Πέμπτη 24 Φεβρουαρίου 2022

CAMOENS

Το ναυάγιο όταν διηγόνταν,
τόσο ζωντανά τα κύματα εζωγράφιζε
άσπρα στη νύχτα μέσα,
το νερό
έτσι σε υγρόν τάφο μεταμόρφωνε,
τα ουρλιαχτά των ναυαγών
τόσο εταίριαζε με τη βοή του αέρα,
που όσοι τον άκουγαν
στην ώρα εκείνη μεταφέρονταν
και να πνιγούν λες κινδυνεύανε μαζί του.

Μόνο σαν έφτανε να πέσει μες στο κύμα
στα χέρια του σφιχτά κρατώντας
το μισοτελειωμένο έπος του
κι αφήνοντας τη μαύρη του ερωμένη να πνιγεί,
εκεί για λίγο αφήνονταν να ξεχαστεί
κι έβαζε στη διήγηση μέσα κάποιου άλλου-
που έγινε πιο πέρα- τον χαμό
πριν συνεχίσει.

Κι όσοι τον άκουγαν δεχόνταν την υπεκφυγή
γιατί στα βάθη μέσα της καρδιάς τους έβραζε
το Λουζιτάνικο αίμα και γιατί ένιωθαν
ότι το φέρσιμό του αυτό
ζωντανή την πατρίδα τους εκράτησε,
που αν το έπος του εχάνονταν
θα βούλιαζε αυτή
αντίς για τη μιγάδα ερωμένη του-
κι όχι στης θάλασσας, αλλά στης λησμονιάς
τα νερά,
τ’ αδιαπέραστα από Γνώση
κι από Mνήμη
κι από Xρόνο.
 

 ΣΤΟΝ ΤΟΙΧΟ

Ένας μικρός άνθρωπος
εστάθηκε μπροστά στο λύχνο
κι έριξε τη μεγάλη του σκιά στον τοίχο.

Δεν είναι της σκιάς το μέγεθος που με τρομάζει
μα η μικρή απουσία του φωτός.

 ΘΑΝΑΤΟΣ ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ
(Τρίπολη 2003)

Θάνατος είναι τα παιδιά
που παίζουνε με τα ποδήλατά τους.
Θάνατος είναι τα φωτάκια
που αναβοσβήνουνε πάνω στα δέντρα
τα στολισμένα τα χριστουγεννιάτικα.
Θάνατος το απέναντι κουρείο
που βλέπω κάθοντας εδώ.
Τάφος το εστιατόριο τούτο που εντός του
τόσοι νεκροί ερχόνται
τη ζωή ταϊζοντας το θάνατο να διώξουν.

Θάνατος το ρολόϊ τ’ Αη Βασίλη
θάνατος της πλατείας το συντριβάνι
του φαρμακείου θάνατος το φωτισμένο φίδι
κι οι πάστες του Πιετρίς και τα ψωμιά του.
Και τούτη η νύχτα που την πόλη αργοσκεπάζει
σάβανο ένα κρύο και ογρό.

Ξέρω και ξέρεις Καρυωτάκη τι θα πούνε-
πως αντιγράφω μέσα δω την «Πρέβεζά» σου.

(Λες και δεν έχουν όλα ειπωθεί
κι όλα γραφτεί κάτω απ’ τον ήλιο
έτσι που όλοι μας να λέμε τα ίδια και τα ίδια
ή λες κι ο πρώτος που είπε κάτι «νέο»
δεν ελογόκλεψε κι αυτός τη φύση)

Ανόητοι.
Δε βλέπουνε πως ίδια ξέρουμε
κι οι δυο μας να διαβάζουμε
μες στο βιβλίο της φύσης-
κι ότι αυτή ’ναι
η διαφορά μας η μεγάλη από δαύτους.

Έχουνε πάψει αυτοί να ’ναι παιδιά
κι είναι έτσι μακριά από την Αλήθεια,
απ’ όπου,
τρυπώντας το σκληρό το κέλυφός της
ο πόθος του άντρα τους απόσπασε,
και δεν γνωρίζουν πλέον οι καημένοι.

Θάνατος είναι τα παιδιά
Που παίζουνε με τα ποδήλατά τους.

ΟΥΤΕ ΝΑ ΚΛΆΨΕΙΣ…

Το έργο ήταν συγκινητικό, έστω και αν
οι ηθοποιοί δεν ήτανε καλοί.

Βλέποντας,
ένα δάκρυ ένιωσε
στα μάτια του να τρέχει.

Να το σκουπίσει έκανε
μα δεν υγράθηκε το δάχτυλό του-
το δάκρυ-ναι!-ήτανε ψεύτικο:
με τέτοιους θεατρίνους
ούτε να κλάψεις δεν μπορείς…

 

 ΟΣΟΙ ΜΠΟΡΕΙΤΕ

Όσοι να βλέπετε μπορείτε
κοιτάξτε με προτού ακόμα φύγω.
Βλέπετε τούτο το σπασμένο το ξερόκλαδο;
Έσπασε από το βάρος της υπομονής.
Βλέπετε αυτά τα ζούδια που με τρώνε;
Είναι οι φόβοι μου.
Κι όλο αυτό το κούρβουλο που είμαι
είναι η αγάπη που δεν έστερξε ν’ ανθίσει.

ΤΟ ΖΕΥΓΟΣ

Χτες, Ιούλη ’κοσιοχτώ, βράδυ,
μι’ αποκάλυψη!

Από Γιώτα Βήτα προς Κέννεντυ βαδίζοντας,
στο ύψος της πλατείας,
ένα ζευγάρι εβρέθηκε μπροστά μου.

Μεσόκοποι.

Ψηλός ευθυτενής και σοβαρός εκείνος
με πίσω του δεμένα απλά τα χέρια,
μπλούζα και παντελόνι ευπρεπή,
αμίλητος, στητός,
με βάδισμα ένα ευγενικό.

Εκείνη δεξιά του,
σεμνά κι αέρινα να τον κρατεί αγκαζέ,
ντυμένη πεντακάθαρο ένα ταγιεράκι
ούτε φτηνό ούτε ακριβό.
Ίδια κι αυτή σεμνή και σοβαρή.
Κοντύτερη από κείνον (ως ταιριάζει).
Καλοφτιαγμένη,
βαδίζοντας άλλο χωρίς
παρά τα πόδια μόνο να κινεί.

Βγαλμένο από παλιές της πόλεως εικόνες-
ένα ζευγάρι
που έχοντας τις τυπικές
τελειώσει υποχρεώσεις της ημέρας,
για βόλτα βγαίνει,
σοβαρό και υπεύθυνο,
συνειδητά αποφεύγοντας τον συμφυρμό του
με σύγχρονους μπλαζέ, ή φωνακλάδες, ή με κείνους
που είτε κατά ζεύγη ή μόνοι,
ισοπεδώνουν την κοσμιότητα
τον δρόμο ετοιμάζοντας για να βαδίσει επάνω του
το άσκοπα κι ασύνειδα μοντέρνο.

Κι αμίλητοι.
Αλήθεια,
μια φράση μόνο,
μια λεξούλα,
κι όλη θα χάνονταν η εικόνα η μαγική.

Σίγουρος είμαι: στο σπίτι τους γυρνώντας
θα φορέσουν τις πιζάμες τους
θα φιληθούνε καληνύχτα
και στο κοινό μεγάλο τους θα πέσουνε κρεβάτι
σκεφτόμενοι πριν κοιμηθούν
ότι να κάνουν ίσως πάλι δε θα πρέπει
μια τέτοια βόλτα σ’ ένα πλήθος μέσα
που τόσο αβάσταχτα έχει αλλάξει.

Με βία συγκράτησα την ξαφνική μου πεθυμιά
να προσπεράσω, πίσω να στραφώ,
κι αφού έτσι αντιμέτωπός τους έρθω,
να τους ειπώ το πόσο με συντάραξεν
η εικόνα των αυτή.

Μα η δειλία, ή όπως θέτε πέστε την αλλιώς,
Το βήμα μου εκράτησε.

Ή πάλι ίσως φοβήθηκα μη δω στα πρόσωπά των
το βάρος των αλλοτινών καιρών
και την ευθύνη
που πάραυτα θα μ’ εξουθένωνε.

Και καθυστέρησα το βήμα ως να τους χάσω.

Εκείνα που περίπου θα τους έλεγα όμως
τα γράφω εδώ.
Γιατί τι διάολο άλλο τήνε θέλουμε την ποίηση
αν όχι μέσα της για να ξερνάμε
Ό,τι εντός μας κρατημένο θα μας σκότωνε;
 

 ΝΥΧΤΑ ΣΙΩΠΗΣ

Νύχτα σιωπής ανάστερη
πατώντας στης βροχής τις λίμνες
έρχεται ακροπατώντας και θρονιάζεται
ως στα κόκαλά μου μέσα.

Φίλοι περαστικοί τα σύγνεφα
παίρνουν το σχήμα του σταυρού και φεύγουν
ανάερα λάμνοντας-
μαύρο στο μαύρο μέσα-
στο χάος τ’ ουρανού.