Παρασκευή 15 Ιανουαρίου 2021

ENA ΜΑΤΣΑΚΙ ΑΓΚΑΘΩΤΑ ΑΓPIΟΛΟΛΟYΔA
ΑΠΟ ΚΕΙΝΑ ΠΟΥ ΑΦΘΟΝΟΥΝ
ΣΤΗΝ ΠΑΤΡΙΔΑ ΜΑΣ
(μέρος πρώτο)

1.
-Ο  πρωθυπουργός κλέβει.
Μικρή καμπανούλα του αγρού
ο Καραμανλής κλέβει.
-Ο αγέρας με φυσά και δεν ακούω.
Πιο δυνατά καλέ μου.
-Ο Καραμανλής κλέβει
μικρή καμπανούλα του αγρού!.
O πρωθυπουργόοοοοοος, κλέβειειειειειειει..
-Αχ! ο αγέρας παίρνει τη φωνή σου-
τίποτα δεν ακώ κι ας βάζεις
τις απαλάμες σου γύρω απ' το στόμα.
Μα συ μ' ακούς παλληκαράκι του Βουνού.
Άκου λοιπόν τί ο αγέρας που φυσάει μου λέει:
"Ο πρωθυπουργός κλέβει" μου φωνάζει.
Άκου και κάνε κάτι
συ του λαού παλληκαράκι.
Ο πρωθυπουργός κλέβει.

2.
Στην ακρογιαλιά η αχάιδευτη μικρούλα.
Τα ποδάκια της στο νερό πλέκουν.
-Άνοιξε το 6ήμα σου παιδόπουλο της άνοιξης.
Κάποιονε σαν εσένα καρτερεί και λαχταράει.
-Βαριά η καρδιά μου κι άβουλο το χέρι
Εχτές ο φίλος μου αρρώστησε και πέθανε.
Θέση δεν είχε στο νοσοκομείο.
Αχ! Τα ποδάκια αχάιδευτα θα μείvουνε του κοριτσιού
με το νερό που παίζει;
Μα όχι-να, εκείνος,
που το σπίτι του
με τα κρεβάτια των νοσοκομείων έφτιαξε
πλησιάζει προς την ακροθαλασσιά.

-Φύγε μικρούλα απ' το νερό. Τρέξε στο σπίτι σου μικρούλα.
-Εγώ θέλω στ’ αυτιά μου σκουλαρίκια
και φόρεμα η μάνα μου καινούργιο.
Και ο πατέρας
από ταβέρνα οε ταβέρνα τριγυρνάει χωρίς δουλειά.
-Φύγε μικρούλα. Κάτι θα βρεθεί.
-Βρέθηκε κιόλας. Βιαστικός
έρχεται κατά μένα ο πλούσιος. Κι εγώ
τον κόρφο τον μικρό μου
τον αμεγάλωτον ακόμα ετοιμάζω.


3.
-Μικρό δεντράκι
μικρό. δεντράκι
πότε καρπό θα δώσεις;
-Σ' αυτό τον κήπο εγώ δε θα καρπίσω.
Γιατί ψηλά στου λόφου την κορφή ο κήπος μου είναι
και από δω βλέπω απλήρωτη δουλειά.
-Μικρό δεντράκι
μικρό δεντράκι
οι μίσχοι των φύλλων σου τρυφεροί
τ’ άνθη σου ολόκληρο σε σκέπασαν.
-Θα ρίξω τ’ άνθη μου άκαρπα
και φύλλα και κλαριά μου θα ξεράνω.
-Μικρό δεντράκι
μικρό δεντράκι
άσε στην μοίρα του τον άνθρωπο.
Πιες το ρυάκι
ανάσανε τον άνεμο
δώσε καρπούς σε κείνον που σε φύτεψε.
-Εκείνος που με φύτεψε
είναι που τη δουλειά σου κλέβει.
Και τα δεντράκια όπως εγώ
η ψυχούλα τους σπαράζει
να βλέπει ανθρώπους δύστυχους.



4.
-Από του φεγγαριού τους κύκλους
ο πρώτος είναι της αγάπης μου.
Ο δεύτερος της αγριοτριανταφυλλιάς
κι ο τρίτος του πελάγου.
-To πέλαγο ανέμελε τραγουδιστή
δε θέλει ούτε να σε βλέπει
που αφήνεις να σε λοιδορούν οι βουλευτές σου.
-Σκοτούρα μου το πέλαγο.
Μα ο κύκλος της αγριοτριανταφυλλίτσας μου
για μένα τη στροφή του γράφει.
-Εγώ νιε μου ανέμυαλε και χιλιοπροδομένε
ούτε τ’ αγκάθια μου δε χαραμίζω
για όποιον αφήνεται όμορφα άμορφα
στους υπουργούς του το αίμα να του πίνουν.
-Σκοτίστηκα για τ' άνθη σου.
Τ' άνθη δικά μου όμως όλα της καλής μου-
το γέλιο, το κελάδημα, ο κόρφος
και τ' άνθος το κρυφό της το ανοιγμένο.
-Καλλίτερα στον εγκρεμό να ρίξω τ' άνθια μου όλα
παρά σε σκλάβο ένανε το μύρο τους να δώσω.
-Φεύγω και όπλο ζώνομαι και βλήματα τυλιέμαι
και υπουργούς και βουλευτές στον Άδη κατεβάζω.
Κι αν το ’χει η μοίρα μου η καλή πάω κι εγώ μαζί τους.
Κάλλιο, παρά να ντρέπεται για μένανε η καλή μου.




5,
Οι νεκροί των δρόμων-
οι νεκροί των κλεμμένων χρημάτων-
οι νεκροί των σκανδάλων
τις νύχτες γίνονται ένα
με του φεγγαριού το κλάμα
και στα γύρω γυμνά χωράφια θρηνούν.

Ο κρύος άνεμος της νύχτας
τις φωνές τους παίρνει
και τις αναπνιές μ' αυτές γεμίζει εκείνων
που θυμούνται ακόμα τους χαμένους.
Εκατομμύρια στρογγυλά χρυσά νομίσματα
κυλούνε μ' ένα θόρυβο δαιμονικό
από των αδικοχαμένων τις παλάμες
και παν και γίνονται γιοτ υπουργών,
και βίλλες εργολάβων,
και καταθέσεις βουλευτών σε τράπεζες.
Αρχαίοι κάτοικοι των τόπων αυτών ξυπνούνε,
χώμα στα μαλλιά τους,
σκοτάδι στις τρύπες των ματιών
και βλέπουν την κατάντια των σημερινών κατοίκων
κι ακούν τον άγγελο της προδοσίας να σαλπίζει:
"Υπομονή! Υπομονή!
Όλα Αύριο θα διορθωθούν…"
Και φριχτά ηχούνε προδομένα
τα κόκαλά τους.
Ο δολοφόνοι κοιμούνται στ' απαλά τους μαξιλάρια.



6.
Κάπου κάπου
μέσα στη νύχτα
να σκάζουνε ακούς γκαζάκια.
Οι εμπρηστές μετά ‘συχάζουν ότι κάναν το καθήκον τους
και πάνε και κοιμούνται ήσυχοι.

Τα μαχαίρια, οι δυναμίτες,, οι μπόμπες,
κοιμούνται μέσα στϊς αποθήκες.
Και τα μαχαίρια ονειρεύονται λαιμούς πολιτικών.
Κι οι μπόμπες ονειρεύονται Βουλή,
υπουργεία, βίλλες, πλοία, εργοστάσια.
Κι οι δυναμίτες υπουργεία γκρεμισμένα.
Και οι γκαζάκηδες κοιμούνται ήσυχοι
πως το καθήκον τους το κάνανε.




7,
Τα ζώα ακούσαν φασαρία από την πόλη.
"Τράβα καλή αλεπού να μας ειπείς τι τρέχει."
Επήγε, γύρισ' η αλεπού.
"Και τ’ είδες αλεπού αλεπουδίτσα;" της κάνει το λιοντάρι.
"Είδα μιλιούνια ανθρώπους να φωνάζουνε
σε είκοσι άλλους:
"Μας κλέβετε το φαί μας και πεινάμε!"
"Μετά-πέσαν στους κλέφτες πάνου να τους φάνε;"
"Oxι. Διαλύθηκαν ησύχως".
"Λοιπόν αξίζουνε την πείνα".




8.
Η Δείλια των Συμπάντων
και ο Ανεύθυνος των Ουρανών
βρεθήκανε πάνω στη γης μια μέρα.
Εκείνη τρέμοντας σε κάθε αγεροφύσημα
κι Εκείνος έχοντας ξεχάσει και γιατί ήρθε.
"Έτσι ως τρέμουνε μ' αρέσουνε τα στήθια σου" της είπε κείνος.
«Φοβάμαι», είπε αυτή,
"ως και τις μύγες που πετάνε.
Πάρε με στην αγκάλη σου και 'σύχασέ με"
"Έτσι όπως σ' έχω εδώ κλεισμένη
κι έτσι που τίποτα να κάνουμε δεν έχουμε άλλο
τι θα 'λεγες ν' αφήσουμε παιδί ένα 'δώ;"
"Αν έτσι θέλεις ναι. Μα φύλαγέ με
από τις σκιες κι από της χλόης το πράσινο"
Και τήνε σφιχταγκάλιασε αυτός
πόθο γεμάτος τέτοιον,
που οι φοβισμένες οι γυναίκες
στον άντρα τον εγωιστή γεννούνε.
Και μήνες ύστερα εννιά
γεννήθηκε το έθνος των ελλήνων.




9.
Τα κρύσταλλα της τηλεόρασης-
μικρές πυγολαμπίδες-
μαζεύτηκαν στη χλόη του δάσους
έξω απ’ του Ύπνου την καλύβα.
"Εγώ
τώρα που μας ανακαλύψανε»
είπε η έξυπνη μικρή πυγολαμπίδα.
«θα φύγω στο Βορρά"
(αστέρια δείξετε το δρόμο στη μικρή
την αδερφούλα σας της γης)
«Έγώ στο Νότο θα τραβήξω»
είπε η σοφή πυγολαμπίδα.
(αστέρια, δείξετε το δρόμο στη μικρή
την αδερφούλα σας της γης)
Και κάθε μια εδιάλεξε το δρόμο που ήθελε να πάρει.
(αστέρια δείξετε το δρόμο στις μικρές
τις αδερφούλες σας της γης).

Ο γυμναστής πυγολαμπίδων
το βράδυ εκείνο είχε βγει
χωρίς ελπίδα
πως θα 'βρισκε ούτε μια.
Kαι να μπροστά του όλες μαζεμένες!
Τις μάζεψε όλες, τις εγύμνασε,
κι όλες μαζί τις πούλησε στο μέγαρο Μαξίμου.
Kαι το γύμνασμά τους
να κάνουν είναι ό,τι
το αφεντικό του μέγαρου κάθε φορά τους λέει.



10
Χρηματιστήριο.
Κυβέρνηση κι αντιπολίτευση κλέβουν.
To βατραχάκι πηδάει μέσα στα νερά.
Η αράχνη ετοιμάζει το δλητήριο της.

Οι νέοι βάζουνε γκαζάκια
και φαντάζονται τους εαυτούς τους ήρωες.
Και ονειρεύονται στεφάνια
στο λαιμό ανδριάντων τους μαρμάρινων
να κρεμιούνται.

Οι άλλοι κλέβουνε και κλέβουνε και κλέβουνε.
Και νεαροί
διαλέγοντας ονόματα ηχηρά,
οργανώσεων,
βάζουν γκαζάκια…



11.
-Η Νέα Δημοκρατία μόνο,
κλέψανε δέκα δισεκατομμύρια.
Πού βρήκαν τα λεφτά αυτά
κορυδαλλέ μου-κορυδαλλέ μου;
-Στη δυστυχία του ανάπηρου
στο θάνατο του τραυματία
στην πορνεία της γυναίκας.
-Το Πασόκ μόνο
κλέψανε πέντε δισεκατομμύρια.
Πού τα λεφτά βρήκαν αυτά
κορυδαλλέ μου-κορυδαλλέ μου;
-Απ' τους μιστούς και τις συντάξεις,
από την τύφλα της Παιδείας
κι απ' των βιομήχανων τις μίζες.

-Ο «Άκης» πού εβρήκε τα λεφτά
και βίλλες χτίζει κι αγοράζει νυφικό
για τη γυναίκα του εκατό χιλιάδες
κορυδαλλέ μου-κορυδαλλέ μου;
-Απ’ την κλοπή στην αγορά των όπλων
κι από των θεσσαλονικιών την πεθυμιά
να 'χουν πολιτικό έναν δικό τους.
-Κι οι έλληνες τι κάνανε γι αυτό
κορυδαλλέ μου-κορυδαλλέ μου;
-Τους ξαναψήφισαν
ή τους εστείλανε στο σπίτι τους
ήσυχα για να φάνε τα κλεμμένα
-Και τι για όλ' αυτά
κάναν οι νέοι της χώρας μου
κορυδαλλέ μου-κορυδαλλέ μου;
-Βάλαν γκαζάκια.
-Μέτρησες των ελλήνων το μυαλό
κορυδαλλέ μου-κορυδαλλέ μου;
-Έψαξα-
τίποτα δε βρήκα τέτοιο να μετρήσω,
-Κaι η αντρεία
και το φιλελεύθερο
κι η εξυπνάδα των ελλήνων
τι έγϊνε-
πού πήγε,
που γι αυτήν καυχιώνται,
αφού αφήνουν να τους κλέβουνε
κορυδαλλέ μου-κορυδαλλέ μου;
-To καύχημα έχουν μόνο κι όχι τ' άλλα.
-Κι ένας λαός χωρίς μυαλό
το τέλος του πoιo θα 'ναι
κορυδαλλέ μου-κορυδαλλέ μου;
-Ο γρήγορος αφανισμός.