Δευτέρα 10 Μαρτίου 2025

 ΠΡΩΙ ΣΤΟ RESTAURANT
«EARLY WORLD» DOWNTOWN DOWNTOWN ΕΛ ΕΪ

Ακούω το ξεφτισμένο θρόισμα του φουστανιού της
στις στριμωγμένες τις καρέκλες.
Ακούω το ήσυχο ανάδεμα του κουταλιού
στην κούπα του καφέ.
Ακούω την κουρασμένη της φωνή
που παραγγέλνει country gravy.

Είναι η φωνή ανθρώπου που απόκαμε
απ' τις πολλές προσπάθειες και πια
τα όπλα του απωθεί και παραδίνεται
και στέκει τώρα σαν ξερό φύλλο του φθινοπώρου
γέρας του πρώτου που θα ρθεί αγέρα.

Ακούω τις μονόλογες
ευγενικές της απαντήσεις
στην προσποιητή πολυλογία της waitress.
Ακούω τους ήχους του σπασίματος της φρυγανιάς
σαν πέταμα πουλιού από κλαδάκι σε κλαδάκι.
Ακούω ένα "yes"
ένα "of course...thank you..."
Ακούω το άψυχο, βιασμένο της χαμόγελο
καθιερωμένο εδώ
που κλείνει την ανώφελη κουβέντα-
γέλιο ανεπαίσθητο… σαν ψίθυρος... σαν άχνα...

Θα φύγω
δίχως να στρέψω προς τα 'κεί
το βλέμμα ή το κεφάλι.
Φοβάμαι
όταν γυρίσω να τη δω
πως κιόλας δεν θα υπάρχει.

Κυριακή 9 Μαρτίου 2025

 ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΟΥ ΕΣΤΕΙΛΑ ΣΤΟΥΣ ΡΩΣΟΥΣ ΤΗΝ 20 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 2022
Κύριοι ρώσοι,
σας παρακαλώ μην εισβάλετε στην Ουκρανία.
Ο λόγος είναι ότι υπάρχει πιθανότητα οι δυτικοί να απαντήσουν στρατιωτικά και να γίνει ένας παγκόσμιος πόλεμος.
Στην περίπτωση αυτή κινδυνεύει ο πολιτισμός που δημιουργήθηκε μετά από τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο. Επιτεύγματα και κατακτήσεις που κατορθώθηκαν με αγώνες, με θυσίες και με αίμα, κινδυνεύουν να αφανιστούν και να ξαναγυρίσουμε στην προπολεμική άθλια ζωή μας.
Πώς θα μπορούμε να ζήσουμε έτσι;
Γιατί φαντάζεστε τι θα γίνει τότε. Η παγκόσμια οικονομική δυσπραγία που θα ακολουθήσει σαν συνέπεια των πολεμικών ενεργειών των εμπολέμων μερών, θα έχει δυσβάστακτα αποτελέσματα παγκόσμια.
Ο άνθρωπος πλέον δεν θα μπορεί να ανοίγει τα φτερά του προς τα ουράνια και να εξερευνά το Διάστημα. Δεν θα έχουμε πέτρες από άλλους πλανήτες, δεν θα ξέρουμε αν ο Άρης έχει νερό, δεν θα επιδιώκουμε να βρούμε ζωή σε άλλους πλανήτες.
Η μεγαλοσύνη του ανθρώπου θα γίνει αίφνης μικρότητα. Δεν θα μπορεί η υφήλιος να παρακολουθεί αθλητικούς αγώνες και να αγωνιά για το αν η μπάλα που έχει φύγει από τα πόδια ενός ποδοσφαιριστή θα περάσει πάνω ή κάτω από ένα οριζόντιο ξύλο, και θα πάψει να αισθάνεται ευτυχία όταν κάποιος ακοντιστής των Ολυμπιακών αγώνων περάσει τον πήχη μισό εκατοστό πιο πολύ από κάποιον άλλο.
Ο έρωτας κύριοι ρώσοι, ο έρωτας, που επιτέλους είναι ελεύθερος ύστερα από χιλιετηρίδων καταπίεση, θα ξαναγυρίσει στα παλιά του. Ούτε πια σχέσεις της στιγμής, ούτε  ζευγαρώματα σε άλση, σε πάρτι, σε καμπίνες αεροπλάνων, σε κρουαζιερόπλοια. Τότε δυστυχώς, οι νέοι θα στραφούν προς πεζότερες και ανήδονες ενασχολήσεις όπως μελέτη και εργασία. Φαντάζεστε έναν κόσμο που οι νέοι θα αναγκαστούν όχι να καταστρέφουν αλλά να παράγουν, όχι να αλητεύουν παρά να είναι σεμνοί; Τέτοιο ένα πισωδρόμισμα πώς θα το αντέχατε, όταν μάλιστα εσείς θα ήσασταν οι δημιουργοί του;
Και πώς θα αντέχατε και σεις τότε  να ζείτε σε μία παγκόσμια κοινωνία όπου δεν θα υπήρχαν εκατό δισεκατομμυριούχοι που κατέχουν πλούτο ίσον με κείνον που κατέχουν Αφρική και η Ασία μαζί;
Τόσοι οίκοι μόδας, τόσες μονάδες παραγωγής αρωμάτων για κυρίες, τόσα γαστριμαργικά κέντρα που προσφέρουν τις υπηρεσίες τους σε τόσους καλοφαγάδες τι θα απογίνουν;
Τόσες ανακαλύψεις-της πυρίτιδας, της ΤΝΤ, τόσες ωραίες εφευρέσεις που μπορούν και σκοτώνουν από μεγάλη απόσταση τους ανθρώπους ώστε να μην σκοτώνονται πλέον αυτοί από τόξα και ακόντια, πώς θα δεχτείτε να πάψουν να μας ευεργετούν;
Και σκεφτείτε τα είδη των ζώων που είναι υπό εξαφάνιση- αυτών, πώς θα καταφέρετε να υπομείνετε την -σίγουρη τότε- εξαφάνισή; Γιατί πελαργοί, χελώνες, ιπποπόταμοι, λιοντάρια και τόσα άλλα είδη γρήγορα θα εκλείψουν χωρίς τον πλούτο που απαιτείται για την προστασία τους, αφού αυτός θα έχει γίνει παρανάλωμα του πολεμικού πυρός.
Αλλά κυρίως σκεφτείτε τα νιάτα κύριοι ρώσοι, τα οποία πλην των άλλων θα δυστυχήσουν χωρίς πάρτι, χωρίς ναρκωτικά, χωρίς ταχύτατα αυτοκίνητα, χωρίς τα υπέροχα ταξίδια τους σε μακρινές χώρες. Και το απευκταίον: σκεφτείτε πάλι την κατάντια και την δυστυχία των παιδιών μας-της νεολαίας μας, που τότε θα έχουν να ΣΚΕΦΤΟΥΝ κύριοι ρώσοι. Το φαντάζεστε;
Μην μπείτε στην Ουκρανία κύριοι Ρώσοι.
Θυσιάστε την πατρίδα σας για να σωθεί, μεγαλουργούσα, η υπόλοιπη ανθρωπότητα.    

 Ο Βουνάτσος περνάει δύσκολες ώρες στο Νοσοκομείο της Μυτιλήνης.
Του εύχομαι περαστικά.
Τους καιρούς του ογδόντα, είχαμε μαζί πολλά καλοκαιρινά μεταμεσονύκτια κρασοπιόματα στην Λέσβο.
Τον θυμάμαι να έρχεται με ένα μάτσο εφημερίδες υπό μάλης, γενειοφόρος αντάρτης αυτός, στο υπαίθριο ταβερνάκι, όπου, με τρίτον στην παρέα έναν μετέπειτα βουλευτή του ΠΑΣΟΚ, ξεδίπλωνε τις επαναστατικές του ιδέες-αυτές που αργότερα θα τον έκαναν όχι τόσο αγαπητόν στο ΠΑΣΟΚ.
Και πάλι περαστικά σου Δημήτρη.

Σάββατο 8 Μαρτίου 2025

 Βγάλε την καθαρεύουσα από τη Γραφή και τον στόμφο από τους ιεροκήρυκες και έσωσες τον Ελληνισμό.

Η γνώμη μου για τον Επιτάφιο του  Περικλή. (θα χρησιμοποιήσω το λεξιλόγιο το σημερινό για να αποδώσω λέξεις του αρχαίου κειμένου, που έχουν την ίδια σημασία σήμερα.  Κάποιος αναγνώστης παρατήρησε ότι τότε δεν υπήρχαν «μεροκάματα» και κακώς χρησιμοποίησα τον όρο στο κείμενό μου. Όμως ποια λέξη άλλη σύγχρονη, θα δήλωνε πιο σωστά την πληρωμή του κάματου μιας ημέρας;


Ο ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ ΤΟΥ ΕΠΙΤΑΦΙΟΥ ΤΟΥ ΠΕΡΙΚΛΗ

Πολλοί μιλάνε για την αρχαία Αθήνα του Περικλή σαν την γενέτειρα της Δημοκρατίας.
Και σαν απόδειξη αυτής τους της άποψης φέρνουν τον Επιτάφιο λόγο που εκφώνησε ο Περικλής πάνω από τα πτώματα των πρώτων νεκρών του πελοποννησιακού πολέμου, λόγο που αναφέρει τα στοιχεία της δημοκρατίας αυτής.
Όμως ο ίδιος αυτός ο Επιτάφιος, αν εξεταστεί διαλεκτικά, αποδείχνει πως μόνο δημοκρατία δεν ήτανε το πολίτευμα του Περικλή.

Είναι βέβαιο ότι ο Επιτάφιος αυτός δεν εκφωνήθηκε από τον Περικλή ούτε και από κανέναν άλλο.
Γράφτηκε από τον Θουκυδίδη, ο οποίος με τις πνευματικές και συγγραφικές του ικανότητες θέλησε να κάνει αυτόν το λόγο ένα μνημείο τελειότητας για την αγαπημένη πόλη του, την Αθήνα.
Μερικοί κάνουν ότι ξεχνούν ότι όλα όσα αναφέρονται στον Επιτάφιο δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και θεωρούν πως η αρχαία Αθήνα ήταν ό,τι ο Επιτάφιος αυτός θέλει να μας παρουσιάσει. Και γενικεύοντας απλώνουν τον μανδύα της τελειότητας και σε όλη την αρχαία Ελλάδα, με αποτέλεσμα να δημιουργήσουν ένα μύθο δημοκρατίας, ελευθερίας και δικαιοσύνης, που δήθεν η αρχαία Ελλάδα είχε, με κέντρο της την Αθήνα, αναπτύξει.
Διαλέξανε να το κάνουν αυτό με την Αθήνα, επειδή η Αθήνα είναι τόσο αρχαία που κανείς δεν μπορεί να αποδείξει ότι δεν ήταν έτσι τα πράγματα, επειδή η ελληνική γλώσσα ήταν για αιώνες οικουμενική γλώσσα, και επειδή ο Θουκυδίδης έφτιαξε μια ιδεώδη δημοκρατία στα χαρτιά, χαρτιά που διασώθηκαν ώστε να μπορούν να διαβαστούν και σήμερα.
Και όσοι υποστηρίζουν αυτά, κάνουν ότι ξεχνούν πως όλοι οι πολιτισμοί που φάνηκαν πάνω στη γη και που στο μέλλον θα φανούν πάνω σ' αυτήν, έχουν την ίδια αξία και τον ίδιο σκοπό υπηρετούν. Και κάνουν ότι το ξεχνούν, γιατί το συμφέρον τους έτσι τους υπαγορεύει να κάνουν, εν γνώσει τους διαστρεβλώνοντας την ιστορία αλλά και την ίδια την ιδέα του πολιτισμού σαν κοινωνικού και γενεσιουργού «προόδου» φαινομένου. Και ξεχνούν ακόμα ότι ο κάθε  σημερινός πολιτισμός, είτε της Δύσης είτε της Ανατολής, είναι πολιτισμός, και την ίδια αξία έχει όπως κάθε πολιτισμός.

Ας πούμε την αλήθεια λοιπόν για την αρχαία Αθήνα, την αρχαία Ελλάδα και τον πολιτισμό της, όσο τουλάχιστον μας δίνει την ευκαιρία να το κάνουμε η ίδια η Αθήνα και με όπλο που δανειζόμαστε από αυτή την ίδια -τον Επιτάφιο λόγο του Περικλή.
Χωρίς σπουδαίους προλόγους ας δούμε τον Επιτάφιο, όπως τον έγραψε ο Θουκυδίδης.
Εκεί είναι τα σπουδαία.
Στο 36-1 μας λέει ο Περικλής ότι θα αρχίσει την ομιλία του με τους προγόνους.
Και μόνο τούτο θα ήτανε αρκετό για να μας πείσει για την αδυναμία του Περικλή να σταθεί μόνος του στα πόδια του σαν ηγέτης.
Ζητάει τη βοήθεια των προγόνων για να μπορέσει να πείσει τους ακροατές του για ό,τι πρόκειται να πει.
Δεν αρχίζει καν από τους Θεούς. Ηθελημένα η λέξη Θεός δεν ακούγεται ούτε μια φορά στο κείμενό του.
Αυτό δείχνει την αμετροέπειά του και επιτείνει την σκοπιμότητα της αναφοράς στους προγόνους. Από τους προγόνους πιάνεται για να φτάσει εκεί που θέλει.
Δηλώνει έτσι πως ό,τι καλό έχει γίνει για την Αθήνα, αυτό έγινε από τους προγόνους. Από τους πατεράδες δηλαδή, τους παππούδες και τους προπαππούδες εκείνων που τον ακούνε τη στιγμή εκείνη που μιλάει.
Ποιος από του ακροατές του θα τολμούσε να αντιτείνει ότι οι πρόγονοί του δεν ήσαν άξιοι μιας τέτοιας μνείας; ΄Οτι οι προγονοί του δεν έκαναν καλά ό,τι έκαναν;
Βάζει λοιπόν τα συγκαταβατικά θεμέλια με τον τρόπο αυτόν ο Περικλής και πια, εκεί πάνω μπορεί να χτίσει ό,τι θέλει, χωρίς τον κίνδυνο να γκρεμιστεί αυτό από κείνους που τον ακούνε.
Πάντοτε οι κυβερνήτες αρέσκονται να συνδέουν το παρόν με το παρελθόν, γιατί το παρελθόν είναι οι ρίζες από τις οποίες τρέφεται το παρόν, και άραγε μπορεί να σταθεί στα πόδια του το σήμερα.
Το παρελθόν είναι η παράδοση, είναι η πεπατημένη οδός, που καθοδηγεί σίγουρα τους κυβερνήτες εκείνους που δεν θέλουν να αλλάξουν τίποτε από τα υπάρχοντα, επειδή αυτά τους βολεύουν.
Κανένας που καλοπερνάει όπως είναι τα πράγματα, δεν θα αρχίσει κάτι από την αρχή, γιατί αυτό το κάτι θα μπορούσε να πάρει δρόμο φιλολαϊκό, φιλελεύθερο, πραγματικά δημοκρατικό, και αυτό δεν συμφέρει εκείνους που θέλουν να καλοπερνάνε από την εξουσία που ήδη, αυτοί και η κλίκα τους κατέχουν.

Στο 37-1 ο Περικλής μας λέει ότι δημοκρατία είναι το πολίτευμα όπου κυβερνούν οι περισσότεροι.
Η αρχαία Αθήνα είχε τρακόσες χιλιάδες κατοίκους. Από αυτούς οι εκατό χιλιάδες ήσαν δούλοι, οι εκατό χιλιάδες γυναίκες-χωρίς κανένα δικαίωμα συμμετοχής στα κοινά-,και μόνον οι υπόλοιποι εκατό χιλιάδες ήσαν αθηναίοι πολίτες.
Και μόνον οι πολίτες είχαν δικαίωμα συμμετοχής στα κοινά.
Μπορεί να λογίζεται όμως δημοκρατική μια πολιτεία όταν μόνον το ένα τρίτο των κατοίκων της ψηφίζει;
Σύμφωνα με τα σημερινά δεδομένα όχι βέβαια.
Μια άλλη λέξη θα έπρεπε να έχουν βρει οι ασχολούμενοι με το θέμα για να ονομάσουν ένα τέτοιο πολίτευμα.
Ώστε ούτε σύμφωνα με τη γνώμη του Περικλή για τη δημοκρατία, η αθηναϊκή πολιτεία δεν ήτανε δημοκρατική. Γιατί δημοκρατία σε μια χώρα υπάρχει μόνον όταν αυτή αφορά σε όλους τους πολίτες της.
Ξέρω τι θα μου πουν μερικοί-ότι τότε η δουλεία ήτανε θεσμός, και πως το να είναι κανείς δούλος ήτανε στοιχείο της τότε κοινωνίας και τα λοιπά και τα λοιπά.
Είτε όμως έτσι ήταν τα πράγματα είτε αλλιώς, δημοκρατία δεν υπήρχε, παρά υπήρχε μόνον ό,τι ήθελε να εννοεί σαν δημοκρατία ο Περικλής.
Αν πάρουμε υπόψη μας πως και σήμερα δεν υπάρχει ορισμός της δημοκρατίας, και ότι κάθε δικτάτορας λέει πως έχει δημοκρατία στη χώρα του, και σήμερα ακόμα δεν θα έπρεπε να μιλάμε για δημοκρατία σε καμία περίπτωση-θα έπρεπε να έχουμε διαγράψει αυτήν τη λέξη από το λεξιλόγιό μας.
Αφού όμως ο Περικλής την αναφέρει σαν στοιχείο της πόλης των αθηναίων, και μάλιστα αφού η λέξη επικράτησε για να δηλώσει ότι το πολίτευμα της τότε Αθήνας ήτανε το τέλειο σύστημα διακυβέρνησης, πρέπει κι εμείς να δεχτούμε τον όρο με σκοπό να τον φέρουμε στα μέτρα τα οποία αυτή πραγματικά είχε στην Αθήνα του Περικλή.
Στο ίδιο σπεύδει ο Περικλής να δηλώσει μετά τα παραπάνω, ίσως σε μια προσπάθεια να καλυτερέψει την εικόνα της αθηναϊκής δημοκρατίας που έδωσε αμέσως πριν, πως: "ωστόσο οι νόμοι, όταν είναι για τις ιδιωτικές τους διαφορές (εννοεί των πολιτών),δίνουν σε όλους τα ίδια δικαιώματα".
Τι ωραία που τα λέει ο πρώτος πολίτης της αθηναϊκής δημοκρατίας! Φυσικά εννοεί το δικαίωμα να πίνουν όλοι νερό από τις δημόσιες κρήνες, το δικαίωμα να αναπνέουν, ακόμα το δικαίωμα να ανοίγουν καταστήματα, να εργάζονται με εξευτελιστικά μεροκάματα, το δικαίωμα να δυστυχούν και άλλα τέτοια δικαιώματα.
Το δικαίωμα στην δίκαια κατανομή του πλούτου είναι ιστορικά γνωστό πως δεν περιλαμβάνονταν στα δικαιώματα που με τόσην απλοχεριά χάριζε στους αθηναίους πολίτες ο Περικλής.
Σαν άλλος θεός κι εκείνος είχε δώσει το δικαίωμα στους πολίτες του να τρώνε από τους καρπούς όλων των δέντρων, αλλά τους απαγόρευε να τρώνε από το δέντρο του Καλού, με άλλα λόγια του χρήματος.
Και οι πολίτες ζούσαν με τον τρόπο αυτόν μέσα στην πόλη εκείνη.
Αν ήθελαν ας έκαναν κι αλλιώς-ο πέλεκυς του νόμου, που δεν περιλάμβανε στα δικαιώματα που έδινε στους πολίτες και το δικαίωμα στην ευτυχία, έπεφτε βαρύς πάνω στα κεφάλια τους όταν προσπαθούσαν να ζήσουν κι αυτοί ανθρωπινά.
Στον Επιτάφιό του βλέπουμε λοιπόν ότι ο Περικλής βρίζει τους φτωχούς μπροστά στα ίδια τους τα μάτια και τα αυτιά, κι εκείνοι τον ακούνε αδιαμαρτύρητα. Σαν πρόβατα.
Και συνεχίζει λέγοντας πως ναι μεν όλοι έχουν ίσα δικαιώματα αλλού («στα χαρτιά» εννοεί βέβαια), όμως όταν πρόκειται να διαλεχτούν οι κυβερνήτες της πολιτείας, τότε δεν γίνεται κυβερνήτης ο κάθε πολίτης, αλλά ο ικανότερος.
Όπα!
Ας προσπαθήσουμε να δούμε ποιος μπορεί να ήταν ο ικανός για τα αξιώματα της πολιτείας στην αρχαία Αθήνα.
Θα ήταν ίσως ένας μανάβης που από μικρό παιδί δούλευε από το πρωί μέχρι το βράδυ για το μεροκάματο; ΄Οχι βέβαια.
Ποιος θα ήταν;
Μήπως ένας μπακάλης, ένας ψαράς, ένας βιοτέχνης;
Όχι βέβαια.
Ποιος θα μπορούσε να είναι ο ικανότερος; Μα ποιος άλλος από ένα πλουσιόπαιδο που θα είχε το χρόνο και το χρήμα να σπουδάσει τις επιστήμες και τις τέχνες που απαιτούνται για τον σκοπό αυτόν;
Οι φτωχοί λοιπόν έξω και από τη διοίκηση της πολιτείας.
Ωραία πόλις, ηθική, αγγελικά πλασμένη.
Ό,τι γίνεται και σήμερα στα κράτη.

Στο 37-2 διαβάζουμε: "Δεν κοιτάζουμε υποψιασμένοι ο ένας τον άλλον στις καθημερινές μας δουλειές΄ δεν θυμώνουμε με το γείτονά μας αν τυχόν κάνει κάτι κατά την όρεξή του, κι ούτε παίρνουμε την όψη του πειραγμένου, πράγμα που αν δεν βλάφτει, όμως στενοχωρεί τον άλλον."
Αλήθεια τι θαυμαστή επίτευξη! Ο πλούσιος δεν παίρνει την όψη του πειραγμένου όταν βλέπει τον φτωχό να πεινάει, γιατί ο φτωχός μπορεί να στενοχωρηθεί από αυτό, και τότε πάει η δημοκρατία που δεν ανέχεται να στενοχωρεί ο ένας τον άλλο.
Αλλά ούτε ο φτωχός παίρνει την όψη του πειραγμένου όταν βλέπει τον πλούσιο να του πίνει το αίμα, γιατί τώρα θα υπήρχε ο φόβος ο πλούσιος να στενοχωρηθεί από αυτό και τότε πάει περίπατο όχι μόνον η δημοκρατία αλλά ίσως και ο ίδιος ο φτωχός.
Εδώ η λογική λέει πως έχουμε να κάνουμε ή με ένα λαό ηλιθίων ή με ένα λαό που η καταπίεσή του από την εξουσία είχε τόση ζημιά κάνει μέσα του, που είχε γίνει εσωτερική καταπίεση και άγχος, με συνέπεια έναν άθλιο τρόπο ζωής. Και επειδή ηλίθιος τόσο πολύ κανένας λαός δεν είναι, ισχύει το δεύτερο σκέλος της υπόθεσης, πως ο αθηναίος πολίτης ήταν τρομοκρατημένος μέχρι βουβαμάρας.
Η πλύση εγκεφάλου που έκανε ο Περικλής στους Αθηναίους, τους είχε κάνει ανίκανους όχι μόνο να διαμαρτυρηθούν ή να αντιδράσουν σε κάτι άδικο που τους γινόταν, αλλά ούτε ακόμα και να συνειδητοποιήσουν ότι αδικούνται. Μόνο γελούσαν και ευχαριστιόνταν, μας λέει ο Περικλής, όταν το άδικο τους χτυπούσε.
Μήπως τότε έτσι είχαν παντού στην Ελλάδα τα πράγματα, και εθεωρούνταν όντας έτσι δημοκρατικά;
Μπορεί ναι, όμως αυτό το πράγμα δημοκρατία δεν ήταν.
Πόσο μεγάλος πρέπει να ήταν ο τρόμος που είχε βάλει ο Περικλής μέσα στις ψυχές των άμοιρων αθηναίων, που αυτοί ούτε την όψη του πειραγμένου να μην μπορούν να πάρουν όταν νιώθανε πάνω στο πετσί τους την αδικία και τον εμπαιγμό του ισχυρού διπλανού τους…
Και δεν είναι καθόλου δύσκολο να εξηγήσουμε την κατάσταση αυτή.
Όταν ο φτωχός αθηναίος δεν έχει τα χρήματα που απαιτούνται για να πάει στα δικαστήρια όταν αδικείται, όταν ο πλούτος είναι εχέγγυο ατιμωρησίας, όταν η κλίκα του Περικλή λύνει και δένει στην Αθήνα, όταν βλέπει τον τρόπο με τον οποίο τιμωρούνται οι "σύμμαχοι" που τολμούν να σηκώσουν κεφάλι, τότε πώς αυτός θα διανοηθεί να σηκώσει το δικό του;
Και αν κανένας από τους αθηναίους πολίτες είχε κάποιαν ελπιδοφόρα υποψία πως τα πράγματα δεν είναι τόσο τρομερά όσο δείχνουν και θαρρούσε πως είχε περιθώριο άμυνας, αυτός, πηγαίνοντας στο θέατρο, έπαιρνε την σίγουρη απάντηση από το παράδειγμα που το θέατρο έδινε με τις παραστάσεις του, ώστε ο άμοιρος πολίτης εγκατάλειπε κάθε ελπίδα και ξαναγύριζε με σκυμμένο το κεφάλι στο μαντρί από όπου είχε προσπαθήσει να βρει διέξοδο.

Τα θεωρικά ήσαν χρήματα που δίνονταν στους φτωχούς για να πάνε στο θέατρο.
Από τον θεσμό αυτό των θεωρικών, φαίνεται όλη η βρωμιά του αθηναϊκού καθεστώτος και όλη η βουλιμία του ξεσκεπάζεται, αν κανείς θέλει να δει τα πράγματα όπως είναι, και όχι όπως τα βλέπει ένας ομοτράπεζος του Περικλή-ένας απολογητής της πλουτοκρατίας.
Και να γιατί: αν οι αθηναίοι δεν είχαν λεφτά να πάνε στο θέατρο, καταλαβαίνει κανείς τη φτώχεια που τους έδερνε.
Αν πάλι είχαν λεφτά να πάνε στο θέατρο και δεν πήγαιναν, καταλαβαίνει πάλι κανείς ότι δεν ήθελαν να πάνε στο θέατρο όπου έπαιρναν οδηγίες συμπεριφοράς σαν πολίτες.
Γιατί όταν μιλάμε για θέατρο στην αρχαία Αθήνα, μιλάμε για ένα μέσο προπαγάνδας, μιλάμε για ένα μέσο που με αυτό περνούσε τη γραμμή της η κυβερνώσα κλίκα, μιλάμε για την σημερινού ελληνικού τύπου κρατική τηλεόραση της εποχής. Και είναι γνωστή η αυστηρότατη λογοκρισία στην οποία υποβάλλονταν κάθε έργο πριν ανέβει στη σκηνή του θεάτρου-που από μία λέξη του κειμένου του κρέμονταν πολλές φορές και η ζωή του συγγραφέα!
Οι "μη υποψιασμένοι", "μη θυμώνοντες" και "μη πειραγμένοι" λοιπόν αθηναίοι, σπρώχνονταν από την πολιτεία να πάνε στο θέατρο για να ακούσουν το κήρυγμα της ισοπέδωσης, για να μάθουν το τίμημα της ανυπακοής και για να μπορούν να συνεχίσουν να ζουν έτσι καταπιεσμένοι στην Αθήνα, την πόλη που θα φημίζεται για αιώνες μετά την εξαφάνισή της, σαν η πόλη που σε αυτήν γεννήθηκε η δημοκρατία και η ελευθερία. Τερατογενέσεις πράγματι.

Και ο αρχιτέκτονας του «χρυσού αιώνα» της Αθήνας συνεχίζει στο 37-3: "...είναι πιο πολύ από εσωτερικό σεβασμό που δεν παρανομούμε, στους άρχοντές μας κάθε φορά πειθαρχικοί και στους νόμους και μάλιστα σε όσους από αυτούς έχουν γίνει για να βοηθούν τους αδικημένους και σε όσους, και άγραφοι που είναι, όμως φέρνουν ομολογημένη ντροπή η μη τήρησή τους.»
Με "εσωτερικό σεβασμό" ο Περικλής εννοεί εξωτερικό καταναγκασμό. Γιατί η πειθαρχία στους άρχοντες όταν αυτοί αδικούν, δεν δείχνει εσωτερικό σεβασμό, αλλά τρόμο για τις συνέπειες μιας ανυπακοής.
Και το παράδειγμα το έχουμε μπροστά μας, είναι αυτή τούτη η συγκέντρωση των πολιτών στην οποία μιλάει ο Περικλής. Μιλάει σε ανθρώπους που έχασαν μέλη αγαπημένα της οικογένειάς τους σε έναν πρόσφατο, που μάλιστα την ώρα αυτή της ομιλίας συνεχίζεται, πόλεμο. Πόλεμο που ο ίδιος ο Περικλής επιζήτησε, πόλεμο που μπορούσε να έχει αποφύγει χωρίς να βλαφτεί ούτε η δόξα ούτε η ευμάρεια των εκλεκτών της αθηναϊκής πολιτείας. Και πώς αλλιώς θα εξηγιόταν η στάση των πολιτών να ακούνε να τους μιλάει για πειθαρχία στους άρχοντες ο άρχοντας που με τις αποφάσεις του δημιούργησε στους ακροατές του τόσες δυστυχίες στον πρώτο κιόλας χρόνο του πολέμου, παρά σαν μια απόδειξη μοιρολατρίας αλλά και τρόμου για τις συνέπειες μιας αντίδρασης;
Αλλά πιο πειθαρχικοί ήσαν οι αθηναίοι, μας λέει ο ομιλητής, στους νόμους που είχαν γίνει για να βοηθούν τους αδικημένους.
΄Ωστε στην Αθήνα υπήρχαν και αδικημένοι!; Κατά λάθος θα αδικούνταν βέβαια... Γιατί σε μια τέλεια πόλη όπως στην Αθήνα του Περικλή έτσι όπως την περιγράφει ο Θουκυδίδης, θα είχαν παρθεί όλα τα ανθρωπίνως δυνατά μέτρα για να αποφευχθεί κάθε αδικία.
Ας φωτίσουμε όμως και αυτή την αποστροφή του λόγου.
Ξέρουμε ότι στα δικαστήρια της Αθήνας σπάνια κατάφευγαν οι πολίτες για να βρουν το δίκιο τους όταν ο αντίδικος συνέβαινε να είναι πλούσιος. Και αυτό επειδή ο δικηγόρος -δηλαδή ο ρήτορας που έγραφε τον λόγο υπεράσπισης των κατηγορουμένων-ζητούσε τόσο πολλά χρήματα που οι φτωχοί κατά κανόνα δεν είχαν να τα πληρώσουν.
Το ίδιο απρόθυμοι ήσαν οι φτωχοί αθηναίοι, οι περισσότεροι αθηναίοι δηλαδή, να πάνε στο δικαστήριο και όταν ακόμα ήσαν όχι ενάγοντες ή κατηγορούμενοι, αλλά και ένορκοι. Στην περίπτωση αυτή η απροθυμία τους οφειλόταν στο γεγονός ότι θα έχαναν το μεροκάματο. Τέτοιος φόβος δεν υπήρχε φυσικά για τους πλούσιους ενόρκους, με αποτέλεσμα να δικάζουν πρακτικά μόνον οι πλούσιοι. Και καταλαβαίνουμε τι συνέπεια είχε αυτό:τις δίκες τις κέρδιζαν πάντοτε οι πλούσιοι.
Με ποιον τάχα τρόπο εννοεί ο Περικλής πως οι αδικημένοι δικαιώνονταν;
Κανείς δεν ξέρει, μιας και ο λόγος δεν μπαίνει σε λεπτομέρειες εκεί που δεν τον συμφέρει.
Αλλά, μας λέει το κείμενο του λόγου, οι αθηναίοι είχαν να υπακούν και σε άγραφους νόμους, που μάλιστα, αν παραβαίνονταν, θα έφερναν ντροπή στον παραβάτη.
Μπορούμε να υποθέσουμε με βεβαιότητα τέτοιους νόμους. Ένας θα ήταν ο νόμος που απαγορεύει την κλοπή, άλλος εκείνος που απαγορεύει το αντιμίλημα στους άρχοντες και στους κάθε λογής ισχυρούς.
Πήραμε μιαν ιδέα της αθηναϊκής δικαιοσύνης.

Στο 38 ακούμε ότι η μια γιορτή ερχόταν μετά την άλλη για να διασκεδάζουν οι αθηναίοι. Οι γνωστές φιέστες για να αποξεχνάει ο λαός τα βάσανα και τα δικαιώματά του και για να μην ξεσηκώνεται. Κάτι σαν τα σημερινά «δρώμενα» ή πανηγύρια της Ελλάδας.
Οι σύμμαχοι, δηλαδή οι υπόδουλοι στην Αθήνα υπόλοιποι έλληνες, πληρώνανε κάθε χρόνο το χαράτσι τους στην ισχυρή Αθήνα. Οι αποικίες αρμέγονταν, οι δούλοι δούλευαν. Γιατί οι πλούσιοι αθηναίοι να μην καλοπερνούσαν με γιορτές και πανηγύρια (αλλά και φιλοσοφώντας, όπως θα δούμε πιο κάτω);
Ακόμα εδώ μαθαίνουμε πως αγαθά έρχονταν από μακρινά μέρη του κόσμου και πως τα αγαθά αυτά τα απολάμβαναν οι αθηναίοι με τόσην οικειότητα «σαν να τα είχε παράγει η δική τους γη»-τόσο φυσικό αισθάνονταν να δουλεύουν άλλοι γι αυτούς.
Εκείνο που δεν μας λέει ο Περικλής είναι πόσοι από τις εκατό χιλιάδες αθηναίους-δεν μιλάμε για τους δούλους και τις γυναίκες-είχαν την οικονομική δύναμη να αγοράσουν αυτά τα αγαθά. Όμως αυτό μας το λένε άλλες πηγές. Και οι άλλες αυτές πηγές μας λένε ότι οι λίγοι απολάμβαναν τα αγαθά που έφερνε στην Αθήνα ο Περικλής.

Στο 39 ο Περικλής συγκρίνει τη Σπάρτη με την Αθήνα για να αποδείξει πως η ζωή των αθηναίων είναι πιο ξεκούραστη στον καιρό της ειρήνης, χωρίς όμως και να υστερούν αυτοί στον πόλεμο όταν έρθει κι αυτουνού η ώρα.
Δεν διστάζει προτερήματα της σπαρτιατικής ζωής να τα βαφτίζει ελαττώματα, ώστε να αποδείξει την ανωτερότητα της αθηναϊκής κοινωνίας, με απώτερο σκοπό να δεχτούν οι ακροατές του ότι για μια τέτοια πατρίδα όπως η Αθήνα, αξίζει να πεθαίνουν νέοι άνθρωποι γι αυτήν, όπως αυτοί πάνω στα πτώματα των οποίων τώρα ο ίδιος ο Περικλής με τον Επιτάφιό του ασελγούσε.

Φαγητό και διασκέδαση για τους λίγους και πόλεμος για όλους είναι λοιπόν τα ιδανικά του Περικλή και ακόμα η παράδοση στους απογόνους μιας ελεύθερης πατρίδας, ό,τι δηλαδή τα ιδανικά ήταν και του αρχηγού κάθε βάρβαρου κράτους τότε ή και κάθε υπανάπτυκτου κράτους σήμερα.
Πέρα όμως από αυτά δεν βλέπουμε να υπάρχει στην Αθήνα η επιδίωξη κάποιου ιδανικού, που η ύπαρξή του θα δικαίωνε την υστερότερη φήμη της Αθήνας σαν της πόλης του φωτός του αρχαίου κόσμου. Σε έναν λόγο τέτοιας επιδίωξης και εμβέλειας θα περίμενε κανείς να ακούσει κάτι και για ηθική, για πνευματικούς προβληματισμούς, για κάποιον σκοπό της ζωής πέρα από τα γνωστά και κοινά για όλους τους λαούς του κόσμου επιτεύγματα και αναζητήσεις-και δεν παραβλέπουμε εδώ τις τόσες Σχολές φιλοσοφίας. Ακούμε μόνον να αντιπαρατάσσεται στον τρόπο ζωής των σπαρτιατών ο τρόπος ζωής των αθηναίων και με βάση αυτή την αντιπαράθεση και μόνον να επιζητείται να δειχτεί η ανωτερότητα της Αθήνας.
Καταλαβαίνει κανείς πως αυτά ενδιαφέρουν τις μάζες και γι αυτό εκεί επικεντρώνει το ενδιαφέρον του ο Περικλής.
Οι μάζες όμως των αθηναίων-ο λαός των αθηναίων-δεν θα έπρεπε να δονείται από υψηλότερα ιδανικά-πέραν της διαπίστωσης ότι η καθημερινή ζωή του είναι πλουσιότερη από αυτήν των σπαρτιατών-, για να έχουν κάποιο δίκιο μερικοί σήμερα να τον παρουσιάζουν σαν τον ιδανικό λαό που για μια φορά φάνηκε στης γης το χώμα;

"Αγαπάμε το ωραίο και μένουμε απλοί". Και πάλι: "Ο πλούτος είναι για μας αφορμή για έργα παρά για παινεψιές και λόγια", διαβάζουμε.
Γιατί όχι; Απλοί και χωρίς να λένε πολλά λόγια μένουν όσοι με ένα νεύμα τους μπορούν να τσακίσουν όποιον τους αμφισβητήσει κάποιο τους «δικαίωμα». Γιατί να φωνάζουν, να χειρονομούν, γιατί να παινεύονται ακόμα; Η κατάσταση είναι γνωστή σε όλους-όποιος παίζει με σημαδεμένη τράπουλα δεν εξάπτεται.
Στο ίδιο, το 40-1, μας ανακοινώνει ο αρχηγός της αθηναϊκής δημοκρατίας ότι οι αθηναίοι "αγαπούν" την θεωρητική σκέψη, αγαπούν δηλαδή να φιλοσοφούν.
Ας σταθούμε λίγο εδώ για να δούμε τη φιλοσοφία των αθηναίων.
Πολλές φιλοσοφικές σχολές θα βρούμε στην Αθήνα του Περικλή. Είτε σαν δημιουργήματα των γηγενών, είτε σαν διδασκαλίες ξενόφερτων, κύρια από τη Μικρά Ασία και την Αίγυπτο, φιλόσοφων.
Όμως από όλες τις φιλοσοφίες επέζησαν εκείνες που υπηρετούσαν και που μέχρι και σήμερα υπηρετούν την πλουτοκρατία. Οι άλλες εξαφανίστηκαν από άμεσα χτυπήματα της τότε εποχής-η διδασκαλία τους δεν "διαφημιζόταν", τα βιβλία τους δεν προωθούνταν, οι ιδέες τους δεν εφαρμόζονταν.

Τρανό παράδειγμα γι αυτό, είναι ότι ο Πλάτωνας μάζεψε και ετοιμαζόταν να κάψει τα βιβλία του Δημόκριτου που κυκλοφορούσαν στην Αθήνα. Εμποδίστηκε από τους πυθαγορικούς Αμύκλα και Κλεινία, που του είπανε πως δεν θα πετύχαινε σπουδαία πράγματα με την πράξη του αυτήνε, μιας και τα βιβλία του Δημόκριτου κυκλοφορούσαν και εκτός Αθηνών.
Αλήθεια όλα τα έχουν όχι μόνον πει, αλλά και όλα τα έχουν κάνει πρώτοι οι αρχαίοι έλληνες-ούτε ο Χίτλερ δεν ήτανε ο πρώτος όταν έκαιγε τα βιβλία-αυτός των εβραίων. Τι ωραία Δημοκρατία!

Άλλα παραδείγματα δημοκρατίας: ο Σωκράτης καταδικάστηκε να πιει το κώνειο γιατί "εισήγαγε καινά δαιμόνια". Τι ωραία δημοκρατία!
Ο Αναξαγόρας πάλι, όταν ήρθε να διδάξει στην Αθήνα, καταδικάστηκε σε θάνατο επειδή δίδασκε ότι ο ήλιος δεν είναι θεός αλλά μια διάπυρη μάζα (της οποίας μάλιστα ο μεγάλος αυτός προσωκρατικός προσδιόριζε το μέγεθος ίσο με εκείνο της Πελοποννήσου!) Σώθηκε και φυγαδεύτηκα από τον Περικλή που ήτανε προσωπικός του φίλος. Εδώ έχουμε πια την απόδειξη για το πόσο οι αθηναίοι ήσαν ανοιχτοί για «επιστημονικές» ανακαλύψεις ή ιδέες.
Καταδίκασαν τον Αναξαγόρα σε θάνατο, όπως οι Παπικοί καταδίκασαν σε θάνατο όποιον έφερε νέες ιδέες ή πρόσφερε νέες ανακαλύψεις στην κοινωνία. Πολλοί κάηκαν στην πυρά τον μεσαίωνα. Ο Γαλιλαίος ομολόγησε πως «δεν γυρίζει» για να σώσει το κεφάλι του. Η Υπατία, στηνΑλεξάνδρεια, διαμελίστηκε από τους χριστισνού.
Φαίνεται ότι διδάχτηκαν από την δημοκρατική Αθήνα όλοι αυτοί.
Αλλά ο Αναξαγόρας φυγαδεύτηκε από τον ίδιο τον Περικλή που με τους νόμους που αυτός είχε θεσπίσει είχε καταδικαστεί σε θάνατο!
Τι ωραία δημοκρατία!

Ο Περικλής παράκουσε τους νόμους, ο Σωκράτης τους υπηρέτησε. Δύο αρχές ισχύουσες για τις από υπάρξεως ανθρώπου «πολιτείες» Ο έχων την δυνατότητα να παρανομήσει παρανομεί. Με άλλα λόγια όποιος ξέρει ότι δεν θα τιμωρηθεί γιατί οι Αρχες-μεταξύ τους και η Δικαιοσύνη- είναι «ημέτερες», παρανομεί.
Τι ωραία δημοκρατία!
 
(Βέβαια υπάρχουν και οι Σωκράτες (ένας: ο Σωκράτης) και οι Χριστοί (ένας: ο Χριστός), που σέβονται τους νόμους, έστω και αν αυτοί είναι παράνομοι.)
 Ας μην ξεχνάμε ακόμα ότι ο Αριστείδης εξορίστηκε γιατί ήταν δίκαιος. Πώς άραγε ένας δίκαιος εξορίζεται από μια δημοκρατική πολιτεία, αυτό δεν μας το εξηγεί κανείς από τους υμνητές της αθηναϊκής δημοκρατίας.
Όμως, και εδώ, τι ωραία δημοκρατία!

Και μιας και το έφερε η κουβέντα, ας πούμε πως ούτε η Μαφία είναι εφεύρημα των ιταλών. Γιατί στην Αθήνα υπήρχαν οι καλούμενοι "συκοφάντες", οι οποίοι έπαιρναν χρήματα από πολίτες για να μη τους συκοφαντήσουν στέλνοντάς τους στα δικαστήρια-για κάτι που δεν είχαν κάνει! Και οι πολίτες τα έδιναν τα χρήματα αυτά για τον λόγο που είπαμε πιο πάνω, ότι δηλαδή τα δικαστήρια, που θα έδειχναν ίσως πως αυτοί δεν έκαναν την πράξη για την οποία κατηγορούνται, ήθελαν τόσο πολλά λεφτά για τους ρήτορες, που ήτανε συμφερότερο να υποκύψουν στον εκβιασμό.
Τι ωραία δημοκρατία!

Βλέπουμε και από αυτά πόσο δημοκρατία ήτανε η δημοκρατία της Αθήνας, πόσο αγγελική ήταν η αθηναϊκή κοινωνία και τέλος πόσο δικαιοσύνη ήταν η δικαιοσύνη της.
Έτσι επικράτησαν οι συντηρητικές φιλοσοφίες και κύρια η φιλοσοφία της πλουτοκρατίας-του Πλάτωνα, η οποία στήριξε τους ισχυρούς κάθε εποχής, μιας και, επειδή τους βοηθούσε στην καταδυνάστευση των αδύναμων, την υιοθέτησαν σαν την κυρίαρχη και αλάθητη(!) φιλοσοφία.
Και όλοι μαθαίνουν από τότε πως υπάρχει μια ψυχή που πετάει σαν αφτέρουγο πουλάκι στον ουρανό, περιμένοντας με αγωνία πότε θα γεννηθεί ο άνθρωπος για να πάει να εγκατασταθεί μέσα του, πως υπάρχουν οι ιδέες, οι οποίες κι εκείνες προϋπήρχαν πάντοτε κάπου εκεί ψηλά, ξέροντας, οι πονηρές, πως κάποτε θα ερχόταν ο άνθρωπος για να τον υπηρετήσουν, και πως το αγαθόν ταιριάζει μόνον στων ευγενών την φάρα…
Και η Δύση ακολούθησε τις φιλοσοφικές επιταγές του Πλάτωνα για να φτάσει σήμερα στα χάλια που έχει.
Αν ο Πλάτωνας, μαζί με την τάση του για το φιλοσοφείν, ήτανε ένας άνθρωπος της μέσης ή κατώτερης οικονομικά τάξης, και αν και πάλι έγραφε φιλοσοφικά βιβλία, τότε, με την προϋπόθεση ότι αυτά δεν θα καταστρέφονταν, ίσως να βοηθούσαν τον κόσμο οδηγώντας τον προς την ευτυχία του-γιατί τότε ο Πλάτωνας δεν θα αεροβατούσε, παρά θα έσκυβε με αγάπη επάνω στα προβλήματα του ανθρώπου.
Όμως ο Πλάτωνας ήτανε αυτό που ήτανε-ένας καλοζωϊσμένος αριστοκράτης που δεν ήξερε τι θα πει πόνος και δυστυχία.

Πιο κάτω βλέπουμε ότι πιθανόν ο Πανάγαθος (ο Θεός τωνΧριστιανών), όταν έφτιαξε τους αγγέλους, άφησε μερικούς παράμερα για να τους στείλει στην αρχαία Αθήνα όταν θα εμφανιζόταν ο Περικλής, για να έχει αυτός αγγελικούς υπηκόους. Αλλιώς δεν εξηγείται η ομοιότητα στη νοοτροπία των αγγέλων καθώς και στη νοοτροπία των αθηναίων όπως μας την παρουσιάζει εδώ ο Περικλής: "Και στην καλή διάθεση απέναντι στους άλλους δεν έχουμε την ίδια γνώμη με τον πολύ κόσμο…" (αλίμονο, δεν θα διέφεραν κι εδώ από τους άλλους προς το καλύτερο-όπως και στα άλλα;) "…Τους φίλους μας ζητούμε να τους κερδίσουμε με το να κάνουμε εμείς καλό, όχι οι άλλοι σε μας. Κι είναι πιο σίγουρος εκείνος που κάνει το καλό ότι θα κοιτάξει τη χάρη που του χρωστούν να την κρατήσει με τη συμπάθεια που θα δείχνει σ' αυτόν που ωφέλησε."
Όλοι ξέρουν το καλό που οι αθηναίοι έκαναν στους συμμάχους τους, και ακόμα περισσότερο πόση "συμπάθεια" έδειχναν σ' αυτούς, προκειμένου να κρατήσουν τη "χάρη" που οι σύμμαχοι αυτοί τους χρωστούσαν...
Ωραία δημοκρατία!

Αλλά στο ίδιο-στο 40-1-, βρίσκεται και η πεμπτουσία του παραληρήματος του Περικλή, βρίσκεται το ζουμί όλης της υπόθεσης του ανθρώπινου δράματος, βρίσκεται συμπυκνωμένο το ευαγγέλιο των καταπιεστών και των εκμεταλλευτών του ανθρώπου από τα ανθρωπόμορφα κτήνη.
Διαβάζουμε λοιπόν (εγώμ χρησιμοποιώ κεφαλαία γράμματα): "ΚΑΙ ΤΗ ΦΤΩΧΕΙΑ ΤΟΥ ΝΑ ΤΗΝ ΠΑΡΑΔΕΧΤΕΙ ΚΑΝΕΙΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΝΤΡΟΠΗ. ΠΙΟ ΝΤΡΟΠΗ ΕΙΝΑΙ ΝΑ ΜΗΝ ΚΟΙΤΑΞΕΙ ΔΟΥΛΕΥΟΝΤΑΣ ΝΑ ΤΗΝ ΞΕΦΥΓΕΙ."
Μ' άλλα λόγια: ΔΟΥΛΕΨΤΕ ΣΚΛΑΒΟΙ. Και μη φοβόσαστε, δεν πρόκειται να σας κατηγορήσουμε επειδή δεν έχετε λεφτά (διότι εμείς τα έχουμε όλα), όμως α! ούτε και θα σας ανεχτούμε τεμπέληδες (γιατί τότε ποιος θα συντηρεί και θα μεγαλώνει τον πλούτο των πλουσίων μας;)

Αυτά λέει ο πολύς Περικλής στους "δημοκράτες" αθηναίους, στους "συνειδητούς πολίτες", στα τρομοκρατημένα αυτά όντα που δεν τολμούν ούτε να σκεφτούν πως ό,τι ακούνε είναι η μεγαλύτερη ύβρις και για τους ίδιους και για τους νεκρούς τους. Υποταγμένα όντα-να οι δημοκράτες του Περικλή όπως και κάθε Περικλή σύγχρονου ή και παλιού. Δικτατορία με νόμους επικυρωμένη, ώστε κανείς να μην μπορεί να την αμφισβητήσει.

(«αρχή ενός ανδρός» χαρακτηρίζεται από τον Θουκυδίδη η Περίκλεια Διακυβέρνηση της Αθήνας: «…ἐγίγνετό τε λόγῳ μὲν δημοκρατία, ἔργῳ δὲ ὑπὸ τοῦ πρώτου ἀνδρὸς ἀρχή.»
Τι ωραία δημοκρατία!

Η θεωρία για το δίκαιο του ισχυρότερου σε πλήρη άνθιση και καρποφορία. Ή ζούγκλα σε ολόκληρη τη μεγαλοπρέπειά της-ιδού η δημοκρατία της Αθήνας του Περικλή.

Αφού όμως έτσι έχουν τα πράγματα, θα διασώζαμε τουλάχιστο την αξιοπρέπεια και της παλιάς Αθήνας και των σύγχρονων μιμητών της, αν ονομάζαμε το πολίτευμά της αντί δημοκρατία, δικτατορία.
Ούτε όμως την αξιοπρέπεια αυτή δεν έχουμε ούτε εμείς ούτε οι αρχαίοι αθηναίοι, ούτε και όσοι ασχολούμενοι με αυτούς, τους αποκαλούν αναισχύντως δημοκράτες.
Αλλά ο Περικλής δεν αφήνει περιθώρια ούτε ατομικής αξιοπρέπειας στους αθηναίους. Γιατί θα ήταν αλήθεια αξιοπρεπής όποιος διαχώριζε τη θέση του από τη βρωμερή αυτή μάζα και αποτραβιόταν σε μια καλύβα και τρεφότανε με τρόφιμα που ο ίδιος

καλλιεργούσε, μη μετέχοντας σε αυτή την κτηνώδη κοινωνία του αλληλοφαγώματος και της ηθικής κατάπτωσης. Η προτροπή όμως του μέγα Περικλή άλλα επιτάσσει: "όποιος δεν συμμετέχει στα κοινά είναι άνθρωπος άχρηστος"!-που σε τελευταία ανάλυση σημαίνει: ξαναψηφίστε με και δουλεύετε!

"Η πόλη μας είναι το σχολείο της Ελλάδας", επαιρόμενος λέει ο Περικλης.
Αλλά δυστυχώς για τον άνθρωπο, η Αθήνα υπήρξε και το σχολείο για τη Δύση, γι αυτό και η Δύση έχει τα χάλια που έχει.
Αν η ιστορία μελετούσε και τις υποθετικές εξελίξεις του κόσμου-πράγμα αδύνατο-, θα στεκόταν με ιδιαίτερο ενδιαφέρον μπροστά στο καλό που θα γινόταν στην ανθρωπότητα, στην περίπτωση που η Αθήνα δεν είχε υπάρξει. Ίσως τότε η ιστορία να είχε ακολουθήσει δρόμο άλλον, ο οποίος με συμπράττουσες και άλλες, πιθανές τότε, συνιστώσες, θα είχε ίσως οδηγήσει σε μια καλλίτερη κατάσταση ως και τον σημερινό κόσμο.
Αλλά έχουμε κι άλλα δείγματα παραληρήματος από τον πρώτο πολίτη της Αθήνας, που τη δημοκρατία του που εδώ παινεύει ο Θουκυδίδης, σε άλλο σημείο του έργου του την χαρακτηρίζει όπως είδαμε, με το αληθινό της όνομα: "ενός ανδρός αρχή".

"Η πόλη μας είναι η μόνη από τις τωρινές, που ούτε στον εχθρό, που ήρθε να τη χτυπήσει, δίνει να θυμώσει, από τι ανθρώπους κακοπαθεί, ούτε στον υπήκοο να παραπονεθεί ότι τον εξουσιάζουν ανάξιοι".

Δικτάτορας που επαίρεται ότι υποτάσσει έτσι τους δούλους του, που αυτοί να μη δυσανασχετούν για την υποταγή τους, πώς θα χαρακτηριζόταν αλήθεια από ανθρώπους που μπορούν να σκέφτονται;
Το αφήνω στην κρίση των αναγνωστών, που αν δεν μπορούν να δώσουν τον χαρακτηρισμό που αρμόζει, δεν έχουν λόγο να ξαναπιάσουν στα χέρια τους αυτό το κείμενο, γιατί αυτό δεν μιλάει με τη δική τους γλώσσα.

Αλλά και άλλη αντίθεση των αθηναίων με τους υπόλοιπους ανθρώπους: "Και μόνο εμείς κάνουμε άφοβα το καλό στον ένα και στον άλλο, πιο πολύ γιατί έχουμε την πίστη πως είμαστε άνθρωποι λεύτεροι, παρά γιατί λογαριάζουμε το συμφέρον μας".
Ναζωραίε, τώρα το ξέρουμε: το βάθρο της διδασκαλίας σου (το "αγαπάτε αλλήλους"), το έκλεψες από τον Περικλή!
Στο 41-5 το συμπέρασμα: για μια τέτοια πόλη αξίζει να πεθαίνει κανείς, όπως πέθαναν και αυτοί που σήμερα τιμούνται, αλλά αξίζει να πεθάνουν κι άλλοι για χάρη της.
Και αυτό είναι το ρεζουμέ του όλου λόγου του Περικλή.
Απαραίτητο συμπέρασμα βέβαια.
Άλλωστε γι αυτό το συμπέρασμα εκφωνήθηκε και ο λόγος ολόκληρος: για να προετοιμάσει τους αθηναίους ότι θα σκοτωθούν πολλοί ακόμα σ’ αυτό τον πόλεμο.

Στη συνέχεια βλέπουμε τον Περικλή, σαν παντοδύναμος που είναι, να δίνει άφεση όλων των αμαρτιών εκείνων που έπεσαν για την πατρίδα-και αν ακόμα κάποιος από αυτούς που έπεσαν υπέρ πατρίδος ήτανε "κάπως κακός" («κάπως κακός» γιατί ποιος αθηναίος θα μπορούσε να είναι πολύ κακός;)-όταν λοιπόν πέθαινε πολεμώντας κάποιος «κάπως κακός», διαγράφονταν όλες του οι αδικίες.

Πιο κάτω, ομολογεί ο Περικλής πως ο πόθος των φτωχών (ώστε λοιπόν υπήρχαν και φτωχοί στην Αθήνα! Ναι,  όμως όλοι τόσο ποτισμένοι από την Περίκλεια δημοκρατία, που σημασία δεν έδιναν στη φτώχεια τους μπροστά στις μεγαλεπήβολες ιδέες της κλίκας του Περικλή), ήτανε να γίνουν μια μέρα πλούσιοι. και μάλιστα ότι ο πλούτος ήτανε σκοπός ζωής, ώστε να θεωρείται πως η θυσία του πόθου αυτού, που συνίστατο στον θάνατο για την πατρίδα, εθεωρείτο και το μέτρο της αγάπης (του φτωχού) για την πατρίδα.
Τι σοφοί συλλογισμοί αλήθεια!

Αλλά στο ίδιο μαθαίνουμε ότι τόσο οι αθηναίοι ήσαν άσχετοι προς τον φόβο, ώστε πεθαίνοντας εγλίτωναν όχι από τον φόβο (που ποτέ δεν θα μπορούσαν να νιώσουν),αλλά από την ιδέα ότι θα μπορούσαν να φοβηθούν!..
Τέτοιες ασυναρτησίες αλλά και άλλες παρόμοιες που θα μπορούσε κανείς να αναφέρει εδώ αν ήθελε να μακρηγορήσει, θα δικαιολογούνταν από τη σκοπιμότητα της δημιουργίας μιας θρησκείας. Μήπως αυτό επεδίωκε ο Θουκυδίδης; Αν όχι αυτό, κάτι παρόμοιο πάντως το οποίο και πέτυχε-την αναγόρευση δηλαδή της Αθήνας σε πατρίδα της "δημοκρατίας" από κείνους που είχαν και έχουν συμφέρον να συντηρούν τέτοιες "δημοκρατίες".

Ας όψεται η ελληνική γλώσσα που είχε εδραιωθεί, βαφτίζοντας "μεγάλους" όσους έγραψαν σ' αυτή, ό,τι κι αν είπαν με τα γραφτά τους αυτά.


Στο 43 ακούμε πως ο πολίτης της Αθήνας ήταν τόσο δεμένος με την πόλη, η μονάδα τόσο δεμένη με το σύνολο, που δεν δίσταζε να πεθαίνει για το συμφέρον της ολότητας. Και αυτό όχι όπως πεθαίνουν οι δούλοι ή οι εξαναγκασμένοι για τούτο υπήκοοι άλλων, ανελεύθερων και ανάλγητων για τους κατοίκους τους πόλεων, αλλά όπως πεθαίνουν άνθρωποι ελεύθεροι-έναν συνειδητό θάνατο για την αγαπημένη τους πατρίδα.

Ξέρουμε όμως πως από τους αθηναίους οι περισσότεροι ζούσαν μια ζωή καταπιεσμένη, ανελεύθερη, δυστυχισμένη. Πώς θα μπορούσε οι δυστυχείς και φτωχοί να δώσουν, θέλοντας, τη ζωή τους για μια πατρίδα που τους έκανε δυστυχείς; Θα πρέπει ή να εξαναγκάζονταν σ' αυτό, ή να ήσαν πνευματικά ανάπηροι που να παίρνουν τη δυστυχία τους για ευτυχία. Κατά τη γνώμη μας συνέβαιναν και τα δύο για διάφορα άτομα ή σύνολα ατόμων-δηλαδή η πλύση του εγκεφάλου των αθηναίων από το θέατρο από τη μια και από την άλλη η τρομοκρατία τους από τους άνομους νόμους ήτανε το αίτιο γι αυτή τους τη "θυσία" υπέρ της πατρίδας.



Στο 43 φτάνει ακόμα ο Περικλής, για να ερεθίσει τη φτιαχτή φιλοπατρία των αθηναίων, να χρησιμοποιήσει και το ερωτικό αίσθημά τους. Τους υποδείχνει ν' αγαπήσουν την πατρίδα σαν ερωμένη.
Το Άσμα Ασμάτων, οι ύμνοι για την Παναγία και ο Νυμφίος που έρχεται εν τω μέσω της νυκτός μάς έρχονται στο νου μέσα από τα πονηρά επιχειρήματα του Περικλή στην προσπάθειά του να κρατήσει τα κεκτημένα.

Στο 44 μαθαίνουμε πως ευτυχία είναι να πεθαίνει ο αγαπημένος των αθηναϊκών σπιτιών για την πατρίδα κι εκείνοι να τον θρηνούν!.. Πόσο ο Περικλής αλήθεια δεν διστάζει να πατάει επί πτωμάτων για να διατηρήσει αλλά και να αυξήσει τον πλούτο, και τον δικό του, αλλά και της κλίκας που τον στήριζε…

Ακόμα μας λέει και ότι ευτυχία είναι να θρηνείς πάνω από τον τάφο του δικού σου ανθρώπου που έπεσε για την πατρίδα. Τέτοια λατρεία του πολέμου δεν έχει ξαναφανεί. (Συμπληρώνει, ευτυχώς, πως του είναι δύσκολο να κάνει τους ακροατές του να το πιστέψουν αυτό. Μπράβο του!)

Στο 44 έρχεται η προτροπή-εντολή για την μεγάλη ανάγκη: την τεκνοποίηση από όλους-και από αυτούς που έχασαν τα παιδιά τους σ' αυτό τον πόλεμο!-για να πεθάνουν και τα παιδιά αυτά σε κάποιον άλλο πόλεμο.

Τι κτήνος πρέπει να κλείνει μέσα του ο Περικλής ώστε πριν θαφτούν τα παιδιά τους εκείνα, αυτός να τους ζητάει κι άλλα-για να πεθάνουν και κείνα! Και δεν πρόκειται μόνον για απαίτηση. Τους προειδοποιεί και τους απειλεί μαζί, υπενθυμίζοντάς τους ότι «όποιος δεν έχει παιδιά, δε θα έχει λόγο στα κοινά…»

Απευθύνεται όμως και στα γερατειά ο αρχηγός της αθηναϊκής ηγεμονίας. Και τι τους λέει; «Ζήστε όσο ζήστε τρώγοντας τιμή. Γιατί λεφτά μην περιμένετε αφού πια δεν μπορείτε να δουλέψετε ή να πολεμήσετε. Γιατί, να ξέρετε, "χαρά δεν είναι να κερδίζει κανείς χρήματα, είναι να τον τιμούν"!...»
Η ελληνική γλώσσα, με τη συνέχειά της μας δίνει καμιά φορά χειροπιαστή την ποταπότητα της σκέψης και της συμπεριφοράς των αρχηγών κρατών, που χρησιμοποιούν τις ίδιες ακριβώς λέξεις για να παραπλανήσουν και να ληστέψουν τους λαούς που κάθε φορά τους ακούνε-κάτι έχουν να πουν γι αυτό τα «τιμημένα γερατειά» της πατρίδας μας…

Στο 45 πιάνει τώρα και τα παιδιά και τους αδερφούς όσων κείνται νεκροί μπροστά στα μάτια όλων εκεί. Τους θυμίζει-μη τύχει και κανένας το ξεχάσει-πως κι εκείνοι, όταν έρθει ή ώρα, πρέπει κι αυτοί να πεθάνουν-είχε δα πολλά χρόνια ακόμα ο πόλεμος εκείνος για να τελειώσει..

Και τελειώνει ο δημοκράτης Περικλής με τις γυναίκες που έμειναν δίχως άντρα, λέγοντάς τους αυτό που ήδη ξέρουν, ότι δηλαδή πρέπει να είναι φρόνιμες γιατί έτσι θα έχουν δόξα.
Δόξα σε όλο το συγγενολόϊ. Να ένα μεγάλο καλό του πολέμου-μοιράζει τόσο απλόχερα τη δόξα!
Η τελευταία φράση του λόγου- "Τώρα, αφού αποκλάψει καθένας τον δικό του, πηγαίνετε στα σπίτια σας"-, εμένα στ' αυτιά μου ακούγεται σαν ανακούφιση που τελείωσε ο λόγος: "Ουφ! Τελείωσε και η δική μου υποχρέωση. Άντε τώρα, κλάψτε τους κι εσείς όπως είναι κι η δική σας υποχρέωση και πηγαίνετε να συνεχίσετε τη ζωή σας φροντίζοντας εκείνα που σας είπα".

Βέβαια ο λόγος αυτός ποτέ δεν εκφωνήθηκε. Και δεν τον έγραψε ο Περικλής αλλά ο Θουκυδίδης. Και ο Θουκυδίδης ήθελε να δώσει το παράδειγμα ενός τέλειου κράτους -πόλης με το λόγο του αυτόν. Είπε δηλαδή ένα παραμύθι. Μ' αυτό συμφωνούμε, ένα παραμύθι πιο πάνω είτε πιο κάτω δεν βλάφτει. Βλάφτει όμως και πολύ μάλιστα, να παίρνουν στα σοβαρά μερικοί αδαείς ή καιροσκόποι το "μεγαλείο" της Αθήνας, και να το προβάλουν για παράδειγμα προς μίμηση όποιας δήθεν δημοκρατικής, ελεύθερης, δίκαιης πολιτείας.-




 ΑΤΕΛΕΣΤΕΣ

Μες στις βαθιές της μνήμης του εικόνες
μαύρα κενά υπάρχουν αφημένα.
Μέσα τους ζουν παντέρημες και μόνες-
πλάσματα που είν’ απ’ όλους ξεχασμένα-

κάτι μορφές απέραντα θλιμμένες
με χώμα σκεπασμένες και με σκόνη-
βουβές μορφές σ' αυτόν αγαπημένες:
κάποιο κοινό σημάδι τους ενώνει.

Είναι αυτοί που έφεγγε βαθειά τους
η φλόγα ενός δυσεύρετου ταλάντου.
Που τη μεγάλη εφώτιζε καρδιά τους
το φως ενός ηλίου αμαράντου.

Που ενώ να δώσουν είχαν κάτι νέο
μες στα παλιά εφθείραν τη ζωή τους
κι αναλωθήκαν μέσα στο χυδαίο
ενώ τ’ Ωραίο πλαντούσε στην ψυχή τους.

Ειν’ οι σκιες αυτών που ενώ πλασμένοι
για έργα ήταν τέχνης φτερωμένα
μες στην αφάνεια εζήσανε χαμένοι
σαν άστρα από τα σύννεφα κρυμμένα.

Είν’ οι Μπετόβεν που δεν έχουν μουσουργήσει
γιατί δεν έλαμπε ακόμα η μουσική
είν’ οι Ντα Βίντσι που δεν έχουν ζωγραφίσει
γιατί στη λίθινη εζήσαν εποχή.

Είναι οι Όμηροι κι οι Σαίκσπηρ κι οι Ικτίνοι
που ζούσαν πα’ στα δέντρα ή σε σπηλιές
οι Καρυωτάκηδες, οι Πόε, οι Λαμαρτίνοι
στου Ανθρώπου που έζησαν το λυκαυγές.

Μες στις βαθιές της μνήμης του εικόνες
κάποιες μορφές παράξενα σαλεύουν
κι από τις μουχλιασμένες τους κρυψώνες
έξω-στο φως-τώρα να βγουν γυρεύουν.

Πόσο πικρές αλήθεια πρέπει να ’ναι!
Πόσο θα νιώθουν δύστυχες και μόνες
κάτι μορφές που ατέλεστες γυρνάνε
μες στις βαθιές της μνήμης του εικόνες…

Γιαυτό θεέ, σε ικετεύει, όχι να δώσεις
στις σκιές αυτές της δόξας τη χαρά,
όμως τελείως μη τις αγνοήσείς.
Από δαφνόφυλλα φτιάξε ξερά

ένα στεφάνι, κι έτσι ως είσαι αγαθός,
δώσε τους λίγη απ’ την ουράνια ευτυχία.
Όχι τιμές μεγάλες-να! καθώς
στους λήγοντες κερδίζουν τα λαχεία.

Παρασκευή 7 Μαρτίου 2025

 Η ΠΕΤΡΑ
(Μονόπρακτo)
Πρόσωπα; ΤΟΜ, ΜΑΝΤΛΕΝ, ΠΕΤΡΑ,
ΣΠ ΙΤΟΝΟΙΚΟΚΥΡΑ, ΑΝΤΡΑΣ, ΓΥΝΑΙΚΑ.

Δωμάτιο φτωχικό με έπιπλα, χαρτιά. Μια πέτρα στη μέση του πατώματος. Ο Τομ και η Μαντλέν κάθονται δίπλα δίπλα σε ένα καναπέ.

ΤΟΜ
(συνεχίζει διάβασμα)
…Φιλώ του το στόμα
σφραγίζω τα μάτια
και παίρνω τα ίδια
κι  εγώ μονοπάτια.  


ΜΑΝΤΛΕΝ (ΜΑΝ)
Υπέροχο! Θαυμάσιο!
(τον αγκαλιάζει)
Ο ποιητής μου! Και σκέψου να μην έχει εκδώσει ένα βιβλίο ακόμα...Τόσο ωραία ποιήματα και να μένουν κρυμμένα...

ΤΟΜ
Μαντλέν μου, δεν είναι τόσο ωραία ώστε να χάνει κανείς αν δεν τα διαβάσει...

ΜΑΝ
(σαν να μην τον άκουσε)
Άκου αγάπη μου-το πρώτο πράγμα που θα κάμουμε μετά το γάμο μας θα είναι αυτό. Η μετριοφροσύνη έχει τα όρια της και αν εσύ δε θέλεις να το δεις αυτό, εγώ που ενδιαφέρομαι για σένα το βλέπω. Δε θ' αφήσω τη μετριοφροσύνη, όσο κι αν είναι αρετή, να σε καθοδηγεί. Πρέπει τα ποιήματα σου να εκδοθούν.

ΤΟΜ
Σου υπόσχομαι να το ξανασυζητήσουμε μετά τον γάμο. Ας αφήσουμε τώρα αυτό το θέμα.

ΜΑΝ
Όχι. Δε θα τ' αφήσουμε.
(παίρνει το τετράδιο με τα ποιήματα)
Μέσα δω βρίσκονται αριστουργήματα!
(δείχνει τη βιβλιοθήκη)
Το ίδιο και κει πέρα. Όχι, δε θα τ αφήσουμε το θέμα φιλαράκο. Τα ποιήματα αυτά ζητάνε μόνα τους να φανερωθούν. Δε θα σ' αφήσω να τα κρατάς κρυμμένα μέσα σ' αυτό το δωμάτιο.

ΤΟΜ
(της παίρνει το βιβλίο από το χέρι. Προσπαθώντας να αλλάξει κουβέντα)
Πες μου τι γίνονται οι δικοί σου-τι κάνει ο πατέρας σου;

ΜΑΝ
Ο πατέρας μου είναι καλά και σε χαιρετάει. Το ίδιο κι
η μητέρα μου. Τα ποιήματα όμως θα εκδοθούν.

ΤΟΜ
Μα, Μαντλέν, χρειάζονται λεφτά…

ΜΑΝ
Θα κάνουμε οικονομίες. Θα τα καταφέρουμε.

ΤΟΜ
Είναι εύκολο να το λες. Μα στην πράξη είναι δύσκολο το πράγμα. Έλα τώρα…
(την καθίζει στα γόνατα του)  
Έλα να πάρω εγώ στα χέρια μου αυτό το κεφαλάκι που κατεβάζει τέτoιες ιδέες και να δω πού τις βρίσκει. Να εξετάσω από κοντά αυτά τα όμορφα χειλάκια που λένε τέτοια λόγια και μες σ' αυτά τα μάτια σου να ψάξω και να βρω πού κρύβονται οι μαγνήτες τους που τραβούνε τόσο δυνατά τα δικά μου μάτια.

ΜΑΝ
Να 'μαι λοιπόν! Μόνο την υπόσχεση σου μην ξεχνάς.

ΤΟΜ
Δεν την ξεχνώ.

ΜΑΝ
Στο γραφείο με πειράζουν που είσαι μεγαλύτερός μου.

ΤΟΜ
Είναι φυσικό. Τους καταλαβαίνω.

ΜΑΝ
Εμένα όμως αυτό δεn μ' αρέσει. Δεν θέλω κανείς να επεμβαίνει στην προσωπική μου ζωή. Αν εγώ αγαπώ κάποιον αυτούς δεν πρέπει να τους ενδιαφέρει.

ΤΟΜ
Δεν μπορείς να τους κάνεις να σταματήσουν. Όταν οι άνθρωποι μιλάνε για να σε πειράξουν ο λόγος τους δεν τελειώνει ποτέ.

ΜΑΝ
Ας είναι. Μπορούν να λένε ότι θέλουν. Εγώ σ' αγαπώ και αυτό δεν μπορούν να τ' αλλάξουν. Κι είναι η αγάπη μας που τους πειράζει κι όχι η ηλικία σου. Ζηλεύουν.

ΤΟΜ
Ζηλεύουν που δεν μπορούν να 'χουν κι αυτοί την ίδια τύχη-να τους αγαπάει η ομορφότερη γυναίκα του κόσμου.

ΜΑΝ
Θέλω να δω τα μούτρα τους όταν δούνε το πρώτο
σου βιβλίο.

ΤΟΜ
Πάλι τα ίδια; Δεν είπαμε να τ' αφήσουμε τώρα αυτά;

ΜΑΝα
Έχεις δίκιο. Σου ζητώ συγνώμη. Εξάλλου πρέπει να πάω να παραδώσω τα σχέδια. Δε θα μου πάρει πολύ. Ύστερα θα 'μαι πάλι κοντά σου ως το πρωί
(με νάζι)
Αν με θέλεις...

ΤΟΜ
Μμμ...δεν ξέρω... Να σκεφτώ... εντάξει, έλα!..

ΜΑΝ
(παίρνει τα σχέδια)
Ευχαριστώ...Λοιπόν γεια σου
(φιλιούνται)

ΤΟΜ
Γεια σου.
(η Μαντλέν βγαίνει. Σχηματίζει έναν αριθμό στο τηλέφωνο)
Εμπρός... Νικ γεια σου... Ναι, ο Τομ. Άκου, στείλε μου σε παρακαλώ μιαν ανθοδέσμη… Ναι...γεια.
(κατεβάζει το ακουστικό. Στέκει στη μέση του δωματίου και ανοίγει τα χέρια διάπλατα σαν να θέλει ν' αγκαλιάσει κάτι μεγάλο. Μετά κατεβάζει τα χέρια, πλησιάζει στην Πέτρα και της μιλάει)
Εδώ και πέντε χρόνια μ' έβλεπες μονάχο. Τώρα θα πρέπει να συνηθίσεις κι έναν άλλον άνθρωπο μέσα στο σπίτι. Μια νέα γυναίκα. Μια γυναίκα που μ' αγαπάει πραγματικά. Που αγαπάει την ανάσα μου, το περπάτημά μου, τον τρόπο που κρατώ το μολύβι όταν γράφω. Που δεν αγαπάει σε μένα τα λεφτά, το εργοστάσιο, την άνετη ζωή, αλλά που αγαπάει μόνον εμένα. Εμένα! Εμένα όπως είμαι! Φτωχόν, ασήμαντον, μόνο.
Πέντε χρόνια! Πέντε χρόνια ανυπαρξίας! Μέχρι τότε ζούσα μέσα στην ψευτιά. Περιστοιχιζόμουν από ανθρώπους που ενώ δεν μ’ αγαπούσαν υποκρίνονταν πως μ’ αγαπούν. Η Ρόζα, οι φίλοι μου… Έπρεπε να μείνω χωρίς χρήματα για να το καταλάβω. Μα η απώλεια της γυναίκας και των φίλων μου δεν ήταν τόσο άσχημο για μένα. Αντίθετα ευχαριστήθηκα που ήρθαν έτσι τα πράγματα. Γιατί έτσι κατάλαβα πως όλα αυτά ήτανε ψέματα. Όχι λοιπόν στενοχώρια ή λύπη. Όχι. Τίποτα τέτοιο δεν ένιωσα. Αν το 'λεγα αυτό στη Μαντλέν ούτε κι αυτή δε θα το καταλάβαινε. Όμως έτσι είναι. Το μόνο που ένιωσα ήτανε μια απογοήτευση. Ένα κενό. Ξαφνικά όλα έγιναν μακρινά, άγνωστα, ξένα. Ήταν σαν να βρέθηκα σε μιαν άλλη έποχή, εκατό χρόνια πριν ή μετά από το σήμερα, μιαν εποχή όπου κανέναν δε γνώριζα και δεν με γνώριζε κανείς. Μόνος. Χωρίς ρίζες, χωρίς συνέχεια.
Τι έπρεπε να κάνω; Ν' αρχίσω πάλι από την αρχή; Να φτιάξω φίλους πάλι; Νέες γνωριμίες; Να κάνω πάλι τις ίδιες ενέργειες; Μα έτσι θα κατάληγα στο ίδιο αποτέλεσμα. Κάποιο εργοστάσιο πάλι, κάποια Ρόζα πάλι, πάλι μια ζωή βουτηγμένη στο ψέμα.
Μα έπρεπε αυτό να το κάνω; Έπρεπε να δεχτώ ότι αυτή είναι η ζωή; Το ψέμα και η υποκρισία; Αν ήταν έτσι τι ωφελεί να έχουμε μέσα μας κάτι που να μας λέει ότι αυτό δεν είναι το σωστό; Που μας λέει ότι όχι το κρυμμένο μίσος αλλά η φανερή αγάπη είναι ο προορισμός μας;
Αν έπρεπε να ζούμε μια ζωή αταίριαστη με ότι μέσα μας φωνάζει και επαναστατεί, τότε γιατί αυτή η επανάσταση;
Ήρθα λοιπόν και κλείστηκα εδώ. Μακριά από όλους όσους προσποιούνταν πως μ' αγαπούν. Ήρθα με όλα μου χαμένα και μόνο με μιαν ελπίδα-πως ίσως πριν να έρθει ο θάνατος θα έρθει η αγάπη. Πως ίσως να έβρισκα εκείνο που μόνον αυτό αξίζει να δώσει ο άνθρωπος κι αυτό να πάρει και που όταν το νιώσει, τότε μόνο μπορεί να πει πως η ζωή του έχει κάποιον σκοπό.
Είχε έρθει η ώρα για μένα να κάτσω και να συλλογιστώ. Και τότε είδα πως τα παλιά τα μέτρα δεν μου ταιριάζουν πια. Ήταν ανάγκη για νέα. Κι αυτά ήταν για μένα η παραίτηση και η αναμονή. Η παραίτηση από τη ζωή και η αναμονή για αγάπη ή για θάνατο. Μόνο που τώρα η αγάπη έπρεπε να 'ρθει μόνη της σε μένα κι όχι εγώ να την αναζητήσω. Γιατί πολλά της μοιάζουν και μπορεί να λάθευα και πάλι.
(χτυπάει το κουδούνι της πόρτας. Ο Τομ βγαίνει και μπαίνει πάλι κρατώντας μιαν ανθοδέσμη. Την τοποθετεί στο ανθοδοχείο)
Και να που δεν περίμενα πολύ. Ήρθε σε μένα η αγάπη. Ήρθε με τη μορφή της Μαντλέν. Της Μαντλέν που μ' αγάπησε για ό,τι είμαι. Όλα τώρα αλλάζουν. Τώρα θα ζήσω κι εγώ. Που θα πει θ' αγαπιέμαι. Σαράντα χρόνων όνειδος έσβησαν σε μια στιγμή αγάπης. Και ό,τι ακολουθήσει θα ’ναι ο θρίαμβος της ζωής. Θα ναι η ζωή μετουσιωμένη σε αγάπη. Πέτρα, θα ζήσω!
(αρχίζει να περπατεί στο δωμάτιο)

ΠΕΤΡΑ (ΠΕΤ)
Είσαι βέβαιος για όσα λες;
(ο Τομ στέκει λίγο ακίνητος, ύστερα στρέφει και κοιτάζει την πέτρα)

ΤΟΜ
Ώστε μιλάς;..

ΠΕΤ
Ώστε μ' άκουσες;..

ΤΟΜ
(πλησιάζει στην πέτρα)
Θέλεις να πεις ότι μου έχεις ξαναμιλήσει;

ΠΕΤ
Κάθε φορά που μου μιλούσες σου απαντούσα. Μα συ
δεν με άκουγες. Και τότε σώπαινα. Ήξερα ότι δεν είχε
έρθει η ώρα μου ακόμα και σταματούσα. Και μόνο σ'
άκουγα.

ΤΟΜ
Το ένιωθα! Ό,τι μ' έσπρωχνε να σου μιλώ μου 'λεγε πως δεν μπορεί, έπρεπε να αιστάνεσαι. Το 'νιωθα. Η συντροφιά σου μου απάλυνε πολλές φορές τη δυστυχία. Και τι που δεν έχει ψυχή μπορεί να απαλύνει τη δυστυχία;

ΠΕΤ
Ξέρω τον βαθύ σου πόνο κάθε που σε πρόδιναν. Ξέρω τη χαρά σου όταν τελείωνες ένα ωραίο γραφτό σου.

ΤΟΜ
Λοιπόν καλά με ξέρεις. Μα πες μου, τι θέλεις να μάθεις από μένα; Κάτι με ρώτησες.

ΠΕΤ
Σε ρώτησα αν πιστεύεις όσα μου είπες. Πως η Μαντλέν σ' αγαπάει και πως όλα θα είναι καλά από δω και πέρα στη ζωή σου γιατί αυτή σ' αγαπάει.

ΤΟΜ
Σου τα έχω πει όλα για κείνη, ξέρεις και μένα. Είμαι φτωχός και της έχω πει πως δεν θα επιδιώξω να κερδίσω χρήματα στο μέλλον εκτός από όσα χρειάζονται για μιαν ήσυχη ζωή. Παρόλαυτά επιμένει να θέλει να μείνει μαζί μου για πάντα. Τι άλλο θα την έσπρωχνε σ' αυτό αν όχι η αγάπη-η πραγματική αγάπη; Η Μαντλέν αγαπάει εμένα και όχι τα χρήματα που δεν έχω.

ΠΕΤ
Ξέρεις πολλές τέτοιες περιπτώσεις η γυναίκα ν' αγαπάει έναν άντρα που δεν έχει να της προσφέρει τίποτα;

ΤΟΜ
Η Μαντλέν δεν είναι σαν τις άλλες γυναίκες. Έχει ψυχή ευγενική. Είναι σταθερή στα αισθήματα της. Ποτέ δεν έχει άλλοτε αγαπήσει. Και δεν είναι κανένα κοριτσάκι άμυαλο. Είναι γυναίκα εικοσιοχτώ χρονών. Τι έχεις να πεις λοιπόν;

ΠΕΤ
Θέλω να δω ως πού μπορεί να φτάσει η αυταπάτη σου. Θέλεις να πιστεύεις πως βρήκες την αληθινή αγάπη. Και το χειρότερο ότι τη βρήκες σ' έναν άνθρωπο.

ΤΟΜ
Μήπως μιλάμε την ίδια γλώσσα αλλά δεν καταλαβαίνει ο ένας τον άλλο; Πώς μπορώ να σου δώσω να καταλάβεις ότι η Μαντλέν δεν έχει άλλον σκοπό στη ζωή της από μένα; Ότι θα 'θελε να μην κοιμάται αν ήτανε δυνατό, για να μπορεί να με βλέπει  συνέχεια; Να με βλέπει, να με ακούει, να με αισθάνεται;  Πως από τότε που με γνώρισε δε ζει παρά όταν βρίσκεται κοντά μου; Πως μ' αγαπάει πραγματικά;

ΠΕΤ
Έχεις δίκιο σ' αυτό που είπες για τη γλώσσα. Με τη γλώσσα την ανθρώπινη δεν μπορεί να υπάρξει συνεννόηση. Μα συ δεν ξέρεις τη δική μου γλώσσα και είμαι υποχρεωμένη να μιλώ με τη δική σου. Και μ' αυτό το όπλο πρέπει να προσπαθήσω να σε κάνω να δεις την αλήθεια. Θα στο πω λοιπόν έτσι: η Μαντλέν σ' αγαπάει αλλά δεν σ' αγαπάει πραγματικά.

ΤΟΜ
Η Μαντλέν μ’ αγαπάει αληθινά. Κι αν δεν συμφωνείς μ' αυτό, κανείς δεν πρόκειται να λύσει τη διαφορά μας τώρα. Μόνο όταν, χρόνια μετά, δεις πως η Μαντλέν είναι ίδια όπως τώρα στην αγάπη της για μένα, τότε θα πειστείς πως ήταν άδικα όσα τώρα λες γι αυτήν.

ΠΕΤ
Σκέφτηκες ότι εκείνο που την έφερε κονιά σου είναι
τα ποιήματα που γράφεις;

ΤΟΜ
(αμέσως, σαν να ήταν προετοιμασμένος για μια τέτοιαν
ερώτηση)
Και βέβαια της αρέσουν τα ποιήματα μου. Και το
λέει. Μα θα ήτανε φριχτό να υποθέσεις πως μόνο γι
αυτά βρίσκεται κοντά μου.
(Στέκει. Σιγά)
Ναι, της αρέσουνε. Τα νιώθει. Τα αιστάνεται. Τα ζει.
Μπορώ να πω... τ' αγαπάει...

ΠΕΤΡΑ
Είπες τη λέξη. Η Μαντλέν αγαπάει τα ποιήματα σου κι όχι εσένα.

ΤΟΜ
Όχι!

ΠΕΤ
Γιατί ταράζεσαι; Αφού η Μαντλέν αγαπάει εσένα, τότε θα σ' αγαπούσε ακόμα κι αν δεν έγραφες. Και αυτό μπορούμε να το δούμε χωρίς να περιμένουμε χρόνια. Δοκίμασε τη Μαντλέν. Αφού δεν πείθεσαι σε μένα, πίστεψε αυτήν. Προετοιμάσου όμως-σκέψου πώς θα το κάνεις γιατί όπου να ΄ναι έρχεται.

ΤΟΜ
Ξέρεις καλά τι θα της πω. Ξέρεις καλά το σχέδιο που γεννήθηκε αυτή τη στιγμή στο μυαλό μου γιατί εσύ το κάρφωσες εκεί. Όμως θα δεις μονάχη το λάθος που κάνεις. Θα δεις μονάχη σου πως άλλην ζητάς κι όχι εκείνη που σε λίνο θα έρθει εδώ.
(χτύποι στην εξώπορτα)
Εμένα αγαπάει η Μαντλέν και όχι τα άσημα, φτωχά ποιήματά μου.
(ταχτοποιεί τα μαλλιά του και βγαίνει)

ΜΑΝ
(η φωνή της)
Ήρθα!

ΤΟΜ
(η φωνή του)
 Καλώς την. Έλα.
(μπαίνουν)

ΜΑΝ
Κάνει κρύο έξω...

ΤΟΜ
(της πιάνει τα χέρια)
Και μέσα όσο έλειπες. Δώσε μου τα χέρια σου να τα ζεστάνω.

ΜΑΝ
(χαρούμενα έκπληκτη)

Πώς βρέθηκαν εδώ αυτά τα λουλούδια;

ΤΟΜ
Ήρθαν όταν έφυγες. Μπήκαν ζητώντας τη βασίλισσα τους που ήταν, λένε, εδώ. Τους έλειψε. Τρεις μήνες τώρα ζουν χωρίς χαρά. Τα ρώτησα το όνομα της βασίλισσάς τους και μου είπαν το δικό σου. Τα κράτησα για να σε δουν.

ΜΑΝ
Α! Τι ωραίο παραμύθι! Ευχαριστώ και σένα και τους υπηκόους μου. Και ούτε θέλω να μου πεις την αλήθεια. Όμως θέλω να
μου κάνεις μια χάρη για να μου δείξεις γι άλλη μια φορά πως μ’ αγαπάς. Θελω την ιστορία που μου είπες με τα λουλούδια να την κάνεις ένα ωραίο ποιηματάκι και να μου το χαρίσεις.

ΤΟΜ
Μαντλέν, πρέπει να τελειώσει αυτή η ιστορία με τα
ποιήματα. Δεν θα σου γράψω κανένα ποίημα.

ΜΑΝ
Και γιατί; Δεν αξίζω ένα σου ποίημα;

ΤΟΜ
Μαντλέν…

ΜΑΝ
Τι θέλεις να μου πεις; Κάποια δικαιολογία για την άρνησή σου;

ΤΟΜ
Μαντλέν, τα ποιήματα αυτά δεν είναι δικά μου.

ΜΑΡ
"Τα ποιήματα δεν είναι δικά μου";.. Τι εννοείς; Ποια
ποιήματα;

ΤΟΜ
Όλα αυτά τα ποιήματα. Δεν είναι δικά μου-δεν τα
έγραψα εγώ.

ΜΑΝ
Τι αστείο είναι αυτό; Άλλο ένα παραμύθι σου όπως αυτό με τα άνθη, ε;.. Όμως αυτό δε μου αρέσει όπως εκείνο.

ΤΟΜ
Δεν είναι παραμύθι Μαντλέν. Τα ποιήματα δεν είναι δικά μου. Γι αυτό μη μου ζητάς να σου γράψω τίποτα. Δε θα μπορέσω γιατί ποτέ μου δεν έχω γράψει κάποιο ποίημα. Ας μην ξαναμιλήσουμε για το θέμα. Θα τα μαζέψω όλα και θα τα κλειδώσω στο μπαούλο που είναι η θέση τους.

ΜΑΝ
Εξήγησε μου σε παρακαλώ. Τι σημαίνει τα ποιήματα
δεν είναι δικά σου; Πες μου πως είναι αστείο αυτό.

ΤΟΜ
Δε θα πω ότι είναι αστείο γιατί δεν είναι. Μα τι έπαθες; Τόσο σπουδαίο είναι αυτό;

ΜΑΝ
Αν δεν είναι δικά σου τίνος είναι;
(Μην μπορώντας να το πάρει στα σοβαρά)
Αστειεύεσαι ε;

ΤΟΜ
Έχω ένα φίλο. 'Έγραφε ποιήματα. Πριν τρία χρόνια έφυγε για την Αμερική. Πούλησε όλα τα υπάρχοντα του κι ένα πρωί πήρε το αεροπλάνο. Πριν φύγει μου άφησε όλα τα τετράδια με τα ποιήματά του. Ήξερε πώς εδώ θα 'ναι ασφαλισμένα. Δεν ήθελε κανείς να γνωρίζει ότι γράφει. Ούτε εγώ το ήξερα ως τότε. Του υποσχέθηκα να τα φυλάξω χωρίς κανείς να τα δει. Έκανα μια εξαίρεση για σένα, λέγοντάς σου κιόλας πως πρόκειται για δικά μου έργα. Ήτανε μια αδυναμία μου ίσως. Και είναι αλήθεια ότι κολάκευε τη ματαιοδοξία μου να φαντάζω για ποιητής. Έλα... σε βλέπω σοβαρή και δε μου αρέσεις έτσι. Συχώρεσέ μου το μικρό αυτό ψέμα-εξάλλου σ' άρεσαν τα ποιήματα και σένα. Ξέχνα όλη την ιστορία κι έλα να σχεδιάσουμε το βράδυ μας.

ΜΑΝ
Γι αυτό δεν ήθελες να τα εκδώσεις. Γι αυτό δεν ήθελες να σου μιλάω γι αυτά. Και νόμιζα πως ήτανε από μετριοφροσύνη. Γι αυτό τα έκρυβες από όλους.

ΤΟΜ
Γι αυτό. Μου αρέσουν όμως και μένα όπως αρέσουν και σε σένα. Όταν τα διάβασα κατάλαβα πως κάτι λίγο έχω να κάνω κι ενώ μ' αυτά. Βέβαια είμαι ανίκανος να γράψω κάτι, μα τα νιώθω τα ποιήματα αυτά.

ΜΑΝ
Ένας φίλος λοιπόν. Και μ' άφηνες να νομίζω πως είναι δικά σου...

ΤΟΜ
Μαντλέν μη θυμώνεις. Πες πως ήτανε απερισκεψία, ή έστω ένα κακόγουστο αστείο. Όμως αλήθεια ούτε πέρασε από το μυαλό μου πως θα ήταν αυτό κάτι άσχημο η σοβαρό.

ΜΑΝ
Και άσχημο και σοβαρό είναι.

ΤΟΜ
Μαντλέν, έχουμε θυμώσει πάλι ο ένας με τον άλλο. Και θα θυμώσουμε κι άλλες φορές-όλα τα ζευγάρια δεν μαλώνουν πότε πότε; Έλα όμως τώρα, μην αφήνεις κάτι ασήμαντο να χαλάει τη βραδιά   μας. Έλα, χαμογέλασε πάλι.!..

ΜΑΝ
(συνεχίζει σαν να λέει δυνατά την σκέψη της)
Όλοι αυτοί οι ωραίοι στίχοι, όλες αυτές οι όμορφες συνθέσεις που τόσο μ' άρεσαν, δεν είναι δικές σου. Αυτά τα πάθη και τα αισθήματα δεν έβγαιναν από την ψυχή σου. Ό,τι έβλεπα πάνω στο χαρτί δεν ήταν δικές σου σκέψεις και οράματα. Τι ξέρω εγώ λοιπόν για σένα; Σε ποιον εγώ πήγα κι έπεσα στα πόδια του μπροστά σκλάβα του να με κάνει κι ερωμένη του; Τι κρύβεις στην ψυχή σου; Ό,τι είχα αγαπήσει τώρα κόβεται και πέφτει μες στη λάσπη. Και πρέπει να βρω κάτι άλλο ν' ακουμπήσω πάνω του.

ΤΟΜ
Η αγάπη σου λοιπόν Μαντλέν, δεν είχε αντικείμενο εμένα αλλά αυτά τα ποιήματα; Ποιος κοροϊδεύε λοιπόν ποιον; Όταν μου έλεγες ότι μ' αγαπάς πώς θα μπορούσα ποτέ να πιστέψω πως θα 'ρχονταν στιγμή να μάθω πως δεν αγαπούσες εμένα αλλά αυτά τα χαρτιά με τα μαύρα σημάδια επάνω τους…

ΜΑΝ
Όλοι αγαπάνε γιατί βρίσκουν στον άλλο κάτι ν' αγαπηθεί. Κι εγώ δε σε αγάπησα για άλλο παρά γιατί η ποίηση νόμιζα ότι μου ’δείχνε την ψυχή σου. Τι θα 'τανε καλλίτερο; Να έλξει ένας άντρας μια γυναίκα με τα χρήματα του ή με της ψυχής του το κάλλος; Και ποια γυναίκα εσύ θα εκτιμούσες περισσότερο;

ΤΟΜ
Αφού με ρωτάς θα σου απαντήσω. Θα εκτιμούσα περισσότερο τη γυναίκα που θα 'ρχόταν κοντά μου χωρίς να ψάξει να βρει πρώτα κάτι που θα της άρεσε σε μένα. Τη γυναίκα που θα με δέχονταν όπως είμαι, τη γυναίκα που θαρχόνταν κοντά μου όπως το κύμα πάει στην αμμουδιά. Αρώτητα, ανεξέταστα, οριστικά. Δεν ήθελα ν' αγαπηθώ για ό,τι φτιάχνω ή για ό,τι είμαι, αλλά μόνον επειδή είμαι, επειδή μόνον υπάρχω. Χρωστώ ν' αγαπηθώ μόνο γιατί υπάρχω. Έτσι νόμιζα πως μ' είχες αγαπήσει.

ΜΑΝ
Μα αυτό είναι ένα ένστικτο τυφλό που δεν ταιριάζει σε ανθρώπους. Νόμιζα πως σ' ήξερα. Όμως τώρα βλέπω ότι δεν σε ξέρω. Για μένα είσαι ένας άγνωστος από τους τόσους που συναντώ κάθε μέρα στο γραφείο, στο δρόμο. στο σινεμά.

ΤΟΜ
(στον εαυτό του)
Πόσο γελάστηκα αλήθεια! Και αλήθεια, είναι ακατόρθωτη η αγάπη.

ΜΑΝ
(απότομα)
 Τομ πρέπει να φύγω. Αύριο θα σηκωθώ νωρίς.

ΤΟΜ
Πήγαινε Μαντλέν. Ξέρω-η δουλειά δεν περιμένει. Η
ζωή δεν περιμένει. Πήγαινε.

ΜΑΝ
Γεια σου.

ΤΟΜ
Γεια σου.
(η Μαντλέν βγαίνει. Στην πέτρα)
Έχεις δίκιο λοιπόν. Μα κι εγώ θα μπορούσα ν' αρκεστώ σε ό,τι βρήκα-ή σε ό,τι με βρήκε. Η ζεστή συντροφιά της μέσα στο κρύο της νύχτας... Η καλοσύνη της... το ενδιαφέρον της για μένα... Τι άλλο θα 'πρεπε να βρω για να μ' αρέσει; Πως της άρεσαν τα ποιήματα δεν είναι αυτό μία απόδειξη για τη λεπτότητα της ψυχής της; Βρήκε μόνη της τον κρίκο που θα μας ένωνε πέρα από τα προβλήματα της  καθημερινότητας. Μήπως εγώ αλήθεια ζητάω κάτι ανύπαρκτο; Κάτι αδύνατο; Κάτι φανταστικό;
(δυνατά)
Σε σένα μιλάω! Δε μ' ακούς; Μίλησε μου! Τώρα είσαι υποχρεωμένη να μου μιλήσεις!

ΠΕΤ
Ψάχνω να βρω λέξεις που να σημαίνουν. Όμως δεν υπάρχουν. Σε βλέπω ταραγμένον. Έχεις χάσει την στωικότητά σου. Ήρθες εδώ περιμένοντας το θάνατο ή την αγάπη. Δεν ήρθε η αγάπη-θα 'ρθει ο θάνατος. Όλα γίνονται σύμφωνα με το σχέδιο σου. Γιατί τώρα δείχνεις να φοβάσαι ό,τι πριν ήταν για σένα το φυσικότερο πράγμα στον κόσμο:

ΤΟΜ
Δεν είναι φόβος. Είναι που τώρα ξέρω πως τίποτα δεν έχω να ελπίζω. Είναι που πρέπει τώρα η ζωή μου αδίκιωτη να σβήσει. Όμως τότε γιατί ερχόμαστε στον κόσμο; Και γιατί μια φωνή μέσα μας στριγγλίζει, ουρλιάζει, σκούζει ζητώντας εκείνο που θα πρέπει να της δώσουμε για να ησυχάσει; Τι πρέπει να ταϊστεί το θεριό για να σωπάσει; Άλλοι του δίνουν χρήματα. Άλλοι δόξα. Κάποιος που γνώριζα έκανε συλλογή γραμματοσήμων. Με επιμέλεια, με τάξη, με πάθος και συνέπεια μάζευε σ' όλη του τη ζωή γραμματόσημα. Τα είχε βάλει σε ειδικά τετράδια και κουτιά μέσα. Τα έβλεπε κάθε τόσο και τα λάτρευε. Κι έλεγε πως αυτός είναι της ζωής του ο σκοπός και ο προορισμός-να βάζει σε τάξη εκείνα τα μικρά χρωματιστά χαρτάκια. Όταν πέθανε, οι συγγενείς του βρήκαν μέσα στη συλλογή ένα σημείωμα. Έλεγε: "Αυτό ήταν το ψέμα που με βοήθησε να ζήσω." Έπρεπε μήπως κι εγώ να κρατήσω το ψέμα μου-τη Μαντλέν- και να ζήσω μαζί του;

ΠΕΤ
Όλοι οι άνθρωποι έχουν ένα ψέμα για να ζήσουνε μ' αυτό. Αλλιώς η ζωή δεν κυλάει. Για τους ανθρώπους μόνο να το καταλάβουνε αυτό είναι ένα κατόρθωμα. Είναι μια νίκη να νιώσουν πως ζούσαν μ' ένα ψέμα-πως το ψέμα υπηρετούσαν στη ζωή τους όλη.
Το κατοπινό βήμα είναι το δύσκολο. Είναι ν' αρνηθεί κανείς το ψέμα, δηλαδή την ελπίδα, και σκοπός να γίνει της ζωής του όχι πια το ανέβασμα σε μια κορυφή από τις τόσες χαμηλές που υψώνονται γύρω στους ανθρώπους, δίνοντάς τους την ψευδαίσθηση του ύψους, αλλά το ανέβασμα εκεί όπου ο άνθρωπος ποτέ δεν μπορεί να φτάσει. Το ανέβασμα στην κορυφή που δεν τη φτιάχνουν βράχια και πέτρες, παρά ιδέες πιο κοφτερές κι από μαχαίρι, οράματα πιο καφτερά κι από φωτιά. Στην κορυφή που η παραίτηση φτιάχνει ένα ευφρόσυνο ανάκλιντρο για κείνον που θα έφτανε εκεί. Εκεί που αυτός έπρεπε να είναι καθενός ανθρώπου ο στόχος αν θέλει να λέγεται άνθρωπος.

ΤΟΜ
Έτσι που σε ακούω να μιλάς είναι σαν να ακούω τη
σκέψη μου ειπωμένη με το δικό σου στόμα. Μήπως δε μου μιλάς εσύ αλλά κουβεντιάζω με τον ίδιο μου τον εαυτό που είναι μοιρασμένος ανάμεσά μας;

ΠΕΤ
Εκεί ψηλά που βρισκόμαστε δε μετράει αν μιλώ εγώ η η σκέψη σου. Όταν κανείς φτάνει ν' αρνηθεί και την ελπίδα, πολλά μπορούν να συμβούν. Τα παραμύθια τότε ζωντανεύουν και ο κόσμος γίνεται τόσο μικρός που χωράει μες στο ένα σου το χέρι. Ο άνθρωπος γίνεται μεγάλος και δυνατός τότε.


ΤΟΜ
Δεν περίμενα πως κάποτε θα μου μιλούσες. Μα να! Μου μιλάς!  Όχι μόνο αισθάνεσαι, αλλά μου μιλάς. Και εγώ στέκω μπροστά σου, ξένος για κάθε άνθρωπο, ξεκομμένος από κάθε ελπίδα, γυμνός από κάθε ψευδαίσθηση, μόνος εγώ και γύρω μου ο κόσμος όλος. Και για μια φορά ακόμα σου μιλώ. Και νιώθω σαν να βρίσκομαι σε μια νέα αρχή για κάτι. Ως και τα ερείπια που άφησα πίσω μου, δεν είναι πια δικά μου. Αναστηλώθηκαν ξανά, και γίναν νέες ψευδαισθήσεις για τους επερχόμενους. Και εγώ πρέπει πάλι να διαλέξω. Και προστρέχω σε σένα. Σε σένα που ακούς με ανιδιοτέλεια, σε σένα που μου ήσουν πάντα ο φίλος ο απροσποίητος. Σε σένα που όλα ξέρεις τα μυστικά μου χωρίς όλον αυτό τον καιρό να με προδώσεις ή να με αρνηθείς. Σε σένα πάλι έρχομαι, σου ανοίγω τη φωτιά που με καίει και ζητώ βοήθεια πάλι.

ΠΕΤ
Δε θέλεις βοήθεια Τομ. Στον δρόμο που ακολουθείς δεν σε βοήθησα ποτέ. Μόνο βρισκόμουν δίπλα σου, όμως χωρίς να παίρνω μέρος σε καμιά σου μάχη-σε κανέναν αγώνα σου. Κι αν νομίζεις ότι από μένα αντλούσες δύναμη και θάρρος, κι αν κοντά μου έβρισκες το δρόμο που έπρεπε να τραβήξεις, εγώ δεν έκανα τίποτα για να σε πείσω ή να σε οδηγώ. Δικό σου ήταν το διάλεγμα του δρόμου. Το ότι βρεθήκαμε κι οι δυο μας χέρι χέρι στον ίδιο δρόμο, δική σου ήταν επιλογή. Μέσα σου είχες από
τότε αποφασίσει. Με είδες μια μέρα στον περίπατό σου στο δάσος, σου άρεσα, με πήρες κοντά σου. Μ’ έβαλες στο δωμάτιό σου και στη ζωή σου.



Χωρίς να το ξέρεις ακόμα. Χωρίς να παίρνει μορφή, μια σκέψη κρυφή σου έδειχνε τον δρόμο που έφερνε σε μένα. Γιατί εγώ είμαι ό,τι πάντα ζητούσες. Είμαι εγώ ο άσφαλτος δρόμος που
οδηγεί στην αγάπη την πέρα από την ελπίδα. Με σμίλεψε η ίδια η μοναδική αυτή αγάπη, που το ποτάμι της κυλάει μακριά από ό,τι θέλει, από ό,τι ζητάει, από ό,τι επιθυμεί. Κυλάει μακριά από κάθε σκότος, μακριά από κάθε έλλειψη η συνήθεια. Μακριά από κάθε εγώ και κάθε εσύ.
Μέσα στη ζέστα και στο φως κυλάει το ποτάμι της αγάπης το μεγάλο.
Είμαι κομμάτι από το ίδιο εκείνο το ποτάμι.
Είμαι φτιαγμένη από του ποταμιού εκείνου τις
αγκαλιές και τα γυρίσματα.
Μέσα μου βοά όλη η δύναμη και η ορμή του.
Όλη η ατέλειωτη και η ανάρχιστη ύπαρξή του μέσα
μου εκστασιάζεται.
Σταλιά σταλιά, σπειρί σπειρί, με αβίαστη υπομονή το
ποτάμι ανώδυνα με γεννούσε.
Μέσα μου κλείνω το ποτάμι εκείνο.
Κάθε μου ίχνος μια περιστροφή του. Κάθε μου απειροελάχιστη μετακίνηση μια βαθιά του δίνη.
Έτσι πλαστήκαμε όχι μόνον εγώ μα πολλές μικρές αγάπες, κομμάτια του μεγάλου εκείνου ποταμού.
Και βρισκόμαστε παντού.
Και πλάϊ μας ο βούρκος της ανθρώπινης ύπαρξης, γεμάτος μίσος.
Μα δεν μας αγγίζει.
Δεν μας σπιλώνει.
Για μας όλα αυτά είναι ένα ασήμαντο, μικρό περιστατικό
χαμένο μέσα στην πολλαπλότητά μας.
Ο θάνατος λένε, ένα ένα τα θύματα του τ’ αποθέτει στο μεγάλο ποτάμι μέσα.
Μα η τιμή ανήκει σε κείνον που ξέρει πως υπάρχει το
ποτάμι αυτό και σκοπό της ζωής του βάζει να το βρει και να πέσει μέσα του μόνος του, πριν ο θάνατος πάρει την τιμή πως αυτός εκεί τον οδήγησε. Σε κείνον που ποθεί ζωντανός ακόμα να λουστεί στα νερά του, να γίνει ένας ήχος απαλός στο πανάρχαιο τραγούδι του, να γίνει ένα φύλλο τρυφερό στο απέραντο
δάσος του.
Και είσαι συ ο αρνητής της ζωής που γυρεύεις στον κόσμο της ανέφελης αιωνιότητας να μπεις.
Και ειμ' εγώ εδώ κοντά σου και σε περιμένω.
Η μέχρι τώρα ζωή σου δεν ήταν παρά η πορεία προς
ό,τι η σκέψη σου κρυφά σε οδηγούσε. Όσα έζησες ως τώρα και ό,τι κουβαλούσες μαζί σου, δεν ήταν παρά σκουπίδια και βρωμιά από το βυθό, που φεύγανε από πάνω σου καθώς ανέβαινες. Και
έφτασες στον αφρό, έφτασες στην επιφάνεια αγνός και καθαρός και ανεμπόδιστος για να δεις καθαρά.
Και είδες και έμαθες όλα όσα πρέπει να μάθει ο άνθρωπος.
Κι όλα τα γνώρισες.
Πλήρωσες ακριβά, μα έμαθες πως οι άνθρωποι δεν
μπορούν ν' αγαπούν.
Μα να-η αγάπη που ζητούσες ήταν κοντά σου, δίπλα
σου-ήμουν εγώ με τις ψυχρές μου κυρτότητες, με το
γκριζόμαυρο χρώμα μου, με το βάρος και τη
στιλπνότητά μου.
Και περίμενα.
Περίμενα να εξαντλήσεις όλες τις πιθανότητες.
Να χάσεις κάθε ελπίδα.
Να μείνεις μόνος.
Περίμενα να μάθεις μόνος πως ό,τι ζητάς δεν θα το
έβρεις στους ανθρώπους.
Τώρα ανάγκη γι άλλο ψάξιμο δεν έχεις.

ΤΟΜ
Όταν λοιπόν όλα τα χάνω, τα βρίσκω όλα;
Τώρα που όλα φαίνονται να τελειώνουν, τώρα όλα
αρχίζουν;
Ολόκληρη η ζωή δεν ήταν λοιπόν παρά μια παρέκβαση προσωρινή, μια στιγμή οδύνης μέσα στην παντοτινή χαρά;
Ναι. Καταλαβαίνω τωρα-έπρεπε να υπάρξει ο Άνθρωπος.
Έπρεπε και από τη θέση αυτή να βρεθεί ο Δρόμος.
Έπρεπε κάποιος να μπορέσει να διακρίνει-να ξεχωρίσει την αλήθεια από το ψέμα, να γνωρίσει όλες τις πτώσεις και όλες τις ανόδους, να εξερευνήσει κάθε άγνωστο.
Έπρεπε κάποιος να καταλάβει πως αγάπη δεν μπορείς να βρεις στους ανθρώπους.
Πως ο εγωισμός δε συμβιβάζεται.
Ότι η εκπλήρωση του προορισμού του από τον άνθρωπο είναι ακατόρθωτη.
Πως τη λύτρωση την βρίσκει κανείς έξω από τους ανθρώπους-όπως εγώ τη βρήκα σε σένα: σε μια πέτρα-μέσα στο βάρος και την ακινησία της.
Κι αλήθεια, η φωνή που με ξέσχιζε μέσα μου, τώρα σωπαίνει. Ηρεμεί κι αυτή κι εγώ μαζί της. Το θηρίο δεν ουρλιάζει πια. Στερημένο από την τροφή που είχε άφθονη ως πριν λίγο-από την ελπίδα- πεθαίνει τώρα. Κιόλας οι σκουξιές του δεν ακούγονται. Αντίς γι αυτές μια γλυκιά σιωπή παίρνει τη θέση τους.

ΠΕΤ
Και μέσα σ' αυτή τη σιωπή, σε λίγο άλλοι ήχοι θα
ακουστούν. Ήχοι που θα γεμίσουν τον γύρω αγέρα
αρμονία και έκσταση. Ήχοι από το ταιριαστό κύλισμα
του ποταμού της ατέρμονης αγάπης. Τότε θα γίνεις
και συ ήχος και ποτάμι και νερό και κύλισμα.
Κι εγώ θα 'μαι μαζί σου.

ΤΟΜ
Και ό,τι ως τώρα ποθούσα θα είναι για πάντα δικό μου.
Κι εγώ για πάντα δικός του.
Μια στιγμιαία ;πόσ παση από την ροή του ποταμού είναι η ζωή του ανθρώπου. Όπως μιας πομφόλυγας του αφρού που το ποτάμι στο τρέξιμό του σηκώνει

ΠΕΤ
Ναι, ίσα για να γνωρίσει ότι δεν υπάρχει άλλος δρόμος, κι έτσι να πέσει μέσα στο ίδιο παντοδόχο ποτάμι που έξω απ’ αυτό τίποτα δεν υπάρχει. Ναι. Θα έρθεις μαζί μου. Που θα πει, μαζί με ό,τι πάντοτε κομμάτι του είσαι. Μακριά από τούς ανθρώπους, μακριά από τις υποκρισίες και τα μίση-μακριά από τη δυστυχία.
Ό,τι πολύ επιθύμησες και δεν το βρήκες μέχρι τώρα, σε περιμένει εκεί που μόχθησες και διάλεξες να πας.

ΤΟΜ
Και είσαι συ που εκεί θα μ' οδηγήσεις. Και είσαι συ που θα με πας στο ποθητό άντρο μου, στην ποθητή μονιά μου. Που θα πάρεις ό.τι ανθρώπινο από μένα και θα το ανυψώσεις στην πρωτινή και ύστατή του αρμονία.

ΠΕΤ
Ναι. Εγώ. Εγώ που απωθώντας άλλες ηδονές εζύγισα με τ' ανθρώπινα μέτρα το βάρος και τη γνώση μου. Εγώ που σου απλώνω τώρα τα χέρια μου και σε καλώ να 'ρθείς. Εγώ η ίδια η αγάπη είμαι και θα σε πάω στις πηγές μου. Για πάντα.
Όταν με μάζεψες και μ’ έφερες κοντά σου κείνο το απόγεμα στο δάσος, ο πόθος σου για την αιώνια αγάπη και ζωή σ’ έσπρωχνε να το κάνεις.
Έλα λοιπόν... πλησίασε… αποχαιρέτα τη ζωή αυτήν και έλα... η αγκαλιά μου ορθάνοιχτα σε καρτερεί. Τα χέρια μου κιόλας έχουν απλωθεί προς εσένα και σε καλούν.

ΤΟΜ
(σιγά)
Κι εγώ απλώνω σε σένα τα δικά μου...
(τα φώτα σβήνουν αργά. Σκοτάδι. Όταν ξανανάβουν, δυο πέτρες βρίσκονται δίπλα η μια στην άλλη στο πάτωμα. Ανοίγει η πόρτα και μπαίνουν η Ιδιοκτήτρια, ο Άντρας και η Γυναίκα)

ΙΔΙΟΚΤΗΤΡΙΑ (ΙΔΙ)
Αυτό είναι το διαμερισματάκι. Η κουζίνα του... το
χωλ...  από κει η κρεβατοκάμαρα…
ΑΝΤΡΑΣ (ΑΝΤ)
(στη γυναίκα)
Είναι πολύ μικρό-όχι; Τι λες αγάπη μου;

ΓΥΝΑΙΚΑ (ΓΥΝ)
Μωρό μου, μπορούμε να βολευτούμε για λίγο διάστημα.
(στην ιδιοκτήτρια)
Πόσο στοιχίζει;

ΙΔΙ
Διακόσα φράγκα το μήνα μαζί με τα κοινόχρηστα.

ΑΝΤ
Κι αυτές οι πέτρες τι είναι;

ΙΔΙ
Τις βρήκαν εδώ οι εργάτες όταν ήρθαν να βάψουν το
διαμέρισμα.
Τελευταία έμενε εδώ ένας παράξενος εργένης.
Έφυγε ξαφνικά χωρίς ούτε να με χαιρετίσει-τι να πεις…
Τις κράτησα μήπως θα σας χρησίμευαν σε κάτι.
Αν όχι θα πω να τις πετάξουν.
Τι αποφασίζετε λοιπόν: Θα το νοικιάσετε;

ΑΝΤ
Τι λες άγγελε μου; Να το πάρουμε;

ΓΥΝ
Ναι, έτσι λέω.

ΑΝΤ
(στην ιδιοκτήτρια)
Εντάξει. Τη Δευτέρα θα μετακομίσουμε.

ΓΥΝ
Και να πετάξετε τις πέτρες-τι να τις κάνουμε;..

ΙΔΙ
Σήμερα κιόλας. Ελάτε... από δω... να υπογράψουμε
τα συμβόλαια.
(Ανοίγει την πόρτα. Ο Άντρας και η Γυναίκα
βγαίνουν. Η ιδιοκτήτρια ακολουθεί. Πριν κλείσει πίσω της την πόρτα γυρίζει και κοιτάζει τις πέτρες. Σιγά, μονολογώντας απορημένη)
Πότε κουβάλησε και τη δεύτερη;


ΑΥΛΑΙΑ