ΟΙ ΜΥΓΕΣ
Βράδιασε. Πάψαν να πετάν στο δωμάτιό μου oι
μύγες.
Κρυφτήκανε στα μυστικά μέρη που εκείνες ξέρουν-
στα μέρη που τις οδηγάει της μοίρας τους ο δρόμος.
Μα σαν το φως , να! οι μύγες ξεγελιούνται,
μέρα πως έφτασε θαρρούν και τριγυρίζουν πάλι
στου δωματίου μου τον θολό και πνιγηρόν αέρα.
Έτσι κι εμάς μας ξεγελάει κάποιας ελπίδας λάμψη
και βγαίνουμε από τα κρυφά και ήσυχά μας μέρη
και κύκλους κάνουμε πολλούς που άδικα μας
κουράζουν.
Και η πανάρχαια φωνή που νέοι δεν την ακούμε
τώρα τ' αυτιά μας τα τρυπά καθώς φωνάζει: "αυτό
'ναι-
ξεγέλασμα ένα η ζωή καινούργιο κάθε μέρα".
ΕΡΩΣ ΚΕΡΑΥΝΟΒΟΛΟΣ
Βουτηγμένοι στην εφημερίδα τους κι οι δυο
όπως έμπορος στα χρέη του.
Ανάμεσά τους η σιωπή που δεν φοβάται ομιλίες,
σαν χώρος ναού
βαριά χρυσά στολισμένου.
Τίποτα μη διεκδικώντας ο ένας από τον άλλο,
αφημένοι έτσι στην εγκατάλειψη
μηδενικά θυμίζουν περίοπτα
απ’ όποια γωνιά ευφροσύνης
και απ’ όποια πλευρά εγωισμού κι αν κοιταχτούν.
Τους έτσι ακούσια κι απροφύλακτα στερημένους
η αύρα της αγάπης εποπτεύουσα
την κόκκινη μπέρτα της φορεί,
τα χέρια
δοκιμαστικά διάπλατα ανοιγοκλείνει,
και στην κοινή τους ετοιμάζεται
να ενσκήψει τη ζωή,
την ώρα που ακριβώς αυτοί το τελευταίο βήμα θα έχουν κάνει
στον δρόμο της ακμάζουσας ανίας τους.
ΝΕΕΣ ΑΝΑΠΝΟΕΣ
Στης συνοδού του την αδιαφορία πλέκοντας
γελάει το κοριτσάκι. Το γέλιο του
σαν πεταλούδα πετάει μέσα στο βαρύ
πνιγηρό εστιατόριο,
υφαίνοντας με κύκλους και στροφές περίπλοκες
ένα δίχτυ αθωότητας-αυτής
που έχει για την ηλικία του καθοριστεί.
Τo πέταγμά του
εύκολα μες από βγαλμένα δοντάκια μπαινοβγαίνει
φέρνοντας νέες αναπνοές κάθε φορά
στα πνευμόνια του πηχτού βραδιού,
που αλλιώς
θα πέθαινε από απελπισία
με τους λιγοστούς πελάτες νεκροθάφτες του.
ΑΓΝΗ ΦΡΑΓΚΑ
Δέκα ετών αυτή κι ο σύζυγός της εβδομήντα.
Μεγαλύτερη βέβαίως απόλαυση δεν υπάρχει.
Και γίνεται πασίδηλο αυτό
επειδή, όποιος το ακούσει,
πονηρά χαμογελά.
Ως για τον Έρωτα τον ίδιο,
τι άλλο παρά αυτό,
η επιδίωξή του ήταν πάντα-
η έκπληξη;
Τώρα επέτυχε ό,τι ζητούσε. Τόσο
που στην κλίνη δεν ξαπλώνει των εραστών,
τα χείλη και τα χέρια τους να οδηγεί,
αλλά παράμερα, άπρακτος-
αλλά έμπρακτα πολύ αλήθεια-καθισμένος,
τα μάτια βλέπει τα μεγαλωμένα της Αγνής
μπρος σ’ ό,τι γίνεται, που, αυτή,
έτοιμη διόλου ν' αντιμετωπίσει
δεν ήταν.
ΔΡΥΟΠΗ
Οι Αμαδρυάδες χάρηκαν
τον θεό να δούνε με μορφή χελώνας.
Πλησίαζαν κι αγγίζαν και χαιδεύανε
να το ’χουνε για καύχημα.
Και τo σκληρό της καύκαλο
στα χέρια τους γλυκά απαλυνόταν.
Όταν όμως ο θεός εδιάλεξε,
και φίδι έγινε,
όλες τρομάξαν, επειδή ανέτοιμες
την αλήθεια να δεχθούν ήσαν.
Εκείνη μόνον,
βασιλιά γενναία κόρη
την μεταμόρφωση δεν εφοβήθη
και στάθηκεν εκεί
μόνη,
αφήνοντας το φίδι,
σαν μεγάλος τρυφερός βλαστός
να την τυλίξει.
Και μαζί του κυλίστηκε στην χλόη
το λαμπρό πράσινό της κοκκινίζοντας.
ΔΙΩΝΗ
Οι μαστοί της, πλατυβάσιοι και πληθωρικοί
γάλα γεμάτοι για κάθε τι πεινασμένο.
Βαριά βήματα, τραντάζοντας τη γη,
τα πέλματά της περπατώντας ξανοίγουν.
Γελάει κι έρχεται Άνοιξη. Ερωτεύεται
κι οι άνθρωποι
ερωτικούς τρέχουν συντρόφους να 'βρουν.
Στη θάλασσα. Εκεί ζει και αγαπάει.
Και η θάλασσα
νερό δεν είναι
αλλά το σπέρμα του Σύμπαντος, καθώς αυτό,
ερωτευμένο,
με το τεράστιο πέος του
στης Διώνης τον κόλπο προσβλέποντας
εκχύνει.
ΑΔΕΛΈ
Να κάνει έρωτα μαζί τους δεν την έφτανε,
τους εραστές της έπνιγε μετά η Αδελέ.
Θάνατος κι έρωτας μαζί.
Άδειος να πεθάνεις
ο θάνατος καλός είναι-όταν πεθυμιάς
καμιάς το κόχλασμα
το νου σου αναθυμιάσεις δεν γεμίζει.
Άδειος κι αγνός, σαν ανθός ή σαν
σβησμένο ηφαίστειο
που κενός
ο κρατήρας του, μόνον
τώρα είναι.
Να πεθάνεις αφού έχεις γνωρίσει
το πάθος μιας γυναίκας, που τολμηρά,
σε αναζήτησε, σε βρήκε και σε έπεισε
του έρωτά της σύντροφος να γίνεις-
να πεθάνεις
αυτό αφού έζησες,
ο θάνατος καλός είναι.
TO ΚΟΙΜΗΤΗΡΙ
Τόπος αληθινός.
Η μόνη αλήθεια στη γη επάνω.
Τo Τίποτα εκεί κατοικεί.
Τα μέτωπα
ανυπαρξία στεφανωμένα.
Ησυχία εκεί τώρα.
Σαν τότε...
Τα κεριά μέσα του ένας ανάστροφος ουρανός.
Γράμματα σε μάρμαρα πάνω.
Καθένα τους μια δικαιοσύνη.
Και τα ίδια τα μάρμαρα,
πανιά ολοφούσκωτα,
στης ευτυχίας τη θάλασσα
το καράβι των νεκρών
αλαφρά περιφέρουν.
ΤΑ ΑΠΟΤΡΟΠΑΙΑ
Μόνος πάλι. Φωνή γύρω καμία.
Ο Χρόνος
στα τέσσερα διπλωμένος
στη μέσα τσέπη του σακακιού του.
Τίποτα.
Ούτε καταφυγή πραγμάτων.
Ούτε υποκρισία συγγενών.
Ούτε φαντάσματα ζώντων.
Ούτε ψιθυρίσματα ερωτικά.
Τίποτα.
Όπως κάποτε,
πριν η βελονιά τον κεντρίσει
αναγκάζοντάς τον
όλα εκείνα
τα αποτρόπαια
ν' απλώσει στα μάτια του μπροστά.
ΤΗΣ ΑΓΝΟΙΑΣ ΣΑΣ
Από το καλάθι σας τίποτα δεν πήρα.
Τίποτα δεν σας χρωστώ.
Από τα κίτρινα φύλλα
που η ανυπαρξία πάνω σας σώριασε μόνο
σας απάλλαξα.
Τα μηδενικά σας πήρα
έναν άξονα μέσα τους πέρασα
και πάνω του
το αμάξι της ποίησής μου στερέωσα
να τρέχει σαν κυνηγημένο ελάφι
μέσα στο δάσος της αγνοίας σας
που μάτια δεν έχετε να τη δείτε
γιατί στη θέση τους χάντρες βρίσκονται
και συντροφιά η μια με την άλλη κάνει
όπως Έλλειψη με Έλλειψη συντροφιά κάνουν.