Πέμπτη 10 Οκτωβρίου 2024

 Και βέβαια έχω ψαρέψει κι εγώ.
Όμως μόνο δύο φορές στη ζωή μου.
Και άκου τι έγινε τις φορές αυτές.
Όταν ήμουνα είκοσι τεσσάρων ετών, βρέθηκα στην Καστοριά.
Πήρα ένα ποδήλατο και έκανα τον γύρο της λίμνης.
Σε κάποια στιγμή, είπα: Λίμνη είναι, ψάρια θα έχει μέσα, κανείς δεν είναι τριγύρω, ας ψαρέψω.
Πώς όμως;
Με τι αγκίστρι;
Πάνω μου είχα μια καρφίτσα. Την λύγισα στο άκρο της, έδεσα έναν σπάγκο που βρήκα στην τσέπη μου στο κεφάλι της, και την πέταξα όσο μου άφηνε ο σπάγκος μέσα στη θάλασσα.
Ε! λοιπόν, δεν πέρασαν πέντε λεφτά, και ένιωσα να τραβιέται ο σπάγκος.
Τον τράβηξα, και να το πρώτο ψάρι του πρώτου ψαρέματός μου-ένα ψαράκι μήκους έξη εκατοστών.
Μετά από καμιά τριανταριά χρόνια, βρέθηκα μια μέρα στην Σάντα Μόνικα της Καλιφόρνιας-στην ξακουστή αποβάθρα της.
Στο μέσα άκρο της, βλέπω καμιά δεκαριά μεξικάνους να ψαρεύουν του καλού καιρού.
Παραξενεύτηκα που ψάρευαν εκεί. Τους πλησιάζω και τους ρωτάω αν επιτρέπεται το ψάρεμα.
«Όχι», μου λένε, «αλλά δεν μας μιλάνε.»
Αφού λοιπόν «δεν τους μιλούσαν», την επόμενη μέρα, παίρνω ένα καλάμι και σκουλήκια για δολώματα, ξαναπηγαίνω, κάθομαι δίπλα τους, δολώνω και ρίχνω μακριά την πετονιά μου-έτσι δεν την λένε;
Δεν πέρασαν πέντε λεπτά, και κάτι τσίμπησε άγρια.
Το βλέπουν οι άλλοι, «τράβα!, τράβα!» μου λένε, «είναι μεγάλο!..»
Άρχισα να τυλίγω. Και ενώ πλησίαζε αυτό που είχα πιάσει, δεν φαινότανε τίποτα στην επιφάνεια του νερού.
«Θα είναι μεγάλο…», όλο λέγανε οι μεξικάνοι, και όλοι είχαν στραμμένα τα βλέμματά τους μια σε μένα, μια στο τέλος της πετονιάς μου.
Τραβώντας λοιπόν, και όταν αυτό που είχα πιάσει είχε έρθει στα δύο μέτρα κοντά μου, τότε βγήκε στην επιφάνεια..
Και τι  ήτανε νομίζεις;
«Ψάρι» θα πεις.
Ε! λοιπόν όχι!
Ήταν ένας κύκνος!
Ένας κύκνος πιασμένος από το εσωτερικό του λαιμού του.
Ένας πάλλευκος, ένας μεγάλος, ένας πανέμορφος κύκνος!
Όλοι τα χάσαμε.
Εγώ δεν ήξερα τι να κάνω.
Αμέσως όμως μετά την έκπληξή τους οι άλλοι-οι μεξικάνοι, κοιτάζοντας γύρω τρομαγμένοι, άρχισαν να μου φωνάζουν δυνατά και επιτακτικά: «Ρίξ’ τον μέσα! Ρίξ’ τον γρήγορα μέσα!»
Τότε συνήλθα κι εγώ, και κατάλαβα όχι βέβαια ότι ήταν παράνομο να ψαρεύω εκεί-αυτό το ήξερα, αλλά και ότι έπρεπε να απαλλαγώ γρήγορα από το… αλίευμά μου.
Ο διπλανός μου «ψαράς» ήρθε αμέσως δίπλα μου και ακινητοποίησε το όμορφο πουλί, λέγοντάς μου: «Βγάλ’ του το αγκίστρι! Βγάλ’ του το αγκίστρι!»
Του άνοιξα όπως όπως το στόμα και έβγαλα το βαθιά σφηνωμένο αγκίστρι, και αμέσως μετά τον έριξα στο νερό.
Έφυγε γρήγορα σαν να μην του είχε συμβεί τίποτα.
Πέρασε λίγη ώρα ώστε να συνειδητοποιήσω ότι, έτσι καμαρωτό που έφευγε,  τουλάχιστον δεν είχε πάθει τίποτα σοβαρό το πανέμορφο πτηνό.
Ευτυχώς που δεν υπήρχε την ώρα εκείνη κανένας αστυνομικός εκεί!
Ύστερα από αυτό σηκώθηκα, πήρα τα «εργαλεία» μου και κατευθύνθηκα κατά μήκος της αποβάθρας προς την έξοδό της, ήρεμος πια, και ευχαριστώντας την τύχη μου που δεν είχε συνέπειες αυτό που συνέβη. Και που ήμουν βέβαιος ότι οι συνέπειες θα ήσαν βαρύτατες για έναν παράνομο μετανάστη…
Και, τραβούσα προς την έξοδο.
Όμως…. Όμως!
Όμως, τραβώντας προς τα έξω, σταμάτησα στη μέση της αποβάθρας και είπα μέσα μου: «Ρε γαμότο, ωραία, έπιασα έναν κύκνο, δεν γινόταν να μείνω εκεί άλλο, φεύγω. Αλλά, δεν στέκω για μια στιγμή, να ρίξω γυμνό το αγκίστρι μου στο νερό;.. να δω τι θα γίνει… έτσι, μιας και δεν πρόκειται πια να ξαναέρθω για ψάρεμα εδώ ύστερα από αυτό που συνέβη.
Στηρίζομαι λοιπόν στην κουπαστή, και ρίχνω μέσα στο νερό την πετονιά-μήκους τώρα όσο ήταν το καλάμι, ίσα που το αγκίστρι να βρεθεί μέσα στο νερό.
Έτσι.
Γυμνό.
Χωρίς δόλωμα.
Δεν θα πιστέψεις τι έγινε.
Και σε καταλαβαίνω.
Εγώ όμως ξέρω τι έγινε, και δεν υπήρχε λόγος να μην το πιστέψω.
Και να τι έγινε: δεν πρόλαβα να την ρίξω μέσα, και ΑΜΕΣΩΣ ένιωσα ένα τράβηγμα που αν δεν κρατούσα γερά το καλάμι θα μου το είχε πάρει μέσα!
Κατάπληκτος και χωρίς ούτε να προλάβω να σκεφτώ τι κάνω, τραβάω το καλάμι.
Και τι βλέπω;
Ένα ψάρι μισού κιλού πιασμένο γερά στο αγκίστρι μου!
Ήθελα να έχω μαζί μου κάποιον για να μοιραστώ την έκπληξη και τα συναισθήματα που ύστερα από όλα όσα συνέβησαν με πλημμύριζαν-τουλάχιστον να σχολιάσω το πράγμα με κάποιον.
Όμως όχι. ‘Όπως δεν είχα κοντά μου κανέναν για ό,τι μου συνέβαινε εκεί πέρα.
Και δέχτηκα αμήχανος τα θαυμαστικά βλέμματα των  περαστικών, που είδαν το γεγονός και μου έλεγαν χωρίς να σταματήσουν το περπάτημά τους «Μπράβο!», με κατάπληξη.
Αφού τελείωσαν όλα αυτά, και αναθυμώντας τα στο σπίτι μου πια, σκέφτηκα ότι αν είχα δίπλα μου έναν αρειανό, ή έναν γήινο που δεν ήξερε τίποτε από θάλασσα όταν μου συνέβησαν αυτά, αυτός θα έβγαζε βέβαια το συμπέρασμα ότι όταν κανένας ρίξει την πετονιά του στη θάλασσα με ένα σκουλήκι στην άκρη της, τότε βγάζει από τη θάλασσα γλάρους, και όταν ρίξει στη θάλασσα την πετονιά του χωρίς σκουλήκι, τότε πιάνει ψάρια!..
 
(Μήπως αλήθεια κάποιες επιστημονικές θεωρίες έχουν την καταγωγή τους σε παρόμοια συμβάντα;…)