Κυριακή 3 Μαρτίου 2024

 ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΗΝ "ΕΠΙΣΚΕΨΗ"

  Η νύχτα η αποψινή με χάνει ή με σώζει.
Καθώς εγύριζα το βράδυ απ’ την πλατεία, ψίθυροι κάποιοι που έρχονταν απ’ των δεντρών τα φύλλα, μου λέγαν για κάτι νέο που απόψε θα ’ρθει και θ’αλλάξει τη ζωή μου.
Ήταν οι ψίθυροι αυτοί σαν κάτι που έρχεται και ηρεμεί ένα παιδί ή έναν δυστυχισμένο. Σαν κείνο που την αλήθεια ενός όρκου μαρτυράει. Ήτανε σαν τραγούδι κάποιο που ακούγεται στις πιο επίσημες ή στις πιο κρίσιμες της ζωής στιγμές. Κι ήτανε σαν και κείνες τις φωνές που έρχονται απ’ τους εραστές και τις μητέρες-τότε που η σάρκα τόσο κοντά στη σάρκα είναι, και ψελλίζει.
Κάτι που λες και ήταν ο ίδιος ο Έρωτας-έτσι εψιθύριζε γλυκά μέσα στ΄ αυτί μου με χωνί του το αγεράκι το δροσό που εφυσούσε.
Κι ως τώρα στέκοντας εδώ, τι μπόρειε ’ναι, σκέφτομαι, κείνο που έρχεται απόψε...

Πράγμα δε θα ‘ναι-όλα τα ξέρω από καιρό. Σκέψη ούτε-όλες τις έχω κάνει πια δικές μου. Χρήματα, δόξες και τιμές-πολύ ανθρώπινα, δεν ειν’ για μένα. Κάτι κακό; Μα όλα τα κακά τα ’χω γνωρίσει. Λοιπόν, κάτι καλό;...
Μα σίγουρα κείνο που θα ’ρθει μες στο δώμα μου, μπορεί και στην ψυχή μου, και θα τους δώσει νέο κάτι, ειναι η γλώσσα. Τα λόγια. Οι λέξεις. Γιατί αυτές, όσο και αν τις μελετώ και τις προσέχω, μα οι συνδυασμοί τους όλοι, αδύνατο είναι από κάποιονε να προβλεφτούν. Πρέπει να ’ναι άνθρωπος αυτός που θα ’ρθει και θα μου πει κάτι καινούργιο και καλό, μιας και ανθρώποι μόνο ξέρουν να μιλούν.
Ναι! λέξεις! μόνο λέξεις θα μπορούσαν να μιλήσουν στην ψυχή μου, που τόσο είναι με κείνες ζυμωμένη, ώστε όλη μια λέξη πάει κι αυτή να γίνει! Και πια να υπάρξει! Λέξεις-ναι! Που υπάρχουνε πριν από εμάς, που τις μαθαίνουμε από παιδιά, και που έχουμε συνάψει μαζί τους μια σχέση οικειότητας τόσο άμεση, ώστε δεν την ξεχωρίζουμε από την οργανωμένη σκέψη μας-γιατί αυτές βρίσκονται στο προσκήνιο από τη στιγμή που η σκέψη μας οργανώνεται. Λέξεις! Που μέσω αυτών περιμένουμε εμείς-οι άνθρωποι-, μια έκφραση, έναν ορισμό, ακόμα και για τα πράγματα τα πιο άμεσα, τα πιο προφανή μέσα στα χέρια μας,κ άτω από τα μάτια μας. Δεν ολοκληρωνόμαστε σαν άνθρωποι με την όραση και με την αφή. Μας χρειάζεται να μιλούμε, να κάνουμε να μιλά το πράγμα, σαν να ήταν όριο ή κατώφλι-μας χρειάζεται η έναρθρη έκφραση... Ναι, είμαστε ακόμα τόσο ανώριμοι, που να περιμένουμε να νιώσουμε πως υπάρχουμε ,με τις λέξεις.
Μα για τίποτε άλλο δεν πρέπει να ελπίζουμε  για τώρα-σε τίποτε άλλο δεν μπορούμε να έχουμε στραμμένη την ελπίδα μας. Αποτελεί μια νέα και δύσκολη αγωγή το να θεωρήσουμε ή μάλλον να νιώσουμε, ότι η γλώσσα είναι προσωρινή, ότι το σύστημα των λέξεων είναι το επίπεδο των ανταλλαγών με το συνηθισμένο, το πρωτόγονο, το όχι καθαρό, το ειδωλολατρικό. Μα όλα αυτά είναι του μέλλοντος αξίες...Λοιπόν...λέξεις περιμένω...τι άλλο θα μιλούσε στην παιδική μου την ψυχή; Λέξεις ειπωμένες από κάποιον άλλο, που θα μου επιτρέψουν να διασχίσω τόσο γρήγορα το διάστημα μιας σκέψης και να ακολουθήσω την προώθηση της ιδέας που κατασκευάζει η ίδια την έκφρασή της. Ω! Κάθε λέξη από κείνες που μου προφήτεψαν οι ψίθυροι εκείνοι πως θ’ ακούσω, μου φαίνεται σαν μια από αυτές τις ελαφρές σανίδες που ρίχνουμε πάνω από ένα χαντάκι ή ένα ρήγμα βουνού και που ανέχονται το πέρασμα ενός ανθρώπου με γρήγορη κίνηση. Πρέπει όμως αυτός να περάσει χωρίς να πιέσει, χωρίς να σταματήσει-και κυρίως να μη διασκεδάσει χορεύοντας πάνω στη λεπτή σανίδα για να δοκιμάσει την αντοχή της. Γιατί η εύθραυστη γέφυρα τότε αμέσως χάνει την ισορροπία της ή σπάζει και όλα πέφτουν στα βάθη. Δεν καταλαβαίνουμε τους άλλους και ούτε καταλαβαίνουμε τους εαυτούς μας παρά χάρη στην ταχύτητα του περάσματός μας από τις λέξεις. Δεν πρέπει καθόλου να βαραίνουμε επάνω τους, διαφορετικά κινδυνεύουμε να δούμε τον πιο σαφή λόγο να αποσυντίθεται σε αινίγματα, σε αυταπάτες λιγότερο ή περισσότερο περίτεχνες.

Μα και ποιος θα καταδέχονταν να έρθει στο δωμάτιο το δικό μου τέτοια προχωρημένη ώρα; Στο δωμάτιο αυτό που άνθρωπος δεν έχει πατήσει για όσο μένω μέσα του; Κι αλήθεια, ποιον θα ήθελα κι εγώ να έρθει...μόνο ένας άνθρωπος θα ‘ταν καλοδεχούμενος μέσα εδώ από μένα. Κι αυτός είναι Εκείνη. Εκείνη που ποτέ της δε θα έρθει ούτε σαν όραμα στο δώμα ετούτο. Εκείνη που είναι η μόνη που θα ήθελα να ’ρθεί.
Λίγα σκαλοπάτια μας χωρίζουνε. Και καθένα τους ένας κύκλος της Κόλασης. Πώς το ξέρω πως δε θα ’ρθει;  Όχι, δε μου το ’χει πει ποτέ-τόσες πολλές λεξούλες απ’ το στόμα της ποτέ δεν άκουσα. Ίσα ίσα. Μόνο μια καλημέρα κι αυτήνε όχι πάντοτε μου λέει σα συναντιόμαστε. Και ζει στο ίδιο κτίριο με μένα...λίγα μέτρα-δυο ορόφους πιο κάτω...
Της έστειλα λουλούδια στη γιορτή της, στα γενέθλιά της, στις μεγάλες τις γιορτές...δεν μου τα γύρισε, δεν μου είπε «ευχαριστώ», δεν μου είπε «τα ’λαβα».
Δυο χρόνια τώρα γι αυτήνε τραγουδώ. Και τα τραγούδια μου γι αυτήνε, της τα στέλνω. Τόσα και τόσα...Και λοιπόν; Ούτε μια ένδειξη ότι τα παίρνει καν.
Και ζω εδώ σαν πεθαμένος μες στην Κόλαση.
Και όπως και το καλοκαίρι αυτό είναι καυτό, ταιριάζει ωραία να ’ναι Κόλαση εδώ μέσα.. Η λογική αυτό λέει των ανθρώπων.
Μα κι αν δεν ειν’ αυτή το νέο που θα έρθει, τότε τι;.. Απ’ άλλο αστέρι κάτι ή από σύμπαν άλλο κάτι θα φανεί;
Όμως ζάλη δε θα μου φέρει ό,τι και να ’ναι. Ήσυχος θα στέκω εδώ να καρτερώ.
Κι αν ίσως ειν’ ο θάνατος το νέο, καλώς να ’ρθει.
Μόνον Αυτή δε θα είναι ό,τι μου μιλήσει απόψε.
Ή μη και κάνω λάθος; Μη και κάποιος εβαρέθηκε να με παιδεύει, και θα πάψει απόψε να με τυραννάει στέλνοντάς μου Την; Μήπως κι Αυτή ένα μήνυμα επήρε απόψε όπως εγώ, και να με βρει θα έρθει για να φτιάξουμε το αχάλαστο Καλό;
Μα έτσι κι αλλιώς, κάτι θα έρθει αλήθεια απόψε να με χάσει ή να με σώσει. Ποτέ δε μου ’χει πει το αγέρι ψέματα.
Κι ίσως αυτό να μου αλλάξει την απόφαση να φύγω από την πόλη.
Γιατί έχω πάρει απόφαση να φύγω από δω. Καθώς δεν ξέρω να παλεύω για την κατάκτηση του θηλυκού-ποτέ δεν ήξερα ούτε και το επιχείρησα ποτέ να μάθω-καθώς λοιπόν μου φαίνεται γελοίο να χορεύω τελετουργικούς χορούς, να κάνω κινήσεις με σημασία, να ορθώνω τα φτερά μου τα πολύχρωμα...καθώς μου φαίνεται αναξιόπρεπο κι αντιανθρώπινο να κάνω όλα τούτα-να λέω αυτές τις όλο υπονοούμενα κουβέντες, να κάνω αυτές τις επιδείξεις δύναμης και πλούτου, αυτές τις γελοίες ρεβεράντζες που κατεβάζουν τον άνθρωπο στο επίπεδο του άλογου ζώου, για όλ’ αυτά λοιπόν, σήμερα κιόλας το απόγεμα πήρα την απόφαση να φύγω από την πόλη αυτήνε.. Γιατί όπως σ’ όλη τη ζωή μου μέχρι σήμερα δεν μπόρεσα να κατακτήσω μια γυναίκα, έτσι και με Αυτήν, τη διαλεχτή μου, λέω πως θα ’ναι. Μα, χίλιες κόλασες και χίλιοι κερασφόροι διάβολοι, κάτι προσμένω ετούτηνε τη νύχτα, Κάτι που θα με σώσει ή θα με χάσει...  
Είπα πως της έστελνα τα τραγούδια που της έγραφα.
Ναι, είμαι ποιητής.
 Έχω γεμάτο ένα μεγάλο θησαυροφυλάκιο με φαντασιές και με όνειρα, με χίμαιρες, με πύργους στην άμμο. Κι ήρθαν τα δυο της μάτια και όλα μού τα κλέψανε μόνο που μ’ είδαν. Κι έχω κενός μείνει. Δεν είναι φρόνιμο λοιπόν πίσω να πάρω να φροντίσω όσα εκείνα τα δυο μάτια μου ’χουν πάρει; Ή πρέπει έτσι άδειος απ’ ό,τι με ζούσε, να πεθάνω;
Κι όσα ποιήματα για Κείνην έχω γράψει, της τα στέλνω σε βιβλία που την ίδια στιγμή τα στέλνω και σε όλες τις γυναίκες της πολυκατοικίας μας. Για να μην καταλάβει καμία πως είναι για Κείνη. Επειδή, μην έχοντας άλλον τρόπο να της τα δίνω, έπρεπε να τα αφήνω μπροστά στην πόρτα της. Και αν έβλεπαν ένα βιβλίο κάθε τόσο μπροστά στην πόρτα Εκείνης μόνο, γρήγορα θα καταλάβαιναν τι συμβαίνει. Ενώ ένα βιβλίο κάθε τόσο μπροστά σε κάθε πόρτα, αλλάζει.
Όχι πως κι έτσι δεν έχουν καταλάβει. Μα δεν έχουνε αποδείξεις. Και τούτο για να προστατέψω Εκείνη, και ακόμα για να την αφήσω ελεύθερη να αντιδράσει «ακίνδυνα» όπως ακριβώς θα ένιωθε.
Και είδα πώς αντίδρασε και πώς νιώθει... Τίποτα! Μηδέν!
Περισσότερο νιώθουν-το ξέρω, το βλέπω καθαρά από πολλές τους αντιδράσεις-οι ένοικοι οι καημένοι, που παρακολουθούν την όλη κατάσταση άλλοτε με συμπάθεια για μένα και οργή για Κείνη, άλλοτε μα απέχθεια για μένα και με συμπόνια για Κείνη.
Δεν είμαι περήφανος για την κατάσταση αυτή που έχω δημιουργήσει,
Και θα ήθελα να πάρει τέλος γιατί είναι μια ενόχληση για την καθημερινότητα της πολυκατοικίας.
Και αυτός είναι ένας ακόμα λόγος που φεύγω...
Πριν καταντήσει το θέμα τελείως γελοίο.
Τι σύμπτωση αλήθεια η απόφασή μου να ακολουθηθεί αμέσως-την ίδια μέρα- με το μήνυμα του αγεριού!
Τι θ’ απογίνει; Τι θ’ απογίνω;
Και περιμένοντας το καινούργιο που απόψε θα ’ρθει σαν βέλος του Έρωτα ή σαν βέλος του Θανάτου, σκέφτομαι. Και μαζί μου ας σκεφτεί και όποιος θα τύχει να διαβάσει τα γραφτά μου, αν αυτά κάποτε γίνουνε κοινό κτήμα των ανθρώπων.


Ας σκεφτώ πάνω στην Ποίηση, σε όσα μαζί της έχω δημιουργήσει, και που όλα τα δίνω αν είναι γι αντάλλαγμα να μ’ αγαπήσει η γυναίκα Εκείνη...

Ναι, είμαι ποιητής. Δεν το επιδίωξα. Γεννήθηκα έτσι. Και δεν μπορώ να κάνω αλλιώτικα από όπως μου υπαγορεύει η ποιητική μου φύση. Ναι, είμαι ποιητής. και μπορώ να κοιτάζω αφ’ υψηλού τους μυθιστοριογράφους, τους φιλόσοφους, και όλους εκείνους που από ευπιστία έχουν υποταχτεί στην ομιλία-που είναι υποχρεωμένοι να πιστεύουν ότι το περιεχόμενο του λόγου τους κάνει τον λόγο αυτόν πραγματικόν, και ότι ο λόγος τους σημαίνει κάποια πραγματικότητα. Εγώ όμως ξέρω ότι το πραγματικό ενός λόγου είναι οι λέξεις μόνο και οι μορφές.
Το καθήκον, το έργο, ο ρόλος μου, είναι να φανερώσω και να ενεργοποιήσω αυτές τις δυνάμεις κίνησης και μαγείας, αυτά τα διεγερτικά της συγκινησιακής ζωής και της διανοητικής ευαισθησίας, τα οποία στη συνηθισμένη γλώσσα συγχέονται με τα σημεία και με τα μέσα επικοινωνίας της καθημερινής και επιφανειακής ζωής. Αφιερώνομαι λοιπόν και αναλώνομαι στον προσδιορισμό και στη δημιουργία μιας γλώσσας μέσα στη γλώσσα.
Η Ποίηση δεν έχει να εκθέσει ιδέες. Η στιγμή της Ποίησης δεν είναι αυτή. Είναι η προηγούμενη-όταν τα ίδια τα πράγματα μοιάζουν να κυοφορούν ιδέες. Και οι ιδέες αυτές είναι εκείνες που δεν είναι δυνατές παρά μέσα σε μια κίνηση της σκέψης παρα πολύ ζωηρή, ή ρυθμική, ή αυθόρμητη.
Για παράδειγμα, η μεταφορά δείχνει στην απλοϊκή αρχή της μια ψηλάφηση, έναν δισταγμό ανάμεσα σε πολλές εκφράσεις μιας σκέψης, μια εκρηκτική αδυναμία που ξεπερνά την αναγκαία και επαρκή δύναμη. Όταν τη σκέψη αυτή την επεξεργαστώ εξαντλητικά, μέχρι το μοναδικό της αντικείμενο, τότε η μεταφορά θα σβήσει, και ο πεζός λόγος θα εμφανιστεί
Η Ποίηση έχει για ειδικό αντικείμενο, για αληθινά δικόν της τομέα, την έκφραση αυτού που οι πεπερασμένες λειτουργίες των λέξεων δεν μπορούν να εκφράσουν. Ο εσωτερικός δεσμός ήχου και νοήματος, που είναι το ουσιαστικό γνώρισμα της έκφρασης στην Ποίηση, δεν μπορεί να επιτευχθεί παρά σε βάρος κάποιου άλλου πράγματος-που δεν είναι άλλο από τη σκέψη. Αντίθετα, κάθε σκέψη που πρέπει να διατυπωθεί με ακρίβεια και να αιτιολογηθεί στο έπακρο, δεν ενδιαφέρεται για το ρυθμό, τον αριθμό, τις αποχρώσεις-με μια λέξη για οποιαδήποτε αναζήτηση των αισθητών ιδιοτήτων του λόγου-,και απελευθερώνεται από όλα αυτά: μια μαθηματική απόδειξη για παράδειγμα, δεν τραγουδάει΄ και το να φιλοσοφείς σε στίχους είναι σαν να θέλεις να παίξεις τόμπολα με τους κανόνες του σκακιού.
Για ένα ποιητή, το θέμα ποτέ δεν είναι να πει ότι βρέχει. Το θέμα είναι να δημιουργήσει τη βροχή. Να δίνει περισσότερο φως στον ήλιο, να κάνει τη νύχτα πιο σκοτεινή.
Αυτός που γράφει Ποίηση χορεύει στο σχοινί. Περπατά, χαμογελά, χαιρετά, κι αυτό δεν έχει τίποτε το εξαιρετικό, μέχρι τη στιγμή που παρατηρεί κανείς ότι αυτός ο τόσο απλός και άνετος άνθρωπος τα κάνει όλα αυτά πάνω σε ένα σχοινί πάχους ενός δαχτύλου.
Γιατί ας το πούμε, οι περισσότεροι άνθρωποι έχουν μια τόσο αόριστη ιδέα για την Ποίηση, που αυτή η ίδια η αοριστία της ιδέας τους είναι γι αυτούς ο ορισμός της Ποίησης.
Αλλά το ποίημα πρέπει να έχει χαρακτήρα μαγικό ή να μην είναι ποίημα. Έργο ενός ποιητή δεν είναι να νιώθει την ποιητική κατάσταση. Έργο δικό του είναι να την δημιουργεί στους άλλους. Αναγνωρίζει κανείς τον ποιητή-ή τουλάχιστον αναγνωρίζει ο καθένας τον δικό του-από αυτό το απλό γεγονός, ότι μεταβάλλει τον αναγνώστη σε εμπνευσμένο.
Η Ποίηση, μια και καλή, είναι η προσπάθεια απεικόνισης με τα μέσα της έναρθρης γλώσσας, εκείνων των πραγμάτων, ή εκείνου του πράγματος, που επιχειρούν σκοτεινά να εκφράσουν οι κραυγές, τα δάκρυα, οι σιωπές, οι θωπείες, τα φιλιά, οι στεναγμοί κλπ, και που μοιάζουν να θέλουν να εκφράσουν τα αντικείμενα με τη φαινομενικότητα ζωής ή με το υποτιθέμενο σχέδιο που διαθέτουν.
Ως για το ποίημα, το μόνο ενδιαφέρον του είναι ότι τραβάει από μέσα μας αυτό που δεν ξέραμε ότι περιείχαμε-και δεν περιείχαμε.
Δεν είμαστε παρά αυτό που τα γεγονότα τραβούν από μέσα μας.
Η μαγεία της Ποίησης έγκειται για μένα στην ποσότητα των τρόπων να βλέπεις...

Χτύποι ελαφροί στην πόρτα…

Μα κάποιον θόρυβο ακούω. Ο αγέρας θα ’ναι που χτυπά. Σώπα! Σε άκουσα πριν! Μου τα είπες όλα και όλα τα κατάλαβα. Περιμένω! Σώπα! Έλεγα λοιπόν...
Μα… οι χτύποι επαναλαμβάνονται δυνατότερα. Ας σηκωθώ ν’ ανοίξω…
Η συνέχεια του παρόντος είναι «Η ΕΠΙΣΚΕΨΗ»