Όνειρο
Αγάλματα γυμνά,
αντρών και γυναικών
δεξιά κι αριστερά του δρόμου.
Τα χέρια τους,ψηλά μπροστά απλωμένα.
Κι ύστερα απ΄τους αγκώνες τους
καθένα ανοίγονταν
και γίνονταν κλαρί
δέντρου όπου κορμόν είχε το σώμα.
Και το κλαρί επέταγε κλωνιά
και ολομικρότερα κλωνάκια
και όλα τους ενώνονταν
από δεξά κι αριστερά
και φτιάχναν
μιαν οροφή διάτρητη από φως
που όπως δάσους πρωινού σκεπή
έφεγγε προετοιμάζοντας
το μεσημέρι και το δείλι.
Εκεί με άλλους αιχμαλώτους μπήκα.
Και με ένα τέτιο στέγαστρο
καλά από υποψίες προφυλαγμένος,
επήγα κι είδα τ΄αεροπλάνα
που όσοι νεκροί επέσαν απ τις σφαίρες τους,
έκείνοι ήταν που φτιάχνανε
το αγαλμάτινο εκείνο θαύμα.
Σε λίγες μέρες
μπήκε ο δικός μας ο στρατός στην πόλη.