Παρασκευή 18 Απριλίου 2025

 ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ ΘΡΗΝΟΣ – Η ΖΩΗ ΕΝ ΤΑΦΩ – ΕΓΚΩΜΙΑ ΣΤΑΣΗ Α´

Τη Ζωή, σε τάφο,
Σ’ έχουν βάλει Χριστέ,
κι οι στρατιές εκστατικές των Αγγέλων Σου
την ταπείνωσή Σου αυτή δοξολογούν

Η Ζωή πεθαίνει;
Πώς σε τάφο έχεις μπει;
και τον θάνατο απ' το θρόνο του έριξες
και ανάστησες του Άδη τους νεκρούς;

Σε δοξολογούμε
και τιμούμε Ιησού
βασιλιά μας, την ταφή και τα πάθη Σου
που μ' αυτά μας έχεις σώσει απ' το Χαμό.

Συ τη γη έχεις φτιάξει,
τώρα όμως Εσέ
βασιλιά, σ' έναν μικρό τάφο σ' έβαλαν
κι απ' τα μνήματα ανασταίνεις τους νεκρούς.

Ο άρχοντας των πάντων
-δέστε!-κείται νεκρός.
Και Αυτός που πεθαμένους ανάστησε
σ' αναπάντεχο έναν τάφο έχει μπει.

Από τους ανθρώπους
ο πιο απ’ όλους καλός
πεθαμένος λες, Αυτός! ότι κείτεται,
που σε όλα έχει δώσει ομορφιά.

Θάνατος και Ζήση
κουβεντιάζουν οι δυο-
Πώς με θάνατο ακυρώνεται ο θάνατος
και πηγή γίνεται Ζωής ένας νεκρός;

Πνεύματα βοηθάνε
τον Ιωσήφ, και  μαζί
το Νικόδημο, Εσέ, τον αχώρητο
μες σε μνήμα να χωρέσουνε μικρό.

Ο Αδάμ με χώμα
από Σε έχει πλαστεί
και για κείνον έχεις Συ γίνει άνθρωπος,
κι έχεις, θέλοντας, ανέβει στο Σταυρό.

Του Αδάμ σωτήρας
Έχεις έρθει ως εδώ
και στη γη μη βρίσκοντάς τονε Δέσποτα
μες στον Άδη έχεις κατέβει να τον βρεις.

Από φθόνο ήταν
Πεθαμένος ο Αδάμ
και στη ζωή τον ξαναδίνεις πεθαίνοντας
σαν να είσαι νέος ένας Συ Αδάμ.


'Σένα που δικάζεις
να δικάσουν ζητούν
κι από δίκη όλους Εσύ μας απάλλαξες
και αθάνατους μας έκανες κι εμάς.

Για να γίνειη η Εύα
Μια πλευρά πήρες Συ
και πλευρά μία σε Σένα τρυπήσανε
κι έχει τρέξει Σωτηρία απ' την πληγή.


Τέσσερες ημέρες
φίλον Σου νεκρό
αναστήσει έχεις Χριστέ μου: Tον Λάζαρο.
Τώρα Συ πώς μέρες τρεις μένεις νεκρός;

Σάββατο είναι που είχες
στον νεκρό δώσει ζωή.
Πώς το Σάββατο Εσύ, τώρα Αθάνατε,
το γιορτάζεις σαν νεκρός μες στους νεκρούς;

Σαν θνητός, Σωτήρα,
μες σε τάφο Εσύ πας.
σαν Θεός όμως νεκρούς Συ ανάστησες
από τάφους αμαρτίας βαθιάς πολύ.

Άτρωτος Εσύ ’σαι-
ο Ένας Συ απ’ τους Τρεις
μα υπόφερες σαν έγινες άνθρωπος
για να κάνεις έτσι άτρωτους εμάς.

Και σε τάφο μπήκες
και, απ’ το πλάι Χριστέ
του Πατέρα Σου καθόλου δεν έφυγες'
πράγμα αλλόκοτο κι απίστευτο μαζί.

Σαν νεκρός στον τάφο,
με Πατέρα Θεός,
και στον Άδη σαν κυρίαρχος Δέσποτας
τους ανθρώπους έχεις σώσει απ' τη φθορά.

Κάτω από το χώμα
πήγες θέλοντας, Συ,
και στα ουράνια από τη γη ξανανέβασες
όσους κάποτε είχαν πέσει από κει.

Σε καινούργιον τάφο
Συ Χριστέ μου έχεις μπει
και του ανθρώπου την ουσία καινούργιωσες
όταν είχες σαν Θεός αναστηθεί.

Ουρανό έχεις θρόνο.
Πάτωμα έχεις τη γη.
Και τον τάφο Σου πώς να τον ελέγαμε;
Μάλλον: τόπο Αναστάσεως Χριστού.

Δακρυοθρηνώντας
η Μητέρα η αγνή
φώναζε καθώς με μύρα Σε ράντιζε:
«Πώς θα Σε κηδέψω εγώ παιδί μου-πώς;

Φώς Εσύ του Κόσμου,
των ματιών μου Εσύ φως,
Ιησού-παιδί μου Εσύ, πολυαγάπητο!»
η Παρθένος κλαίοντας έκραζε πικρά.

«Θεϊκέ Συ Λόγε!
Μόνη Εσύ μου χαρά!
Πώς θ' αντέξω την ταφή Σου την τριήμερη;
Αχ! τα σπλάχνα μου σπαράζουνε βαριά!

Πού νερό θα έβρω;
Πού δακρύων πηγές;»
η Παρθένα η Θεοπάντρευτη φώναζε,
«για να κλάψω το γλυκό μου τον Ιησού;

Σεις βουνά, φαράγγια,
πλήθη ανθρώπων εσείς,
κι όσα έφτιαξε ο Θεός μας, θρηνήστε Τον
σαν που η μάνα Του-εγώ-Τόνε θρηνώ.

To σπαθί-αλί μου!-
της πικρής σου σφαγής
την καρδιά μου διαπερνά, ω! αιώνιε!
ω! Μυστήριο ακατανόητο! Γιε μου Εσύ!

Πότε το αιώνιο
εγώ Σωτήρα μου φως,»
η Παρθένος μες στους θρήνους Της έλεγε,
«την τρανή εγώ χαρά πότε θα δω;

Με το άγιο Σου αίμα
για μελάνι, όλα Εσύ
έχεις σβήσει σε μας τ' αμαρτήματα,
κι απ' τον τάφο Συ βραβεύεις τη ζωή.

Προσκυνώ τα Πάθη,
την ταφή Σου υμνώ,
και υμνώ τη δύναμή Σου φιλάνθρωπε,
γιατί αυτά μ' έχουν γλιτώσει απ' το Χαμό.

Κι όπως εθυμήθης
τον Ληστή στον Σταυρό,
κι εμάς έτσι που υμνούμε θυμήσου μας-
την ψυχή Σου λύτρα που έδωσες για μας.

Κι όσους επεθάναν
ευσεβείς Σου πιστούς
δίκια ανάπαυση Σωτήρα μου δώσε τους
και στο βασίλειό Σου βάλε τους να ζουν.»

Τον Πατέρα υμνούμε
και μαζί Εσένα,
Θεέ των πάντων και το Άγιο το Πνεύμα Σου
και τη Θεια Σου ανυμνούμε την ταφή.

Σε καλοτυχίζου-
με Θεοτόκε Αγνή
και τιμούμε την ταφή την τριήμερη
του Παιδιού Σου που Θεός είναι για μας.

Τη ζωή, σε τάφο
Σ’ έχουν βάλει Χριστέ
κι οι στρατιές εκστατικές των Αγγέλων Σου
την ταπείνωσή Σου αυτή δοξολογούν.

                     -----

Πέμπτη 17 Απριλίου 2025

 Η ΚΑΤΑΔΙΚΗ

-Πώς λέγεται ο πελάτης σας;
-Ιησούς.
-Κι ο τόπος του καταγωγής;
-Η Ναζαρέτ.
-Τ' όνομα του πατέρα του;
-Ιωσήφ.
-Και επαγγέλεται;
-Ποιητής.
-Κύριε Ιησού λυπούμαι-θα σας διώξουμε. Δε θέλουμε ποιητές.
Έχουνε τόσο διάφορες συνήθειες από μας...
Καλά είμαστε τακτοποιημένοι
με τα εργοστάσια...
με τα όπλα...
με τις μηχανές μας...
Κύριε Ιησού λυπούμαι-θα σας διώξουμε. Δε θέλουμε ποιητές.
Έχετε τόσα εναντίον σας...
Θέλετε ν' αγαπάει ένας τον άλλο.
Πώς θ' αγαπήσω κάποιον
που θέλει να μου πάρει τα λεφτά
(αλήθεια επισκεφτήκατε ποτέ σας ψυχολόγο);
Ακόμα λέτε...για να δω...
Α! Ναι! Μακάριοι οι πτωχοί...
με συγχωρείτε που γελώ-
συνήθως ξέρετε είμαστ' ευγενέστατοι εδώ..
Κύριε Ιησού λυπούμαι-θα σας διώξουμε.. Δε θέλουμε ποιητές.
Πάρτε τον!
Ο στρατιώτης
θα σας διαβάσει τα δικαιώματά σας-
σε μας
και οι φυλακισμένοι έχουν, κύριε, δικαιώματα.
Πηγαίνετε.
Περνώντας από τη Γεθσημανή μπορείτε αν θέλετε
να κάνετ' ένα τηλεφώνημα.

Δε θέλουμε ποιητές.




Η ΑΝΑΣΤΑΣΗ

"…Εγώ!
Η πέτρα!
Η ταφόπετρα!
Φωτιάς δισέγγονο!
Βουνού αγγόνι!
Εργατιάς παιδί!

Εγώ!
Η αειπαγής!
Η δύσρηκτος!
Τ' ήταν αυτό που μου ’γινε;..

Εγώ
που ως κι ο σεισμός τρεις μέρες πριν ούτε που μ' έσεισε...
Εγώ που ως και το θάνατο τον φυλακίζω...
Εγώ!
Το σύνορο φωτός και σκότους!
Εγώ!
Που δέκα ρωμαλέοι ρωμαίοι στρατιώτες
για να με σείσουν συνερρύουν...
ξάφνω
κι ενώ φρουρούσα ένα Ναζωραίο
έτσι,
χωρίς να το θελήσω,
δίχως ν’ αφεθώ,
βρέθηκα απ’ το ’να μέρος στ' άλλο στη στιγμή
αφήνοντας ολάνοιχτο τον τάφο.
Σα να ’μουν πούπουλο σου λέω...
ή σαν αέρας...
κι ούτε..."

 ΑΠΟΡΗΜΑ

Το Πάσχα όταν έρχεται και μες στην εκκλησία
Του Λυτρωτή μας ξαναζώ τη Σταυρική θυσία,
Υπάρχει κάτι που όσο κι αν με πείσμα προσπαθήσω,
Δε με βοηθάει τ' όσο μυαλό έχω, να εξηγήσω:

Πώς ένα δέντρο δέχτηκε το ξύλο του να δώσει
Που το Χριστό επάνω του ο εβραίος να σταύρωσει;
Πώς όταν το επλάνιζαν μακριά δεν ετινάχτη-
Πώς δεν εσάπισε μεμιάς-πώς δεν εγίνη στάχτη;

Δε σκέφτηκε-όποιο ήτανε-, ποιός έφτιαξε το χώμα
Που οι ρίζες του βυζαίνουνε με τ’ άπληστό τους στόμα;
Δε σκέφτηκε το σύννεφο ποιός τάχα το διατάζει
Και κείνο τη ζωφόρα του βροχή στη γη σταλάζει;

Δε σκέφτηκε τον αέρα ποιός στέλνει κι αυτός φυσάει
Και ως της γης τα πέρατα τους σπόρους του σκορπάει-
Και ποιος το σπόρο του αυτό, τον έχει έτσι πλάσει
Ωστε απ' το ’να το δεντρί γίνονται τόσα δάση;

Δε 'σκέφτη πως τον γήϊνο του Ιησού πατέρα
Ανάμεσα τον έβρισκε σε ξύλα η κάθε μέρα
Να πλάθει με τη σάρκα τους όχι Σταυρούς και λόγχες,
Παρά σαμάρια και σκαμνιά, πιάτα και σιτοδόχες;

Ούτε στον κύκλο του ήλιου ποιός, ζέστα και φως χαρίζει,
Που δίχως τους ούτε ζωή ούτε κλαδί ανθίζει;  
Δε συλλογίστη του ήλιου αυτού, με μια του μόνο λέξη,
Ποιος, με τη γη, αχώριστα δεσμά του έχει πλέξει;

Δε ’σκέφτη εκτός από ζωή, ποιός κι ομορφιά του δίνει,
Όταν το χνώτο πάνω του της Ανοιξης ξεχύνει,
Και κείνη του Χειμώνα λυ’ τα κρουσταλλένια μάγια,
Και λάμπουν τα κλαδάκια του σαν θεϊκά-σαν άγια;

Πώς Κάποιου που την Υπαρξη την ίδια σου ’χει δώσει,
Δέχεσαι αυτή σου η ύπαρξη πόνο σ' Αυτόν να δώσει;
Πώς δέχτηκες θανάτου εσύ να γίνεις εργαλείο
Που της Αληθινής Ζωής να σβει το μεγαλείο;  

Αυτά είναι που δε μπορώ καθόλου να εξηγήσω
Όσο κι αν με το λίγο μου μυαλό θα προσπαθήσω.
Κι αφού δασκάλοι και γιατροί πρωτεύυν στη μωρία,
Την ίδια θα ’χω πάλι εγώ του χρόνου απορία.


Λος Άντελες 1992

 ΠΑΣΧΑ ΤΟΥ ΚΑΙΡΟΥ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ


1. «ΠΑΣΧΑ ΣΩΤΗΡΙΟΝ ΠΑΣΧΑ»

Αλήθεια πώς θα ήτανε το Πάσχα μας
αν ήτανε Σωτήριο;

Ας δούμε.
Σ’ ένα Σωτήριο Πάσχα θ’ ανασταίνονταν
όχι ο Χριστός μα ο Λαός.
Θα σφίγγαμε τα χέρια όχι,
μα τους λαιμούς των υπουργών.
Θα σπάζαμε όχι αυγά
παρά των πλούσιων τα κεφάλια.
Στων εκμεταλλευτών μας το κερί
θα το ανάβαμε τον τάφο,
κι αντίς γι αρνί
τους βουλευτές θα εσουβλίζαμε.
Ως για τ’ αυγά
με το αίμα των κλεφτών πολιτικών
θα τα εβάφαμε.

Και πια θ’ αλληλοχαιρετιόμασταν
«Ελλάδα ανέστη εκ νεκρών».

Αν ήτανε το Πάσχα μας Σωτήριο.


 

2. ΠΑΣΧΑ 2014 


Όταν έβγαινα το Πάσχα στο μπαλκόνι
κάθε χρόνο-είναι τώρα δέκα χρόνοι,
στις αυλές τριγύρω έψηναν αρνιά.
Κάθε Πάσχα! Μα το ναι- κάθε χρονιά!

Και μονάχος καθώς είμαι μες στο σπίτι-
σας το λέω και δε λέω ψέματα μπίτι-
με καθένανε χαιρόμουν απ’ αυτούς
καλεσμένος ήμουν λες απ’ ολουνούς.

Φέτος όμως-α! ρε συ-άτιμη Κρίση!
απ’ αυτούς δεν έχει ουτ’ ένας τους τσικνίσει
Κι ειν’ η πρώτη μου χρονιά-πάλι ευτυχώς-
που επέρασα το Πάσχα μοναχός!



3. ΕΥΧΕΣ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ

Ευχές των υπουργών στον ελληνικό συρφετό για το Πάσχα: «Χαρά, ειρήνη, ευτυχία!»
Όπως η γάτα θα ευχόταν στα ποντίκια: "χρόνια πολλά".

 ΧΡΙΣΤΟΣ
ή
Η ΜΕΓΑΛΗ ΝΥΧΤΑ

To σπίτι της Μαρίας της Μαγδαληνής. Η Μαρία γνέθει στο φως του λυχναριού. Είναι σκεφτική. Μέσα σε ένα ανθοδοχείο κόκκινα τριαντάφυλλα. Μακρινά αλυχτίσματα σκύλων. Βήματα στην αυλή. Η Μαρία κοιτάζει προς την πόρτα. Η πόρτα ανοίγει και μπαίνει ο Χριστός. Ξαναμμένος, τα μάτια του λάμπουν. Κάθεται σ’ ένα σκαμνί ακουμπώντας την πλάτη του στον τοίχο.

ΧΡΙΣΤΟΣ
Δώσε μου λίγο γερό...ήτανε μια δύσκολη μέρα...

(Η Μαρία του φέρνει ένα κύπελλο με νερό. Εκείνος
πίνει. Σηκώνεται. Δίνει το κύπελλο στη
Μαρία. Βλέπει για λίγο έξω από το παράθυρο στο
σκοτάδι. Κάθεται. Η Μαρία στέκει όρθια κρατώντας το
κύπελλο στα χέρια της ενώ ο Χριστός μιλάει)

Ήρθανε να με πιάσουν.
Τους ξέφυγα.

Ήμουνα στο δάσος με τις ελιές-ξέρεις...
Κι ήμουνα μόνος.
Ο Πέτρος και οι άλλοι είχαν αποκοιμηθεί πιο πέρα.
Δεν τους ξύπνησα-τι να τους έκανα.-η απόφαση
ήτανε δική μου.

Απόψε τα φύλλα της ελιάς μοιάζανε λόγχες.
Ένα δροσερό αγεράκι ρίπιζε την ψυχή.
Τ’ αστέρια είχαν πυκνώσει στον ουρανό κι εκείνος
έμοιαζε στην ποδιά σου, εκείνην που σου χάρισα πέρσι το Πάσχα-αλήθεια, καιρό έχω να σε δω να τη
φοράς.
Ήταν όλα ήσυχα.
Τίποτα δεν ακουγόταν.
Ξάφνω κάτι έλιωσε κάτω από τα πόδια μου
βγάζοντας μια μικρή ξέψυχη κραυγή.
Πάλι μπορεί να μην ήτανε και κραυγή, μπορεί
κάποιο κλαδί να έσπασε.
Τρόμαξα.

Και κείνη η ελιά η τρίκορμη, θυμάσαι; μια οικογένεια ξύλινη: άντρας, γυναίκα, παιδί.
Και το φεγγάρι στον ουρανό σαν αρραβωνιαστικός
της γης, ζητώντας κάθε βράδυ τη συντροφιά της.
Και ακόμα εκείνη η μικρή κραυγή να τρυπάει
τ' αυτιά μου...
Δεν ξέρω γιατί, στο μυαλό μου ήρθε μια κότα που
είχαμε όταν ήμουνα μικρός. Δεν είχε καθόλου
πούπουλα στο λαιμό της και αυτός έμοιαζε με ένα
κόκκινο σκουλήκι που άρχιζε από ένα κορμί και
τελείωνε σ’ ένα κεφάλι.
Κάθε βράδυ η μητέρα την έπιανε και κρατώντας
την ακίνητη πάνω στον κόρφο της την έψαχνε για
να δει αν θα γεννούσε την επόμενη μέρα.
Κάθε φορά που η μητέρα την έψαχνε, εκείνη έβγαζε μια μικρή κραυγή.
Εκείνη την κραυγή μου θύμισε αυτός ο ήχος κάτω
από τα πόδια μου.
Ύστερα, όπως οι εικόνες έρχονται στο μυαλό σαν
κρίκοι μιας αλυσίδας που παίζοντάς τηνε στο χέρι
σταματάς κάθε τόσο και τήνε κοιτάζεις, έτσι ήρθε
και η εικόνα του δείπνου, όταν τρώγαμε αυτή την
κότα.
Την έσφαξε ο πατέρας όταν δεν γεννούσε πια.
Διάλεξα να φάω το λαιμό της.
Ήθελα να τον νιώσω να σπάζει ανάμεσα στα δόντια
μου.
Ήθελα να μπω μέσα στην ουσία του, να βρω την
πηγή όλων εκείνων των κραυγών που είχαν
σημαδέψει τόσες παιδικές βραδιές μου.
Μέθυσα τη μέρα εκείνη.
Δεν ξέρω αν ήτανε από το κρασί που για πρώτη
φορά εκείνη την ημέρα ήπια ή αν ήτανε από τη
ζάλη που μου έφερε η σκέψη ότι μαζί με τον λαιμό εκείνον
έκανα δικό μου και το μυστικό που έκλεινε μέσα του.

Κάτω στον κάμπο, μακριά, φάνηκαν οι πυρσοί του
ρωμαϊκού αποσπάσματος.
Ήξερα πως θα ’ρχονταν.
Ένιωσα την ανάγκη να προσευχηθώ.
Προχώρησα προς την πέτρα.
Η ψύχρα του βραδιού με περόνιασε.
Ο νους μου πέταξε στα χρόνια που μαθήτεψα
κοντά στους δασκάλους.
Χρόνια και χρόνια μελέτης ώσπου να 'ρθει ο καιρός να κατέβω και να διδάξω-γι αυτό μ' ετοιμάζανε...
Ύστερα η γνωριμία μας. Στα Μάγδαλα. Στη λίμνη.
Τα μάτια σου ήτανε μεγαλύτερά της.
Θυμήθηκα την Αίγυπτο. Όλα τα θυμάμαι. Τον
πηγαιμό μας εκεί με τη μητέρα και μένα πάνω σ'
ένα γαϊδουράκι που ο πατέρας τραβούσε μ' ένα
σκοινί.
Περιστατικά από τη ζωή μας στην Αίγυπτο.
Ο πατέρας λέει πως δεν είναι δυνατό να θυμάμαι
τόσο μικρός που ήμουνα.

Όμως εγώ τα θυμάμαι όλα σα να τα βλέπω τώρα. Η Αίγυπτος! To καταφύγι της φυλής μας σε κάθε μας δυσκολία!
Παιδί σαν ήμουν, έβλεπα κι άκουγα ανθρώπους να κουβεντιάζουνε με τον πατέρα.
Όλοι είχαν κάπως να κάνουν με την Αίγυπτο.
Άλλοι περαστικοί από κει, άλλοι πηγαιμένοι εκεί για να κρυφτούν, άλλοι έχοντας εκεί συγγενείς...

Όταν δεν κινδυνεύαμε πια, μετά από χρόνια, ξαναγυρίσαμε στη Ναζαρέτ.
Στο ξυλουργείο του πατέρα μπαινόβγαιναν
άνθρωποι που θέλανε να διώξουνε τους ρωμαίους.
"Να λευτερωθούμε!", μου ’λεγε ο πατέρας κοιτάζοντάς με μέ τα σοβαρά του μάτια.
"Να μάθεις να πετάς γρήγορα το τόξο και το
κοντάρι", μου ’λεγε. «Να πολεμήσεις και συ για τη
λευτεριά μας! Λευτεριά-αυτό είναι η σωτηρία του ανθρώπου-λευτεριά!"
Πήγαινα μαζί του στο λιβάδι κάθε που πήγαινε να
συναντήσει κάποιον.
Καθόμασταν πολλές φορές και τρώγαμε κάτω από
τα δέντρα, ανάμεσα σε χόρτα ευωδιαστά και
λουλούδια πολύχρωμα.
Μαζί του γνώρισα τον κόσμο. Μαζί του γνώρισα το
χρέος μου: λευτεριά!-που τόσο αλήθεια άργησα να εννοήσω.

Όταν ο πατέρας μιλούσε με τους άλλους δεν μ'
άφηνε να βρίσκομαι κοντά τους.
Τότε έβγαινα από τη σκηνή και περιδιάβαζα στους γύρω λόφους.
Κοίταζα τα δέντρα.
Έπαιρνα να βλέπω με επιμονή ένα σημείο του κορμού τους.

Το κοίταζα για ώρα.
Σιγά σιγά εκείνο γινότανε μια πόρτα που από κείνην μπαίνοντας η ματιά μου μέσα στο δέντρο, το γνώριζε oλόκληρο από τις ρίζες ως τ’ ακρόφυλλά του.
Άλλες φορές από το μίσχο μιας πόας έμπαινα μέσα στη γη και αντάμωνα τις φλέβες του νερού και του σίδερου.

To βράδυ που πιάσανε τον πατέρα εγώ κοιμόμουν στον διπλανό λόφο.
Θυμάμαι το όνειρο που είδα εκείνη τη νύχτα.
Βρέθηκα μέσα σ’ ένα σύννεφο.
Και το σύννεφο λέει ήτανε ο θεός.
Και δεν μπορούσα ν’ αναπνεύσω μέσα του.
Και πάσκιζα να ξεφύγω.
Έκανα δεξιά, τίποτα.
Έκανα προς τ’ αριστερά, τίποτα.
Ό,τι και να έκανα βρισκόμουν πάντοτε μέσα στην καρδιά του σύννεφου.
Και θα εχανόμoυνα γιατί δεν είχα τι άλλο να κάνω για να γλιτώσω.
Και όταν νόμιζα πως ανάπνεα για τελευταία φορά, είπα: "Σύννεφο δεν υπάρχει". Και τo σύννεφο διαλύθηκε.

Κοίταξα πίσω μου. Τα φώτα πλησίαζαν.
Περπατώντας είχα φτάσει στην πέτρα, προσευχητήριό μου και ερωτική μας κλίνη.
Με έβλεπε ακίνητη, αμίλητη, ανέκφραστη, απαθής, σίγουρη για όλα.
Σε λίγο οι στρατιώτες θα ήταν εκεί.
Ο Ιούδας θα τους οδηγούσε και θα μ’ έπιαναν.
Και θάνατος με περίμενε ύστερα απ’αυτό.
Χωρίς αμφιβολία.
Έβλεπα κιόλας τον εαυτό μου πάνω στο σταυρό.
Να προσευχηθώ! Να προσευχηθώ και να ζητήσω από το θεό να διώξει τους στρατιώτες! Να μη με πιάσουν! Να μη με σταυρώσουν! Να μην πεθάνω!..

Κάποιο πουλί ξεπετάχτηκε αλαφιασμένο και χύμηξε μες από ένα φύλλωμα έξω.
To τρόμαξα εγώ ή είχε δει κάποιον εφιάλτη;
Χτύπησε πάνω στον κορμό της διπλανής ελιάς-έπεσε.
Πλήρωσε για την αμυαλιά του να πετάξει τη νύχτα.
Κι εγώ, είπα, ένα τέτοιο ανόητο πουλί είμαι που ποιος ξέρει τι βήματα ακούει κι αλαφιάζεται και πετάει μέσα στη νύχτα.
Και θα πληρώσω γιατί χαλάω την τάξη του κόσμου.

Άφηνα τους στρατιώτες να πλησιάζουν.
 Ήμουν ακόμα αναποφάσιστος: έπρεπε να μείνω και να πιαστώ ή να φύγω για να γλιτώσω;
Μια φωνή μέσα μου έλεγε: "μείνε!" και μιαν άλλη μου ’λεγε: «φύγε!» Η δεύτερη ήταν η δική σου.
Α! Η ιδέα από το φως όταν έμπαινε από τον ανοιχτό φεγγίτη της πόρτας, στο σπίτι, στη Ναζαρέτ, πριν ακόμα ο ήλιος φορέσει το λαμπρό του πρόσωπο!
Ένα φως ερυθρό βάζοντας φωτιά παντού… και κάπου εκεί, λίγα χιλιόμετρα μακρύτερα υπήρχες εσύ!
Και το ίδιο εκείνο φως πίνοντας μεγάλωνες...
Πάλι χύμηξαν οι σκέψεις, γοργές τώρα όπως ένα βέλος προς το στόχο του.
Δεκαοχτώ χρόνια, τρεις μήνες και οχτώ μέρες έμεινα στο βουνό.
Κάθε πρωί πριν βγει ο ήλιος έβγαινα από την καλύβα μου.
Ήθελα να τον αντικρύσω πρώτος εγώ απ’ όλους.
Γιατί το ένιωθα ότι ο ήλιος είναι ο πατέρας μας ο αγαθός που όλα μας δίνει.
Και κάθε μέρα μάζευα όσες ακτίνες του μπορούσα για να γίνω κάποτε κι εγώ ένας μικρός ήλιος.
Και όταν θάρρεψα πως τα κατάφερα θέλησα να φωτίσω κι εγώ τον κόσμο.
Και κατέβηκα. Και άρχισα να λέω, να κηρύττω.

Έλεγα... έλεγα... ξόδευα το φως μου... σπαταλούσα τις αχτίδες μου...
Και, ο μωρός εγώ, έλεγα: αγάπη.
Και πώς εκείνος που κρυώνει θ’ αγαπήσει κάποιον
που του παίρνει τη ζεστασιά;
Πώς θ’ αγαπήσει εκείνος που πεινάει αυτόν που του κρατεί το ψωμί;
Πώς θ’ αγαπήσει εκείνος που θέλει γυναίκα εκείνον που του την παίρνει;
Αγάπη!..
Ήρθα στον κόσμο του μίσους για να μιλήσω γι αγάπη...είμαι λοιπόν ένας ανόητος;
Κι έλεγα: "Στον ουρανό θα βρείτε όλα όσα δεν έχετε πάνω στη γη. Και θα δείτε εκεί όσους εδώ τα είχαν όλα, να υποφέρουν".
Ο άθλιος εγώ!
Μου λέγαν: «Εμείς εδώ πεινάμε. Δεν πεινάμε στην άλλη μας ζωή. Εμείς εδώ διψάμε. Δε διψάμε στην άλλη μας ζωή. Εμείς εδώ πονάμε, κρυώνουμε, θέλουμε γυναίκα, ματώνουμε. Αυτή είναι η ζωή μας. Δώσε μας φαγητό και ζεστασιά κι ύστερα ξέρουμε εμείς ν’ αγαπήσουμε όλο τον κόσμο. Μπορείς;-δώσε μας τώρα με έργα τα αγαθά που με λόγια μας υπόσχεσαι για όταν θα πεθάνουμε. Εμείς ξέρουμε να υποσχόμαστε περισσότερα και καλλίτερα.
Εμπρός, δώσε μας, αλλιώς είσαι ένας τσαρλατάνος. Αυτή είναι η ζωή μας".
Τους άφηνα να λένε-μα δεν τους ένιωθα.
Όταν οι άνθρωποι είδανε πως τους εγκατέλειψα χρησιμοποίησα όλα τα μαγικά που έμαθα στη διάρκεια της μαθητείας μου.

Μάταιος κόπος.

Δυο χρόνια περίμεναν να κάνω κάτι για να τους
βοηθήσω.
Μετά έχασαν την υπομονή τους.
Έφυγαν όλοι.
Δώδεκα μου έμειναν-έντεκα-ο ένας είναι ο
Ιούδας.
Κι αυτοί οι έντεκα όταν είδανε πως πλησιάζει ο θάνατός μου, τσακώνονται ποιος θα πάρει τη θέση μου όταν εγώ θα λείψω.

Ακούμπησα στην πέτρα.
Για μια στιγμή αιστάνθηκα σίγουρος για τον εαυτό μου όπως όταν αγγίζω το κορμί σου.
Παραλογίστηκα.
Θάρρεψα πως ήσουνα εκεί.
Κοίταξα στα ριζά της, έκανα το γύρο της για να σε βρω και όταν δε σε βρήκα ξανάπεσα στο φόβο και στη μοναξιά μου.
Έπεσα πάνω στην πέτρα μας άπελπος.
Και τότε την άκουσα να μου μιλάει.
Και ήτανε η φωνή της η φωνή σου: «Ώς πότε θα σε ανέχομαι ψευτοφιλόσοφε; Ως πότε αγύρτη θα σε ψυχώνω; Ύπαρξη κι ενώ αυτού του κόσμου, για τον κόσμο ετούτον γνοιάζομαι. 'Ο,τι πονάει στη γη επάνω, πόνος δικός μου γίνεται ο πόνος του. Όταν ένας άνθρωπος πεινάει πάνω στη γη, ένα στομάχι γίνομαι ολόκληρη που σπαράζει αδειανό. Κι όταν κανένας μουγκανιέται ολομόναχος στο στρώμα του επάνω, φτερά λαχταράω να φυτρώσω και να γίνω γυναίκα να τόνε συντροφέψω. Ετούτος ο κόσμος μας είναι ο κόσμος ο μοναδικός. Αυτή η ζωή είναι η μόνη ανεμοπαρμένε. Κράτα για τον εαυτό σου τα παχιά σου λόγια και σπείρε όχι υποσχέσεις αλλά σπόρους σταριού για να ταϊσεις τους πεινασμένους.
Σύμμαχους προστάτες και βοηθούς τους έχουνε τον πλούτο τους οι πλούσιοι.
Δε θέλουνε και σένα. Κι όσοι σε βάλανε τέτοια να κάνεις και να λες, εχθροί κι εκείνοι των φτωχών. Μπροστάρης τους γίνε και οδήγα τους στο ξεπάστρεμα του πλούτου. Μπορείς; Κάποτε, που ποιος ξέρει τι κρύο σε είχε κόψει, είπες εκείνος που έχει δύο πανωφόρια να δώσει το ένα σε κείνον που δεν έχει κανένα. Το μόνο που βγήκε από το στόμα σου σωστό. Μα και μ' αυτό τι έγινε; Ποιος έδωσε το δεύτερο πανωφόρι του; To είδες και συ-κανείς. Ήτανε κι αυτό μια πονηρία σου για να μαζέψεις πιο πολλούς. Και να τους κάνεις τι; Για να τους κάνεις να σκύβουνε το κεφάλι τους στον δυνατό. Πήρες το πανωφόρι από κείνονε που το ’χει διπλό και το ’δωσες σε κείνονε που δεν έχει; Όχι! Μοίρασες δίκια τ’ αγαθά στον κόσμο; Λευτέρωσες τους
δούλους; Όχι! Όχι! Όχι!
Πήγαινε χάσου λοιπόν.
Μη μ’ αγγίζεις και λερώνομαι.
Αρκετά σ’ ανέχτηκα.
Φύγε!"

Μέσα μου ξάφνω άστραψε το αληθινό φως και είδα.
Είδα τη ζωή μου.
Μια ζωή χαμένη άσκοπα σε λόγια μάταια και ψεύτικα.
Και την ίδια ώρα έγινε μέσα μου μια πάλη πρωτόγνωρη.
Μια πάλη που άφησε πίσω της όχι νεκρούς και τραυματίες μα στάχτες και συντρίμμια.
Στάχτες και συντρίμμια έγινε η ζωή που μέχρι τότε είχα
ζήσει.
Και νίκησε στη μάχη αυτή όχι οι σοφοί δασκάλοι μου με τα λόγια τους, αλλά η πέτρα και ο λαός με τα δικά τους.
Ο λαός  είναι που έμαθε εμένα πώς να ζω και όχι εγώ εκείνον.
Ένιωσα αηδία για τον εαυτό μου βλέποντάς τον να στέκεται καταμεσίς ενός πεινασμένου πλήθους και να το λοιδορεί βραβεύοντας την πείνα του, ενώ εκείνοι είχαν το στόμα τους ανοιχτό όχι γιατί τους είχε καταπλήξει η σοφία μου αλλά γιατί περίμεναν να τους ταγίσω.
Ένιωσα αηδία για τον εαυτό μου θεραπεύοντας έναν τυφλό, ενώ είχα ν’ ανοίξω σε μυριάδες πρόσωπα τα μάτια για να δούνε την αλήθεια.
Αηδία για τον εαυτό μου ένιωσα μπαίνοντας στα
Ιεροσόλυμα να με υμνούν οι άνθρωποι κρατώντας
βάγια και να μη με καρτερούν κραδαίνοντας λόγχες και κοντάρια για να τους οδηγήσω ενάντια στον πραγματικό τους εχθρό.
Νιώθω γελοίος και αηδιάζω με τον εαυτό μου
λέγοντας σε κείνους που τους έκλεβαν και που
τους σκότωναν, αυτοί να κάθονται να κλέβονται
και να σκοτώνονται.
Ντροπή και πόνος με κυρίεψε για τη χαμένη μου
ζωή.
Πήγα εκεί για να προσευχηθώ.
Και τώρα;
Όπως εγωιστής και παράλογος ήμουν ως τα τώρα, το ίδιο εγωιστής και παράλογος δεν θα ήμουν αν προσευχόμουν;
Δε θα ήτανε παράλογο και κουτό από μένα να
ζητήσω κάτι από το θεό λες και θα μπορούσα ν'
αλλάξω εγώ τη βουλή του;
Άραγε σε κείνη την ομιλία μου στο Όρος, πόσα πλήθη ανθρώπων να κατάστρεψα;
Πόσον σπόρο κακίας και απανθρωπιάς δεν έσπειρα.-πόσους δυνατούς δεν έκανα δυνατότερους... από πόσους δούλους δε στέρησα τον πόθο να αντιταχτούν…
 
Σηκώθηκα.
Τώρα άκουγα κοντά μου τις φωνές των στρατιωτών.
Κοίταξα το χέρι μου: άοπλο.
Καλλίτερα έτσι.
Αν είχα ένα μαχαίρι θα είχα πέσει απάνω τους έτσι
που με είχε τώρα ψυχώσει η νέα μου απόφαση και
θα είχα χαθεί από το πλήθος των στρατιωτών καθώς
δεν είχα βοηθό κανένανε μαζί μου.

(Ο Χριστός σηκώνεται)

Φέρε μου το μαχαίρι που σου είχε δώσει
εκείνος ο Αμοραίος πληρωμή για μιας νύχτας
χάδια σου.
Είναι γερό και κοφτερό.
Θα φύγω.
Θα πάω στα βουνά όχι για να σπουδάσω λόγια μα
για να κάμω έργα.
Θα μαζέψω συντρόφους που θα τους οπλίσω όχι
με κούφιες υποσχέσεις, με θολή πίστη και με
ψεύτικη αγάπη, μα με αλήθειες που όλες τους θα
καταλήγουν στην άκρη του μαχαιριού τους.
Θα πάψω να δουλώνω το λαό-θα τον λευτερώσω.
Όσους προλάβω.
Όσους μπορέσω.
Κι όχι μόνο τους ιουδαίους από τους ρωμαίους.
Υπάρχουνε πολλοί δούλοι με πολλούς δυνάστες
πάνω από το κεφάλι τους.
Και υπάρχουν κι άλλοι σαν κι εμένα.
Όσους προλάβουμε.

Όσους μπορέσουμε.
Και ύστερα θα ’ρθουν κι άλλοι σαν και μας.
Που δε θα αναλωθούν σε ψεύτικες αλήθειες.
Που θα καταλάβουν από την αρχή χωρίς χάσιμο χρόνου ποια είναι η αποστολή του ανθρώπου και θα βοηθήσουνε να εκπληρωθεί.
Και κάποτε θα πάψει ο άνθρωπος να υποφέρει από τη βία των αφεντάδων του...
 
Α! Ο Βαραββάς! Ο Βαραββάς! Εκείνος διάλεξε τον σωστό δρόμο!

Κι αν θέλεις… σε παρακαλώ Μαρία-σού ζητάω ίσως
πολλά, μα όμως- σε παρακαλώ, έλα μαζί μου.
Χωρίς εσένα δεν μπορώ να κάνω τίποτα απ’ όσα έχω στο μυαλό μου.
Έλα μαζί μου.
Κι όταν θα με λυγίζει το βάρος των δυνατών το φιλί σου θα με δυναμώνει.
Κι όταν ο φόβος με πεθαίνει, τα γόνα σου ανοίγοντας θα μ’ ανασταίνεις.
Έλα μαζί μου.
Μαζί μπορούμε να κάνουμε πολλά.
Χωρισμένοι τίποτα.
Έλα μαζί μου.

(Η Μαρία έβαλε σε μια πετσέτα ψωμί και τυρί, τη δίπλωσε και κρατώντας την στο ένα της χέρι άπλωσε το άλλο στο Χριστό.
Εκείνος το ταίριασε με το δικό του.
Και βγήκαν στη νύχτα και στον κόσμο.)

Τετάρτη 16 Απριλίου 2025

  ΤΟ ΘΑΥΜΑ
(Μαρκ 9,14-Μαρκ 9,32)

"Κύριε πιστεύω. Βοήθησε την απιστία μου",
Του είπα.

Το βλέμμα Του συνάντησε το βλέμμα μου.

Για μια στιγμή τυφλώθηκα, καθώς
Η ματιά μου, απωθημένη από την δική Του
Έφτασε στου ματιού μου το επίπεδο,
Το διαπέρασε
Κι από εκεί ξεχύθηκε
Και φώτισε ότι ως τότε
Ήτανε κρυμμένο.

Έκτοτε βλέπω με το φως Του.
Τ' αστέρια φαίνονται μόνο όταν σκύψω προς τη γη.
Από τις αστραπές φτάνει ο ήχος πρώτα.

Το παιδί μου το άλαλο τώρα μιλάει.
Και όλοι θαυμάζουν.
Δεν θα προσπαθήσω να τους δείξω πως έχουν λάθος.
Δεν θα είμαι εγώ που θα τους σβήσω τις ελπίδες-
πώς να τους ειπώ
πως θαύμα θα ήτανε αν δεν γιατρεύονταν ο γιός μου;

Ύστερα έφυγε μαζί με τους μαθητές Του.
Ο γιός μου μού είπε συνωμοτικά:
"Αποφεύγουνε την Γαλιλαία!".
Μου το είπε σαν να έπρεπε να ξέρω το γιατί.

Στάθηκα μόνος εκεί πέρα.

Οι άλλοι φύγανε δοξάζοντας τον Θεραπευτή.
Ο γιός μου δοξάζοντας τη νέα του ζωή.

Στάθηκα μόνος εκεί πέρα.

Κι έβλεπα.

Σε λίγο οι μαθητές Του άνοιξαν το βήμα.
Τον προσπέρασαν.
Αυτός κάθισε αποσταμένος.

Στο βάθος
Μέσα στον καταγάλανο ουρανό
Σαν πουλιά που στέγνωναν στον ήλιο τις φτερούγες τους
Φανήκανε οι δώδεκα Σταυροί.

 ΠΑΛΙΑ ΠΟΛΙΤΙΚΑ

ΠΑΣΧΑΛΙΝΑ ΔΩΡΑ
ΣΤΟΥΣ ΠΟΛΙΤΙΚΟΥΣ
ΤΩΝ ΜΝΗΜΟΝΙΩΝ

Αφού εγώ πρώτα λίγο το μυρίσω
στον Πάγκαλο θα στείλω ένα αρνί
να τον ακούω πριν λιμοκτονήσω
να λέει πως το φάγαμε μαζί.

Ένα ωραίο «ΠΡΈΠΕΙ» κεντημένο
θα στείλω στον Παπούλια μας να πάει
να το κρατεί ως πανό ξεδιπλωμένο
και χρεία πια να μην έχει να μιλάει.

Στη Ντόρα, της Νινί Ζαχά το δίσκο
θα δώσω, που να της ταιριάζει βρίσκω:
«Να ζεις δίχως σύντροφο μόνη
στο άδειο μικρό σου σαλόνι…»

Στον Παπανδρέου ένα λεξικάκι
ελληνικά να μάθαινε λιγάκι
ώστε για κάτι να περφανευόμαστε
όταν σωστά θα πει: «Μνημονιονόμαστε!»

Και μη ξεχνώντας τον πιστό μου φίλο
και χρόνια ευχόμενος πολλά να ζήσει
άσπρο ένα-στην Αλέκα- αυγό θα στείλω
μιας κι όταν πάει εκεί, θα κοκκινίσει.

Έναν Σταυρό παίρνει για δώρο  ο Σαμαράς
να κάνει ολημέρα το σταυρό του
μη κι εκλογές δει έστω στ’ όνειρό του
και βγει πρωθυπουργός ο φουκαράς…

Μια σούβλα δίνω στον Καρατζαφέρη
μακριά από Κρήτη ως Μακεδονία
τους μετανάστες για να καταφέρει
να τους σουβλίσει όλους με τη μία.

Αυτόματον ο Παπαθανασίου
θα έχει έναν ωραίο συνταξιοκόπτη
συντάξεις για να κόβει Δημοσίου
κούραση δίχως απ’ αυτό να νοιώθει.

Ως για την υπουργό μας της Παιδείας,
που νίκη απ’ τα Λύκεια πήρε πύρρεια
θα στείλω ένα λουκέτο ασφαλείας
για τα που πια θα κλείσουν φροντιστήρια…

Στον Άκη ένα κουλούρι θα δωρίσω
κάνοντας ένα τεστ: αν θα το φάει
ότι δεν έκλεψε θ’ αποφασίσω,
αφού -ως καθ’ έλληνας- κι αυτός πεινάει.

Για τη Βουλή ένα λαμπρό φυτίλι
με τι-εν-τι στην άλλη του την άκρη
στον Άδη σούμπιτη για να τη στείλει
χωρίς γι αυτήν να στάξει ένα δάκρυ.

Στον Όλι Ρεν δωράκι μία βίτσα
που απ’ του Μαξίμου ως το Νιου Γιορκ να φτάνει
την Παπανδρέου να δέρνει τη Γιωργίτσα
στο μάθημά της λάθος όταν κάνει.

Σε κάθε βουλευτή δώρο θα κάνω
αόρατος να είναι όπου πάει
και πλέον αυγά στα μούτρα του επάνω
κανείς να μην μπορεί να του πετάει.

Στον Αβραμόπουλο, αποκρουστήρα
αυγών και γιαουρτιού έναν του πήρα:
τα ρούχα του λερά να μην ιδεί-
τι το χειρότερο για έναν δανδή!;..

Στους πολίτες της Ελλάδας θα χαρίσω
χάπια ύπνου ώστε πλήρως ν’ ασφαλίσω
πως για πάντα όπως τώρα θα κοιμούνται
του χαμού τους τα λιοντάρια κι ας βρυχιούνται.

Σε τιμίους βουλευτές μας θα μοιράσω
ευρώ χίλια που στην Τράπεζα έχω βάλει.
Μα για δες, μετά, όταν πάλι τα μετρήσω,
…τα καημένα… θα τα έβρω χίλια πάλι…

Και τη σπάλα του αρνιού
στον μπεμπέ Πεταλωτή θα τήνε δώσω
να μη λέει κουτουρού
όσα ψέματα μας λέει κάθε τόσο.

Κι ό,τι άλλο ωραίο δώρο σκαρφιστώ
στέλνοντάς το θα το γράφω κι εδώ μέσα
για να βλέπετε πως είμαι όλος μπέσα
και διαφάνεια διέπει ό,τι κάνω εγώ…