Σάββατο 10 Σεπτεμβρίου 2022

ΣΤΗΝ ΚΟΠΕΛΑ ΤΟΥ «ΜΕΘΕΞΗ»

Δεν ξέρω ακόμα ούτε τ’ όνομά σου
Κι όλα ας το λεν τα πράγματα ένα γύρω
Καθώς μη θέλοντας να ναι μακριά σου
Σε κράζουν μες στης Άνοιξης το μύρο.

Και συ, μικρή κι αβρή χωράς σε όλα
Και τρέχεις σ’ όλα όσα σε καλούνε
Καθώς το φως από άστρα φεγγοβόλα
Λάμπει παντού κι όλα ’στραποβολούνε.

Ωραία κι άσπιλη κι αβρή προβαίνεις
σαν ουρανού ολοκάθαρου λαμπρότη
και κουβαλείς μαζί σου όθε διαβαίνεις
κρίνου κι ελάτου κι άνθους μια αθωότη.

Κι όπως τα ναι στα ίσως δεν χωράνε,
Όλα σου τα γλυκά και μελωμένα
τόσο ειν' πολλά και τόσο ξεχειλάνε
που πια η πόλη είναι μικρή για σένα.

Χωρίς κακίας ίχνος, δίχως διόλου
χαζές ψευτοντροπές κι οίηση δίχως,
χάρης σκορπάς σαϊτες γύρω αδόλου
και η φωνή σου ρυακιού είναι ήχος.

Το ξέρω. Όμως εδώ θα συμφωνήσεις:
Τ’ Ωραίο με την άγνοια του συμπλέει.
Το χρώμα δεν επαίρεται της δύσης  
Και "είμ' όμορφο" τ' άστρο ποτέ δε λέει.

Όμως ετούτο εμάς δεν μας 'μποδίζει
το φως να κλέβουμε από μια ματιά σου
κι όπου η βαρκούλα σου η γλυκιά ποδίζει
να λικνιζόμαστε στο λίκνισμά σου.

Φέγγε στην Τρίπολη λύχνε λαμπρέ μας.
Στο αιθεροβάδιστο το πέρασμα σου
παραμεράνε οι συμπολίτισσες μας
μην άσχημες θα φαίνονταν μπροστά σου.

Και βάδιζε σκορπίζοντας τα σκότη
της ψηλομυτοσύνης και της πόζας,
Ποιήτρια εισ' εσύ απ' όλες πρώτη
κι αυτές ιέρειες κάποιες άθλιας πρόζας.

Ελευτεριά κι Αγνότητα και Χάρη
για κείνες δώρα ειν' άγνωστα και ξένα.
Σκόρπα τα εσύ: όποιος και όσα αν πάρει
δε θ' απολείψουνε ποτέ από σένα.