Πέμπτη 26 Δεκεμβρίου 2024

 Θα ψάξω να ’βρω ποια βουκέντρα-

Θα ψάξω να ’βρω ποια βουκέντρα-
ποιος λόγος να ’βρω μυστικός-
ανάγκη ποια κεντάει τα δέντρα
κι αυτά υψώνονται στο φως.

Ποιο στου πουλιού το αιθέριο σώμα
το σαν ιδέα ελαφρό
την εντολή χαράζει στόμα
και πλέει το σκάφος το μικρό.

Βαθιά στου νου μου τις σελίδες
ποια βια θα ψάξω-ποια ορμή
ρίχνει στης ζήσης τις λεπίδες
βορά του ανθρώπου το κορμί.

Και μες στη μήτρα των αιώνων
που τη δονούν μύριοι αχοί-
στη Νύχτα, θα ’βρω όλων των Πόνων
και κάθε Ανάγκης πρωταρχή.

 Τόσο ειν’ ο άνθρωπος αδύναμος

Τόσο ειν’ ο άνθρωπος αδύναμος
που δεν μπορεί να ζήσει μόνος-
για ζωή στα πέρατα του σύμπαντος
ψάχνει αδιακόπως κι επιμόνως.

Τόσο φοβάται που ζητάει
παρέα να ’βρει μες στα χάη
και με αγωνία όλο γυρεύει
φως μες στης νύχτας τα ερέβη.

Μ’ άλλα η Μοίρα έχει ορίσει  
έχει πολύ περιορίσει
τη δυνατότητα για κάτι
πέρα από κει που φτάνει μάτι.

"Άνθρωπε", λέει, "όλα κάνε τα
θα ’ναι αφιλόξενη η γη σου
τότε θα νοιώσεις μόνον άνετα
φίλη αν εμένα έχεις πιστή σου".
Λυπητερή έτσι μια μοίρα

Λυπητερή έτσι μια μοίρα
μ’ έχει αλύπητα μοιράνει
κι όλα της ζήσης μου τα μύρα
έχει αλύπητα μαράνει.

Ο,τι κι αν έπιασα να χτίσω
κομμάτια κείτεται στο χώμα
ό,τι επάσκισα να κλείσω
μένει ανοιχτό σα δράκου στόμα.

Και μιαν αγάπη που ’χα δέσει
με πασχαλόκλαδα και κρίνα
μες στο βυθό μου έχει πέσει
κι αυτή και πάνω της εκείνα.

Και μια χαρά που ’χα σταυρώσει
με της λεβάντας το κλωνάρι
τα χέρια η θλίψη έχει απλώσει
κι όλη από με την έχει πάρει.

Α! Λυπηρή έτσι μια μοίρα
μ’ έχει αλύπητα μοιράνει
κι όλα της ζήσης μου τα μύρα
έχει αλύπητα μαράνει.

 Μοσχοκάρυα και φρύγανα ευωδιάζοντα

Μοσχοκάρυα και φρύγανα ευωδιάζοντα
το καλάθι της ανεπαρκείας σου πλήρες.
Αρώματα, σχήματα, χρώματα χαριέντως συγχέεις.
Ανέμελη και άδολη, αγνοείς
πού τα μοσχοκάρυα και πού τα φρύγανα ν’ αποδώσεις.
Αστεϊζόμενη χαρίζεις τα πάντα-και το καλάθι μαζί.
Α! Μέρες κι αυτές της δωρεάς!
Α! Μέρες του σκορπίσματος και της ωραίας νιότης!
Α! Μέρες που ανέφελες κι ανέγνοιαστες διαβαίναν!
Α! Πρωτοξύπνητη, γλυκιά, λουλουδιασμένη ζήση!
Α! Που και πέτρα να ’σπερνες σου ήθελεν ανθίσει!
Α! Μυστικόπιοτες βραδυές!
Α! Πάλλουσες πρωϊες!
Α! Ηλιογέρματα ερυθρά-σαν όνειρο-σαν ψέμμα!
Α! Λουλουδόπνιχτες αυγές!
Α! Πόδια φτερωμένα!


 Σε ζητώ στους ανέμους που φύγαν.

Σε ζητώ στους ανέμους που φύγαν.
Σ ζητώ στους ανέμους που θα ’ρθουν.
Σε ζητώ στου πιο ήπιου κυκλάμινου το άρωμα.
Σε ζητώ στον πιο φιλάσθενο ήλιο.
Σε ζητώ στου ξύλου την ελαστικότητα.
Σε ζητώ στο χαρτί που μέσα του γράφω
επάλληλες ουτιδανές συστοιχίες.
Σε ζητώ στην ανάμνησή σου.
Σε ζητώ στης Ηρώς το οφιοειδές σχήμα.
Σε ζητώ στης ανέμης το νήμα.
Σε ζητώ στο φως.
Πουθενά δεν είσαι.
Κάποτε βλέπω παρόμοιες εικόνες.
Για λίγο ξεγελιέμαι και ετοιμάζω τις κληματόβεργες.
To αρνί κοντά μου το μαχαίρι επίσης.
και μέσα μου η κόκκινη μπογιά-
του ισχνού επάρματός σου το χρώμα.

 Αν είχα βρει κάτι ακτίνες

Αν είχα βρει κάτι ακτίνες
που να τρυπάνε τις κουρτίνες
θα ’βλεπα μέσα στα σπιτάκια
της γειτονιάς τα κοριτσάκια

πώς ξαναμμένα μέσα μπαίνουν
πώς τη σκαλίτσα ανεβαίνουν-
πώς στο μικρό το δωματιάκι
πάνε να κάτσουνε λογάκι.

Πως στον καθρέφτη καμαρώνουν
τ’ άσπρο κορμάκι όταν γυμνώνουν
και πώς λυγίζουνε τη μέση
να πάρουν κάτι που έχει πέσει.

Έτσι αβρά κι έτσι αγνούλια
πώς τα στηθάκια τα μικρούλια
ψαύουν γλυκά-στα ριζομήρια
χαδάκια πώς χαρίζουν μύρια.

 Χρονια στην πλάτη σου με κουβαλάς

Χρονια στην πλάτη σου με κουβαλάς
και, γη μου, αγόγγυστα με σεργιανίζεις'
για με θερμίδες εσύ χαλάς
και τ’ οξυγόνο σου χαλαλίζεις.

Μα η ώρα έφτασε τώρα κι εγώ
αυτά που μου ’δωσες να στα ξοφλήσω
κι άκοπα όσα τώρα τρυγώ
η ώρα ήρθε να πάρεις πίσω.

Όπου και να ’ναι απαρατώ
και σεργιανίσματα και οξυγόνο
κι εγώ στην πλάτη θα σε κρατώ
και ανταλλάγματα δε θ' αξιώνω.

 Έαρ αντίξοον και κνησμώδες

Έαρ αντίξοον και κνησμώδες
έαρ αντίστροφον και δυσώδες
έτσι το έαρ μου κατάντησες
και γιατρειά δε βρίσκεται γιατί
πληθυντικό το έαρ δεν έχει.
Ενικόν λεπτεπίλεπτον και πρισματικόν έχει.