Τρίτη 30 Μαΐου 2023

 ΑΠΟ ΤΗ ΜΕΣΑ

Από τη μέσα τους θάλασσα μια παλίρροια
απλώνεται που τα γύρω υπερκαλύπτει.
Άλλες φωνές, άλλες αγάπες, άλλα
ψυχής σκιρτήματα. Χωρίς τα κοστούμια

βέβαια, οι ηθοποιοί, και χωρίς τα σκηνικά
και τα φώτα, και με το ένα μέτρο πιο ψηλά
που η σκηνή τους ανεβάζει,
δεν θα μπορούσαν κανέναν για την αλλαγή

να πείσουν. Ούτε να δημιουργούν
στην ψυχή των θεατών τις ψεύτικες,
έστω, θύελλες, το πικρό γέλιο,

τις οδυνηρές συνταυτίσεις. Και δεν θα ξυπνούσαν
τους άλλους, πολλούς μας εαυτούς,
που καιρό δεν έχουν για να φανερωθούν.
 

ΚΑΠΟΥ ΓΡΑΜΜΕΝΟ

Κάπου γραμμένο το τυπικό
της ερωτικής τάξης είναι: το
κυνήγι του άντρα, η γυναικεία
άρνηση, η ψεύτικη φυγή,

το ξαναγύρισμα, η ερωτοτροπία,
η αποδοχή. Μα υπάρχει και το άλλο
καταστατικό: της ανθρώπινης
αξιοπρέπειας. Και τα δυο

αντιμάχονται το ’να τ’ άλλο.
Και μερικοί διαχωρίζουνε
τις ώρες, τις καρδιές, τη ζωή τους,

και μπορούν τη μια σαλτιμπάγκοι,
και την άλλη άνθρωποι να γίνονται,
συνεπείς και εύσκοποι.
 

ΧΩΡΙΣ ΧΙΟΝΙ ΝΑ ’ΧΕΙ ΡΙΞΕΙ

Χωρίς χιόνι να 'χει ρίξει, όλα     
παγωμένα τα βρήκα γυρίζοντας
και στην ίδια στάση, όπως όταν
φεύγοντας, τ' άφησα: τους δρόμους, .

τους ανθρώπους, τα κτίρια.
Ο μανάβης της γωνίας να μετράει
τις χαμένες εισπράξεις του  
μ' ένα πεπόνι για κεφάλι

και χέρια δυο μακριά σέλινα.  
Ο άντρας του ισογείου,
γερμένος στο παράθυρο του

να κοιτάζει το Χρόνο
τον σταματημένο δίπλα
στο σκουριασμένο του αμάξι.
 

ΚΑΙ ΚΑΠΟΤΕ
 
Και κάποτε τη λαμπερή του όψη
στους καιρούς θα φανερώσει
σβήνοντας κάθε σκοτάδι και κάθε
σκιά που ως τότε τον κρατούσε.

Και όσοι τον αγαπούσαν σκοτεινόν
θα πεισμώσουν με την αλλαγή του.
Και εκείνοι που τον θέλαν φωτισμένον.
θα χαρούν στην καρδιά τους μέσα.

Στα όνειρα ό,τι ζούσε, το έχανε
ξυπνώντας. Έτσι και το σκοτάδι του
θα χάσει. Και μες σε μια βαριά
θα νήχεται γαλήνη μοναχός.
 

ΚΑΤΑΛΑΓΙΑΣΜΑ

Πώς καταλάγιασε η βουή του κόσμου!
Πάρε πια δεν ακούγεται και δος μου.
Η ησυχία γλυκά γλυκά ζαλίζει
κι ο ύπνος θάνατο τώρα θυμίζει.

Μισοσκόταδο έγινε το φως μου.
Της γης ο πόνος έγινε δικός μου.
Από το μυστικό του μετερίζι
ο Κέρβερος ασίγαστα υλακίζει.

Πέφτει η βροχή στην τσίγκινη τη στέγη.
Τη συφορά οι σταγόνες της μετράνε.
Οι ώρες τρόμο κι αγωνία σκορπάνε.
Τα θύματα του το Μηδέν διαλέγει
Το βήμα του σε κείνον τ’ οδηγάει
καθώς αυτός λεπτά… στιγμές μετράει.
 

ΜΠΡΟΣΤΑ ΜΑΣ Ο

Μπροστά μας ο θάνατος απλώνεται κάθε ημέρα.
Τα χιλιοτραγουδημένα του μονοπάτια,
άνθρωποι που δεν τα γνωρίζουν τα τραγούδησαν.
Αν το θάνατο θέλεις να πεις, δεν μπορείς να τον

περιγράψεις κοιτάζοντάς τον απέξω. Μέσα του
όπως η γλύκα στη ζάχαρη πρέπει να είσαι.Τότε
θα δεις με το ίδιο του το φοβερό μάτι, και ό,τι δεις
ο ίδιος ο θάνατος θα είναι. Ό,τι κι αν δεις. Όλα

τότε θάνατος είναι. Τα δέντρα, οι υποσχέσεις, τα
φιλοδωρήματα, τα θεατρικά έργα, οι εκδρομές
σε σκιασμένα άλση με κρήνες μαρμάρινες.

Ό,τι βλέπεις, ό,τι ακούς, ό,τι αισθάνεσαι, θάνατος
είναι. Και έντιμος αν είσαι το ομολογείς, αλλιώς
ζωή εξακολουθείς τον θάνατο να ονομάζεις.  
 

ΜΙΑ ΧΡΥΣΗ ΕΜΦΑΝΙΣΗ

Μια χρυσή εμφάνιση που ξάφνω
μέσα σε μια κόκκινη θάλασσα βυθίζεται.
Ενα μαλακό μολυβί ύστερα,
μια αόριστη ανταύγεια φέγγους κατόπι.

Πόσες φορές
καταφρονετικά δεν μας έχει
μοναχούς ο ήλιος αφήσει
έρμαια στο σκοτάδι της νύχτας,
που λες από τα πλευρά του-από το βέλος
του βραδιού τρυπημένα-ξεπηδάει.  

Και, ο ήλιος κάθε βράδυ, ένας κουρασμένος
πάνθηρας,
που τα θύματα του σέρνοντας
στα πόδια του ανάμεσα,
στη φωλιά του τα πάει.