Ο Γιάννης ζούσε στο Βιβάρι όταν κι εγώ πέρασα από κει. Ήταν ένα οχτάχρονο λεπτό, ευγενικό παιδί, λιγομίλητο, πρόθυμο να βοηθήσει όποιον του το ζητούσε. Μονίμως βρισκότανε πάνω σ’ ένα ποδήλατο με το οποίο τριγυρνούσε μέσα στο χωριό. Είχαμε γίνει φίλοι. Το παράπονό του ήτανε ότι του έλεγαν ότι είναι ξένος. Τα ελληνικά του άπταιστα.
ΕΜΕΙΣ ΟΙ «ΞΕΝΟΙ»...
(Στο φίλο μου το Γιάννη)
Γιάννη μου, ξέρεις τάχατες
γιατί σε αγαπάω
κι αν μία μέρα δε σε δω
άκεφος τριγυρνάω;
Είναι γιατί όπως είσαι συ
σ’ αυτό το μέρος «ξένος»,
έτσι κι εγώ είμαι απ’ αλλού-
’πο πιο μακριά φερμένος
Και αν εσύ ’σαι Αλβανός,
εγώ όχι από χώρα
αλλά απ’ αστέρι μακρινό
εδώ έχω έρθει τώρα.
Κι εδώ –το βλέπεις-όλοι τους
το ’ χουνε καταλάβει
κι όλοι με αποφεύγουνε
σαν το νερό το λάδι.
Και ως ποτέ μου δε ζητώ
ούτε ό,τι μου ανήκει,
της μοναξιάς της πρόσκαιρης
θα είναι όλη η νίκη.
Γι αυτό και, Γιάννη, σ’ αγαπώ:
γιατί εμάς των δυο μας
όλ’ οι άλλοι απεχθάνονται
το χνώτο το δικό μας,
που και την καλημέρα τους
με ζόρι θα την πούνε
και σα μας βλέπουνε γυρνούν
ή και λοξοδρομούνε.
Λες Γιάννη πως το χώμα αυτό
το ’φτιαξε ο θεός για κείνους
κι όχι για όλους-μελαψούς,
μαύρους, λευκούς, κιτρίνους...
Ως και στον μόλο μόνοι μας
μιλούμε όλη την ώρα.
Οι άλλοι κι οι άλλες μακριά
λες μην κολλήσουν ψώρα.
Είμαστε «ξένοι» Γιάννη μου.
Εμείς… για σκέψου... ξένοι...
εμείς που μ’ όλα νιώθουμε
δικοί κι αδερφωμένοι...
Και τα κορίτσια πρόσεξες
πόσο μακριά μας μένουν;
Ούτ’ ένα «γεια σου» δε μας λεν-
κάνουν πως δε μας βλέπουν...
Μα δεν πειράζει φίλε μου.
Την παιδική ψυχή μας
Αυτοί όλοι δεν την έχουνε.
Κι αυτή ’ναι η τιμή μας.
Και θα ’ναι το εισιτήριο
αυτό, για μας, να μπούμε
στα αιθέρια και στα ιδανικά
που εκείνοι δεν μπορούνε.
Την «ομορφιά» τους τη φθαρτή
λοιπόν καλά ας κρατήσουν-
μιας κι έτσι λίγο που κρατεί
θα σβήσει πρι’ να σβήσουν.
Μα εμείς την αιωνία μας
αγνή ψυχή κρατούμε.
Αυτή ολόλευκη θα ζει
κι όταν εμείς χαθούμε.
Και με αυτήν παρέα μας
θα γεύουμε μεις Γιάννη
χαρές κι αγάπες κι ηδονές
που ανθρώπου νους δε φτάνει.
-----