Δυστυχώς ξέρεις και συ από αρρώστιες. Υποφερτή κάνει ακόμα τη ζωή μου μόνον ο έρωτας, το μόνο που αξίζει να ζει κανείς γι αυτό. Στις πιο μαύρες ώρες μου, φέρνω στο νου μου τις στιγμές όπου θα βρίσκομαι στο κρεβάτι με την όμορφη, άδολη, απλοϊκή, αγνή και κάθε φορά πρωτόπειρη ερωμένη μου, και τότε παίρνω δύναμη να περιμένω ως την ώρα εκείνη.
Αυτά. Και ξέρεις ότι δεν έχω επιθυμία να μένω σ’ αυτό τον κόσμο, ακόμα κι αν θα ήταν ο μόνος υπάρχων και η ζωή αυτή η μόνη.
Πάντοτε ζούσα σε έναν τάφο μέσα. Από όσο θυμάμαι τον εαυτό μου. Τα χέρια μου και τα πόδια μου κουνιόνταν, το μυαλό μου μάθαινε, βούληση για ζωή όμως ποτέ δεν είχα. Ό,τι έζησα το έζησα κλεισμένος σε ένα καβούκι. Μέσα εκεί έφταναν όλα σαν αχός που ποτέ δεν ξεδιάλυνα, ποτέ δεν κατάλαβα, ποτέ δεν λαχτάρισα. Ό,τι έμαθα από τη ζωή το έμαθα βλέποντας άλλους να ζουν. Βγάζοντας το κεφάλι μου έξω καμιά φορά, έβλεπα τόσα άγνωστά μου πράγματα να έρχονται με μορφή βέλους κατεπάνω μου, που αμέσως έβαζα πάλι το κεφάλι μου μέσα.
Μεγαλώνοντας σε χρόνια μέσα στο καβούκι και παρατηρώντας τις σκιές και συνταιριάζοντας την ηχώ από τους σπαστούς ήχους που έφταναν ως εμένα, κατάλαβα γιατί όλα αυτά δεν με τραβούσαν για να τα ζήσω. Οι ζώντες αυτό το λένε απαισιοδοξία. Εμείς οι πεθαμένοι το λέμε αντικειμενικότητα.
Η διαφορά των ανθρώπων από τα φυτά Γιωργία είναι πως αυτά δεν μετακινούνται. Πες πως είμαι κι εγώ ένα φυτό. Βέβαια περπατάω λίγο. Μα και τα φυτά δεν απλώνουνε τα κλαδιά τους, και μερικά δεν πετάνε κλαδιά λίγο πιο πέρα από τον κορμό τους; Γιωργία μιλάει σε σένα ένα φυτό ξεραμένο κιόλας, που σε λίγο ο ήλιος θα το κάψει. Ξέρεις, οι μελλοθάνατοι αρέσκονται νε μιλάνε για τη ζωή τους, όπως τη νιώσανε και τη νιώθουνε. Δε μιλάνε εκείνοι που πεθαίνοντας έχουν κοντά τους ανθρώπους δικούς τους που ξέρουν τη ζωή τους. Μιας κι εγώ όμως δεν έχω κοντά μου ούτε δικούς μου ούτε ξένους, και μιας και εσύ είσαι ο μόνος δικός μου άνθρωπος, θα μιλήσω σε σένα. Δηλαδή θα γράψω, αφού είσαι τόσο μακριά. Και το πρώτο γράμμα μου είναι αυτό. Όχι για να σου πω τίποτε σημαντικά λόγια, μα λίγα ασήμαντα, για να ξέρει κάποιος κάτι για μένα, και να ζήσω έτσι στη μνήμη κάποιου όταν πεθάνω. Ακούω να λένε για μερικούς, ας πούμε, «ο μακαρίτης είχε μανία με τα φασολάκια και, αν δεν έτρωγε μια μέρα φασολάκια κάτι του έλειπε», ή «ο μακαρίτης είχε μια ελιά δεξιά στην πλάτη του». Τέτοια. Ανθρώπινα, καθημερινά πράγματα. Να ξέρει και για μένα λοιπόν κάποιος ότι στην έσω επιφάνεια του αριστερού άκρου ποδός, στο τμήμα του δέρματος που αντιστοιχεί μεταξύ της εκφύσεως του Αχιλλείου τένοντος και άνωθεν της πτέρνης, από μικρός είχα ένα λίπωμα μεγέθους ερεβύνθου. Το οποίο υπάρχει έως σήμερα, ίδιο σε υφή και διαστάσεις.
Οι άνθρωποι παντρεύονται Γιωργία για να έχουν κάποιον μάρτυρα του περάσματός τους από τη γη. Εσύ θα είσαι η μαρτυρία αυτή για μένα.