ΒΑΣΙΛΕΙΑ
(Της παρέας του Βιβαριού. Στο Βιβάρι, κάθε βράδυ τα καλοκαίρια, πήγαινα και καθόμουν σε ένα από τα παγκάκια του Μώλου. Εκεί μαζεύονταν τα κοριτσόπουλα από πέντε έως είκοσι χρονώ, καθώς και οι νεαροί του χωριού.Τα κορίτσια περισσότερο, αλλά και αγόρια, μου ζητούσαν να τους γράψω και ένα ποίημα που να μιλάει για αυτά. Μερικές φορές δεν προλάβαινα να γράψω όλα όσα μου ζητιούνταν, και, τα κορίτσια περισσότερο, έφερναν τις μαμάδες τους να με παρακαλέσουν να το κάνω γιατί στενοχωριόνταν τα κορίτσια όσο ακόμα δεν είχαν το δικό τους ποίημα. Άνθρωποι απλοί, άκακοι, χάρμα να κάνεις παρέα μαζί τους. Ο Γιάννης, ένα αλβανόπουλο οχτώ χρονών, που όλη μέρα ήταν καβάλα σε ένα ποδήλατο, ήταν η μασκώτ του Βιβαριού. Πανταχού παρόν και κάνοντας θελήματα των χωρικών, είχε αμέριστη τη συμπάθεια όλων εκεί, των λίγων κατοίκων του χωριού δηλαδή.
Ως για μένα, άλλο που δεν ήθελα παρά να γράφω ποιηματάκια για τα κορίτσια και για τ' αγόρια του ωραίου αυτού χωριού. Μερικά έμειναν μέσα στον υπολογιστή μου. Εκτός από την ευχαρίστηση να γράφω για την παρέα και να δημιουργώ έτσι μία ευχάριστη διάθεση σε όλους τους εμπλεκόμενους, "κέρδος" μου έμπρακτο ήταν ένα φιλί στο μάγουλο που μου έδωσε η Μαριάννα, ένα δεκαοχτάχρονο κορίτσι από την Πολωνία, όταν, εις επήκοον όλης της παρέας κάποιο βράδυ της διάβασα το ποίημα που έγραψα γι αυτήν. Ένα αυθόρμητο, αναπάντεχο, ωραίο φιλί. Για την Μαριάννα έγραψα και το ομώνυμο μονόπρακτό μου, όπου, την καημένη, την σκοτώνω στο τέλος...)
Μια βραδιά όπως καθόμουν
Πα’ στου μώλου ένα παγκάκι
Με του Γιάννη συζητώντας
Το αθώο μυαλουδάκι,
Μια ξωθιά μπρος του ’πετάχτη,
Του ’πε κάτι στο αυτί,
Κι αφανίστηκε. Η νεράϊδα
Συ ήσουν Βασιλεία αυτή.
Και του ζήτησες του Γιάννη
Ένα ποίημα από μένα.
Μα δε γράφω εγώ-για σένα
Γράφει μόνη της η πέννα.
Ότι είσαι ένα ωραίο
Και γλυκούλι κοριτσάκι
Να σου πω μην περιμένεις
Θα ’νιωθα άβολα λιγάκι,
Μα θα πω πως μυαλουδάκι
έχεις ώριμου ανθρώπου,
κάτι που κανείς το βλέπει
άνευ δα μεγάλου κόπου.
Και το μέτρο έχεις για προίκα
Και την που αρμόζει τάξη,
Για τον κάθε αβρό σου λόγο
Για την κάθε μια σου πράξη:
Πόσο πρέπει να μιλήσεις,
Πότε πρέπει να σιωπάς,
Πόσο πρέπει να καθήσεις
Μ’ έναν ξένο αν συζητάς..
Σ’ όποιον έχεις για παρέα,
θάρρος πόσο θα επιτρέψεις,
σ’ όποιονε σε πλησιάζει
πότε εσύ θα ξεθαρρέψεις...
(Μα αν κανείς από το μέτρο
Που του βάζεις θα ξεφύγει,
μη πολύ τον κατακρίνεις-
δείξε του συμπόνια λίγη.)
Σοβαρή κουβέντα ανοίγεις
Η παρέα αν το απαιτεί
Και με τα παιδιά όταν είσαι
Πάλι γίνεσαι παιδί.
Κι ας μιλήσω λίγο τώρα
Για την ασχολία που θα ’χεις
Όταν πια θα μεγαλώσεις
Και για μια δουλειά θα ψάχεις.
Και ζητώ από πριν συγνώμη
Γνώμη εγώ αν έχω άλλη
Για το τι θα κάνεις όσα
Πάνω σου θ’ αξαίνουν κάλλη-
Λέω λοιπόν πως δεν ταιριάζει
Να ’σαι συ ή δικηγορίνα
Ή κομμώτρια (έστω ωραία)
Ή αυστηρή αστυνομικίνα.
Παρά αφού σε όποια θέλεις
Καλλιστεία «μις» πρώτα γίνεις
Να ’σαι συ μοντέλλο πρέπει-
Στα κοινά μη εσύ ξεμείνεις.
Σώμα έτσι καμωμένο
Με αναλογίες τέτιες
Σε κοινές μη το θυσιάσεις
Και ανούσιες περιπέτειες.
Αλλά θε μου! Πριν πιπέρι
Να μου βάλεις μες στο στόμα
Που πιο χρώμα σου αρέσει
Δεν το έχω πει ακόμα.
Να! καθώς δικά της γράφει,
Την τρεχάτη πέννα βιάζω:
Απ’ τα χρώματα,το φούξια
Προτιμάς και το γαλάζιο.
Τι γλυκό ροζ μωβ αλήθεια
Χρωματάκι σου αρέσει!
Φούξια! Μόνο απ’ τ’ όνομά του,
Στις ψυχές μας παίρνει θέση!...
Πόσο μάλλον σαν το δούμε...
Τότε αλήθεια μας τρελλαίνει!
Βασιλεία,κι εμέ το φούξια
Και με ζει και με πεθαίνει!
(το φαντάζοσουν αλήθεια
Πως θα ήταν δυνατόν
Μ’ έν’ ανθάκι γούστα ίδια
Πως θα είχε το μπετόν;..)
Μα δε ρίχνω το γαλάζιο.
Αν το φούξια εξυμνώ-
Και με θάλασσες δε θέλω
Τσακωμούς,και μ’ ουρανό...
Με το φούξια μαζί βάζω
Και το γαλανό λοιπόν
Ώστε από αυτό το ποίημα
Να μην είναι αυτό απόν.
Όσο για την παπαρούνα-
Το ανθάκι που αγαπάς-
Μια μικρή παπαρουνίτσα
Είσαι και συ,αν με ρωτάς.
Ίδια όπως εσύ κι εκείνη
Κόκκινα έχει μαγουλάκια
Κι άλικα αίματος εντός της
Κλει και κείνη ρυακάκια.
Να τελειώσω λες το ποίημα
Κι ήσυχη να σε αφήσω;
Ναι,καιρός είναι αλήθεια,
Αλλ’ αφού σε χαιρετήσω
Του Περιστεριού αστέρι
Και της Κρήτης λεβεντιά,
Γεια σου κούκλα Βασιλεία
Σαν τη ζάχαρη γλυκειά.