Λος Άντζελες, Γενάρης 1993
ΑΝΟΙΧΤΗ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΣΤΟΝ ΚΛΙΝΤΟΝ
(όταν ακόμα λογαριάζαμε χωρίς τον χαζοχαρούμενο)
Να και μια επιστολή
Που την στέλνω ανοιχτή
Γιατί σάλιο ούτε μια
Δε μ' απόμενε σταλιά
Που το γράμμα μου να κλείσει.
Κι αν κανείς για τούτο φταίει
Ειν' οι έλληνες του Ελ Ει-
Πάνω τους το έχω φτύσει.
{σελίδα ένα}
Κλίντον συγχαρητήρια για τη μεγάλη νίκη
Που πέτυχε το κόμμα σον αλλά και σύ ο ίδιος.
Ύστερα από δώδεκα άφωτα, κρύα χρόνια
Πάλι τη ζέστα και το φως φέρνουν οι Δημοκράτες.
Κι όσες καρδιές εχτύπαγαν από την αγωνία
Κι από τον πόθο γι αλλαγή, των εκλογών τη μέρα
Τόσες ευχές εβγήκανε θερμές από τα στήθια
Τη μέρα που ορκίστηκες και Πρόεδρος εγίνεις.
Κι ελπίδες εφτερώσανε, κι όνειρα ετοιμάστηκαν
Απ’ τη θολή να βγουν σκιά κι ύπαρξη να ντυθούνε.
Και όλη η γη εσίγησε. Και των λαών τα μίση
Λες ότι έπαψαν κι αυτά να υπάρχουνε για λίγο.
Κι όλη η οικουμένη έγινε μεγάλος ένας κήπος
Και κάθε άνθρωπος και κάθε λαός έστεκε εντός του
Σαν ένας πήλινος Αδάμ, που, άψυχος ακόμα,
Πνοή ζωής καρτέραγε απ’ το δικό σου στόμα.
Και πέρασαν οι εκλογές κι έγιν' η ορκωμοσία.
Και δεξιώσεις δόθηκαν, και λόγοι εκφωνήθηκαν
Για να γιορτάσουν την τρανή την αλλαγή που νάτη!
Φτάνει σα ρόδο έμορφη και σαν αυγή δροσάτη.
Και το αποκορύφωμα των εκδηλώσεων όλων
Των αστεριών η σύναξη των πλέον φεγγοβόλων
Του κόσμου του θεάματος, την ώρια εκείνη νύχτα
Την τελευταία πριν ο πολίτης Κλίντον Πρόεδρος γίνει.
Κλίντον ευχές και τα δικά μου χείλη έχουν για σένα-
Για τη μεγάλη αποστολή πούχεις να εκπληρώσεις
Απ’ την επιτυχία της που κρίνεται η τύχη
Του καθενός ανθρώπινου πάνω στη γη μας όντος.
{Σελίδα δύο}
Στην τιμημένη έκατσες Κλίντον την πολυθρόνα
Που πάνω της εκάθησαν πριν από σε Τιτάνες
Που στ’ άδικο παλεύοντας ενάντια και στο δόλο
Τη Λευτεριά στη χώρα σου πύργωσαν και το Δίκιο.
Στην τιμημένη έκατσες Κλίντον την πολυθρόνα
Που πριν καθίσαν από σε Μορφές που την ψυχή τους
Δημοκρατίας κι Ανθρωπιάς ιδανικά δονούσαν
Και τη μεγάλη στέριωσαν αυτή Δημοκρατία
Που όμοια της χιλιάδες πριν μονάχα χρόνια εφάνη.
Κι ασπάστηκε το ωραίο σας παράδειγμα η Ευρώπη
Και φέξανε και λάμψανε και οι δικοί της τόποι .
Κι όπως εκεί στέκεις ψηλά, το βλέμμα σου αν γυρίσεις
Όλης της γης μας τα καλά κι άσχημα θ’ αντικρίσεις.
Και στης Ευρώπης το δεξό θα δεις το κάτω μέρος
Μια ανάσα απ’ την Ανατολή να στέκεται η Ελλάδα.
Πόσες φορές του’ το μικρό κομμάτι γης-ή τάχα
Πνεύματος έπρεπε να πω-δε δέχτηκε το κύμα
Των στρατιών της ζοφερής Ανατολής και πόσες
Φορές αυτό δεν έσπασε στα βράχια της επάνω
Αφήνοντας ανέγνοιαστη κι ήσυχη την Ευρώπη
Νήπιο ακόμα, αργά αργά μα στεριά να μεστώνει…
Κατόπι το Βυζάντιο, ο ίδιος λαός ετούτος
Για πόσα ’ματοστάλαχτα εκατοντάδες χρόνια
Δε στάθηκε ακοίμητος φρουρός σε στίφη ενάντια
Που λυσσασμένα επάσκιζαν ν’ αρπάζουν την Ευρώπη
Κι απείραχτη κι ελεύθερη κι άγγιχτη την κρατήσαν
Με τις δικές μας άφθαρτες να τρέφεται αξίες
Να πίνει απ’ της σοφίας μας το ακένωτο το τάσι
Και να μεστώνει μέσα της ο,τι υψηλό κι ωραίο
Η Ελληνική ξεχείλιζε των ιδεών η στέρνα…
(Και είναι ο Βυζαντινός Ελληνισμός και πάλι
Που γκρέμισε με του Σταυρού την επουράνια Χάρη
Του στείρου πολυθεϊσμού την ειδωλολατρεία
Και ρίζωσε και στέριωσε τη Χριστιανή θρησκεία).
Κι ακόμα λάμψαν δυό στιγμές μες στην αιώνια πάλη
{σελίδα 5-οι σελίδες 3 και 4 έχουν καεί}
Κι αναθυμόμαστε τις δόξες πούχαμε τις πλήθιες
Προτού το κύλισμα του χρόνου την πρωτιά μας πάρει
Στου νου το θέριεμα, κι αλλού, με τη σειρά το δώσει…
Μα μένει πάντα στο κορμί και στην ψυχή μας μέσα
Της λευτεριάς και της αντρειάς το ιερό το φίλτρο.
Κι όταν η ανάγκη το καλεί, οι έλληνες ψηλώνουν,
ξαναθεριεύουν μέσα τους οι Σαλαμινομάχοι
Οι φάλαγγες του Αλέξανδρου τους ανταριάζουν το αίμα
Και πάλι κλέη δίνουνε στη γαλανή πατρίδα.
Μα κοίτα! Κοίτα την Ελλάδα Κλίντον που έτσι μοιάζει
Μικρή και σαν αδύναμη, σαν όπως είναι ο ήλιος
Που με το χέρι του κανείς μπορεί να τον σκεπάσει.
Κοίτα την πώς το χέρι της απλώνει προς εσένα
Και σου ζητάει μια λέξη σου-μιά κίνηση-ένα βλέμμα
Που θα της δείξει πως δεν πρέπει ανήσυχη να στέκει-
Πως η Μακεδονία της δική της πάντα θάναι
όπως και πάντα ήτανε. Γιατί ζητάνε ξένοι
Το πόδι τους να βάλουνε στην ιερή τη γη μας.
Και δε ζητάει έλεος. Και δε σου ζητιανεύει.
Ζητάει το δίκιο. Δε ζητά να πάρει από κανέναν.
Ζητά να μη της πάρουνε δικό της κάτι. Θέλει
όπως ως τώρα πάντοτε ήταν αγκαλιασμένη
Με τη Μακεδονία της, έτσι και πάντα νάναι.
Γιατί απ' το νεοσύστατο το κράτος των Σκοπίων
Θ’ ακούσεις πως Ελληνική τάχα η Μακεδονία
Δεν είναι. Ότι βάρβαροι τάχα την κατοικούσαν
από παλιά. Μα ξέρουνε όλοι ποιά ε ι ν’ η αλήθεια-
Σε μας το λέει το αίμα μας που ταιριαστά κυλάει
Με το Μακεδονίτικο στο ίδιο αυλάκι μέσα,
Στους άλλους το βροντοφωνάζει πάντα η Ιστορία.
Μες στο ανεβοκατέβασμα Κλίντον της Ιστορίας
Του’ τον καιρό εβρέθηκε η χώρα η δική σου
Στην πιό ψηλή την κορυφή που χώρα έχει ανέβει.
Μεγάλο είναι το Κράτος σου. Μεγάλη η δύναμη σου.
Μεγάλο και το τόλμημα της Μοίρας πούχει δώσει
{σελίδα 6}
σ’ άνθρωπο έναν μοναχά δύναμη νάχει τόση.
Αλλά, μεγάλη, άμετρη είναι και η ευθύνη
Που η παντοδύναμη αυτή μεγαλοσύνη δίνει.
Κλίντον, θέμε τη δύναμη πούχεις, να την ταιριάξεις
Στης δικιοσύνης τον τροχό και κείνος να κυλήσει
Πάνω από κάθε άδικη και βούληση και γνώμη
Κι έτσι όπως ειν' αστήριχτες να τις κατασυντρίψει.
Κλίντον, αγώνες έδωσες μ' αντίπαλους εκείνους
Που βάζαν το συμφέρον τους απάνω απ’ τους ανθρώπους.
Τώρα το ίδιο μη και συ μεγάλο κάνεις λάθος:
Μη βάλεις παν’ απ’ την Ελλάδα το μικρό συμφέρον
Γιατί κανείς κι αν δε βρεθεί για να σε πολεμήσει
Δε χρειάζεται-τον πόλεμο θα έχεις κιόλας χάσει
Έχοντας ένα έγκλημα διαπράξει που καμία
Δε θα μπορούσε δίκιωση να έβρει στους αιώνες.
Κι αν ούτε "ναι" ουτε "όχι" πεις, κι αν θες στη μέση τάχα
Να μείνεις, τίποτα απ’ αυτό χειρότερο δεν είναι-
Αυτός που στέκεται βουβός την αρπαγή σα βλέπει
Δύο φορές ειν’ άρπαγας και δύο κριματίζει.
Πατέρα δεν εγνώρισες Κλίντον. Σου συμπαθούμε
Την άδικη τη μοίρα σου. Μ’ από την άλλη νάτοι!
Να! Κλίντον οι πατέρες σου! πολλοί και όχι ένας.
Ειν’ οι σοφοί κι οι γίγαντες του Πνεύματος που μέσα
Γεννήθηκαν και γέννησαν στους κόλπους της Ελλάδας
Και που η θεία η σκέψη τους σαν πατρικό ένα χέρι
Μας προστατεύει από της γης το ανάγκεμα και δίνει
φτερά στην αλυσόδετη χωμάτινη ύπαρξή μας.
Και κείνη αλαφροπετά στις σφαίρες όπου η σάρκα
Ανέσπερο φως γίνεται και Πνεύμα ζωογόνο.
Όπου γης, Κλίντον, Έλληνες, το λόγο σου προσμένουν.
Προσμένουν με της γνώσης σου τη σφύρα να χτυπήσεις
Της άγνοιας το κακόβουλο γυαλί και να το σπάσεις
Και στη δοξοστεφάνωτη Ελλάδα να χαρίσεις
ό,τι από τη γέννα του δικό της ήταν πάντα.
(η συνέχεια έχει καεί)