Τετάρτη 1 Ιανουαρίου 2025

 ΣΤΗ  ΜΠΛΟΥΖΑ

Το καλοκαίρι που έφυγε ήταν πολύ ζεστό
και κάθε μέρα ήταν για μας μια νέα ευκαιρία
να μαζευτούμε στην "ΠΗΓΗ"( δρόσιζε εκεί γι αυτό)
εγώ, ο Γιάννης, ο Φωκάς, ο Πέτρος κι η Μαρία.

Και μια θυμάμαι ξαφνική που έπεσε βροχή
καθώς τα ούζα πίναμε αμέριμνοι ένα βράδυ
κι όπως ακάλυπτοι ήμασταν στην αίθριαν εξοχή
το ’βλογημένο το νερό μας έβρεξεν ομάδι.

Απ’ τη θεσπέσια του υγρού χώματος ευωδιά
γλυκομεθύσαμε όλοι μας το βράδυ αυτό τ’ ωραίο
και σαν μικρά να ήμασταν κι ανέμελα παιδιά
το κάθε τι μας φαίνονταν παλιό σαν να ’ταν νέο.

Κι ενώ η Μαρία ύστερα απ’ την μπόρα της στιγμής
απ’ την αρχή μας πρόσφερε τα νερωμένα ούζα,
αθώους τάχα γράφοντας κύκλους τριγύρω εμείς
τα στήθη της κοιτάζαμε που κόλλαγαν στην μπλούζα.

 ΟΙ  ΣΟΛΙΣΤ

Εκείνες οι σολίστ- ή όπως τις λένε...
πώς κάνουνε τα μάτια μας και κλαίνε...
Μικρόσωμες, ευκίνητες, μυώδεις
αλλά παρ’ όλα ταύτα ονειρώδεις...

Ένα βιολί κρατούν ή παίζουν πιάνο
και παίζοντας γλυκά, μας παίρνουν πάνω
στης μουσικής τον κόσμο τον ωραίο
τον πάντα μαγικό και πάντα νέο.

Του έρωτα η φλόγα δεν τις καίει
αλλά τις στεφανώνουν άλλα κλέη
στην όψη τους θαμπώνει κάτι θείο-
περίεργο, που δεν είναι γυναικείο.

Και μεις με τους σπανίους αμεθύστους
μεθούμε της ωραίας μουσικής τους
και κάνουνε τα μάτια μας και κλαίνε
εκείνες οι σολίστ-ή όπως τις λένε..

 ΣΤΗΣ  ΕΡΗΜΟΥ

Κάπως έτσι θα ’χει γίνει
κι ήρθε στη ζωή-
στης ερήμου το καμίνι
όπως παει η βροχή.

Έτσι εκείνη άσκοπα όπως
πίνεται απ’ τη γη
κι ο δικός του τέτοια ο κόπος
έχει ανταμοιβή.

Κι όπως ’κείνη δεν ποτίζει
δέντρο ή ανθί
και γι αυτόν η μοίρα ορίζει
έτσι να χαθεί.

Και θλιμμένη λογαριάζει
και χλωμή "γιατί-
α!  γιατί μ’ εμέ να μοιάζει;"
θα ρωτάει κι αυτή.

 
ΤΑ  ΠΟΥΛΙΑ

«Θα βλέπω την τι-βι πίνοντας μπύρες.
Το σκύλο θα κρατάω αγκαλιά
και θα τον ξύνω που τον τρων οι ψείρες.

Εσύ να μη βιαστείς και ας αργήσεις.
Ξέρω πως παίρνει ώρα  αυτή  η δουλειά.
Μόνο τις μπύρες έξω να μου αφήσεις.

Μον’ κοίτα, όταν περνάς απ’ τις φιλύρες
πρόσεξε μην τρομάξεις  τα πουλιά.
Το σκύλο εγώ κρατώντας αγκαλιά
θα βλέπω την τι βι πίνοντας μπύρες».

 ΣΙΩΠΗΛΑ

Τα ποιήματά μου μοιάζουνε με τις γυναίκες κείνες
που γνώρισα κι αγάπησα και χάρηκα μ’ αυτές.
Όπως εκείνων τα φιλιά και οι δικές τους ρίμες
αμέτρητες μου δίνουνε-απόκρυφες χαρές.

Όμως μια θέση ξέχωρη κρατούν μες στην ψυχή μου
γυναίκες που δεν ταίριασαν οι δρόμοι μας ποτέ
που μες στου πλήθους χάθηκαν τα έλη του ανωνύμου
που η ζωή δε θέλησε να γίνουμε εραστές.

Που δίπλα μου επέρασαν στο δρόμο με βιασύνη
ή φευγαλέα αντίκρισα στις σκάλες του μετρό
γυναίκες που ειν’ αδύνατο να τις χωρέσει η μνήμη
τόσο πολλές που νόημα δεν έχει να μετρώ.

Ντυμένες ωραιότητα, σεμνότη, ευαισθησία,
κι ένα μυστήριο που άθελα κάθε άγνωστο κρατεί
της νοσταλγίας μου χάρισαν τη θεία πεμπτουσία
κι αβρούς ανθούς στης φαντασιάς τον κάμπο τον πλατύ.

Μ’ αυτές λοιπόν τις όμορφες γυναίκες παρομοιάζω
τα όσα μου ποιήματα  δεν έχουνε γραφτεί
κι όπως για κείνες και γι αυτά σιωπηλά σπαράζω
(κι ας ειν’ η παρομοίωση συνηθισμένη αυτή).

 
ΟΥΤΕ  ΣΤΟΧΟΣ

Στης δυστυχίας τον πλανήτη
του ’γραφε η μοίρα να κατοικήσει.
Δυστυχισμένων βλέπω πλήθη
το βλέμμα όπου κι αν γυρίσει.

Την ευτυχία όλοι γυρεύουν
μέσα στο χρήμα και στη δόξα.
Όμως ανώφελα σκοπεύουν
έστω χρυσά κι αν έχουν τόξα.

Μον’ όταν πια σωθούν τα βέλη
κι ενώ τους σφίγγει ο κρύος βρόχος
βλέπουν αλάθητα εν τέλει
πως δεν υπήρχε ούτε στόχος.

 PINK  PEACH  TREES
(Van Gogh)

Α!  Ροζ μικρές ροδακινιές!  Η Άνοιξη κυλάει
μες στων κλαδιών σας τους χυμούς,  χορεύει και πηδάει
και αγκαλιάζει ερωτικά το τρυφερό κορμί σας
και παίζει και ακκίζεται και χαίρεται μαζί σας.

Κοντά σας να ’μαστε και μεις. Με χέρια, μάτια, στόμα,
μ’ αυτιά, με μύτη, με κορμί, και με τη γλώσσα ακόμα
πασκίζουμε να νιώσουμε λίγη απ’ την Άνοιξή σας
από το γλυκοκάρωμα και την απόλαψή σας.

Κοιτάμε, αφουγκραζόμαστε, μυρίζουμε, δαγκάμε
μα τη γλυκιά τη μέθη σας εμείς δεν τη μεθάμε.
Ζηλότυπα την Άνοιξη εντός σας την κρατείτε
και "όχι" μας φωνάζετε, "όχι-ποτέ όσο ζείτε".