ΤΑ ΔΙΧΤΥΑ
Τα δίχτυα τα νωχελικά
Τα ιδιότροπα
Τα χαρωπά κι ανεύθυνα
Τα κλαδωτά
Τα ανάποδα
Τα δίχτυα της αγάπης τα ρευστά
Επιάσανε κι εμένα δίχως οίκτο.
Και όπως ήτανε δεμένα στην κορφή
Του δέντρου της ζωής
κρέμομαι τώρα μέσα τους κι εγώ
Και αιωρούμαι αόριστα
Αβέβαια κι αχνά
Και αλαφρά αιωρούμαι τώρα εγώ.
Και θαν' η αιώρηση για λίγο ιλαρή
Και θα μ’ αρέσει.
Κι ύστερα θάρθει η άκαρπη
Κι ύστερα θάρθει η στείρα ώρα
Ύστερα η ζάλη κι η ναυτία θάρθουν
Και η ανία αργότερα κι η πείνα
Κι η δίψα η ανυπόφορη.
Κι η νύχτα με το κρύο της το σκοτεινό
Και τα ουρλιάσματα των αγριμιών τριγύρω.
Κι ύστερα θάρθουνε της νύχτας τα στοιχειά
Του δάσους τα δαιμόνια
Και του ανάστερου ουρανού οι αγγέλοι
Οι σηκωμένοι κι οι πεσμένοι
Και οι σερνάμενοι
Και οι τρωτοί
Οι άγγελοι οι άστατοι
Και οι παροδικοί
Και οι ασθμαίνοντες.
Και του ανάστερου ουρανού οι αγγέλοι
Οι καραδοκσύντες μαζί θάρθουν
(Και θα με τεριπαίζουνε οι άγγελοι
Και με το φόβο μου θ’ αχνογελούν-
Απλά θ’ αχνογελούν
Πλατύνοντες απλά τα χείλη λίγο τα κλειστά
Και κατασπώντας τις γωνίες ανεπαίσθητα
Του στόματος).
Και πριν χαράξει η αυγή
Θάχω να λέω κι εγώ
Προτού εκπνεύσω
Εκεί, πριν έρθει το πρωί το μυροβόλο
Ότι αγάπησα
Κι ότι δεν πήγε η ζωή μου στα χαμένα-
Θάχω να λέω κι εγώ έτι εγνώρισα
Τα χάδια της αγάπης τ’ απερίγραπτα.