ΜΟΝΑΞΙΑ
(Λάρισα, 12-11-23)
Τόσο ήμουν μόνος που η μοναξιά
Ζήλευε να με βλέπει.
Μα όχι πια. Από κείνη τη βραδιά
Η έγνοια σου με σκέπει.
Για τη βραδιά μιλώ τη μαγική
Που ήρθα νερό να πάρω-
Ασπίδα που αποδιώχνει απ΄ τη θλιβή-
Θνητή, ζωή, το Χάρο.
Κι εσύ μου είχες έτοιμη εκεί
Με τ’ άγια σου χεράκια
Σαν όαση σ’ έρημου άθλιαν ειρκτή,
Ολόδροσα ρυάκια.
Κι όλη ευφροσύνη γέμισε η ψυχή
Και τ’ άθλιο μου σαρκίο,
Στη μοναξιά μου είπε τη φριχτή
Ένα μεγάλο ΑΝΤΙΟ!
Ναι! Σε αυτή την άπονη τη γη
Κάποιος και μένα εσκέφτη!
Πώς η δροσούλα αβρή και απαλή
Σε ξεροχώμα πέφτει…
Πώς χέρι αισθαντικό, πονετικό,
Μέτωπο αρρώστου ψαύει…
Πώς βλέμμα φιλικό και σπλαχνικό
Ψυχής τάραχο παύει…
Έτσι σε μένα η πράξη σου αυτή
μέρεψε την αγριάδα
καθώς τη συννεφόσκεπη τη γη
μερεύει μια λιακάδα.
Τόσο μεγάλη πού ήβρες κόρη εσύ
Σπλαχνιά-τέτοια συμπόνια,
Που λάμψη δίνει έτσι μια χρυσή
Στων γερατειών τα χιόνια;
Ποιες ρίζες μέσα σου ποιας ανθρωπιάς
ανθίσαν τέτοιο ρόδο-
Πατρίδα στον βραχνά λες ξενιτιάς-
Που είχα καιρούς να το ’δω;
Κι αν «Κόρη μου ήταν», είπα, «ή εγγονή,
Αυτή η καλή νεράΙδα,
Χαρά θα μου ’δινε τόσο ακριβή,
Που τέτοια δεν ξανάειδα…»
-----