Πέμπτη 26 Δεκεμβρίου 2024

 Galina...

Αν ήξερες Galina
πώς φέγγει ο ήλιος κάθε πρωί...
Τα ξανθά μαλλιά των μικρών κοριτσιών παίρνει
και μ’ αυτά υφαίνει το στεφάνι του.
Τον πόνο παίρνει των ευκάλυπτων
φλόγα τον κάνει
και μας πυρπολεί.
Με τις εκτεταμένες αγωνίες μας αχτίδες μας τοξεύει.
Από τη φλόγα μας καιγόμαστε
Galina…

 Βάλε της λύπης φόρεμα μαύρο

Βάλε της λύπης φόρεμα μαύρο
στο σώμα΄ βάλε πόνο κρυφό
να σκέπει κάθε χρυσή χαρά σου-
σκόρπα μελάνιασμα στον αφρό.

Βάλε καλή μου στο μάγουλό σου
που φέγγει ολόγλυκα σαν αυγή
λάσπης σημάδι, φόρα στο πόδι
αιματωμένη, λερή πληγή

Και vτύσου ρούχα βαριά να σκέπουν
τ’ όμορφο στήθος σου το γλυκό
να μην προβάλει΄ τύλα μ’ αγκάθια
της ομορφάδας σου τον ανθό.

Τι έμαθα, μου ’πανε, διάβασα, είδα,
πως καβαλάρης περνάει στητός
κι όπου λουλούδι δισμυρισμένο
και όπου πέρφανος χρυσαετός,

κι όπου βασίλειο ευτυχισμένο
κι όπου κορίτσι όπως εσύ
μαραίνει, κόφτει, χαλάει, θάφτει,
σκοτώνει αγάπη μου χρυσή.

Τόσο ομορφούλα-κρύψου-σκεπάσου!
τόσο λαμπρούλα-κρύψου-πω πω
κρύψου-σκεπάσου-βάλε καλή μου
άσχημη να ’σαι τάχα σκοπό.

Αχ! Τόσο όμορφη... φοβάμαι... τρέμω...
ξεγέλασέ τον κοίτα πώς κλαιν
τα μάτια, κι άκου τα’ άθλια μου χείλια:
τον καβαλάρη Χάρο τον λεν.




 Στενότης χώρου και χρημάτων

Στενότης χώρου και χρημάτων
αμείλικτα τον περιζώνει.
Η θέα ανάρμοστων πραγμάτων
την περηφάνια του πληγώνει.

Δεν έχει χώρο για το μπάνιο
κι έχει σκουριάσει το κρεβάτι...
...Θα πάρει ένα δάνειο...
μ’ αυτό θα κάνει κάτι...

Των φαγωμένων του ενδυμάτων
δύσκολα πια μετριούνται οι χρόνοι.
Η ζήση του εκατό θανάτων
την ευτυχία λες ξεπληρώνει.

Όμως με ύφος αρειμάνιο
βλέπει τριγύρω του το μάτι.
Θα πάρει ένα δάνειο.
Μ’ αυτό θα κάνει κάτι.



 Ο κόσμος είναι σίγουρο

Ο κόσμος είναι σίγουρο
δε θα καταστραφεί.
το τελευταίο ποίημα
αν πρώτα δε γραφτεί.

Την ύπαρξή του ο κόσμος μας
λοιπόν τηνε χρωστάει
στους ποιητές-αν λείψουνε
αυτοί, κι εκείνος πάει.

Γι αυτό μην τους πιέζετε
και βιαστικοί μην είστε
μόνο να τους φωνάζετε:
"αργήστε φίλοι! αργήστε!"

 Τι ξιπασιά! τι περηφάνια! τι αμυαλιά! τι εγωισμός!

Τι ξιπασιά! τι περηφάνια! τι αμυαλιά! τι εγωισμός!
τι προσβολή για τα ουράνια! τι καυχησιάρικος θεσμός!-
τι εγωισμός κι αλαζονεία οι προσευχές για τους νεκρούς!
λες και ανάγκη έχουν καμίαν αυτοί από μας τους ζωντανούς!.

"Νεκροί" λέω ’γω, "όπου κι αν είστε κι όποια κι αν έχετε
θωριά
εσείς τους ζώντες ελεήστε-σώστε-γλιτώστε απ’ τα θεριά.
Νεκροί αδερφοί που δε σας φτάνει καμιά φωνή-καμιά
φωτιά
κιώστε το δρόμο που μας βγάνει στην ακριβή σας τη μονιά".



 Νύχτα. Στο σκοτάδι της χαμένος

Νύχτα. Στο σκοτάδι της χαμένος
μες στου αλσυλλίου τις σκιες
που μαγίστρες μοιάζουνε γριές
κάποιος πικροκλαίει στη γη πεσμένος.

Κάποιος κλαίει πάνω στο χορτάρι.
Σφίγγουνε τα χέρια του τη γη.
Κάτι να της δώσει προσπαθεί;
Κάτι από κείνηνε να πάρει;

Σχίζουν οι λυγμοί του το σκοτάδι.
Στ’ άπονα τα χώματα χτυπούν.
Οι ψυχές ξυπνούνε και ακούν
μες από τον άπελπο τον Άδη.

Τάχα στο αλσύλλιο ποιος να κλαίει  
ποιος στην ησυχία τη βραδινή-
ποιος μες στη νυχτιά τη σκοτεινή
δέεται στον Πλάστη-και τι λέει;


 Θα ψάξω να ’βρω ποια βουκέντρα-

Θα ψάξω να ’βρω ποια βουκέντρα-
ποιος λόγος να ’βρω μυστικός-
ανάγκη ποια κεντάει τα δέντρα
κι αυτά υψώνονται στο φως.

Ποιο στου πουλιού το αιθέριο σώμα
το σαν ιδέα ελαφρό
την εντολή χαράζει στόμα
και πλέει το σκάφος το μικρό.

Βαθιά στου νου μου τις σελίδες
ποια βια θα ψάξω-ποια ορμή
ρίχνει στης ζήσης τις λεπίδες
βορά του ανθρώπου το κορμί.

Και μες στη μήτρα των αιώνων
που τη δονούν μύριοι αχοί-
στη Νύχτα, θα ’βρω όλων των Πόνων
και κάθε Ανάγκης πρωταρχή.