Η ΜΟΥΣΙΚΟΥΛΑ
Όταν το σούρουπο μεστώνει
και πριν ακόμα γίνει βράδυ
τις θείες νότες της απλώνει
μια μουσική γλυκιά σα χάδι.
Πέφτει απαλά σαν τη δροσούλα
μες στη σιωπή της γειτονιάς μου
καθώς ανέγγιχτη νυφούλα
σε γιορτινό κρεβάτι γάμου.
Και με τρυπά σα νοσταλγία
και με πονεί σαν ερωμένη
η μαγική της μελωδία
που στον αέρα είναι χυμένη.
Μήπως του Πάνα η φλογέρα
και του Απόλλωνα η λύρα
ξεπροβοδίζουν την ημέρα
χαρίζοντάς της τέτοια μύρα;
Μήπως σε με που δεν με ξέρει
τη θαλπωρή από το θέρο
και τη γαλήνη από τ’ αστέρι
στέλνει η καλή που δεν την ξέρω;
Ή μην ο αγέρας απ’ τα μάκρη
σοφός ως έρχεται του κόσμου
του ταξιδέματος το δάκρυ
και τη χαρά σταλάζει εντός μου;
Α! Του σπανίου τους του κάλλους
γνώστες αυτοί δεν ειν’ οι ήχοι
από ποιητές φύγαν μεγάλους
κι ήρθαν σε με να γίνουν στίχοι.
Τρίτη 30 Μαΐου 2023
ΣΤΟ ΧΩΜΑ
Ωρθώθη ο γίγαντας στα δυο τα πόδια τ’ ατσαλένια
και με το χέρι εχάιδεψε τ’ ατσάλινά του γένια.
Τ' όπλο του το γιγάντινο στα χέρια του αρπάζει
κι ενός νιοπέταχτου πουλιού τα δυο φτεράκια σπάζει.
Κι ως το ’δε ο γίγας τ’ ατσαλιού να σπαρταράει μπροστά του
επόνεσ' η ατσάλινη κι απόνετη καρδιά του
κι έκλαιγε πάνω απ’ του πουλιού το πληγωμένο σώμα
με δάκρυα από σίδερο που βρόνταγαν στο χώμα.
ΣΚΛΑΒΟΣ ΤΗΣ ΓΗΣ
Σκλάβος της γης ο χωρικός.
Αυτή ό,τι πει εκείνος κάνει.
Κι αν το βόδι του κλέψουνε, τον κλέφτη
σκοτώνει, γιατί δίχως βόδι
τη γη να καλλιεργήσει δεν μπορεί,
και το παιδί του θα πεθάνει αν αυτή
καρπό δεν βγάλει. Και τη γυναίκα του.
τήνε χτυπάει αν δε δουλέψει.
Γιατί η γη θέλει δουλειά.
Κι αν στην πόλη ο χωρικός πάει
από το χοίρο βρομερότερος γίνεται
γιατί μακριά εβρέθηκε απ’ το χώμα.
Κι όταν σ' αυτό ξαναγυρίσει,
την αγνότητα του πάλι ξαναβρίσκει.
Η ΣΥΝΕΧΕΙΑ
Τα πάντα στην τέχνη πρέπει να θυσιάσει
ο ποιητής, αν ποιητής θέλει να 'ναι.
Σκλάβος της ποίησης να γίνει πρέπει,
και να υποφέρει, και να λιώσει
κατ' από το άρμα της, με την ελπίδα
απ' ό,τι γράψει να σωθούν πεντ' έξη
στίχοι, που, με τη σειρά τους,
την ψυχή θα σώσουν του ποιητή. Γιατί
δεν είναι ο ποιητής κέντρο του
σύμπαντος. Μία εφήμερη στιγμή
είναι, που από πάνω της περνά
το πνεύμα των προυπαρξάντων
ποιητών, τρέχοντας προς το μέλλον
στον ποιητή που θα το συνεχίσει.
ΜΑΝΑΒΗΔΕΣ, ΓΙΑΤΡΟΙ, ΖΩΓΡΑΦΟΙ
Μανάβηδες, γιατροί, ζωγράφοι, αστοί,
πιερότοι απατημένοι και περίλυποι,
αρλεκίνοι εύθυμοι και απατημένοι,
ηλίθιοι ονειροπόλοι, καρτερούν
την ωραία τους κυρά-με σώμα
όπως καθενός του αρέσει, με καρδιά
όπως σε καθένανε ταιριάζει.
Και παίζουν όλοι πάνω στη σκηνή
το ρολό τους ως να περάσει η ώρα
και ο καιρός. Και ο καιρός περνάει.
Κι έρχεται η ωραία τους. Ο αρλεκίνος
τα χέρια του υψώνει προς τον ουρανό
κι ο ουρανός χαρτί γαλάζιο είναι και σχίζεται.
Και η ωραία του μια κούκλα είναι από χαρτόνι.
ΣΤΟ ΕΡΓΟΣΤΑΣΙΟ ΤΩΝ ΠΟΛΕΜΟΦΟΔΙΩΝ
Στο εργοστάσιο των πολεμοφοδίων
ένας εργάτης με αγαθά, ήσυχα μάτια,
είναι περασμένη η ώρα μα να κοιμηθεί δεν πάει
ώσπου τη μολυβένια σφαίρα που άρχισε
και που τον ποιητή θα σκοτώσει
να την τελειώσει.
.
Και να που η σφαίρα τέλειωσε. Ο εργάτης
στο φως του αθώου φεγγαριού γυρνάει σπίτι του
και στο κρεββάτι πέφτει
και στης καλής του την αγκαλιά.
Το άλλο πρωί ο ποιητής
ένα γράμμα που έλαβε άνοιξε
και βλέπει να τόνε καλούν στρατιώτη
γιατί ο πόλεμος αρχίζει.
ΤΙΣ ΜΕΣΑ ΤΟΥ
Τις μέσα του φωνές που του αντιτίθενταν,
όσο είχε δύναμη τις έπνιγε, και ζούσε
μέσα στον κόσμο, κι έλεγε κι έκανε.
Μα τώρα γέρασε. Το σώμα του κοιτάζει στον καθρέφτη,
μαζί με την ψυχή του να φυλλορροεί.
Ασυνάρτητη τώρα,
χωρίς νόημα, η ζωή του μοιάζει.
Όλες οι πράξεις, οι διανοητικές έγνοιες, οι τέχνες,
οι επιστήμες, όλα τούτα, συβαριτικά
παιχνίδια χωρίς φανερό νόημα.