Δευτέρα 7 Ιουλίου 2025

 ΜΗΤΡΟΣ-ΓΙΑΝΝΟΣ.
(Συζητήσεις μεταξύ των δύο φίλων, με αφορμή πολιτικά κυρίως γεγονότα της τελευταίας δεκαετίας του εικοστού αιώνα.
Γράφονταν στην Αμερική και έμπαιναν στο περιοδικό «ΛΟΓΙΑ» που εξέδιδα εκεί.)


ΜΗΤΡΟΣ-ΓΙΑΝΝΟΣ
(κατάληψη γραφείου Σταϊκούρα)

Ο Μήτρος πάει τρέχοντας, όπως συνήθως κάνει
και μπρος στην πόρτα στέκεται του φίλου του του Γιάννη.

ΜΉΤΡΟΣ
Γιάννο μου… Γιάννοοοο… ξύπνησες;

ΓΙΆΝΝΟΣ
Ναι, από τις φωνές σου.
Μυαλό, πες μου ρε Μήτρακα, θα βάλεις συ ποτέ σου;
Πάντοτε θα ’ρχεσαι πρωί προτού ξυπνήσω ακόμα
πριν ρούχο βάλω επάνω μου κι έναν καφέ στο στόμα;

Μ
Γιάννο μου μόλις άκουσα στο ράδιο τις ειδήσεις
κι έχω απορίες Γιάννο μου που θέλω να μου λύσεις.

Γ
Δεν έρχεσαι αργότερα;

Μ
Βιάζομαι- όχι Γιάννο.
Γιατί όπως λεν το σίδερο κολλάει στη βράση επάνω.

Γ
Φύγε και έλα αργότερα. Τίποτα δε θα πάθεις-
-δηλαδή τώρα απόρησες κι αμέσως θες να μάθεις;

Μ
Ναι Γιάννο. Γι αυτό άνοιξε. Θα κάτσω εξάλλου λίγο.

Γ
Έτσι όλο λες και στρώνεσαι.
Να φύγεις δε σηκώνεσαι.

Μ
Γιαννάκο μου λόγο τιμής όταν μου πεις θα φύγω.

Γ
Εντάξει. Μήτρο, έλα, μπες και λέγε… τι συμβαίνει;

Μ

Διάβασα ότι φοιτητές Γιαννάκο κατεβήκανε
και πρωί πρωί κατέλαβαν βαρείς και οργισμένοι
του Σταικούρα το γραφείο. Και μέσα του εμπήκανε.
Λες Γιάννο μου να είναι αυτή, αρχή για μια επανάσταση  
που της Ελλάδας την κακή θ’ αλλάξει την κατάσταση;

Γ
Πολύ πεινάς και, Μήτρο μου, ονειρεύεσαι καρβέλια.
Άύριο το αργότερο θα έχουν όλα λήξει.
Οι νέοι πάλι την ουρά θα βάλουνε στα σκέλια
και θα λακίσουν προτού καν κάποια τους  μύτη ανοίξει.

Μ
Πώς έτσι; Μη Γιαννάκο μου με απογοητεύεις…
Τίποτα;.. Πες μου Γιάννο μου, αλήθεια αυτό πιστεύεις;

Γ
Για φοιτητές που ειν’ έλληνες Μήτρο μου δε μιλάς;

Μ
Και βέβαια μιας κι η όμορφη Λαμία ειν’ Ελλάς…

Γ
Και είναι Μήτρο οι έλληνες για τέτοια ικανοί;

Μ
Δεν είναι;

Γ
Όχι βέβαια.

Μ
Γιατί είν’ οι ισπανοί;

Γ
Άκου λοιπόν: πολλοί ισπανοί μαζί, είναι λαός.
Εγγλέζοι τρεις φτιάχνουν μαζί μιαν αυτοκρατορία.
Αν συνυπάρξουν γερμανοί εφτά, είναι στρατός.
μα ο καθένας έλληνας δική του έχει πορεία.
Εκατομμύρια έλληνες καθείς τους μια μονάδα
που με κανέναν δεν κολλά. Αυτή ’ναι η Ελλάδα.
Επαναστάσεις κάνουνε οι λαοί-άτομα όχι.
και των ελλήνων άτομα η μοίρα να ’ναι το ’χει.

Μ
Κρίμα. Δεν το ’χα έτσι δει. Μα πες μου ακόμα Γιάννο
πώς η Ελλάδα θα σταθεί στα πόδια της επάνω-
πώς δηλαδή θα βγει απ’ αυτή την κρίση που τη δέρνει
και όλο πιο κοντύτερα προς τον γκρεμό τη φέρνει;

Γ
Ποτέ της Γιάννο δε θα βγει. Θα ’βγαινε με τι φόντα;
Θα τη βοηθούσανε σ’ αυτό Μήτρο μου ποια προσόντα;

Μ
Βιομηχανία, ανάπτυξη, ιδιωτικοποιήσεις…

Γ
Αυτά τα λεν οι ελληνικές Μήτρο οι κυβερνήσεις
για να τ’ ακούν όσοι χαζοί είναι καθώς εσένα.
Απ’ όλ’ αυτά αξία καμιά δεν έχει ούτε ένα.
Για μας βιομηχανία μας είναι τα μαγαζάκια.
Ιδιωτικοποιήσεις μας είν’ τα μεγάλα τζάκια
και ως γι ανάπτυξη, κλεψιά ας τήνε πεις καλλίτερα,
αφού …αναπτύσσεται αυτός που έκλεψε πρωτύτερα.
Για μας μονάχα ο τουρισμός έχει αξία κάποια,
όση σ’ ανίατη αρρωστιά placebos έχουν χάπια.
Γιατί μπορούν οι έλληνες μόνο να υπηρετούνε
άλλους λαούς κι από εκεινών τα pour boir να ζούνε.
Μπορούμε να γιαλίζουμε παπούτσια ξενικά,
και μόνο να σερβίρουμε τούρκικα φαγητά,
όπως τζατζίκι, παστουρμά, μουσάκα και ντολμάδες,
μάλιστα κάνοντας μαζί εδαφιαίους τεμενάδες.
Γι αυτά και επαιρόμαστε από τον πρόεδρό μας,
μέχρι και τον λαλίστατο δουλοπρωθυπουργό μας
και πέφτουμε στα γόνατα για να παρακαλέσουμε
τούρκο και γάλλο κι ολλανδό να ’ρθει να τον νταντέψουμε.
Και πρώτος είναι ο Σαμαράς στις τέτοιες παρακλήσεις
που τόσες το σαμάρι του προσφέρει περποιήσεις
σ’ αυτόν που πάνω του βρεθεί καθώς η Μέρκελ βρέθηκε-
και διόλου δεν βαρέθηκε ούτε παραπονέθηκε.   

Μ
Γιάννο μου φεύγω. Μου ’κανες περβόλι την καρδιά μου.
Πάω να πιω κανα ποτό να ρθω στα συγκαλά μου.                                                 

(Κι ο Μήτρος την πατρίδα του που αγαπά ο καημένος
πίκρα γεμάτος έφυγε  κι απογοητευμένος.)

Κυριακή 6 Ιουλίου 2025

 ΚΡΙΣΗ ΚΑΙ ΛΑΟΣ

Όσοι μυαλό στην κεφαλή
έχουνε κι όχι άχυρο
κι ένα κρατούν στην κεφαλή
πάντα ανοιχτό παράθυρο,

«Γιατί δεν εξεγείρονται»,
λένε, «ο λαός ενάντια
σε κείνους που τους έφεραν
σ’ αυτήνε την κατάντια-

έξω να βγουν, να σπάσουνε,
να κάψουν, να ρημάξουν,
τα σάπια ν’ αφανίσουνε
και νέα γερά να φτιάξουν;»

Το λεν γιατί δεν ξέρουνε
πως όλοι στην Ελλάδα
ένας τον άλλον κλέβουνε
αντρόπιαστα κι αράδα.

Και αφού κλέβει κι ο λαός,
«με μούτρα τι;», ρωτάει,
«θα πω εγώ στον άλλονε
να μη εμέ μαδάει;»

*

«ΜΆΡΜΑΡΑ ΚΑΛΟΎΝ ΜΆΡΜΑΡΑ»

-Αλό! Αλό! το μάρμαρο το ελληνικό μιλάει!
Λαμβάνετε-λαμβάνετε μάρμαρα της Αγγλίας;
-Τι θέλεις;-σε λαμβάνουμε πολύ καλά μάι ντήαρ.
-Θέλουμε να μας έρθετε. Μας λείψατε πολύ.
-Από μακριά σου στέλλουμε γλυκό ένα φιλί
μα όμως δεν ερχόμαστε.
- Σας θέλει ο λαός.
-Όχι ο λαός! Μια δεκαριά πολιτικοί μονάχα
για να ειπούν: «Τα φέραμε τα μάρμαρα-ιδού τα!»
και τουρισμό να φέρουνε που κι απ’ αυτόν να φάνε-
οι έλληνες πολιτικοί μέχρι κι εδώ βρωμάνε.
-Ελάτε! Ήλιο έχουμ’ εδώ που από κει πιο λάμπει.
-Βλακείες! Λάμψη έχει αυτός σ’ όλη τη γη την ίδια.
-Εδώ ανήκετε-όχι εκεί-εδώ είστε γεννημένα.
-Πατρίδα, όπου τον αγαπούν, μετράει για τον καθένα.
-Ελάτε. Η Μελίνα μας πολύ σας αγαπούσε.
-Άλλους αυτή αγάπαγε και σ’ άλλους εδινόταν.
Φτηνή αυτή, ακριβά εμείς. Άλλο να πεις τι έχεις;
-Τι να ειπώ…ότι πολύ η Ελλάδα μας σας θέλει;
-Πες της να θέλει πράγματα που το Λαό βοηθάνε:
Υγεία, όχι Διαφθορά, Παιδεία, όχι Ρεμούλα,
Δυναμική Πολιτική, Ελπίδα, Αξιοπρέπεια,
πρωθυπουργό υπεύθυνο και όχι φανφαρόνο,
χωροφυλάκους ζωντανούς, υπάλληλους χορτάτους...
-Τα θέλει, όμως δεν μπορεί να τα ’χει η κακομοίρα.
-Να έβρει τους πολιτικούς, όπου με νου και γνώση
η Σέχτα όσα προσπαθεί, με νόμο αυτοί να κάνουν.
-Πού να τους βρει…όλοι κλέβουνε και φτύνουν την Ελλάδα...
…Καθήστε ’κει, καλά είσαστε, ποτέ να μην ερθείτε.
Κάλλιο εκεί και ζωντανά ή εδώ και να χαθείτε.

*

Η Ασία. Η γιαγιά.
Κάθεται ήσυχη στο τζάκι της κοντά, με ένα πιάτο ρύζι και με ένα κύπελλο κρασί , αμέτοχη σε βία, σε φασαρίες, ψεύτικα λόγια, κούφιες πράξεις.
Με τη σοφία των χρόνων της, με την πείρα χιλιετηρίδων ύπαρξης, με τον παλιό της πολιτισμό , με αυλή της το οροπέδιο του Παμίρ.

Η Ευρώπη. Η κόρη της Ασίας.
Με τη ζωντάνια του νέου που όλα τα θέλει δικά του.
Με την αλαζονεία της πως όλοι πρέπει να την προσέχουν, με τα λάθη και τις πλεονεξίες της, ψάχνοντας τον  δικό της δρόμου πάνω στη γη.
Με την τάση του να βλέπει τη μητέρα της σαν ξοφλημένη.
Με την ιδέα ότι αυτή ποτέ δε θα γεράσει.
 Όλο τριγυρίζει μέσα στο σπίτι, όλα θέλει να γίνονται όπως αυτή επιθυμεί.

Η Αμερική. Η κόρη της Ευρώπης.
Που όλα της επιτρέπονται επειδή είναι μικρή.
Απερίσκεπτη, με μυαλό που ακόμα δεν έχει πήξει.
Όλα τα θεωρεί παιχνίδια.
Δρα χωρίς σκέψη και χωρίς γνώση για τις συνέπειες κάθε πράξης της.
Παίζοντας σπάζει ό,τι υπάρχει μέσα στο δωμάτιο και κρατώντας ένα μαχαίρι στο χέρι για παιχνίδι, χτυπάει όποιον βρει μπροστά της.
Πηγαίνει μέσα στο δωμάτιο της γιαγιάς  και της ανακατεύει τα πράγματα, της τραβάει τα μαλλιά, της τσιμπάει τα μάγουλα γελώντας.
Γιαγιά και κόρη την ανέχονται, προσπαθούν κάποτε να την πάρουν με το καλό, τη συμβουλεύουν…

Αυτή είναι η κατάσταση στο σπίτι που λέγεται Γη και που μέσα του ζουν τρεις οικογένειες.

*

Θα 'ρθει καιρός...
Θα 'ρθει καιρός...
Θα 'ρθει καιρός που η ιδιοκτησία θα είναι μια φριχτή ανάμνηση.
Θα 'ρθει καιρός που το χώρισμα της γης σε πατρίδες θα είναι μια ντροπερή θύμηση.
Θα 'ρθει καιρός που η θρησκεία θα έχει λιώσει μέσα στη γνώση σαν χιόνι στη φωτιά.
Θα 'ρθει καιρός που η οικογένεια θα είναι μια περασμένη ανεπίστροφα κατάρα.
Θα 'ρθει καιρός.

 Ο ΑΓΓΕΛΟΣ

Πέρασαν χρόνια κι άλλα χρόνια.
Ο άγγελος ήρθε
Με τα τεράστια κρυστάλλινα φτερά του
Όπως περνάει την άλλη μέρα ο γιατρός να δει τον άρρωστο.
Κι αλαφροπέταγε κατ’ απ’ τα σύννεφα.
Πρώτος τον άγγελο τον είδε ο γεωργός.
Κι έτρεξε και το μήνυσε στην πόλη.
Βγήκανε όλοι από τα σπίτια τους και ξεχυθήκανε στους δρόμους.
Η αστυνομία τα ’χε χαμένα.
Η τάξη είχε διασαλευτεί.
Και "Ήρθε! δε μάς ξέχασε", ακουγες.
Η: "Δεν τον περίμενα έτσι. Πολύ απόμακρος".

Όταν κι o τελευταίος πολίτης βγήκε έξω
ο άγγελος εστάθηκε.
Και φαίνονταν το στόμα του το διάφανο που ανοιγόκλεινε καθώς μιλούσε.
Και είπε:
«Και μεις ακόμα νιώθουμε χαρά
όταν το δημιούργημά μας προοδεύει."
Και ακουγόταν η φωνή του αντηχώντας στον ουράνιο θόλο.
«Χτες ακόμα σας εγέννησε ο νους μου
πάνω στην πέτρα που επέταξα ψηλά,
παίζοντας, στην αυλή μου.

Τον ήλιο έφτιαξα να σας φωτά
Και για να υποψιαζόσαστε το μεγαλείο
έβαλα πάνω σας τ’ αστέρια,
στη φούχτα μου πιάνοντας και πετώντας λίγην άμμο
με του πάθους μου το φλόγινο το χέρι-
και σε μας τους άγγελους κάποιες φορές αρέσει το παιχνίδι…"

Και γέλασε.
Κι ένα αντιβούισμα γλυκόηχο τ’ αυτιά έτερψε των ανθρώπων.
"Και χαίρομαι να βλέπω ότι παίζετε κι εσείς
παιδιά και σεις δικά μου ευτυχισμένα.
Σπιτάκια χτίζετε
τραινάκια φτιάχνετε
αεροπλανάκια,
ζώα μεγαλώνετε ώστε να μην κοπιάζετε κυνηγώντας τα.
Βλέπω καλά χρησιμοποιήσατε το νου σας-
Μικροί άγγελοι κι εσείς ευτυχισμένοι».

Και τα κρυστάλλινα τρεμίσανε φτερά, καθώς τοιμάζονταν και πάλι να πετάξουν.

"Παίξτε λοιπόν παιχνίδια μου αγαπητά.
Ζήστε τη λίγη σας ζωή.
Γελάστε.
Ο ήλιος άσβηστος πάντοτε θα ’ναι.
Κι έχει στροφές η πέτρα μου πολλές να πάρει ακόμα
Στροφές τόσες, που φορές πολλές
θα ξαναγίνουν τα ίδια και τα ίδια πάλι,
που τόσο βαρετά θα σας φανούν στο τέλος
που θα πείτε:
"Ω! Νου Δημιουργέ μας-Αγγελέ μας. Πάρε τη σκέψη σου από μας.
Να σβήσουμε… να πάμε… να χαθούμε…"
Παίξτε! Χαρείτε!
Και τη μορφή μου όταν σμικρύνοντας ξανάρθω-Αύριο, Μεθαύριο, όταν θελήσω,
εύχομαι ίδια ευτυχισμένα να σας δω".

Και τα φτερά πετάρισαν έτοιμα να πετάξουν.
Μυριόστομη ακούστη τότε η κραυγή απ’ το συγκεντρωμένο πλήθος:
«Μη φεύγεις. Όχι. Στάσου! Σε χρειαζόμαστε."
Στάθηκε.
"Με χρειαζόσαστε; Τί θέλετε από μένα; Κάτι δεν σας έδωσα;"
"Λυπήσου μας-πεινάμε".
"Πεινάτε; Μα άφθονη σας έδωσα τροφή.
Τι είναι είναι που των ανθρώπων την τροφή στερεί;»
"Δεν είναι άλλα ζώα είτε φυτά
 Μα ειν’ άλλοι άνθρωποι.»
"Ανθρωποι την τροφή στερούν του ανθρώπου;  Εξηγήστε μου.»
"Άνθρωποι άλλοι-ναι! Οι πλούσιοι!"
"Τ’ είναι οι πλούσιοι;"
"Εκείνοι που ‘χουνε το χρήμα".
"Και τ’ είναι χρήμα;"
«Μέσο ανταλλαγής στην αγορά των προϊόντων και στο πούλημά τους"
"Γιατί θα πρέπει ν’ αγοράζετε και να πουλάτε;
Δεν εμπορούσατε να τρώτε φρούτα;
Ζώα να σκοτώνετε;
Η' απ’ τη γη να μασουλάτε ρίζες;"

"Μας είπαν πως το εμπόριο είναι πρόοδος.
Μας το ’παν όσοι να πουλήσουν είχαν.
Μας το ΄πανε αυτοί που φτιάξανε το χρήμα.
Οι πλούσιοι-
Αυτοί είναι που μας κλέβουν το φαΐ μας και πεινάμε»
"Χέρια σας έδωσα. Σκοτώστε τους πλούσιους".
"Εχουν τα όπλα. Είναι oι δυνατοί. Θα μας συντρίψουν.»
"Σκοτώστε τους πλούσιους. Το αίμα τους
χύστε".
«Εχουν λακέδες. Μπράβους πουλημένους. Θα μας πολεμήσουν.”
"Χύστε το αίμα-το αίμα των πλούσιων!»
"Θα πέσουνε πολλά κορμιά. Θ’ αποδεκατιστούμε"
«Το αίμα χύστε-το αίμα των πλούσιων!»
"Θρήνους και γόους θα γεμίσει η γη.»
«Αφανίστε τους! Μη μείνει ουτ’ ένας! Ουτ’ ένας! Ουτ’ ένας! Αίμα! Αίμα! Αίμα και πάλι αίμα!"
«Μας λένε πως αυτό είναι Πρόοδος…"
«Αίμα! Αίμα! Αίμα!»
«Μας λένε πως αυτό ειν' Ελευθερία…"
"Αίμα! Αίμα! Αίμα!"
"Μας λένε πως αυτό είναι Δικιοσύνη»
"Αίμα! Αίμα! Αίμα!"

Ακούγοντας αυτά oι πλούσιοι
διάταξαν τους χωροφυλάκους ν’ ανοίξουν τα μεγάφωνα ως το τέρμα
τα λόγια να σκεπάσουν του άγγελου.
Και λέγανε: "Κλείστε τ’ αυτιά σας. Δεν ειν’ ο άγγελος αυτός. Διαλυθείτε"
Μα τότε τρομερή η φωνή του άγγελου εγίνη,
που οι φτωχοί εχαίρονταν ν’ ακούνε
και κατατρόμαξε τους μισητούς.
Και φύγαν όλοι εκείνοι και κρυφτήκανε (πού να κρυφτούν από τον άγγελο…)
Και χώθηκαν στα σπίτια τους
σαν κιόλας να ’βλεπαν το αίμα των φτωχών-άλλη του άγγελου φωνή-να τους πνίγει.
"Χέρια σάς έδωσα- Αίμα! Σκοτώστε τους πλούσιους! Αφανίστε τους από τη γη! Εγώ σάς έπλασα για να ευτυχείτε!"
"Αγγελε, μας λες να βάψουμε τα χέρια μας στο αίμα;"
"Σας λέω τον μόνο δρόμο για την ευτυχία σας. Σάς ζητώ, παιδιά μου εσείς, παιδιά μου να σκοτώστε-και ρωτάτε ακόμα;
Βλέπω μαχαίρια έχετε που κόβετε ψωμί.
Αδράξτε τα και κόψτε το λαιμό αυτών που σάς το παίρνουν.
Τη σωτηρία σας φέρνω: Λεπίδι στων πλούσιων τους λαιμούς!
Τους είδατε πώς κρύφτηκαν.
Εσάς φοβήθηκαν.
Όχι εμένα.
Εμπρός: ουτ’ ένας να μη μείνει!
Θέλω στα χέρια σας να δω μαχαίρια!"

Και τα χέρια των φτωχών εγέμισαν μαχαίρια
και η ματιά τους θάνατο.
Κι ένας κουτός φτωχός, σήκωσε τη φωνή του:
"To ψέμα και το άδικο να βλέπω δεν μπορώ. Άγγελε, σε κοροΐδεύουν όλοι αυτοί.
Ψωμί όλοι έχουμε να φάμε.
Μάς λείπει μόνον η χαρά".
Κι ακούστηκε για τελευταία φορά η φωνή του άγγελου:
«Το πρώτο το λαρύγγι που θα κόφτε
Του άμυαλου αυτού θέλω να είναι».
Κι ως να το πει, εκόπη το λαρύγγι.
Κατόπιν οι φτωχοί
Για τα σπίτια εκίνησαν των πλούσιων.
Ψηλά
ο άγγελος φτερούγισε και χάθηκε.
Κανείς δεν το κατάλαβε γιατί ο νους τους όλος
ήταν,
του άγγελου το θέλω ακολουθώντας
στα σπίτια να ’μπουν των πλουσίων.

Και βάδισαν με βήμα σταθερό.
Οπλισμένοι και για όλα έτοιμοι!

( "της παρέας" της Αμερικής)


Η Αντζελα όπως τη βλέπει ο Μπούλης.

Μωρό μου ο μπαμπάκας σου
Ηταν ζαχαροπλάστης
Γι αυτό έτσι ολόγλυκεια
Και όμορφη επλάστης;

Σελεπιτζής μην ήτανε
Και τούπεσε σαλέπι
Στη ζύμη όπου σ’ έπλαθε
Πιό πανω απ’ ότι πρέπει;

Μελισσουργός και πέρσευε
Στα κιούπια του το μέλι
Κι έτσι μελένια σούφτιαξε
Πρόσωπο , σώμα, μέλη;

Η μήπως είχε ζάχαρο
Στα νιάτα του αποχτήσει
Κι έτσι πλατιά κι έτσι βαθιά
Σ’ έχει μ’ αυτό πότισει ;

Ή μήπως μέριασε ο Θεός
Τον δόλιο σου "πατέρα"
Και σ’ έφτιαξε μονάχος Του
Αυτός πέρα για πέρα;

Αν ναι, ο Παντοδύναμος
Θα είχε για σκοπό Του
Για δώρο να σε πρόσφερε
Στον ίδιο τον εαυτό Του,

Γι αυτό και τέλεια σ’ έκανε
Ετσι που να ταιριάζεις
Στη θεϊκή Του Αγκαλιά
Και θέϊσσα να μοιάζεις.

Μα κι αν στον εαυτούλη Του
Δεν ήταν να σε δώσει
Πάντως καθώς σε έφτιαχνε
θα είχε μερακλώσει.

Θάτανε μια περίπτωση
Που τη ζωή τη σκάρτη
Λίγο για να ομορφήνουνε
Οι άγγελοι θάχαν πάρτυ.

Και του θεού απαραίτητη
Κρίναν την παρουσία
Για να τα έχουνε καλά
Και με την Εξουσία.

Οι Αγιοι θα τραγούδαγαν.
Στού μπουζουκιού το τέλι
θα χόρευαν οι αγγέλισσες
Ωραίο τσιφτετέλι.

Θα βάραγαν οι άγγελοι
Τα Ουράνια τα ντέφια
Και πίνε πίνε ο θεός
θάρθε κι Αυτός στα κέφια.

Κι ό,τι καθένας ήξερε
Κόλπο ή αστείο κάτι
θα τόκανε αν τόθελε
Η παρέα η κεφάτη.

Και για να μην μπαίνω πολύ
Σε περιβόλια ξένα
Ηρθε η σειρά και του θεού
Και έκανε εσένα.

Και εδώ κάτω σέστειλε
Στο Χιούζ να σεργιανίζεις
Και όλους με τα κάλλη σου
Σκληρά να βασανίζεις.

Μα πιό πολύ απόλους μας
Στο λέω-μα το θεούλη
Που αλλιώς ή έτσι σ’ έπλασε,
Σύ τυραννάς τον Μπούλη.

Που από την πρώτη τη στιγμή
Που σ’ είδε έχει μπλέξει
Στα δίχτυα σου τα ρόδινα,
Και άντε να ξεμπλέξει.

Που δεν περνάει ούτε στιγμή
Μέρα, λεφτό και ώρα
Που να μη σ’ έχει στο μυαλό
Να! όπως σ’ έχει τώρα.

Άσε λοιπόν τα κόλπα σου
Και πήγαινε και πέσε
Στην αγκαλιά του
Και εκεί το παλαμάρι δέσε.

Μην κάνεις άλλα κόλπα πια,
Μην κάνεις ζοριλίκια
Κι αν και γυναίκα, να φερθείς
Του’ τη φορά αντρίκια.

Γιατ’ ειν' ο Μπούλης ντροπαλός
Κι ο ίδιος δεν τολμάει
Να σου ειπεί το βάσανο
Που τόνε τυραννάει,

Και γιατί η θέση που κρατεί
Και η ευγένεια που έχει
Τον εμποδίζουν να σου πει
Ο,τι η καρδιά κατέχει.

Αλλά μιλώ εγώ γι αυτόν
Που ούτε έχω ευγένεια
Και ούτε είμαι μάνατζερ
Κι ας έχω άσπρα γένια.

Στο κάτω κάτω πού μωρή
θα βρεις τέτοιον λεβέντη
Να έχεις για συντρόφι σου-
Για δούλο και για αφέντη;

Αλλού πού θάβρεις σαν αυτά
Που ’χει αυτός προσόντα;
Και μήπως αυτοκίνητο
Λες έχει Γιούγκο ή Χόντα;

Με Μπε Εμ Βε απίθανη
Κυκλοφορεί. Για δώσε
Βάση στο θέμα, και για δυο
Το στρώμα σου για στρώσε…

Τέτοιο παιδί να το κρατείς
Απόμακρα δεν πρέπει.
Πώς τέτοιο η συνείδηση
Κάτι σου επιτρέπει;

Λοιπόν να μη σε ξαναδώ
Μακριά 'π’ το Μπούλη άλλο.  
Κρίμα θα ήτανε αυτό
Και μάλιστα μεγάλο.

Κοντά του πάντα. Δίπλα του.
Σιμά τού πάντα να ’σαι.  
Κοντά του νάσαι όταν ξυπνάς
Δίπλα του να κοιμάσαι.

Αλλά τι λέω δίπλα του;
Τι λέω εγώ κοντά του;
Να είσαι πρέπει πάντοτε
Στον Μπούλη αποκάτου…





Οταν ο Μπούλης αγόρασε κόκκινη Μπε Εμ Βε

Γιατί ένα κατακόκκινο στο πρόσωπο της βέλο
Εβαλε η μυριόχαρη ολάνθιστη Covello;  
Γιατί του Χιούζ το κτίριο τα κόκκινα φοράει
Κάθε που ο νέος μάνατζερ για να δουλέψει πάει;

Μήπως της Δύσης τα χρυσά χρώματα που μεθάνε
Σ’ ακολουθούνε Μπούλη μου κι όπου πηγαίνεις πάνε;
Η της γιαγιάς το ακριβό 'χύθη κακκινονέρι
Και μέθυσαν κι ερύθραναν όλα τα γύρω μέρη;

Όχι. Ουτ' η Δύση άλλαξε ούτε κρασί εχύθη.
Όχι-η αιτία για ολ’ αυτά δεν είναι παραμύθι.
Μα ένα καρο αγόρασε κόκκινο η Μπουλάρα
Που από καιρό μ’ ανείπωτη το γύρευε λαχτάρα.

Κι αυτό είναι γύρω που σκορπά την τόση κοκκινίλα
Και κοκκινίζει των δέντρων του Valley τα φύλλα
Και κοκκινίζει των λευκών κατοίκων του το δέρμα
Που όλοι ερυθρόδερμοι εγίναμε εδώ πέρα.

Τι αυτοκίνητο ειν' αυτό! Τι ομορφιά! Τι χρώμα!
Ως και από το «Μάζντα» μου καλλίτερο ειν' ακόμα.
Τι σώμα! Τι τελειότητα! Τι γλύκα στις γραμμές του!
Αχ! Με ζαλίζουν-με πονούν οι χάρες οι πολλές του..

Κι όλα του τα εξαρτήματα λάμπουνε το καθένα
Ομορφα, στεριά, καθαρά και φρεσκογυαλισμένα.  
Κι όλα του ειν' αυτόματα κι από μακριά δουλεύουν
και σαν αγκίστρια μαγικά τις γκόμενες ψαρεύουν.

ΑΙ Μπε Εμ Βε μου κόκκινη, πόσες γυναίκες τάχα
θα κάτσουνε στις θέσεις σου σε μια βραδιά μονάχα
και ποσα αναστενάγματα μέσα σου θ’ ακουστούνε…
Πόσες γυναίκες τη χαρά σε σένανε θα βρούνε…

Βρε πώς επήγε κι έσμιξε το πιο ωραίο αμάξι  
Με τον πιο ωραίον οδηγό που έχει η Φύση φτιάξει…
Κι έτσι οι γυναίκες μπαίνοντας μέσα σε τέτοιο κάρο
Δύο τρυγόνια θάχουνε μ’ ένα μοναχά σμπάρο.

Και μέχρι τώρα ξέραμε οι γκόμενες πως τρέχουν
Στον Μπόυλη, και με δάκρυα το μαντηλάκι βρέχουν
Πρώτα γιατί τις τράβαγε η ομορφιά του η τόση
(Εστω κι αν είχε χρήματα πολλά γι αυτήνε δώσει),

Κι ακόμη γιατί ακούγανε κάτι μικρά κλειδάκια
Οπου του Χιούζ ανοίγανε όλα τα ντουλαπάκια.
Τώρα όμως τί θα τίς τραβά; Ιδού η απορία:
Μανατζερλίκι, ομορφιά, κάρο, ή και τα τρία;

Για ό,τι όμως κι αν έρχονται μην ψάχνεις-μόνο παίρνε
Κάθε βραδιά και άλληνε μες στο αμάξι φέρνε.
Μόνο το κάρρο σούλειπε-τόχεις και κείνο τώρα,
Εμπρός λοιπόν-τα θήλεα σε καρτερούν.Προχώρα.

Προχώρα-έτσι;-είπαμε. Δεν είπαμε να τρέξεις.
Κι αυτό το πράγμα σοβαρά πρέπει να το προσέξεις.
Αν ότι τρέχεις μου ειπούν ή απρόσεχτα πηγαίνεις
Ποίημα άλλο από με Μπούλη μην περιμένεις.

Και τούτο ακόμα να σου πω θέλω και τελειώνω-
Γιά να ειπώ και τα στραβά κι όχι τα ωραία μόνο.
Ωραίο το αμάξι σου, αλλά του λείπει κάτι:
Ενα μπαράκι, μια τιβί κι ένα διπλό κρεββάτι…

                   -----

GREEK GOD
(Όταν ο Μπούλης έγραψε στην πινακίδα του αυτοκινήτου του, αντί για αριθμό, τις λέξεις GREEK GOD)

Ξέρεις εκείνο τον παπά που απ’ τήν πολλή σοφία
Τα δώδεκα ευαγγέλια τάβγαζε δεκατρία;
Έτσι και συ τον αριθμό των θεών τον μεγαλώνεις
και δεκατρείς πως ήτανε άξαφνα μας δηλώνεις.

Ποιος είδε αητό βουνότροφο μες σε κοτέτσι διάνου;
Ποιος είδε Ελληνα θεό σε Μπε Εμ Βε απάνου;
Κι όμως κι ετούτο τόδα εγώ σε τούτον δω τον τόπο
Που τόσο είναι περίεργα τα χούγια των ανθρώπω’.

Ρε Μπούλη-πες-πώς σκέφτηκες κι έκανες-στο Θεό σου
Εναν απ’ τούς Ολύμπιους θεούς και τον εαυτό σου!
(Κι αφού κι αυτό απ’ τά χείλη σου τ’ ακούσαμε, ποιος ξέρει
η επόμενη σου δήλωση τί άλλο θα μας φέρει...)

Μα δε μας είπες-τι θεός; Κάθε συνάδελφος σου
Είχε και κάποιο επάγγελμα. Ποιο είναι το δικό σου;
Αλλος τους ήταν σιδεράς, άλλος ηλεκτρολόγος,
θαλασσινός και έμπορος άλλος τους, γυρολόγος,

Και τα λοιπά και τα λοιπά. Πες μας λοιπόν εν πρώτοις
Εσέ της θεοσύνης σου ποια ειν' η ειδικότης.
Η μήπως είσαι νιος θεός μες στων θεών την τάξη
Και πρέπει πρώτα θεϊκή να πάρεις κάποια τάξη;

Αλλά κι αν είσαι νεαρός και πρωτοδιορισμένος
Η δύναμη σου υπέρμετρη θα είναι ωρισμένως
Και όσες σου ζητήσουμε μπορείς να κάνεις χάρες.
Πάρε λοιπόν τα ντόρτια μας και δώσε μας εξάρες.

Η ένα τηλεφώνημα από τη Μπε Εμ Βε σου
Κάνε, και τις κατάλληλες δώσε τις διαταγές σου
Ωστε να γίνουν πράγματα που αδύνατα φαντάζουν
Και που οι πιστοί κάθε θεού θαύματα τα ονομάζουν.

Κι ας είναι μες στα θάματα το θάμα σου το πρώτο
Τους τυχερούς τους αριθμούς να μας ειπείς του Λοττο.
Να πάρει ο Μήτσος Μερσεντές κι ο Αρης Ααμποργκίνι
Και.. ε.. κι οι φίλοι σου οι καλοί να βολευτούν κι εκείνοι.

Δώσε τη γλύκα στα πικρά, κάνε τους γέρους νέους
πλούσιους κάνε τους φτωχούς, τους άσχημους ωραίους.
Με άλλα λόγια φρόντισε ώστε η μικρή η γη μας
Να πάψει να ’ναι η φρικτή, άχαρη Κόλαση μας.

Κι αφού θεός εδήλωσες μα κι Ελληνας συνάμα,
Κάνε και για τη δύστυχη Ελλάδα κάνα θάμα-
Αύξησε το συνάλλαγμα το ξένο της λιγάκι
Η, ας πούμε την Κυβέρνηση διώξε του Μητσοτάκη.

Και να μην κάνεις άλλονε Πρωθυπουργό κανένα
Απ’ όσους δοκιμάσαμε σε χρόνια περασμένα,
Μα κάποιον που, αν γίνεται, να μη μασάει συνέχεια
Ενώ το δόλιο το λαό θα τον μασά η ανέχεια.

Αλλά καιρός ναφήσουμε τ’ αστεία και να δούμε
Μήπως και κάτι σοβαρό μπορούμε να ειπούμε.
Κάτι που με τον τρόπο του λίγο να μεγαλώσει
Την όποια ως τώρα έχουμε στην κεφαλή μας γνώση.

Ρε Μπούλη νάσαι όμορφος θέλεις σαν κάθε νέος.
Ωραία. Μα το παράκανες το πράγμα τελευταίως.
Όχι ρε Μπούλη και θεός. Αμάν μωρ' αδερφέ μου.
Αλλη φορά το πράγμα αυτό δεν τ’ άκουσα ποτέ μου.

Τις θεϊκές τις σκέψεις σου απ’ τό μυαλό σου σβήσε.
Την ταπεινή ανθρώπινη φύση σου μην αρνείσαι.
Ανθρωπος είσαι όπως κι εγώ κι όπως και τόσοι άλλοι
Με μάτια, μύτη, με κορμί, με χέρια, με κεφάλι.

Μα τι άνθρωπος! Με γκόμενες τριγύρω του μελίσσι
που όπου πάει, όπου σταθεί και όπου κι αν γυρίσει
Τριγυρισμένος βρίσκεται από γυναίκες πλήθος,
Τόσο που εκατάντησε στο τέλος ένας μύθος.

Αλλά μονάχα ως εδώ και όχι άλλο παρέκει.
Όχι να λες "είμαι θεός". Το πράγμα αυτό δε στέκει.
Κοίτα και την περίπτωση του αδερφού σου του Αρη:
Στ’ όνομα αρκείται του θεού-δε θέλει και τη χάρη…

Ασε λοιπόν τις βλέψεις σου για κάτι το Ουράνιο
και να ’σαι υπερήφανος για κάτι εξίσου σπάνιο:
Πως των γονιών σου η ανθρωπιά κι οι συνεχείς τους κόποι
Κάνανε ώστε όλοι σας να ’στε στο σπίτι ανθρώποι.

Σάββατο 5 Ιουλίου 2025

 Oι ποιητές είναι σαν εκείνα τα γράμματα που από λάθος διεύθυνση ή από αφηρημάδα του ταχυδρόμου πηγαίνουν σε λάθος προορισμό, τη γη, που είναι τελείως διαφορετικός από εκείνον για τον οποίο ήσαν προορισμένοι.
Kαι πνιγμένοι στις κοροϊδίες και τις προσβολές των γήινων, και ώσπου να ξαναβρεθούν στα πάτρια εδάφη, μπορούν μόνο να επιζούν μέσα στη γήινη κόλαση, αναλογιζόμενοι σαν μέσα σε όνειρο τον άλλο, τον δικό τους κόσμο.
Αυτός ο αναλογισμός και αυτό το όνειρο είναι ότι λένε οι γήινοι ποίηση.

 Το 1999, που η Αμερική βομβάρδιζε την Γιουγκοσλαβία, φίλοι αμερικάνοι περίμεναν να δουν στα «ΛΟΓΙΑ» μου κάτι, που να εξυμνεί την Αμερική-κάτι που να λέει ότι με τους βομβαρδισμούς αυτούς-αλλά και πάντα-η Αμερική υπηρετούσε την ειρήνη.
Το έκανα, μόνο που ονόμασα το κείμενο αυτό «ΕΙΚΟΤΟΛΟΓΙΕΣ».
Δεν αντέδρασαν.

ΕΙΚΟΤΟΛΟΓΙΕΣ
ΜΙΑ ΒΟΛΤΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΑΡΗ ΣΤΗΝ ΑΜΕΡΙΚΗ


ΠΡΟΣΩΠΑ: Θαρραλέος, Φοβιτσιάρης, Άρης, Κάποιος, Φτωχός, Κουμουνιστής. πολίτες Αμερικάνοι.


(Είναι πρωί. Ο Θαρραλέος και ο Φοβιτσιάρης βαδίζουν σε ένα ερημικό τοπίο έξω από το Λος Άντζελες, πηγαίνοντας προς την πόλη.


ΘΑΡΡΑΛΕΟΣ (Θ)
Γιατί   δεν  προχωράς;   Τί  περιμένεις;

ΦΟΒΙΤΣΙΑΡΗΣ (Φ)
Ακουσα ένα θόρυβο  εκεί  πέρα.

Θ.  
Προχώρα τώρα κι  άσε  τους  θορύβους.                            
Όσο  και  αν  καθυστερείς, το  ξέρεις,
Το  δικαστήριο  δε θα το γλιτώσεις.
Πάμε λοιπόν γιατ'   είμαι   μαρτυράς  σου
Και  θέλω γρήγορα να ξεμπερδέψω.

Φ.
Γιατί   δεν πήρες  τ'  αυτοκίνητό σου;

Θ.  
Γιατί, με  τί  να του ’βαζα βενζίνη;
 
Φ.  
Αν ετσοντάραμε κι  οι  δυο  μας κάτι
Θάχαμε για όσο γκάζι χρειαζόταν
Για να μας πάει ως την πολιτεία.
…Ακου… Δεν άκουσες ούτε και  τώρα;

Θ.   
Μα την αλήθεια τώρα έχω ακούσει.
Σα βούΐσμα αυτοκινήτου που  μαρσάρει.

Φ.  
Μ'   από πού ήρθε  ο  θόρυβος  ετούτος;

Θ.  
Νομίζω από κει πέρα… Δε  βαριέσαι;..
Αν αυτοκίνητο ήτανε,  πού ’ντο;
Της φαντασίας  μας ήτανε γέννα.

Φ.  
Ιδια η  φαντασία και   των  δυό  μας;  

Θ.   
Μου κόλλησες  κι   εμένα  την   ιδέα
ότι  ακούς. Μα… Πάλι...

Φ.    
Ω!   Θεέ  μου!
Τί να συμβαίνει… Μήπως εξωγήινοι…  

Θ.  
Τί  εξωγήινοι και παραμύθια.
Γήινος  πολύ ο θόρυβος  μου  μοιάζει.
Αν ήταν  εξωγήινοι  πού είναι;  

Φ.  
Ίσως  για μας αόρατοι  να είναι.

Θ.  
Ουφ! Φαίνεται  τα χάσαμε κι  οι   δυο  μας.
Μας  βάρεσε η φτώχεια στο κεφάλι,
Μας περιμένει και  το  δικαστήριο,
Κι  ακούμε   βουϊσματα που  δεν  υπάρχουν.
Μα ότι  να ’τανε τελείωσε-πάμε.  

Φ.   
Σε  τέτοιαν   ερημιά και   μοναχοί   μας;
Αχ  Θαρραλέε   μου  πολύ  φοβάμαι.  

Θ.   
Από  το   θάρρος   μου  πάρε  κουράγιο.
Και  που’ ναι  η   ερημιά  μωρέ   ψοφίμι;
Δυο μίλια παραπέρα είναι  η  πόλη.
Άκου εξωγήινοι… Αλλά και  νάταν
Εμάς  οι  εξωγήινοι  θα διάλεγαν;
Έλα, της  φαντασιάς   μας  ήταν. Πάμε.  

Φ.   
Πάμε. Μα να θυμάσαι… νάτο  πάλι…

Θ.   
Θεέ  μου!  Αλήθεια! Κοίτα εκεί  πέρα!
Κάτι  να βγει  πασκίζει  από  το χώμα.  

Φ.   
Θεούλη  μου  μεγάλο που  θα είναι…  

Θ.  
Τώρα για τρέξιμο  είναι  η ώρα.
Μπρος  Φοβιτσιάρη. Τρεχω. Ακολούθα.  

Φ.   
Δεν  πάω πουθενά. Εδώ  θα κάτσω
Να  δω  τι   είναι  η  γη   που   θα μας   δείξει.

Θ.
Βρε πάμε! Συ δεν ήσουν που φοβόσουν;  

Φ.  
Εγώ τους εξωγήινους φοβάμαι.
Τίποτα γήινο  δεν  με  τρομάζει.  

Θ.  
Και  τί  θα γίνει  με  το  δικαστήριο;   

Φ.  
Δεν ξέρω. Μα προτού να δω τι  τρέχει
Δε φεύγω από  δω πέρα ούτε  με  βίντζι.
Να! Πάλι   το  μηχάνημα μουγκρίζει.
Να! Λίγο  βγήκε πάνω από το χώμα.

Θ.  
Ναι. Βγήκε. Και  μηχάνημα ειν'  αλήθεια.  

Φ.  
Τί άλλο θάταν νόμιζες!   Θηρίο;!
Κοίτα, σαν τανκ δε μοιάζει από κείνα
Που εξήντα χρόνια πριν ήταν  της  μόδας;
Παλαιϊκό κι αγκομαχώντας  βγαίνει
Ποιός ξέρει  από ποια της γης  μας  βάθη.  

Θ.  
Τί  θέλει ένα τανκ στης γης τα βάθη;
Και κάποιος τ'   οδηγεί; και  τ'  ακλουθάνε
Τανκς κι άλλα, ή στρατιώτες, ή τί άλλο;  

Φ.  
Στάσου καημένε  μου που πήρες φόρα.
Ενα τανκάκι  είναι  όλο κι  όλο.      
Να, τώρα βγήκε από τη γη τελείως
Και  προχωρεί  αργά κι  αγκομαχώντας.
Κι  έβαλε πλώρη κατά μας-γιά δες  το…

Θ.  Νομίζω γρήγορα θα σταματήσει.  

Φ.  
Το είπες κι  έγινε. Και από μέσα
Κοίταξε, κάποιος φαίνεται πως  βγαίνει.

Θ.
Κάποιος ή κάτι; Είναι αυτό το πράγμα-
ένας σωρός σιδερικών και  σκόνης-
Ανθρωπος; Κι  όμως να! Βλέπω έχει  πόδια…

Φ.
Και χέρια… και κεφάλι… μα τί  στέκεις;
Τι στέκουμε;  Ας  τρέξουμε κοντά του
Να τον  βοηθήσουμε  τον κακομοίρη...

(πηγαίνουν προς το τανκ)

ΑΡΗΣ
(Αγκομαχώντας στην προσπάθειά του να βγει από τη γη)
Να πάρει ο κόρακας και να σηκώσει
Τί το ’θελα ετούτο το ταξίδι;..
(στους δύο φίλους που τον πλησίασαν)
Τί έτσι με βλέπετε;..

Φ.    
Πρώτη φορά μας
Βλέπουμε άνθρωπο απ' τη γη να βγαίνει.
Πάντοτε όλοι μπαίνουν εκεί μέσα.  

Α.
Άνθρωποι μπαίνουνε. Θεοί όμως όχι.

Φ.
Είσαι θεός;

Α.
Δε φαίνεται αμέσως;

Φ.
Οχι θα έλεγα. Μα όλα τούτα
Που βλέπω πάνω σου, θεό μυρίζουν.
Κι αν όχι θεό, μα ήρωα κανένα
Που απ’ τους Ελληνικούς εβγήκε μύθους.

Α.
Καλά την ξέρεις βλέπω την Ελλάδα.

Θ.
Μα είμαστ' Ελληνες.

Α.    
Ώχου ο έρμος,
πάλι εδώ εβγήκα; Στην Ελλάδα;.

Θ.
Δε βγήκες στην Ελλάδα. Ετυχε όμως
Εμείς Ελληνες νάμαστε.

Α.    Πού βγήκα;
Ποιο μέρος ειν' αυτό; Δεν είν' οι ΗΠΑ;

Θ.  
Οι ΗΠΑ είναι. Εδώ ήθελες νάρθεις;

Α.
Ναι μα το Δία. Ηρθα εκεί που θέλω.
Αλλά τί θέλουν οι Ελληνες στις ΗΠΑ;

Θ.
Καθένας τους και μία ιστορία.

Α.
Γιατί παραξενεύομαι αλήθεια;
Απ’ τον καιρό του Οδυσσέα ακόμα
Πάντοτε οι Ελληνες φευγιό γυρεύαν,
Ωσπου θεσμό οι Αθηναίοι το κάναν
Κι εξόριζαν πολίτες στην αράδα.

Θ.
Βλέπουμε πως την ξέρεις την Ελλάδα.
Κι αφού είσαι θεός, τότε θα είσαι
Απ' τους αρχαίους κάποιος τους θεούς μας.

Φ.
Μπράβο που το κατάλαβες εν τέλει.
Μα τί ζητάει στον εικοστόν αιώνα
Ενας θεός απ’ την αρχαία Ελλάδα;

(στον Άρη)

Και ποιος θεός απ’ όλους τάχα είσαι;

Α.
Δε βλέπεις πούχω περικεφαλαία;

Φ
Το βλέπω.

Α.         
Το κοντάρι μου το βλέπεις;

Φ.
Το βλέπω.

Α.         
Βλέπεις και την πανοπλία;

Φ
Κι αυτή τη βλέπω.

Α.    
Ε, θεός ποιος τάχα
Αρχαίος έτσι θάταν οπλισμένος;

Φ.
Η Αθηνά ήταν έτσι οπλισμένη.
Έτσι απ’ του Δία βγήκε το κεφάλι.

Α.
Ε και λοιπόν; Σου μοιάζω για γυναίκα;
Όμως καιρό για χάσιμο δεν έχω.
Από το Δία έχω πάρει άδεια
Να μείνω πάνω δω μια μέρα μόνο.
Θέλω σ’ αυτής της χώρας τους πολίτες
Όσο πιο γρήγορα μπρος να με φέρτε.

Θ.
Θεός και δε μπορείς να πας μονάχος
Μα κάποιος άλλος πρέπει να σε πάει;

Φ.
Και διαταγές να μη μας δώσεις πάλι.
Μ’ ευγένεια οι κάτοικοι εδώ μιλάνε.

Α.
Σ’ ό,τι είπατε κι οι δυό έχετε δίκιο.
Γι αυτό λοιπόν κι εγώ δε σας διατάζω
Μα σας παρακαλώ εκεί να με πάτε.
Ως για να πήγαινα εκεί μονάχος
Ξέχνα το. Έχω τόσα από τον κόσμο
Χρόνια πολλά που άθελά μου λείπω,
Που ’χω ξεχάσει πια τα μέρη όλα.

Θ.
Μ’ αν πράγματι θεός αρχαίος είσαι
Πες μας τι θέλεις κι ήρθες εδώ πέρα;
Και από πού; Και πού το τανκ εβρήκες;
Και ως εδώ με τρόπο ποιόνε ήρθες;

Α.
Αλήθεια μ’ Ελληνες είμαι μπλεγμένος.
Το δρόμο πριν να δείξετε σε κάποιον
Από ανάκριση τόνε περνάτε.
Έλληνες είστε. Τέτοια περιέργεια
 Μον’ η φυλή αυτή έχει στον κόσμο.
Λοιπόν καλά παιδιά μου είμαι ο Αρης.
Ο τρομερότατος θεός του πολέμου.
Εξήντα χρόνια τώρα περιμένω
Να γίνει πόλεμος πάνω στη γη σας
Ώστε κι εγώ να ξεμουδιάσω λίγο.
Μα τίποτα. Ούτε φύλλο δεν κουνιέται.
Πήρα κι εγώ λοιπόν των ομματιών μου
Κι ήρθα να συναντήσω τους ανθρώπους  
Να τους τα ψάλλω έξω από τα δόντια
Ώστε τον πόλεμο ν’ αρχίσουν πάλι.
Κι αν όχι, να κοιτάξω με τι τρόπο
Γνώμη να τους αλλάξω θα μπορούσα.
Ξέρω τι όπλα έχετε φτιαγμένα.
Τα βλέπω και μου πέφτουνε τα σάλια
Όπως μικρό παιδί που στη βιτρίνα
Κοιτάζει μέσα ζαχαροπλαστείου
Γεμάτη με γλυκά και με καλούδια
Μα δε μπορεί ούτε ένα να βουτήξει.

Θ.
Και γιατί διάλεξες αυτή τη χώρα;

Α.
Γιατί 'ναι η πλουσιότερη απ’ όλες
Κι η δυνατότερη κι η πιο μεγάλη
Και ό,τι πει αυτή, αυτό θα γίνει:
Πόλεμος, πόλεμος. Ειρήνη, ειρήνη-
Που ξορκισμένο νάναι τ’ όνομα της.

Φ.
Καλά, πόλεμοι τόσοι έχουν γίνει
Απ' τον καιρό του Δεύτερου Παγκόσμιου.
Αυτοί δεν ήταν αρκετοί για σένα;    
Μέση Ανατολή, Βιετνάμ, Κορέα…

Α.
Για μένα αυτά ήτανε παιχνιδάκια.
Ν’ ασχοληθώ με τέτοια εγώ δεν πάει.
Έστειλα εκεί κάτω τα παιδιά μου-
Τον Φόβο και τον Τρόμο-να μαθαίνουν.
Εγώ μιλώ για πόλεμο μεγάλο
Όπως τους δυό Παγκόσμιους ας πούμε.
Ω! τι μεγάλοι πόλεμοι αλήθεια!
Τους σκέφτομαι κι αγάλλεται η ψυχή μου,
Τι μεγαλεία! Τι καλές ημέρες!
Κι ανάμεσα στους δυο αυτούς πολέμους
Είκοσι χρόνια πέρασαν μονάχα.
Διάστημα λογικό. Μα όμως τώρα
έχουν από το Δεύτερο Παγκόσμιο
Εξήντα χρόνια ολόκληρα περάσει.
Ε, πια, αυτό δεν υποφέρεται άλλο.
Υπομονή… υπομονή… ως πότε!
Πήρα λοιπόν αυτή τη σακαράκα
Και κίνησα για δω. Με τί να ’ρχόμουν;
Πεζός; Με άλογο; Η' με κανα άρμα;
Αναχρονιστικά ειν’ όλα τούτα.
Στον Τρωϊκό βρισκόμαστε ακόμα;
Ενώ το τανκ… Αξίζει του πολέμου
Πάνω του ο θεός να ταξιδεύει.
Το πήρα από ’να Γερμανό σε μάχη.
Εξήντα χρόνων είναι το καημένο-
Πάλι καλά και τόσο που με πήγε.

Θ.
Και από πού σε φέρνει; Σχώρεσέ μας
Τις τέτοιες που σου κάνουμε ερωτήσεις
Μα πρώτη μας φορά θεό θωρούμε.

Α.
Ρωτήστε ότι θέλετε. Μονάχα
Γρήγορα κάντε πριν η διορία
Τελειώσει που μου έδωσε ο Δίας.
Από της γης τα βάθη έχω φτάσει
Με περιπέτειες που αν τις ιστορήσω
θα έπρεπε για χρόνια να μιλάω.
Όλοι οι θεοί εκεί μένουμε τώρα
Αφότου μας ξεχάσαν οι ανθρώποι.
Κι άπρακτον βλέποντας με τόσα χρόνια
Οι άλλοι οι θεοί με κοροϊδεύουν.
Μάλιστα ακούστηκε και μία γνώμη
Από θεό να με ξεγράψουν λέει,
Γιατί πιστούς δεν έχω πια στον κόσμο.
Εμένα, που με τρέμαν όλοι οι τόποι.
Που στ' άκουσμά μου φεύγαν οι ανθρώποι.
Εμένα-άκου λέει-να με ξεγράψουν…

Θ.
Αλλ' αφού βιάζεσαι και συ, ας πάμε
Κι ώσπου να φτάσουμε τα συζητάμε.
Γιατί κρατάς ακόμα όμως δόρυ
Κι αφού να είσαι θέλεις μες στη μόδα
Ας πούμε δεν κρατάς… ένα μυδράλιο;

Α
Είχα, μα οι άλλοι οι θεοί φοβόνταν
Και μου ’παν αν εκεί θέλω να μείνω
Στα χέρια μου να μη το ξαναπιάσω.
Γι αυτό κι εγώ το δόρυ ξαναπήρα.
Κοιτάξτε και την περικεφαλαία…
Την πανοπλία μου… σκούριασαν όλα.
Είμαι θεός εγώ; Που ενώ εβδομήντα
Ήμουνα πήχες, τώρα έχω κοντύνει
Και στο ύψος το δικό σας έχω φτάσει;
Που ενώ έβγαζα φωνή στις μάχες
Σα μύριοι δυνατοί να σκούζουν άντρες,
Αν θα φωνάξω τώρα δε μ' ακούνε
Ούτε σε μέτρα εκατό πιο πέρα;
Γι αυτό και θέλω σε κεινούς να πάω
Που αυτή την πλούσια χώρα κατοικούνε
Για να τα πω σε κείνους κατευθείαν.
Ισως αυτοί τον πόνο μου να νιώσουν
Και κάποιο νέο πόλεμο ν’ ανοίξουν.
Όμως γιατί δεν έχετε αμάξι;

Θ.
Και που ’χω είναι σα να μη το έχω.
Γιατί λεφτά δεν έχω για βενζίνη.
Γι αυτό περπάτησε και συ μαζί μας
Ώσπου να φτάσουμε στην πόλη μέσα.
Εκεί σ' αφήνουμε με τους ανθρώπους
Και πάμε πια κι εμείς για τη δουλειά μας.

Α
Και με καλό ποια είναι η δουλειά σας;

Θ.
Ο φίλος μου έχει ένα δικαστήριο.

Α.
Τη χάρη κάνετέ μου σαν τελειώστε
Περάστε από δω για να με πάρτε.

Φ
Στο υποσχόμαστε το δίχως άλλο.
Μα φτάσαμε. Σα στρίψεις τη γωνία
θα δεις της πολιτείας τους ανθρώπους.

(Ο Άρης φτάνει τους πολίτες και τους μιλάει)

Α.
Κυρίες μου και κύριοι Αμερικάνοι
Είμαι ο θεός-ο Αρης- του πολέμου.
Εξήντα χρόνια μ’ έφαγ' η ανεργία.
Εσείς που ξέρετε από εργασία
Εσείς που ξέρετε το τι σημαίνει
Έστω και χάσιμο δουλειάς μιας ώρας
Τον πόνο μου λιγάκι συμπονέστε.
Δέστε πως έχω ο έρμος καταντήσει.
Μ' έχει αδυνατίσει η στενοχώρια.
Όρεξη ούτε για να φάω δεν έχω.
Τις νύχτες ο φτωχός μάτι δεν κλείνω.
Δεν έχω κέφι ούτε και στα πάρτι
Που κάνουν οι άλλοι οι θεοί να πάω.
Κοιτάτε με αξύριστος πώς είμαι.
Κοιτάτε σκουριασμένη πανοπλία.
Τα πέδιλα μου δέστε πως σκιστήκαν
Όχι από μάχη ή πόλεμο κανέναν
Μ' από τους δρόμους που μοναχός παίρνω
Τον πόνο προσπαθώντας να ξεχάσω.
Ικέτης έρχομαι παρακαλώντας.
Κάντ' ένα μέγα πόλεμο καλοί μου.
Δε γνοιάζεστε δουλειά να βρω και πάλι;
Όμως ποτέ μου δε θα βρω αν ίσως
Και δεν ακούστε την παράκλησή μου.
Οι νικητές θα είσαστε ορισμένως
Σε όποιον πόλεμο θέλατε ανοίξει.
Κάνετε αυτό που σας ζητώ καλοί μου.
Μ' αυτή τη δυστυχία που με βρήκε
Περίγελως των θεών είμαι των άλλων.
Γιατί εκείνοι έχουν τις δουλειές τους.
Ο Ηφαιστος βροντοκοπάει συνέχεια.
Ο Ερμής εγίνη έμπορος μεγάλος,
Ο Απόλλων πήρε τη ΔΕΗ του κόσμου
Ο Ποσειδώνας με τη ναυτιλία…
Ολοι φτιαχτήκαν και καλοπερνάνε.
Κι αν πεις για τις γυναίκες τις θεές μας
Ζωή και κότα την περνάν και κείνες.
Η Αφροδίτη έχει ινστιτούτο
Ανοίξει καλλονής και θησαυρίζει.
Η Δήμητρα ρημάζει τους αγρότες,
Η Αθηνά έχει ανοίξει φροντιστήριο,
Σύμβουλος οικογενειακή ειν’ η Εστία,
Κι η Αρτεμη αλυσίδα έχει φτιάξει
Καταστημάτων μ' είδη κυνηγίου.
Και η δουλειά της Ηρας όπως τότε
Να τρέχει ακόμα πίσω από το Δία
Γιατί κι ακόμα εκείνος ξενοβλέπει.
Μόνον εγώ χωρίς δουλειά έχω μείνει.
Νιώστε τη θέση μου καλοί μου φίλοι
Κι ανοίξτε πόλεμο έναν μεγάλο.
Περίμενα να γίνει με Ρωσία.
Αλλά και κείνη τώρα έχει σβήσει.
Κάτι ο Χουσεΐν να κάνει πήγε
Αλλά το σταματήσατε το πράγμα
Προτού να ξαπλωθεί και παραπέρα.
Έλπισα κάτι από τη Σερβία  
Αλλά κι εκεί στα μαλακά το πάτε.
Βέβαια θα μου πει από σας κανένας:
Εδώ ήρθες πόλεμο για να ζητήσεις
Που και τους δυο παγκόσμιους πολέμους
Εμείς τους κάναμε να σταματήσουν;
Και δίκιο θα ’χετε να μου το πείτε.
Όμως η χώρα αυτή είναι η μόνη
που θα μπορούσε πόλεμο ν' ανοίξει.
Γιατί και δυνατή 'ναι και μεγάλη
Κι ο λόγος της περνάει μες στον κόσμο.
Βλέπετε αλήθεια πόση ανάγκη έχω
Να ΄ρχομαι να ζητώ απ’ τους εχθρούς μου-
Εσάς, που υπηρετείτε την Ειρήνη-
Να λυπηθούν και με τον κακομοίρη.
Υπάρχει μεγαλύτερη κατάντια
Για το θεό του πόλεμου! τον Αρη!;
Γι αυτό ακούστε με καλοί μου ανθρώποι;
Δε σας συγκίνησαν τα όσα είπα;
Άπρακτος απ' τη χώρα σας θα φύγω;
Ακαρδα έτσι θέτε να με διώχτε;
Εδώ δε λέτε είναι η πατρίδα
Που αληθινά τα όνειρα τα κάνει;
Πέστε πως ένα όνειρο για μένα
Ειν'  ό,τι λέω κι από σας ζητάω.
Και το δικό μου τ' όνειρο αληθέψτε-
Κάντ' έναν πόλεμο καλοί μου ανθρώποι.
Κι αν δεν αξίζω εγώ αυτή τη χάρη,
Αν τη στραβή αυτήν έχετε γνώμη,
Κάντε το για τα δυό μου τα παιδάκια.
Μάλιστα. Δυό μικρά παιδάκια έχω-
Δε θα τα λυπηθείτε ουτ' εκείνα;
Κάθε φορά στο σπίτι που γυρίζω
Με λυπημένο βλέμμα με κοιτάνε
Και με φωνή απ' την πείνα ραγισμένη
"Βρήκες δουλειά μπαμπά;" μόνο ρωτάνε.
Μα πού να βρω… Και πού δεν έχω πάει...
Γύρισα και στις πέντε τις ηπείρους.
Ποδιές εφίλησα κατουρημένες
Και πόρτες χτύπησα που δεν ανοίξαν.
Επήγα στην Ευρώπη , στην Ασία,
Σε Αφρική και Αυστραλία επήγα.
Σ' όλες τις χώρες πήγα. Μέσα μπήκα
Στις πιό αγαπητές μου κυβερνήσεις
Που άλλοτε με λόγο μου ένα μόνο
Πολέμους ατελείωτους αρχίζαν.
Τώρα στα μούτρα όλοι μου πετάγαν
Ψυχρό ψυχρό κι ανάλγητο ένα «όχι»!
Κι όταν γιατί αυτό τους ερωτούσα
Ολοι εδώ, σε σας ναρθώ με στέλναν:
"Η Αμερική γι αυτό ειν' η αιτία
Που όλα με το καλό θέλει να γίνουν.
Αυτή ειρήνη έφερε στη γη μας
Κι ότι εκείνη πει, αυτό και κάνει.
Και όπου πόλεμος πάει ν' αρχίσει,
Τρέχει αμέσως και με συζητήσεις
Και την πειθώ, και την καλή την πίστη
Την κάθε εχθροπραξία σταματάει.
Σ' αυτή να πας παράπονα να κάνεις".
Γι αυτό ήρθα σε σας κι εγώ καλοί μου.
Κι όχι παράπονα-Δίας φυλάξοι-
Παράπονα δεν ήρθα για να κάνω-
Ποιός ειμ' εγώ για να ’χω απαιτήσεις;
Μόνο έχω ερθεί να σας παρακαλέσω.
Τα μέτρα σας για λίγο χαλαρώστε
Που την ειρήνη φέρνουνε στον κόσμο.
Στον τοίχο που γερόν έχετε χτίσει
Κι απέξω του εμένα έχετ' αφησει
Ανοίξτε μια μικρούτσικη τρυπούλα
Όχι για νάμπω εγώ ο ίδιος ίσως
Αλλά το χέρι μου και το σπαθί μου-
Κάτι θα κόψω… κάτι θα χαλάσω…
Πολλές ως τώρα ήταν οι δυνάμεις
Που κυβερνήσανε αυτό τον κόσμο.
Μα όλες τάχανε καλά μαζί μου.
Εγώ τις εβοηθούσα να τρανεύουν
Κι όλον να διαφεντεύουνε τον κόσμο.
Εσείς μοναχά ενάντια μου τραβάτε.
Γιατί; Της γης εγώ δεν είμαι γέννα;
Κι όμως, σε λίγο, έτσι αν συνεχίστε
θα γίνω χόουμλες κι εγώ. Και τούτο
Τι περιθώρια ξέρετε μ' αφήνει:
Γιατί όντας σπίτι μου η γη μας όλη
Τότε τη γη θ' αναγκαστώ ν' αφήσω
Και να γυρέψω στέγη σ' άλλα αστέρια.
Γιατί σε περιπέτειες θέτε τέτοιες
Εμένα τον βαριόμοιρο να ρίξτε!
Καλοί μου φίλοι έτσι μη μ’ αφήστε.
Τον Τρίτο τον Παγκόσμιο αρχίστε!

(οι πολίτες έχουν αρχίσει να φεύγουν λίγοι λίγοι)  

..Μη φεύγετε καλοί μου Αμερικάνοι.
Τσάμπα λοιπόν μιλούσα τόσην ώρα;.
Αχάριστοι! Τραβάτε! Φύγετε όλοι!
Έτσι πληρώνετε λοιπόν εκείνους
Που σας ευεργετήσανε μια μέρα;
Φύγανε όλοι... Ομως όχι… κάποιοι
Τα τελευταία μου ακούοντας λόγια
Πίσω γυρίζουν. Ω! Ελπίζω ακόμα.

ΚΑΠΟΙΟΣ (Κ)

Που μας ευεργετήσανε; Τι λόγος…
Και πώς αυτό εγίνη κύριε Αρη;

Α.
Με πόλεμο δεν διώξατε τους Αγγλους  
Και αποκτήσατε τη λεφτεριά σας;
Μη έτσι -άσπλαχνα λοιπόν φερθήτε
Σε με που σας βοήθησα μια μέρα.
Τουλάχιστο κοντά μου εδώ σταθήτε
Και πέστε μου ποιός τάχα είναι ο λόγος
Που ούτε να μ' ακούσετε δε θέτε.

Κ.
Ο λόγος είναι αγαπητέ μου Αρη
Πως ό,που θα μπλεχτείς κακό θα φέρεις.
Αίμα, καταστροφή και δυστυχία.

Α.
Ετσι θαρρείς; Αμερικάνε, άκου:
Δεν ήρθα εδώ να κλάψω σαν ζητιάνος.
Ηρθα για να σας δείξω πως αξίζω
Και πως η γνώμη που ’χετε για μένα
Είναι στραβή-και να σας την αλλάξω.

Κ.
Μα όλοι αυτό το ξέρουν-πως ο Αρης
Κι ο Πόλεμος που κουβαλεί μαζί του
Μόνο καταστροφές φέρνει ό,που πάει.

Α
Για πες μου εσύ-ποιά είναι η δουλειά σου;

Κ.
Είμαι μηχανικός.

Α.
Λοιπόν για πες μου
Η πρόοδος που έχει η ανθρωπότης
Στα τελευταία αυτά πενήντα χρόνια
θάτανε ίδια αν δεν είχε γίνει
Ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμός σας;
Ποιός όλα σας τα γκρέμισε τριγύρω
Κι απ' την αρχή τα φτιάξατε ένα ένα;
Κι αυτό τί σήμαινε; Δουλειά δε βρήκε
Κι ο τελευταίος από τους ανθρώπους;
Κι απ' την αρχή όλα φτιάχνοντας τα
Στο νέο χτίσιμο δε βάλατε όλη
Την πείρα που αποχτήσατε ως τότε
Και όλα πιο όμορφα έχουνε γίνει;
Και όχι μόνο σεις, αλλά και κείνοι
Που βγήκαν απ' τον πόλεμο χαμένοι
Κι εκείνοι δε γίνηκαν πιο μεγάλοι
Απ' ό,τι ήσαν πριν; Τη Γερμανία
Ερείπια δεν την είχα αφήσει όλη;
Και κυβερνάει τώρα την Ευρώπη.
Μα κι η Ιαπωνία στην Ασία
Δε βγήκε κερδισμένη απ' όλα τούτα;
Τώρα δεν τρώει κι αυτή με δυό μασέλες;
Κι η τεχνική αν έχει προοδεύσει
Εγώ είμαι τα μυαλά που ακονίζω
Και που τα σπρώχνω νέα να επιδιώκουν
Και να εφευρίσκουνε μέσα προόδου.
Δεν τα χρωστάτε όλα αυτά σε μένα;

Κ.
Η Ευρώπη έγινε πάλι μεγάλη
Γιατί εμείς της δώσαμε βοήθεια.
Ως για την πρόοδο που πάντα υπάρχει
Μετά 'πο αναστάτωσες μεγάλες,
Εχεις σ' αυτό βεβαίως κάποιο δίκιο.
Νου και ψυχές ο πόλεμος ξυπνάει.
Μα τίποτα δε θέλουμε από τούτα
Να το πληρώσουμε, αν είναι, μ' αίμα.
Εκατομμύρια άνθρωποι πεθάναν
Στον πόλεμο που συ γι αυτόν καυχιέσαι.
Εκατομμύρια σπιτικά διαλύσαν.
Εκατομμύρια ανάπηροι εμείναν
Και γέμισε ο τόπος όλος αίμα
Και ορφανά και χήρες και συντρίμμια.

Α.
Μα όσοι ζήσατε καλοπερνάτε.

Κ.
Απ' άλλων ζήση και χαρά φτιαγμένη,
Μια τέτοια καλοπέραση να λείπει.
 
Α.
Τα σύκα ας τα πούμε σύκα φίλε.
Την καλοπέραση είχανε στο νου τους  
Οσοι τον πόλεμο αυτό αρχίσαν.

Κ.
Δεν τηνε θέλουμε τέτοια ευτυχία.

Α.
Αμπέλι ακλάδευτο βαρέλι άδειο.
Παραδεχτείτε τούτη την αλήθεια.
Για να καλοκαρπίσει κάθε δέντρο
Θέλει ένα κλάδεμα γενναίο πρώτα.
Κι εγώ από κλάδεμα κι αν δε γνωρίζω…
..Και τώρα θέλω κάτι να ρωτήσω
Αυτό τον κακομοίρη εκεί πέρα.

ΦΤΩΧΟΣ (Φ)
Εμένα;

Α.      
Ναι. Εσένανε. Γιά πες μου
Είσαι φτωχός ή πλούσιος άνθρωπέ μου;

Φ.
Θεόφτωχος.

Α.    
Και όσοι είναι πλούσιοι
Για πες μου, μήπως ξέρεις πώς πλουτίσαν;

Φ.
Απ' τη δουλειά τους πλούτισαν. Δουλέψαν.

Α.
Τα πλούτη τους τα κάμαν από μένα…
Μες στην αναμπουμπούλα του πολέμου
Καθένας άρπαζε ό,τι μπορούσε
Και όσοι περισσότερα μαζέψαν
Αυτοί οι σημερινοί είναι οι πλούσιοι.
Ποιός ξέρει αν σε πόλεμο ένα νέο
Δε θασαι συ ο αυριανός ο πλούσιος;

Φ.
Δε θέλω πλούτη έτσι κερδισμένα.

Α.
Και, νεαρέ μου εσύ για πες μου κάτι.
Σ' αρέσουνε παιδί μου οι γυναίκες;  

ΝΕΑΡΟΣ (Ν)
Μ' αρέσουνε.

Α.    
Και μέχρι τώρα πόσες
Εχεις γνωρίσει ερωτικά παιδί μου;

Φ.
Καμία.  

Α.       
Όμως πόλεμος αν γίνει
Τότε γυναίκες θα χορτάσεις γιε μου.  
Κάθε που νικητής θα μπαίνεις κάπου
Ολες δικές σου θα ’ναι οι γυναίκες.
 
Κ.
(στους άλλους αμερικάνους)
Πατριώτες για πολύν καιρό ακόμα
θα κάτσουμε ν' ακούμε τέτοια λόγια;
Τί τον φυλάμε αυτό τον θεομπαίχτη
Και δεν τον στέλνουμε απ’ ό,που ήρθε;

Α.
Έλα εσύ που θέλεις να με διώξεις.
Από πού έχεις έρθει άνθρωπέ μου;

Κ.
Από την Ολλανδία. Τώρα όμως
Είμαι Αμερικανός κι εγώ πολίτης.  

Α.
Είσαι γιατί δε σ' έδιωξε κανένας
Όταν τη γνώμη σου και συ μιλούσες.

Κ.
Λόγια εγώ ποτέ δεν είπα τέτοια.
Μιλούσα όμορφα κι ειρηνεμένα.

Α.
Μα η Αμερική λοιπόν δεν είναι
Η χώρα που ανθεί η ελευθερία;
Κάτσε λοιπόν στην πάντα άνθρωπέ μου
Και άσε με τουλάχιστο να λέω
Αφού άλλο δεν μπορώ να κάνω κάτι.
Είναι κανείς κουμουνιστής δω πέρα;

ΚΟΥΜΟΥΝΙΣΤΗΣ (ΚΜ
Ναι. Ειμ' εγώ.

Α.    
Ελα που σε γυρεύω.
Λες πως τον πόλεμο και συ δε θέλεις;

ΚΜ
Κουμουνιστής και πόλεμο να θέλει;

Α
Καλά λοιπόν. Μα πρόσεξε καημένε
Τι θα μπορούσε μια χαρά να γίνει:
Να γίνει ένας πόλεμος μεγάλος
Κι ύστερα πάλι η ίδια η Ρωσία
Η' κάποια άλλη χώρα, να μπορέσει
Και τον κουμουνισμό να φέρει πάλι
Σε όσα πιο πολλά μπορέσει κράτη-
Ο,τι έγινε στον Δεύτερο Παγκόσμιο…
Δε θα σου άρεσε τέτοιο σενάριο;

ΚΜ.
Οχι, γιατί την ξέρω τη συνέχεια.
θα γίνει ό,τι εγίνη στη Ρωσία,
Καπιταλιστική που έγινε πάλι.

Α.
Μα τί κουμουνιστής τότε μου είσαι;

ΚΜ.
Από συνήθεια μοναχά το λέω.
Πάει   ο κουμουνισμός. Καπνός εγίνη.
 
Κ.
Αρη, σε μια μεγάλη χώρα ήρθες
Που όλο το μεγαλείο της χρωστάει
σε σένα όχι παρά στην Ειρήνη.
Μη από μας δουλειά να βρεις γυρεύεις.
Ζούμε στη χώρα μας ευτυχισμένοι
Στους δίκαιούς μας υπακούοντας νόμους.
Και όντας δυνατοί, όταν κανένας
Βοήθεια μας ζητήσει, τον βοηθούμε.
Και ό,που δούμε πόλεμου σημάδι ,
ευθύς να τ' αφανίσουμε κοιτάμε.
Γιατί ο πόλεμος καταστροφή μας
θα είναι, και μαζί του κόσμου όλου.
Ή μη δεν ξέρεις πως τα όπλα τώρα
Τέλεια μπορώ να πω πως έχουν γίνει
Και ότι μέσα σε στιγμές μονάχα
Μπορούν τη ζωή από τη γη να σβήσουν;
Φύγε λοιπόν και άσε μας ησύχους.
Τράβα και πάλι εκεί απ’ ό,που ήρθες.

Α.
Ο δύστυχος! Και από δω με διώχνουν.  
Μα αν μ' άδεια χέρια πάω στην Αφροδίτη
Αλλον θα βρει και μένα θα μ' αφήσει.
Κείνος ο Ερμής πολύ την τριγυρίζει.
Κι όλο της κουβαλάει δώρα ο άθλιος
Κλέβοντας από δώθε κι από κείθε.
…Μα να που έρχονται οι δυο μου φίλοι.
Φίλοι πώς πήγε το δικαστήριο σας;

Θ.
Αρη τηνε κερδίσαμε τη δίκη.
Και συ τί έκανες; Τους έχεις πείσει;

Α.
Με διώξανε. Και να! τραβάω πίσω.

Θ.
Και λες θα πάρει πάλι μπρος το τανκ σου;

Α.
Θα πάρει. Λίγο λίγο το ’χω μάθει.
Μα δε μου λέτε σεις καλά παιδιά μου
Μήπως μπορείτε εσείς να με βοηθήστε;

Θ.
Εμείς; Και πώς;

Α.    
Ο Πρώτος ο Παγκόσμιος
Με μια δολοφονία δεν είχε αρχίσει;
Δεν καθαρίσαν κάποιον αρχιδούκα;

Θ.
Ναι.

Α.      
Ρε παιδιά, τι λέτε, θα γινόταν...

Θ.
Πες το. Τι θες;

Α.    
Να ρε παιδιά… αν κάποιος
απ’ τους μεγάλους της Ρωσίας  έρθει
Για επίσημη επίσκεψη στις ΗΠΑ,
Τί λέτε-γίνεται να τον σκοτώστε;..

Θ.
Παραλογίζεσαι βεβαίως Αρη.
Κι αν τον κουμουνισμό πολύ μισούμε
Μα δε θα γίνουμε-όχι-δολοφόνοι.
Όμως μια συμβουλή έχω για σένα.
Τράβα από δω γραμμή για την Ελλάδα.
Εκεί μαλώνουνε με δίχως λόγο.
Λίγο κι εσύ αν πας να τους τσιγκλίσεις,
δίπλα οι Τούρκοι, Βούλγαροι από πάνω,
Σκόπια… Δουλειά καλή μπορείς να κάνεις.
Κι έτσι κι εκεί αρχίσει κάτι τέτοιο
Και πάρουνε φωτιά και τα Βαλκάνια,
Εύκολα μέσα μπαίνει κι η Ευρώπη
Κι η Αμερκή θ' ακολουθήσει τότε.
Ναι. Στην Ελλάδα πήγαινε ν' αρχίσεις.

Α.
Θα πάω. Και να έχανα τί έχω;
Εξ άλλου ο λαός δικός μου είναι.
Καλά με ξέρουν όλοι εκεί κάτω.
Κι εγώ τους ξέρω βέβαια το ίδιο.
Μπορεί εκείνοι να με καταλάβουν.
Α! Ο Πελοποννησιακός! Τι ευτυχία!
Να ένας τέτοιος θέλω ν’ αρχινήσει
Πολεμος. Μόνο που θα τονε λένε
Όχι Πελοποννησιακό βεβαίως,
Αλλά Παγκόσμιο! Ναι!Τ Αυτό θα κάνω-
Γραμμή για την Ελλάδα θα τραβήξω!

                          -------

ΜΗΤΡΟΣ-ΓΙΑΝΝΟΣ 

ΠΑΛΙΑ ΟΙΟΝΕΙ ΠΟΛΙΤΙΚΑ

 

 ΜΗΤΡΟΣ-ΓΙΑΝΝΟΣ
("Ασπρα μαλλιά στην κεφαλή
Κακά μαντάτα στη Βουλή"
Παροιμία)


(Ο Γιάννος και ο Μήτρος κουβεντιάζουν
Και όλα κι όλους άφοβα σχολιάζουν)

-Ακουσες Γιάννη τι εχτές έγινε στη Βουλή;

-Ναι. Και το είδα. Επίτηδες ο ίδιος πήγα εκεί.
Αλλά κι εσύ δεν είχες ’ρθει; Νομίζω σ' είδα κάπου..

-Οχι. Εχτές περπάτησα μέχρι του Φιλοπάππου.

-Μονάχος;

-Οχι βέβαια. Ηταν μαζί μου η Νότα.
Και χτες ρομάντζα ήθελε, κατά τα ειωθότα.
Ομως εμπρός! Για τη Βουλή άρχισε να μου λες-
Νότες υπάρχουνε πολλές. μα ούτε δυο Βουλές.


-Σωστά. Χτες πήρανε λοιπόν πάλι φωτιά τα τόπια
Γιατ' ήταν η συζήτηση πούγινε, για τα Σκόπια.

-Ε, τι; Ετσακωθήκανε;

-                              Και βέβαια. Οπως πάντα.
-Πες μου, του ήρθε κανενός στην κεφαλή του τσάντα;

-Οχι. Ετσακωθήκανε μονάχα με τα λόγια.

-Χρόνια να δω έχω γροθιές. Γιατί;

-                                               Βρε κουτομόγια
Η Ευρώπη απαράβατον τους έχει θέσει όρον:
Το χρήμα κόβει αν στη Βουλή μαλώσουν κατά κόρον.

-Τώρα λοιπόν τσακώνονται χωρίς γροθιές και ξύλο;

-Ναι. Κι ο ένας κάνει τ' αλλουνού μάλιστα και το φίλο.

-Αλλιώς δεν έχει χρήμα, ε;

-                                          Καθόλου. Ούτε σέντσι.

-Λοιπόν για λέγε, τί έγινε; Ακούω, ας είναι κι έτσι.

-Σου ’πα λοιπόν, το θέμα χτες ήταν το Σκοπιανό.
Γι αυτό κανένα έδρανο δεν ήταν αδειανό .
Βλέπεις πως μιας και ήτανε το θέμα σοβαρό
ν’ ακούσει δεν περίμενε κανείς κάτι ανιαρό.
Αλλά  τα καταφέρανε του Εθνους οι Πατέρες
Σαν τις υπόλοιπες κι αυτήν να τηνε κάνουν μέρες.
Και μη διαθέτοντας ντροπή, φιλότιμο και τσίπα
Κάναν και χτες μες στο νερό μία μεγάλη τρύπα.
Στην άκρη παρατήσανε το θέμα το μεγάλο
Και πάλι καταπιάστηκαν μ' ό,τι μικρό και φαύλο.
Μίλησε πρώτα ο Σαμαράς. Και είπε ότι όταν
Για Σκόπια έλεγε ο Ψηλός ότι ενδιαφερόταν,
Μόνο για τα πετρέλαια γνοιαζόταν στην ουσία.

-Τον κατηγόρησε λοιπόν ευθέως για προδοσία…

-Ναι. Μα μιλώντας ύστερα, ο Μητσοτάκης τώρα,
Τα ίδια ανταπόδωσε στον Σαμαρά τα δώρα.
Του ’πε ότι εμάσησε κι αυτός απ’ τον ΟΤΕ,
Κι έτσι να μη μιλάει.
-                                Ποιος;
-                                          Ο Σαμαράς κουτέ.
Και ο Ψηλός προχώρησε και τούπε μέσα στ' άλλα
(Τουτέστιν είπε ο γάιδαρος τον πετεινό κεφάλα)
Πως αποστάτης ήτανε, γιατί από τη δική του
Εφυγε την κυβέρνηση, μ’ άλλους δυο τρεις μαζί του.

-Θα το περίμενες εσύ, ο τόπος τούτος 'δω
Το κάθε τι αποβάλλοντας που ως τώρα είχε καλό
Προδότες νάχει γι αρχηγούς πολιτικών κομμάτων;
Αχ.' Ας γεννιόταν και σε μας θεέ μου ένας Κάτων!

-Φαίνεται είναι η εποχή τώρα των Κατιλίνων.

-Ω! Μοίρα κακοδαίμονη των δύστυχων Ελλήνων!.
Λοιπόν μετά ποιός μίλησε;

-                                        Ο Παπανδρέου.

-                                                              Αλήθεια!;
Μη μου το λες. Πώς κι η φωνή του βγήκε από τα στήθια;

-Δύσκολα. Ομως  τα ’χανε σοφά σχεδιάσει όλα.
Σ' ένα φορείο τον είχανε δεμένον με λουρίδες.
Και όταν ήρθε η ώρα του, τον πήραν δυο νταήδες,
Κι ορθόν πάνω τον στήσανε στο βήμα της Βουλής.
Ετσι ορθός πως στέκονταν δε μπόρειες ν' αρνηθείς.
Δέσαν μετά στα χέρια του κλωστές λεπτές τα μάλα
Ωστε να μη διακρίνονται πολύ από τη σάλα,
και κάποιος από πίσω του ρύθμιζε τις κινήσεις.
Κλωστίτσες εκολλήσανε στα χείλια του επίσης.
Κι ένα μπροστά στο στήθος του και από πίσω ένα
Μεταλλικά του είχανε δυο φύλλα εφαρμοσμένα.
Κι όταν λοξά τους κοίταζε, σήμαινε "θα μιλήσω".
Εκείνοι τότε πίεζαν τις πλάκες μπρος και πίσω,
Και ο αέρας σπρώχνονταν, έφτανε ως τα χείλη,
Κι έβγαινε από την τεχνητή που εκείνα φτιάχναν πύλη.
Πρώτο που θέλησε να πει, ήταν πως θετικό
Ήταν το βήμα πούκανε αυτός στο Σκοπιανό.
Και τότε μια αξεπέραστη συνέβη εμπλοκή,
Γιατί τη λέξη "θετικό" δε μπόρειε να την πει.
Αντί για "θετικό" να πει, έλεγε "θατικό".
Και ξέρεις γιατί γίνονταν ετούτο το κακό:
Γιατί το είχε η γλωσσά του συνήθειο πλέον πάρει
Μετά το "θήτα" πάντοτε το "άλφα"  να κοτσάρει.
Και όλο "θα" και "θα" και "θα" πως νάβγαινε το "θε".
Είναι δευτέρα φύσις μας η έξις ω! ’γαθέ!
Και κάποιοι αφού διευκρίνισαν τί ήθελε να πει,
Μετά ευθύς προχώρησε. Και δίχως μια ντροπή
Ανεύθυνος μας δήλωσε ότι ο Εβερτ είναι
(Κι ο δόλιος πού την κεφαλήν δεν έχει πλέον κλίναι,
Γιατί με βέλη απ' τ’ άλυπο της κριτικής το τόξο,
Και από μέσα βάλλεται κι όχι μονάχα απόξω).

-Ωστε όχι φάρα προδοτών έχουμε μοναχά
Μα κι ανεύθυνων ηγετών τον φθοροποιό βραχνά…

-Μετά ο Αντώνης μίλησε πάλι ο Σαμαράς
Κι αφού δηλώσεις έκανε διαφόρους σοβαράς,
Αστοχον χαρακτήρισε τον κάθε χειρισμό
Που έχει ο πρωθυπουργός κάνει στο Σκοπιανό.

-Κι απόφαση ποια βγάλανε; Τί είπαν θ' απογίνει;

-Απόφαση δε βγάλανε. Αυτό πότε έχει γίνει;

-Μα τότε τί τους θέλουμε αν δεν αποφασίζουν;
Ο ένας τον άλλο μοναχά τους έχουμε να βρίζουν;
Καλλίτερα να φύγουνε. Να διαλυθεί τελείως
Το Σώμα που υπό διάλυσιν είναι και τώρα αισίως.

-Αυτό που είπες τώρα δα, παίρνει νερό πολύ.
Μπορείς Ελλάδα να σκεφτείς ποτέ χωρίς Βουλή;

-Ναι. Δίκιο έχεις. Η Ελλάς αλλιώς δεν περπατεί.
Μα όσο κι αν το σκέφτομαι, δε βρίσκω το "γιατί".

-Βρε αν δεν υπήρχε η Βουλή θάχαμε βουλευτές;

-Και βέβαια δε θάχαμε.

-                               Ωραία. Και δε μου λες
Χωρίς Βουλή και βουλευτές, θάχαμε βουλευτίνες;

-Οχι. Θα τις εστέλναμε στο διάολο κι εκείνες.

-Κι αν κάποτε, ο μη γένοιτο, ο Αντρέας μας πεθάνει,
Κι αφού η τηλεκάμερα στην Κόλαση δε φτάνει,
Κι αφού ο Αντρέας Πρόεδρος δε θάναι του ΠΑΣΟΚ
(Αλήθεια τι δυσβάστακτο για την υφήλιο σοκ!),
Και η Μιμή στο πλάι του δεν θα ποζάρει πλέον,
Πώς τότε θα θαυμάζουμε το σώμα της τ' ωραίον;
Μα υπαρχούσης της Βουλής, πατάς ένα κουμπί
Και να οι καμπύλες της Μιμής επάνω στο γυαλί.

-Αλλά νομίζω Γιάννη μου, δεν είναι βουλευτίνα.

-Α! Ωρε Μήτρο! Βρε πού ζεις; Εδώ βοά η Αθήνα
κι εσύ ακόμα βρίσκεσαι στο "δεν" και στο "νομίζω".

-Αλλά δεν είναι Γιάννη μου, όσο εγώ γνωρίζω.

-Δεν είναι, αλλά σύντομα θα είναι, δίχως άλλο.
Γιατί εκτός απ' τ' άλλα της, και ρεύμα έχει μεγάλο.

 -Προς την κατεύθυνση η Βιβή λοιπόν αυτήν κινείται;

-Κινείται προς πολλές μεριές, αν και σε μία κείται.
Ή μη δεν ξέρεις αύριο συνέντευξη πως δίνει;

-Δεν τόξερα. Και τί θα πει;

-                                        Ο,τι είπε και η Φρύνη.
Μα κύρια θ' αμυνθεί.


-                                Τί είπες; Θα γδυθεί;

-Οχι βρε Μήτρο. Θ' αμυνθεί, για όσες κατηγόριες
Τον τελευταίο τον καιρό της δώσαν στενοχώριες.

-Και θα μιλήσει φυσικά για τις φωτογραφίες..

-Το κύριο θάναι θέμα της μ' άλλες μαζί αηδίες.
Η Μπουμπουλίνα άραγε, του Σούλι οι ηρωίδες,
Οι Αγιες Ζαλογγίτισσες, κι οι τόσες Ελληνίδες
Που δώσανε ό,τ' είχανε για την πατρίδα Ελλάδα,
Τάχα από του Παράδεισου μικρή μια χαραμάδα
Μπορούν να βλέπουνε στη γη;.. Κάλλιο να μην μπορούνε.

-Στους άντρες όμως Ελληνες θ' αρέσει ό,τι δούνε.

-Δεν ξέρω τι θα κάνουνε οι άντρες σαν και σένα.
Για μια γυναίκα μοναχά πονεί η ψυχή μου εμένα.
Αχ! Ρηγανοκεφτέδισσα εσύ κυρα-Μαρίκα!

-Τον Μητσοτάκη την κυρά! Αυτήνε λες! Το βρήκα;

-Αυτήνε, ναι. Που απ’ τη στιγμή που η αδιαντροπιά
Βγήκε στη φόρα της Μιμής, αυτή, σωστή κυρία
Και τη ντροπή της χώρας μας για να ισοφαρίσει,
Δύο φουστάνια να φορεί έχει από τότε αρχίσει.
Εύχομαι αύριο η Μιμή να βγει μία η γιάλλη
Ωστε κι αυτή το δεύτερο φουστάνι να το βγάλει.
Με τούτα όμως και μ’ αυτά έχω πολύ αργήσει
Και αφορμή τ' αφεντικό ζητάει να μ’ απολύσει.
Φεύγω γιατί έφαγα σχεδόν ώρα μισή εδώ.

-Γεια σου.

-               Αντίο φίλε μου. Και να σε ξαναδώ.

-Μόνο Γιαννάκο μια στιγμή. Να σε ρωτήσω κάτι.

 -Για Παπανδρέου; Γιά Σαμαρά; Για Εβερτ; Μητσοτάκη;

-Οχι γι αυτά βρε αδερφέ.. Να…

-                                             Μήπως για το ΝΑΤΟ;
Για την Ευρώπη; Για ΕΟΚ;..

-                                            Οχι γι αυτά Γιαννάκο.

- Πες το λοιπόν και μ' έσκασες. Ποιαν έχεις απορία;

-Να… Λες να δείξει αύριο και ΤΗ φωτογραφία;!


                                       -----