Κυριακή 3 Δεκεμβρίου 2023

ΜΗΝ ΚΛΑΙΣ ΜΑΡΙΑ
(Στην πανώρια Μαρία, κόρη του Γιάννη, φίλου, απόστρατου έλληνα υπαξιωματικού και υπέροχου ανθρώπου, με την οποία ήμουν ερωτευμένος και η οποία ήταν απαρηγόρητη για την απώλεια του πατέρα της.
Οι στίχοι αυτοί χαράχτηκαν σε μέταλλο που ενσωματώθηκε στο μνήμα του τεθνεώτος.
Λος Άντζελες, 1993)
 

Το διάφανο Μαρία το πρόσωπό σου
Ας μη του πόνου δάκρυα το υγραίνουν-
Μη τον πατέρα κλαις τον λατρευτό σου-
Άνθρωποι σαν εκείνον δεν πεθαίνουν.

Ειν' ο πατέρας σου λαμπρό αστέρι.
Ο θάνατος μικρούλι συγνεφάκι.
Εμπρός σου ζωντανόν θα σου τον φέρει  
Το πρώτο απαλοφύσητο αγεράκι.

Μην κλαις Μαρία. Γύρω σου ευωδάνε
Ανθώνες ορθωμένοι απ' την ψυχή του.
Οι αιθέριες τους οσμές δεν σε μεθάνε ;
Δεν σεργιανίζεις μέσα τους μαζί του;

Ειν' ο πατέρας σου-δεν το 'χεις νιώσει;-
Ο αθέρας της Ζωής. Κι αυτός δε σβηέται
Όταν ο Χάρος το κορμί ξαπλώσει-
Είναι παντοτινός και δε χαλιέται.

Γιατ' η Ζωή ό,τι πιο ωραίο έχει
Μ’ αθανασίας φόρεμα το ντύνει
Και κείνο σ' όλους τους χαμούς αντέχει
Και λάφυρο του Χρόνου δεν θα γίνει.

Κλάψε αν θες-αν σου περσεύουν δακρυα-
Γι αυτούς που όταν ο Χάρος τους αδράξει
Στου Μηδενός τους ρίχνει κάποιαν άκρια
Και πια δεν είχανε ποτέ υπάρξει.

Δεν πέθανε ο πατέρας σου Μαρία.
Ειν' άσμα της Χαράς. Μαγεία τ' Ονείρου.
Καρπών εξαίσιων ειν' η ευφορία.
Η παλμοδότρα είναι πνοή του Απείρου.