ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ
Πίσω να πάω ήθελα πάντοτε στο χωριό μου
Και να! η ώρα έφτασε. Ταξίδι ξεκινώ.
Άλλα σημάδια ήξερα όμως εγώ του δρόμου
Και το ταξίδι ήτανε, μου εφάνη, μακρινό.
Πλησιάζοντας τ’ αρώματα περίμενα να νοιώσω
Που του χωριού μου οι πλαγιές την Άνοιξη σκορπάν,
Μα λιβανιού τη μυρωδιά μυρίζω τώρα-α! πόσο
Αλλιώς ειν’ όλα! Κι άνθρωποι στον ώμο τους με παν.
Αρνιών τα κουδουνίσματα περίμενα στη στάνη
Και θυμιατήρια αντίς γι αυτά στ’ αυτιά μου αντηχούν.
Μιλήματα παλιόφιλων σε ξερικό μποστάνι.
Τώρα τροπάρια ακώ να ηχούν-παπάδες να μιλούν.
Βγάλτε με! Βγάλτε με από δω! Εγώ δε θέλω χάρο
Εμέ δεν πρέπει χώσιμο βαθιά στην κρύα γη
Απ’ τη ζωή ακόμα εγώ έχω πολλά να πάρω
Τις νύχτες πήρα όλες της-δεν πήρα μιαν αυγή.
Αν με το μέτρο της χαράς τη ζήση εσείς μετράτε
Ιδέτε το δισάκι μου κενό από χαρές.
Δεν έζησα. Να θάψετε πέστε λοιπόν ποιον πάτε
Φτιάχνοντας πίσω του μακριές αργόσυρτες σειρές;
Αν πάλι οπωσδήποτε σεις πρέπει να με θάψτε
Βλέπετε κείνα τα μωρά που κλαίνε για βυζί;
Ειν’ οι χαρές μου οι ορφανές. Τρίδιπλο τώρα σκάψτε
Λάκκο βαθύ και βάλτε μας κι αυτές και με μαζί.
Και κει, στου τάφου την ερμιά, στο τρίσβαθο σκοτάδι
Ίσως εκεί ένα άλλο φως να έβρω μυστικό
Και την αυγή που έψαχνα να τήνε βρω στον Άδη
Και οι χαρές μου πιόμα εκεί να βρουν μεθυστικό.
Τρίτη 1 Μαρτίου 2022
ΦΡΑΝΣΟΥΑ ΒΙΓΙΟΝ
Μετά απο ένταση, διαξιφισμους και αγωνίες
Είκοσι μηνών,
Εδώσανε το πρώτο φίλημα τους.
Και τότε όλα γαληνέψανε
Σαν πρωινό μετά από νύχτα καταιγίδας.
Κάθισαν ήσυχοι-σίγουροι πια.
Και συζητήσανε για πράγματα κοινά.
Εκείνη μάλιστα έβγαλε και, σαν οικεία,
Κρέμασε την ζακέτα της μες στη ντουλάπα.
Και ήταν προς το βράδυ όταν-
Όχι γι ανάγκη έρωτα αλλά από νύστα-
Πέφτοντας σε κοινό τώρα κρεβάτι
Βύθισαν μες στης περασμένης της χρονιάς τα χιόνια
Δίνοντας έτσι κάποια απάντηση
Στου Φρανσουά Βιγιόν τη λυρική απορία.
ΣΕ ΖΗΤΩ
Πρώτη Αιτία! Αρχή Κινούσα! Το Όντως Ον!
Μέσα στο πνεύμα μου κάθε λιγάκι δίνεις παρόν!
Με συναρπάζεις με κουρελιάζεις με βασανίζεις,
Σε βάθη ανεί/πωτα με ανυψώνεις και με βυθίζεις.
Με σε αφέντη με σε μαστίγιο με σε οδηγό μου
Τα μήκη τ' άμετρα διασχίζω του Αδικου και του Τρόμου.
Μέσα μου σ' έχω μέσα σου μ' έχεις μαζί σου ζω
Και δεν σε ξέρω-δε σε γνωρίζω-και σε ζητώ.
Η ΕΝΩΣΗ
Πιο χωρισμένοι οι άνθρωποι
Δεν ειν’ παρα στη ζήση.
Τι τσακωμοί αδιάκοποι!
Τι αβυσσαλέα μίση!
Και βλέπεις όλους να ’χουνε
Τη μοναξιά στη σκέψη
Και πάντοτε να ψαχνουνε
Καθείς τους να μισέψει
Και πια να ζει μονάχος του
Μακριά από δήθεν φίλους
Μακριά κι από τα πάθη του
Κι από έρωτες βεβήλους.
Και έρχεται η χάρη Σου
Κρατώντας μία κάσσα
Και το κυρτό δρεπάνι σου
Τους κόβει την ανάσα.
Κι έρχεσαι συ, ω! Θάνατε,
Το χέρι σου απλώνεις
Και όλους κι όλα, Αθάνατε ,
Αχώριστα ενώνεις.
ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΩΣ
Κείνο που οπωσδήποτε μ’ αρέσει
Σ' αυτή τη ζωγραφιά
Δεν είναι τ΄ απαστράπτοντα πετράδια
Που τον σταυρόν κοσμούν
Στου αρχιπειρατή που κρέμεται το στήθος,
Ούτε οι γωνίες του οι τόσο προσεγμένες
Με χάριν σκαλιγμένες,
Ή ο Εσταυρωμένος που θλιμμένα γέρνει
Το άσαρκο κεφάλι του στο ξύλο επάνω
Στη μέση του Σταυρού
Μ' αντίς γι αγκάθια στο στεφάνι του
Μικρές χρυσές αχτίδες.
Κείνο που οπωσδήποτε μ’ αρέσει
Σ’ αυτή τη ζωγραφιά
Είναι η ιδέα του καλλιτέχνη για το τι
Απαραιτήτως πρέπει ένας αρχιπειρατής
Στο στήθος του να φέρει.