Τρίτη 12 Ιανουαρίου 2021

    Η ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΤΩΝ ΔΥΟ ΦΟΒΙΣΜΕΝΩΝ ΦΟΙΤΗΤΩΝ
ΤΗΣ ΣΧΟΛΗΣ ΚΑΛΩΝ ΤΕΧΝΩΝ ΤΟΥ ΝΑΥΠΛΙΟΥ
ΣΕ ΠΛΗΡΩΜΕΝΟ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟ

Μόνο που δεν επέσατε
στα γόνατα ρε φίλοι-
για σένα λέω Αλέξανδρε-    
για σένα λέω Βασίλη.

Μόνο που δε φιλήσατε
ποδιές κατουρημένες
καθώς δειλά επροφέρατε
λέξεις υποταγμένες.

Η Ελλάδα κατακλέβεται
απ’ τους πολιτικούς σας,
και σας να δείξτε ευγένεια
στους φαύλους είναι ο νους σας.

Βγαίνετε και κλαιγόσαστε
ότι δε σας ταϊζουν
και κείνοι από μέσα τους
χλευάζουν κι ονειδίζουν.

Με πιάτου ένα φαγητό-
πού θε μου έχετε φτάσει!..-
μπορεί ένας κλέφτης υπουργός
όλους σας ν’ αγοράσει....

Λες και δικό σας το φαϊ
δεν είν’ που χλαπακιάζουν,
και πρέπει να επαιτήσετε
για να σας το...μοιράζουν...

Τέτοια σ’ αυτή την εκπομπή
κατάντια έχετε δείξει.
Κανέναν οι κουβέντες σας
δεν έχουνε αγγίξει.

Τα ίδια σας βλέπετε να τρων
αυτοί τα κρέατά σας,
και τους εκλιπαρείτε σεις
για εν’ απ’ τα κόκαλά σας...

Περηφανεύεστε για μια
«σύμβαση»! με ταβέρνα
ενώ αυτοί τα πλούτη τους
σωριάζουν μες σε στέρνα.

Ξενοδοχείο στο Τολό
βρήκατε, και χαιρό ’στε!!!
Μπράβο σας! Κι εις ανώτερα!
Αετοί μου!..Δεν πιανό ’στε!!!...

Και πια, σας φταίει ο Δήμαρχος...
Δε σας ακούει λέτε...
Το χούϊ σας ξεχάσατε:
πρέπει και να του κλαίτε...

Κι ακόμα φίλοι μου είπατε
«δεν έχουμε και κτίρια.»
(Κριμα...πώς έγινε αυτό;
Βρε πράματα μυστήρια!...

Σεις τόσες τα ’χετε φορές
αυτά όλα ειπωμένα-
Πώς και οι υπηρέτες σας
Δεν τα ΄χουν καμωμένα;)

Και τα λεφτά που δόθηκαν
για την Καλή Σχολή σας
Δεν ξέρετε πού πήγανε...
Γκαρντάσια,άφερίμ σας!..

Μα μη σας γνοιάζει. Μία δυο
συνέντευξες ακόμα
και στο δικό σας τα λεφτά
θα έρθουνε το στρώμα...

Μον’ λείψατε να έχετε
μαζί σας και λιβάνι.
και θυμιατό. Και άμφια.
Για δοκιμάστε...πιάνει!..

Όσο για ύφος...(δεν μπορεί
να πει το στόμα ψέμα),
κλαψούρικο ήταν αρκετά!
Και νερωμένο το αίμα!

Και θέλετε,αν καλάκουσα,
και φεστιβάλ να κάντε.
Βλέπω ψηλά στοχεύετε,
δεν είστε άντε άντε...

Μία πορεία το λοιπόν
ακόμα ετοιμάστε
και θα σας φτιάξουν φεστιβάλ
όσο εσείς κοιμάστε...

Κι είδα πως άδεια θέλετε
και για να παραστήστε.
Και για να τραγουδήσετε.
Ω! Σεις! Θεάτρου μύσται!,

σφραγίδα κράτους θέλετε
δυο λόγια για να πείτε!...
Στους δρόμους θα σας έκοφτε,
ψοφοδεείς!, να βγείτε,

και με δυο λόγια όμορφα,
μια μουσικούλα ωραία
να φέρετε στο πλάϊ σας
λαού γλυκιά παρέα-

να βγείτε και ν΄αστράψετε
τα νιάτα όπως μπορούνε,
που ως και τ΄αστέρια όταν σας δουν
κι εκείνα να κρυφτούνε;...

Μα μια σταγόνα είστε και σεις
στο έλος της Ελλάδας.
Μαύρη καπνιά από της σβΗστής
της λευτεριάς της δάδα.

Της τύχης σας είστε άξιοι-
της ατυχιάς σας ήτοι:
μην ξεσηκώνεστε-μπορεί
ν’ ανοίξει καμιά μύτη...

Και ο οικοδεσπότης σας
ωραίο σάς ήταν ταίρι!
Μα μπρος! η φιέστα τέλειωσε-
φιλήστε του το χέρι

και πέστε του τη μαύρη πως
θα βγάλτε τη σημαία
και πως με σας θα ΄ναι στο εξής
όλα όμορφα κι ωραία.

Και πια καθείς στο σπίτι σας
ωραία ωραία καθήστε,
τα χέρια σας σταυρώσετε
κι απ΄το θεό ζητήστε.

Έτσι θα πάρτε πιο εύκολα
εκείνα που ζητάτε
πόρτες ατσάλινες παρά
με άνθη να χτυπάτε.

Πιο, έτσι, θα΄ναι πιθανό
να σας ακούσει κάποιος,
απ΄όσο είναι ένας νεκρός
να ζωντανέψει, σάπιος.

Μα φίλοι μου,ή λαθέψατε
ή έχετε κακομάθει-
αυγά κανένας με πορδές-
πασίγνωστο- δε βάφει.

Στεφάνια αν θέλετε χρυσά
το Δίκιο να σας πλέξει,
δεν είναι «ζητιανέψετε»,
«αρπάξτε!» είναι η λέξη!

Για να φλογίσει,φίλοι μου,
ο ήλιος της Πατρίδας
θέλει-η αχόρταγη-κορμιά
στη ρίζα κάθε αχτίδας.

Δε θέλει ζητιανέματα
και σαχλοκαταλήψεις.
Δε θέλει κανακέματα
και γλύψιμο όπου φτύσεις.

Δε θέλει μέσα χώσιμο
του κεφαλιού στην άμμο΄
δε θέλει με κακομοιριά
και με ραστώνη γάμο.

Δε θέλει «σας παρακαλώ»,
δε θέλει «ελεήστε!..»
Θέλει έργα. Θέλει πόλεμο.
Θέλει ζωές να σβήστε.

Θέλει στα μάτια φλόγισμα.
Θέλει στο χέρι αξιότη.
Θέλει την άκρατην ορμή
της νιότης σας την πρώτη.

Δε θέλει με τους άδικους
κουβέντα. πουλημένη.
Δε θέλει λόγια όμορφα
κι έκφραση μια θλιμμένη

Ελευθερία φέρετε!
Αυτός ειν΄ο αγώνας!
Αν όχι, σκλάβους θα σας βρει
κι ο άλλος ο αιώνας.

Αλλιώς σας μυκτηρίζουνε
και σας οικτίρουν όλοι-
και οι φτωχοί, κι όσοι έχουνε
γεμάτο πορτοφόλι.

Όλων το ντρόπιασμα είσαστε
σεις τότε των ελλήνων
μιας και μιλάτε στ΄ όνομα
μα και στη θέση εκείνων.

Κανόνες δημοκρατικούς
θέλετε να τηρείτε
όταν με τόνους χαμηλούς
και υποτέλειας ζείτε;

Αν ναι, να τήνε χαίρεστε
τέτοια δημοκρατία.
Μα ό,τ΄ είναι Ανθρώπινο,
σχέση μ΄ αυτήν καμία.

Κανόνες που εθέσπισαν
οι φαύλοι αν ακλουθάτε,
μες στο τσουβάλι τους δετοί
σε λίγο θα μετράτε.

Μα φαίνεται πως το ΄χετε
Φίλοι μου αποφασίστει
τα μάτια σας στη λογική
καθένας σας να κλείσει.

Μπάτε στο σύστημα λοιπόν
κι εσείς , Άλεξ , Βασίλη-
η που σ΄ αυτό σας οδηγεί
ορθάνοιχτη είναι Πύλη.

Το μόνο που έκανε καλό
ο αμφιτρύωνάς σας
την τόσην ώρα που φρουρός
βρισκότανε κοντά σας,

ήταν εκείνη η συμβουλή
στον Άλεξ που είχε δώσει
πως γι άλλη χώρα θα ΄κανε
καλά, πανιά ν’ απλώσει.

Κι ο Άλεξ: «θα το έκανα»
του είπε, «αλλά ωστόσο
εδώ θα μείνω-έχω σκοπό
τον κόσμο εγώ να σώσω»!!

Μεγάλα λόγια σε μικρού
το στόμα που ταιριάζουν!..
Μεγάλα λόγια νεαρών
άγνοια βαριά που στάζουν!..

Δε σώζεται Αλέξη μου
ο κόσμος με τα λόγια
ούτε με μια που θα ΄ρχονταν
από ψηλά ευλόγια.

Πήγαινε Άλεξ στο καλό
και στην καλή σου ώρα.
Με νέους ως σε δεν προχωρά
μα θάβεται μια χώρα.

Ξίφος εδώ χρειάζεται
και όχι δεκανίκι.
Με νέους άπραγους κι ωμούς
ποτέ δε θα ΄ρθει Νίκη.

Ίσως φιλόσοφος πολύς
μια μέρα εσύ να γίνεις,
μα του Αγώνα τη φωτιά
φίλε μου, εσύ τη σβήνεις.

Κι αν σ΄ όλες μέρος έλαβες
τις που ΄γιναν πορείες.
γι αγρίους είναι μόνο αυτό
Άλεξ μου ιστορίες.

Τους ισχυρούς Αλέκο μου
αν δεν ταρακουνήσεις,
ούτε ο αγώνας, ούτε συ
τίποτα θα κερδίσεις.

Το κράτος τους συθέμελα
να τρέμει αν δεν το κάνεις
ζήτουλας Άλεξ έζησες,
ζήτουλας θα πεθάνεις.

Αγκάθι αν πολύαλγο
δε γίνεις στο πλευρό τους
τότε νερό είσαι γάργαρο
για τον νερόμυλό τους.

Στην άκρια η πέτρα αν δε βαλθεί
άβατος μένει ο δρόμος.
Αν δεν σκοτώσεις το θεριό
δε σταματάει ο τρόμος.

Με συνεντεύξεις σαν αυτήν
που έδωσες τις άλλες,
των φοιτητών το κίνημα
κατρακυλάει στις σκάλες.

Τον λιόντα , μον’ του κυνηγού
η σφαίρα θα τον χάσει.
Τα ξόανα τώρα ειν’ άχρηστα΄
ένας ο Θεός: Η ΔΡΑΣΗ!

Κάτσε στην καρεκλίτσα σου
και γράφε στον κομπιούτερ.
Και για να μην κουράζεσαι
κάνε πορείες με σκούτερ.

Από τα νιάτα δε ζητά
ο λαός μακάριον ύπνο.  
Ζητάει γεύμα γιορτινό
κι ίδιο με όλους δείπνο.

Δε θέλει να κρυβόσαστε
πίσω από τα βιβλία.
Θέλει ακράτηγη ορμή.
Κι η βία θέλει βια

Αλλιώς και σάς εμπαίζετε
τους ίδιους, και το λαό σας,
που έχει κάνει δίκιο του
το δίκιο το δικό σας.


Μα να τελειώνω. Έγραψα εγώ
λόγια εδώ φλογάτα,
μετά τα «γράψατε» κι εσείς,
κι ούτε ζημιά ούτε γάτα.

Λοιπόν αντέστε κάνετε
κι άλλη καμιά πορεία,
κι αφήστε όσους μάχονται
να γράφουν Ιστορία.

            -----