Παρασκευή 8 Ιανουαρίου 2021

ΤΟ ΘΕΣΠΕΣΙΟ ΟΡΑΜΑ

Απ’ τ’ άσπρα πόδια της έλαμψε η νύχτα.
Η νύχτα η νυχτιά-η νύχτα-η μαύρη νύχτα.

Εγύριζα απ’ την πόλη τη γειτονική
που πήγα
για να τηλεφωνήσω σε δυο φίλες.

Κι οι δυο κλεισμένα τα τηλέφωνά τους.
Και γύριζα από κει.

Μαύρη η φούστα της στη μαύρη νύχτα μέσα.
Δυο μαύρες σκιές μαζί της-φιλενάδες της.
Μόλις και διακρινόνταν οι σιλουέτες τους
μέσα στην άναστρη νυχτιά απ’ το λίγο φως
κάποιου παράθυρου πιο πέρα.

Ξάφνω τα φώτα ενός αυτοκινήτου.

Πηδώντας δεξιά για να προφυλαχτεί
Για λίγο η φούστα ανασηκώθηκε.

Δυο φωτοστήλες φανερώθηκαν μες στο σκοτάδι.
Δύο εξώκοσμες σπαργώσες οπτασίες.

Πρέπει στρατιές ματιών να επερίμεναν
Τέτοιο ένα όραμα όσο ζούσανε να δουν
Και να μη το ’δαν.
Και που εγώ εθάμαξα
Και συνεπάρθηκα
Και που επαθιάστηκα μεγάλα τόσο,
Πρέπει τον πόθο και εκεινών να πλήρωσα-
Πρέπει μ’ αυτό μου το λαχτάρισμα
πολλούς να λύτρωσα προγόνους.
 
 
Έλαμψε η νύχτα απ’ τα χιονάτα πόδια της.
Για τέτοια μια λαμπράδα ως της γης την άκρη πας.
Δυο όρθιες, στέριες, μαλακές, ηδονικές κολώνες
που το Ναό στηρίζουνε του Κόσμου
τόσο ηδονικές
που αναρωτιέσαι
αν κάτι περισσότερο υπάρχει που ν’ αξίζει.
Και μες στο κάτι αυτό
τολμάς να βάλεις
ως και την Πύλη του Ουρανού.

Τώρα,
Μετά από τ’ όραμα ετούτο,
Μπορεί κανένας άφοβος να ζήσει.
Να ξέρεις-
όχι πως αναγκαστικά και τώρα πως υπάρχει,
μα ότι έστω κάποτε υπήρξε Αυτό,
τ’ άλλα όλα είν’ αδιάφορα.
Και η ζωή ακόμα η μία κι η πολύτιμη.
Κι ο θάνατος
(μα θάνατος μετά από κάτι Τέτοιο υπάρχει;)

Και όχι τίποτα-ένα παλιοκόριτσο ήτανε-
μια ασήμαντη γειτονοπούλα.