Σοφοκλέους τρία. Ο τόπος μου.
Εδώ είναι οι γνωστοί μου,εδώ είναι οι φίλοι μου,εδώ
είναι οι αδερφοί μου.
Και επιπλέον εδώ είναι το κοινό μου.
Αυτοί παίρνουν τα γραφτά μου,αυτοί αν τα βρίσκουν
καλά μου το λένε και αν όχι δε μου λένε τίποτα,αυτοί
λούζονται αδιαμαρτύρητα τις ασημαντότητες ή τις
μετριότητες μου που εγώ αποκαλώ ποιήματα.
Εδώ είναι η οικογένεια μου.
Εδώ υπάρχει ο καλλίτερος σπιτονοικοκύρης της Ελλάδας. Ο κυρ-Παναγιώτης. Με την το ίδιο καλή σύζυγο του.
Είναι δύο άνθρωποι που αξίζουν το τόσο σπάνιο-να παίρνουν δικαιωματικά μπροστά από το όνομα τους το "κύριος" και το "κυρία".
Ψιλά γράμματα αυτά σήμερα,θα πει κάποιος.
Εξαρτάται για ποιον. Για μένα είναι χοντρά-τετράπαχα θα έλεγα.
Για τους ενοίκους τι να πω. Ο ένας ευγενέστερος από
τονάλλονε.
Ποτέ δεν έχουν ακουστεί φωνές και δεν έχουν γίνει
διαπληκτισμοί,
Και όποιες ερωτήσεις ή παρακλήσεις, που είναι φυσικό
να υπάρχουν από τους ενοίκους,δεν σπάζουν σαν άγρια
κύματα σε βράχο,αλλά έρχονται σαν απαλά γλυκόηχα
κυματάκια να σβήσουν πάνω στη σταθερή αμμουδιά της
κατανόησης του κυρ- Παναγιώτη,που κάθε γνώμη
ακούει και κάθε αίτημα ικανοποιεί
Από τύχη όλα αυτά είναι καλά; Από φροντίδα του κυρ-
Παναγιώτη; Ποιος ξέρει.
Όμως έτσι ή αλλιώς η πολυκατοικιούλα μας είναι ένας μικρός...μεταμηλικός,(και όμως) παράδεισος.
Και μέσα σ' αυτή την πολυκατοικία και το δικό μου διαμέρισμα.
Σοφοκλέους τρία λοιπόν.
Από όποια σκοπιά και αν την κοιτάξεις,της άξιζε (ή :μου
άξιζε;) να γίνει τίτλος βιβλίων μου.
Αυτό εδώ είναι το δεύτερο με αυτό τον τίτλο.
Σ' αυτό το βιβλίο, φυσική συνέχεια του βιβλίου με τίτλο
"Σοφοκλέους τρία τόμος πρώτος
παραβοηθήματα",περιέχονται,όπως και σε
κείνο,ποιήματα γραμμένα στις ώρες της μοναξιάς μέσα
στο σπίτι μου,στη Σοφοκλέους τρία.
Ποιήματα απλά,μικρά ή μεγάλα, ήρεμα ή
ζωηρά,ανάλογα με τη διάθεση της ημέρας ή της
στιγμής.
Ποιήματα που δίνονται όχι με τη σειρά γραφής τους ή
σε ομάδες ανάλογα με το θέμα που έτυχε να
πραγματεύονται,αλλα ετσι,οπως τελικά βρέθηκαν στον
κομπιούτερ μου.
Και δε θα χρειάζονταν καμμιά τέτια κατάταξη σε ομάδες
ή θέματα και λοιπά,γιατί τα ποιήματα είναι αυτοτελή και
αυτοδύναμα.
Ποιήματα που δε διεκδικούν παρά την αναγνώριση ότι είναι απλά,πρόχειρα, καθημερινά,και γι αυτό πιστεύω ότι έχουν και μεγάλες πιθανότητες να γίνουν ευπρόσδεκτα σαν δικά του από τον καθένα.
Σκοπός μου δεν είναι να συγγράφω ποιητικά μεγαλουργήματα,αλλά να γράφω ποιήματα που θα τα δεχτεί με ανοιχτές αγκαλιές ο λαός και θα χαρεί μ' αυτά και που θα τα νιώσει και θα τα αγαπήσει. Μπορεί και να τραγουδήσει μερικά, αν βρεθεί κάποιος μικρός επαρχιακός τραγουδοποιός που να κάνει τραγούδια τα γραφτά ενός μικρού επαρχιακού ποιητή.
Προσπαθώ να συμβάλω στην επιθυμία του λαού της Τρίπολης να ψυχ- αγωγείται και με την ποίηση,και όχι να ντρέπεται να λέει ότι γράφει ή διαβάζει ποίηση.
Δε θέλω να γράψω ποιήματα των τεσσάρων τοίχων αλλά ποιήματα του ανοιχτού ορίζοντα, θέλω να γράφω ποιήματα που θα πάνε παντού μέσα στην πόλη,και όποιος θέλει και μπορεί ας τα χαρεί ελεύθερα,είτε καθιστός στο γραφείο του,ειτε δουλεύοντας στις οικοδομές,είτε διαλαλώντας το εμπόρευμα του στους δρόμους και στα μαγαζιά.
Θέλω, όπως λέω σε ένα ποίημα μου-τον "αποχαιρετισμό"-να γεμίσω ποιητική δροσιά τα ξεραμένα στήθια της Τρίπολης.
Κι αν μερικοί πολίτες βρούνε ότι "τα ψέλνω" σε κάποιους με κάποια από τα ποιήματα μου, ας χαρούνε που βρέθηκε και ένας ποιητής να τα ψέλνει σε κείνους που πρέπει να τους τα ψέλνει κανείς. Και ας χαρούν διπλά που αυτοί δεν είναι μέσα στους ...ψελνόμενους, που, εξάλλου, είναι λίγοι. Στους υπόλοιπους, τις χιλιάδες του λαού της πόλης δεν "τα ψέλνω",αλλά τραγουδώ μαζί τους.
Είναι δεν είναι καλά,τα ποιήματα γράφτηκαν. Και αφού γράφτηκαν πρέπει να διαβαστούν,αλλιώς δεν εκπληρώνουν τον προορισμό τους.
Πάει ο καιρός που ντρεπόμουν να λέω ότι είμαι ποιητής. Τώρα και χρόνια δεν ντρέπομαι πια, και ό,τι γράφω το δίνω προς τα έξω. Αυτά τα ποιήματα είμαι,και δεν ντρέπεται κανείς για ό,τι είναι.
Μα να τελειώνω με τους προλόγους. Και τελειώνω εκμυστηρευόμενος σε σας και μόνο,τους αναγνώστες του βιβλίου μου αυτού, την πραγματική αιτία που ό,τι γράφω το βγάζω προς τα έξω. Είναι που έχω καλή καρδιά και συνεπώς είμαι συμπονετικός για τους άλλους ανθρώπους. Όταν λοιπόν πάρω το Νόμπελ,δε θέλω να βάζω σε μπελά τους ανθολογητές,τους συμμαζευτές,τους αναλυτές,τους τρυπολόγους ,τους εκδότες,όλους τέλος πάντων εκείνους που θα ριχτούν με τα μούτρα τότε στα γραφτά μου,κάνοντάς τους να ψάχουν για χαμένα ή κι ίσως κρυμμένα ποιήματα μου.
Πεζά μάλλον δε θα μπουν σε τούτο το βιβλίο αν και υπάρχουν πολλά.
Αν πάψω να τα βλέπω σαν ανάξια να δουν το φως της δημοσιότητας,τότε θα ακολουθήσει και "Σοφοκλέους κάτι..."με πεζά.