Παρασκευή 8 Δεκεμβρίου 2023

ΜΟΝΑΞΙΑ
(Λάρισα, 12-11-23)

Τόσο ήμουν μόνος που η μοναξιά
Ζήλευε να με βλέπει.
Μα όχι πια. Από κείνη τη βραδιά
Η έγνοια σου με σκέπει.

Για τη βραδιά μιλώ τη μαγική
Που ήρθα νερό να πάρω-
Ασπίδα που αποδιώχνει απ΄ τη θλιβή-
Θνητή, ζωή, το Χάρο.

Κι εσύ μου είχες έτοιμη εκεί
Με τ’ άγια σου χεράκια
Σαν  όαση σ’ έρημου άθλιαν ειρκτή,
Ολόδροσα ρυάκια.

Κι όλη ευφροσύνη γέμισε η ψυχή
Και τ’ άθλιο μου σαρκίο,
Στη μοναξιά μου είπε τη φριχτή
Ένα μεγάλο ΑΝΤΙΟ!

Ναι! Σε αυτή την άπονη τη γη
Κάποιος και μένα εσκέφτη!
Πώς η δροσούλα αβρή και απαλή
Σε ξεροχώμα πέφτει…

Πώς χέρι αισθαντικό, πονετικό,
Μέτωπο αρρώστου ψαύει…
Πώς βλέμμα φιλικό και σπλαχνικό  
Ψυχής τάραχο παύει…

Έτσι σε μένα η πράξη σου αυτή
μέρεψε την αγριάδα
καθώς τη συννεφόσκεπη τη γη
μερεύει μια λιακάδα.

Τόσο μεγάλη πού ήβρες κόρη εσύ
Σπλαχνιά-τέτοια συμπόνια,
Που λάμψη δίνει έτσι μια χρυσή
Στων γερατειών τα χιόνια;

Ποιες ρίζες μέσα σου ποιας ανθρωπιάς
ανθίσαν τέτοιο ρόδο-
Πατρίδα στον βραχνά λες ξενιτιάς-
   
Που είχα καιρούς να το ’δω;

Κι αν «Κόρη μου ήταν», είπα, «ή εγγονή,
Αυτή η καλή νεράΙδα,
Χαρά θα μου ’δινε τόσο ακριβή,
Που τέτοια δεν ξανάειδα…»

               -----