Τετάρτη 25 Ιουνίου 2025

 ΤΑ ΧΑΡΤΑΚΙΑ

Ταχτοποιούσε μπλε και κίτρινα χαρτάκια
που έβγαλε σωρό από την τσάντα.

Άσπρη ανάμεσα στις κόκκινες καρέκλες και σοβαρή
ταχτοποιούσε μπλε και κίτρινα χαρτάκια.
Το breakfast διπλωμένο πάνω στο τραπέζι
κι αυτή έβαζε σε τάξη τα χαρτιά.

Όταν τελείωσε ήρθ’ ένας εξηντάρης
κοκκινοπρόσωπος
 μ’ ένα καφέ ριγέ κουστούμι
κρατώντας στο ’να χέρι τον καφέ
και τ’ άλλο έχοντάς το μες στην τσέπη
και την πήρε.








ΤΑ ΠΑΡΑΘΥΡΑ

Ασ’ τα παράθυρα ανοιχτά.
Μέσα κανείς δε θα ’δει.
Ο σκύλος έξω ας αλυχτά
μέσα τ’ αηδόνι ας άδει.

Έξω σκοτάδια είναι πηχτά
κι εδώ το φως πλαντάζει
μ’ ασ’ τα παράθυρα ανοιχτά
κανείς δε μας κοιτάζει.

Οι άνθρωποι είναι βιαστικοί
και δεν τους μένει ώρα
ν’ αργοπορούν εδώ κι εκεί
με φώτα χρονοβόρα.

Άνοιξε διάπλατα λοιπόν.
Το σαρκοβόρο σμάρι
έξω ας βοά μαύρων γυπών  
ας λάμνουν μέσα γλάροι.

Έργα έχουν άλλα, σοβαρά,
οι άνθρωποι να πράξουν-
’σύχασε, ούτε μια φορά
εδώ δε θα κοιτάξουν.

Στο τέλος κάποιος κι αν δειλά
το βλέμμα εδώ γυρίσει
κι ό,τι να δει, ξέρεις καλά
πως δεν θα εννοήσει.



ΚΑΤΑΦΥΓΙΟ

Και πια δεν ξέρουν τι να κάνουν
και τι τεχνάσματα να επινοήσουν
και κάνουνε τα ίδια και τα ίδια κάθε μέρα
λιγάκι μόνο αλλάζοντας κάθε φορά
τις λέξεις, τις κινήσεις, τις εκφράσεις.

Οι άλλοι πάλι χειροκροτούν
σαν να ’τανε το θέαμα κάτι νέο.
Και παν και ξαναπάνε και το βλέπουν
και γράφουν κριτικές επωφελείς,
και παν και ξαναπάνε και το βλέπουν
κι εκφράζουν "ανυπόκριτον χαράν"
και λεν: "αυτή
ήτο μια νέα ερμηνεία τω όντι"
και το επαινούν και το αινούν και το θαυμάζουν
γιατί τι άλλο να ’καναν
και πώς να πούνε
πως όλ’ αυτά είναι μιαν άρνηση κι ένα κενό
που τότε το κενό θα ’παιρνε εκδίκηση
αποκαλύπτοντας αυτοστιγμεί
πως ούτε η τέχνη είναι καταφύγιο.




ΒΥΖΑΝΤΙΟ 1439

"Πόσο μας κούρασαν κι αυτοί οι Λατίνοι..
Για να μας δώσουνε λίγη βοήθεια
ζητούσαν να ξεχάσουμε την πίστη μας.
Καθόλου δεν τους άγγιξε η λαμπρότητα κι ο όγκος
της αντιπροσωπείας μας: εφτακόσοι! Ό,τι καλλίτερο
το πνεύμα κι η εξουσία μας είχε να δείξει.
Και επικεφαλής ο βασιλιάς μας!

Τίποτα αυτοί. Ανυποχώρητοι.

Εμείς από την άλλη τι να κάναμε;
Πώς να φυλάξουμε ορθή την πίστη
με το Μουράτ απέξω από την Πόλη;

Δυο χρόνια κράτησαν οι συζητήσεις.
Και συσκεφτόμασταν...και συσκεφτόμασταν…
(κουράστηκα στο τέλος).

Και φύγαμε ατιμασμένοι απ’ τη Φερράρα.
Υποχωρήσαμε στο σπουδαιότερο:
δεχτήκαμε πως "εκ" σημαίνει "δια".
Πώς χάρηκαν οι βρωμεροί που μας ταπείνωσαν…
Όμως στην Πόλη σαν ξαναβρεθήκαμε
μες στις εικόνες μας και στα λιβάνια
κι όταν βυθίσαμε στους ύμνους πάλι
και στα τροπάρια της Ορθοδοξίας μας
αλλάξαμεν απόφασιν αμέσως:
έτσι κι αλλιώς θα χάνονταν η Πόλη:
καλλίτεροι οι Τούρκοι απ’τους παλιο-Λατίνους".



ΞΑΝΑ

Είχε δυο χρόνια να τη δει.
Είχε δυο χρόνια να τον δει.

Τυχαία συναντήθηκαν.

Εκείνη κάποιον άλλον εσυνόδευε.
Εκείνος κάποιαν άλλη κουβαλούσε.

Στη μνήμη των οι νύκτες ήλθαν
οι ατελείωτες
που πέρασαν μαζί
αναλλοίωτες.
Τους διώξαν και τους δυο το ίδιο βράδυ
κι ενώθηκαν ξανά το ίδιο βράδυ.



ΤΟ ΚΕΡI
Θα πήγαινε ν’ ανάψει ένα κερί.
Το ύφος του θα διόρθωνε εις συντετριμμένον
με βήματα μικρά θα έμπαινε, διστακτικά
και με σκυφτό κεφάλι.
Θα έκανε μια κίνησιν φιλήματος
προς την εικόνα-
όμως χωρίς να ακουμπήσει στο γυαλί-
μετά δυο τρία βήματα οπίσω
κάνοντας ταυτοχρόνως το σημείον του σταυρού.

Ύστερα ήταν το κερί. Για να τ’ ανάψει
σήκωμα του κεφαλιού (να μην καούμε κιόλας)
στερέωσις του κεριού στο μανουάλι
κι υπόκλισις μετρία προς το ιερόν.
Σ’ αυτήν τη στάση πέντε ως δέκα δευτερόλεπτα
με το σιαγόνι ν’ ακουμπά στο στέρνον
κι ύστερα έξοδος ως είχε μπει
αθορύβως.

Μα το κυριότερον είναι το πρόσωπο να κρύβονταν.

Α! Να! Θα πήγαινε την ώρα
που το σκοτάδι πέφτει λίγο λίγο
ενώ τα φώτα δεν ανάβουνε ακόμα.
Στο μισοσκόταδο
το πρόσωπο σχεδόν καθόλου δε θα φαίνονταν.





ΤΟ ΣΥΝΝΕΦΑΚΙ

-Σύννεφο συννεφάκι μικρούλι, λευκωπό
πώς βρέθηκες μονάχο στον γαλανό ουρανό
και πας με τ’ αγεράκι που πνέει απαλό
και μια φτερά αγγέλου θυμίζεις, μια σταυρό;
Γωνιά καμιά δεν έχεις-σκιά για να σταθείς
ο ήλιος θα σε κάψει-θα σβήσεις-θα χαθείς.

-Αφού εν’ αδέρφι βρήκα στης γης την απλωσιά
χαρά δε θέλω άλλη-δε θέλω άλλη δροσιά.
Και τόπο αν κανένα δε θα ’βρω να σταθώ
κι αν σβήσω κι αν διαλύσω, ποτέ δε θα χαθώ:
η έγνοια στη φωνή σου κι η ζέστα στη ματιά
παντοτινή μου ασπίδα στου χρόνου τα σπαθιά.






ΕΓΝΩΡΙΣΑ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ

Εγνώρισα το θάνατο μέσα
στο ποδοβολητό των σπίνων του Ιουνίου.
Εγνώρισα το θάνατο
στις κρύες νύχτες του χειμώνα
στις ζεστές μέσα νύχτες του καλοκαιριού.
Εγνώρισα το θάνατο
μέσα στα πράσινα φύτρα των πρώτων σκίνων
μέσα στα μάτια πληγωμένου ελαφιού
μέσα σε καλοκαίρια ολόκληρα βουτηγμένα σε άσκοπον ιδρώτα
μέσα σε νερά γαλήνια  
νύχτα ανάστερη
το σοβαρό και αμέτοχο πρόσωπό του μου γελούσε.

Εγνώρισα το θάνατο
στα επιφωνήματα των άστρων όταν πέφτουν
στο κρυφομίλημα παρθένων
στο γέλιο των πορνών.
Κατω από λέξεις χωματένιες
βαριές ακόμα από σίδερο και ιλύν
εγνώρισα το θάνατο.

Εγνώρισα το θάνατο
μέσα στου πέπλου της σιωπής τις παχιές δίπλες
μέσα στην άτολμην οργή και την αμηχανία
μέσα στην πλήρη επάρσεως άρνηση
στην τυφλή μέσα κατάφαση και την υπακοή.

Εγνώρισα το θάνατο
μέσα στων αηδονιών το γλυκολάλημα
μες στην καρδιά και μέσα μέσα
στις έλικες τις ευφυείς του εγκεφάλου.
Μέσα κι ανάμεσα σε δυο κορμιά αγκαλιασμένα
εγνώρισα το θάνατο.

Εγνώρισα το θάνατο μέσα στο μέγα άδειο
της ώρας που ο ύπνος του μεσημεριού χωρίζει από το σώμα.

Μες στων παιδιών το βύζαγμα-στο δέσιμο χειλιών και ρόγας
εγνώρισα το θάνατο.




ΣΤΟ ΧΩΜΑ

Ωρθώθη ο γίγαντας στα δυο τα πόδια τ’ ατσαλένια
και με το χέρι εχάιδεψε τ’ ατσάλινά του γένια.
Τ' όπλο του το γιγάντινο στα χέρια του αρπάζει
κι ενός νιοπέταχτου πουλιού τα δυο φτεράκια σπάζει.

Κι ως το ’δε ο γίγας τ’ ατσαλιού να σπαρταράει μπροστά του
επόνεσ' η ατσάλινη κι απόνετη καρδιά του
κι έκλαιγε πάνω απ’ του πουλιού το πληγωμένο σώμα
με δάκρυα από σίδερο που βρόνταγαν στο χώμα.




ΟΤΑΝ

Όταν
στον τελειωμό της μάχης της μεγάλης
του γυρισμού το δρόμο παίρνεις νικημένος
κι ακούς ακόμα να ηχούνε καθαρές
του νικητή σου οι χαρούμενες ιαχές
κι η κόλαση ξεχύνεται ξοπίσω σου και μπρος σου φοβερή
τότε
δεν ωφελεί παράδεισους να σκέφτεσαι
για φαντασιώσεις πια καιρός δεν είναι.

Τα βήματά σου σύρε και βολέψου
όπως μπορείς σε μια γωνιά
και τυχερός πολύ να θεωρείσαι
που εκεί σ’ αφήνουνε να μείνεις.

Για δίκαιο μη μιλήσεις-
για δόλον του εχθρού ή ατιμίαν του στη μάχη.
Τα τέτοια σβήστα από τη σκέψη σου τελείως
και από τώρα ήσυχα να ζεις και μετρημένα
με προσοχήν προσέχοντας μεγάλην
μη κάτι που θα κάνεις ή θα πεις
τόνε θυμώσει τον εχθρόν που νικητής εμπήκε στη ζωή σου.
 
Και ξέρεις δα οι νικητές τι εύκολα θυμώνουν.





ΟΙ ΑΣΧΗΜΕΣ

Στις άσχημες γυναίκες που η μοίρα
τους όρισε αγέλαστη μια ζήση-
που μένουν τα όνειρά τους πάντα στείρα
κι ο ήλιος τους γνωρίζει μόνο δύση…

στις άσχημες γυναίκες που τον πόνο
για σύντροφο πιστό τους έχουν πάντα-
στις άσχημες γυναίκες αφιερώνω
αυτή τη λυπημένη την μπαλάντα.

Σ’ αυτές ποτέ κανείς δε στέλνει ρόδα
και ποιήματα θερμά κανείς δε γράφει.
Φορέματα γι αυτές δε φτιάχνει η μόδα
κι είν’ άφωτοι τα μάτια τους δυο τάφοι.

Ο πόθος τις θερίζει κάθε βράδυ
προσεύχονται για έστω μια θωπεία
ελπίζουν όμως άδικα-το χάδι
γι αυτές το ερωτικό μια ουτοπία.

Παράσιτα που ζουν λησμονημένα
σ’ ανθένιο μοσχομύριστο φυτώριο.
Γράμματα με βιασύνη στριμωγμένα
σε κάποιου τετραδίου το περιθώριο.

Μπροστά τους ξεχωρίζουνε δυο δρόμοι:
αυτός της θλιβερής κι ανούσιας ζήσης
μακριά από τους ανθρώπους και ακόμη
μακριά ’π’ του έρωτα τις συγκινήσεις,

κι εκείνος της πικρής της επαιτείας
για χάδια που ποτέ τους δε θα βρούνε
ενώ τα σιγανά της ειρωνίας
τα γέλια, μες στ’ αυτιά τους θα ηχούνε.

Ανέραστες και φρούδες ερωμένες
μια κρύα σαν τις άλλες θα πεθάνουν
νυχτιά, με τις παλάμες απλωμένες
προς έναν ουρανό που δε τον φτάνουν.

Και πάνε στην αφάνεια και στη λήθη-
κανένας μια κυρία δε θυμάται
που μόνη στη ζωή της εκοιμήθη
καθώς και τώρα αξύπνητα κοιμάται.

Κι αφού δεν τους εχάρισαν για δώρα
οι θείοι ποιητές αθάνατα έπη
οι άσχημες γυναίκες θα ’χουν τώρα
την άσχημη μπαλάντα που τους πρέπει.





ΝΑ ΦΟΒΗΘΟΥΝ

Το πλοίον τρέχει απτόητον απ’ τα κύματα.
Η θάλασσα ας γυρεύει θύματα
είναι καλά τριγύρω φυλαγμένο
με σίδερα φτιαγμένο.

Ο πλοίαρχος φλυαρεί με μια κυρίαν
οι ναύτες τραγουδούν στην πρύμνη
κι οι επιβάτες κάτω διασκεδάζουν.
Μ’ αυτό το πλοίον τίποτα δεν έχουν
να φοβηθούν-
είναι καλά τριγύρω φυλαγμένο
με σίδερα φτιαγμένο.




ΜΙΚΡΟ ΠΟΙΗΜΑ

Πάνω στο γράμμα γράμμα
το πρώτο θα σβηστεί.
Πάνω στο θάμα θάμα
το ’να θα ξεχαστεί.

Πάνω στον πόνο πόνος
πα’ στον καημό καημός
διπλά μετράει ο πόνος
διπλά μετρά ο καημός.







Η ΠΡΩΤΗ

Απάνω στο βιβλίο μου
καθώς καθόμουνα στο ηλιοστάσι
μια μύγα ήρθε να διαβάσει.

Τα πόδια της ελύγισε
κι εστάθη λίγο έτσι διπλωμένη
στο διάβασμά της ξεχασμένη.

Κατόπιν εσηκώθηκε
και το σοφό της ξύνοντας κεφάλι
"θεέ μου", είπε, "τέτοιο χάλι

ποτέ δεν το περίμενα:
οι άνθρωποι μοχθούν να μάθουν ό,τι
για μας η γνώση ήταν η πρώτη".




ΘΥΜΑΤΑΙ

Ερώτων παρανόμων ιστορίες
μακριά ’π’ την κλίνην την συζυγικήν
θυμάται.
τότε που νέα ήταν και την πρόσεχαν
και μέρα βαρετή καμιά δεν είχε.

(τι αλλαγαί κλινών! τι αλλαγαί σωμάτων!
τι πανδαισία μεθυόντων αρωμάτων!)

Και τώρα να πού έφθασε: έναν αλήτη έχει
κι αυτόν με δυσκολία τον κρατεί.






ΦΟΡΩΝΤΑΣ

Φορώντας το πράσινο
φορώντας το κίτρινο
φορώντας το μπλε
μας κόπιασες Άνοιξη.

Σαν νύμφη χορεύοντας
σαν κόρη ερωτεύοντας
σαν νια τραγουδώντας
μας κόπιασες Άνοιξη
κρατώντας τ’ αστέρι
κρατώντας τ’ αγέρι
κρατώντας φιλί.

Και κραδαίνοντας την ανυπομονησία
τον παραλογισμό
και την ασπλαχνιά μας ήρθες.





ΚΟΙΜΟΥΝΤΑΙ

Στην τελευταία ντυμένες μόδα
ωραίες, τρυφερές, χαριτωμένες
με μύρα στολισμένες και με ρόδα
κυρίες ιδανικές κι εκλεπτυσμένες
τις φωτισμένες κοσμούν βιτρίνες
μεγάλων και λαμπρών καταστημάτων.

Ποτέ τους δεν ξαπλώνουνε σε κλίνες
ερώτων ή σ’ ανάκλιντρα θανάτων-
για κείνες είναι ζωή τους όλη
μια στάση αυστηρά καθορισμένη
κι ουτ’ έχουνε ποτέ αργία ή σκόλη
και ώρα για ξεκούραση δοσμένη.

Μον’ όταν βράδυ τα φώτα σβήνουν
κι η Νύχτα με το Θάνατο φιλιούνται
εκείνες απαλά τα μάτια κλείνουν
και, δίχως να τις βλέπουμε, κοιμούνται.




ΞΗΜΕΡΩΜΑ

Το φως του λαμπτήρα ξάφνου
την εξουσία του χάνει.
Φέγγει ακόμα, μα νιώθει
ο βασιλιάς έρχεται, και θαμπωμένο
μπρος του αναπότρεπτα θα υποκλιθεί.

Θορυβώδη ποδοβολητά στρατιών ακτίνων
που από μακριά, γρήγορα φτάνουν
κάνουν να τρέμει
και πελιδνό να γίνεται κάθε αναμμένο.
Από το μέτωπο της φωτιάς  το στέμμα κατρακυλάει
ψυχρό κιόλας.

Λίγο ακόμα και όλα θα νήχονται
μέσα στην πηχτή, απρόσμενη
ανηλεή θάλασσα, μέχρις ότου
η ξαφνική, παράλογη κατοχή, πάψει,
και τ’ αστέρια το τρεμοφέγγισμα
και την ωχρότητά τους πάλι φανερώσουν.




Ν' ΑΓΚΑΛΙΑΖΑΝ

Πεύκων δάση, αγριοπούλια,
ψηλοκόρυφα βουνά,
λαμπροήλιε, αστέρια, πούλια
χίλια θάματα αυγινά…

λάλο ρυάκι, θεία δύση
άνοιξή μου γιορτινή,
φθινοπώρου εσύ μεθύσι,
καταγάλανοι ουρανοί…

τι κι αν είστε ωραία τόσο
είστε τόσο αλαργινά…
Α! Να γίνονταν ν’ απλώσω
τα δυο χέρια τα ορφανά

και πιο τέλεια-και πιο πλέρια
να σας νιώσω-πιο βαθιά…
Α! Ν’ αγκάλιαζαν τα χέρια
όσα χαίρεται η ματιά!..






Ο  ΜΟΝΑΧΟΣ

Τα χείλη του ματαίως ψάλλουν υμνωδίας.
Ανίερα φιλήματα τω όντι επιθυμούν
Κι αντί του οίνου της Θείας  Κοινωνίας
θα  ’θελε το ποτήριον να  ’ναι πλήρες ηδονής.

Μα δεν τον έστειλε κανείς
μόνος του επήγε-μάλιστα άνευ εμφανούς αιτίας
και εμόνασε.
Φαίνεται ανήκει εις αυτούς που προτιμούν
μόνο όταν είναι λίαν επικίνδυνοι
τας αμαρτίας.

Τρίτη 24 Ιουνίου 2025

 
Σάββατο, 24 Οκτωβρίου 2015
«Στην Αθήνα τη Δευτέρα ο Β.Ντομπρόβσκις.»
Στην Αθήνα ο Ντομπρόβσκις
Και συ Ελλάδα πέρα βόσκεις…  
*
Γεννηματά: «Θερμοκοιτίδα Διαπλοκής το νομοσχέδιο για τα ΜΜΕ»
«Θερμοκοιτίδα» βλέπεις μια μονάχα;
Φώφη, τα μάτια σου θα ’θελα να ’χα.
*
Λεβέντης: «Διάτρητος ο νόμος για τα Μέσα Ενημέρωσης»
Σε μια χώρα όπου τρύπιο είναι λαγήνι
Όλα τρύπια είναι Λεβέντη-τι να γίνει;
*
Οι εφημερίδες: «Η κυβέρνηση επιχειρεί μια σημαντική τομή»
Ό,τι λέει μόνο αν λάβουμε υπόψη,
τι τομή; Αυτή μας έχει πετσοκόψει!..
*
Τζιτζικώστας: «Να αποσύρει ο Τσίπρας τη φορολόγηση στην εκπαίδευση και να τη βάλει στο μοσχαρίσιο κρέας.»

Μη του φέρνεις Τζιτζικώστα μου εμπόδια-
μαθητές σας και μοσχάρια, ίδια βόδια..
*
Μεϊμαράκης: «Η πολιτική απάτη του ΣΥΡΙΖΑ δεν κρύβεται πια.»
Ποτέ δεν κρυβόταν-εσύ άργησες (τάχα) να το καταλάβεις.
*
«Κυπριακό, μεταναστευτικό και ΠΓΔΜ στο τετ α τετ Τσίπρα – Μπαν Κι-μουν.»
Μα κανένα πρόβλημα άλυτο δε θ’ αφήσει αυτό το παιδί για τη Δεξιά;

*

Λαϊκή Ενότητα για τη ΔΕΗ: «Το κρέας δεν μπορεί να βαπτίζεται ψάρι.»
Όχι βέβαια. Πολύ πάει. Ας σταθούμε προς το παρόν στη βάφτιση του «ΟΧΙ» σε «ΝΑΙ». Για αργότερα βλέπουμε.

*

«Ο κ. Κοτζιάς συνομίλησε κατ’ ιδίαν με τον γενικό γραμματέα του Οργανισμού Ισλαμικής Συνεργασίας, Λυάντ Αμεέν Μαντανί.»
Ο Λυάντ Αμεέν Μαντανί δήλωσε μετά τη συνάντηση: «Εκπληρώθηκε ο διακαής μου πόθος να συνομιλήσω με κάποιον από τους σωτήρες της Ευρώπης.»

*

«Τσίπρας-Νταβούτογλου συμφώνησαν στην αναβάθμιση της ελληνοτουρκικής συνεργασίας για το προσφυγικό.»
Ο Τσίπρας με τον Νταβούτογλου: η μπάλα με τον Μέσι.

*

«Ο Κ. Μπακογιάννης απάντησε στη φημολογία περί υποψηφιότητάς του για τη θέση του προέδρου της ΝΔ.»
Αντί για την θαλασσοποιημένη Ελλάδα προτιμάει τη στερεά Ελλάδα.

*
«Συνάντηση Σταθάκη-Λαγκάρντ: Συζήτηση εφ’ όλης της ύλης για την οικονομία.»
Να που το είδαμε κι αυτό-γυναίκα να απαυτώνει άντρα.
*
«Tετ-α-τετ Καμμένου με τον πρέσβη της Σιγκαπούρης για θέματα πιθανών επενδύσεων, ειδικότερα στον τομέα της αμυντικής βιομηχανίας.»
Μόνο στη Σιγγαπούρη δεν είχαμε κλαυτεί.
*
«Συναντήθηκε με τον Ρώσο ομόλογό του ο Νίκος Κοτζιάς.»
Ο Λαβρώφ υποσχέθηκε στον έλληνα ΥΠΕΞ πως όταν του τελειώσει το χαρτί υγείας θα τον έχει υπόψη του.

*
Δήλωση Βορίδη:
«Το σκέφτηκα πολύ, αλλά δεν θα είμαι υποψήφιος για την προεδρία της Νέας Δημοκρατίας-δεν μπορώ να θυμηθώ πού άφησα το τσεκούρι μου.»  

*
«Συνάντηση Κοτζιά με τον Νορβηγό υπουργό αρμόδιο για θέματα της Ε.Ε.
Οι δύο υπουργοί  αποφάσισαν να διευρύνουν τις συνέργειες στην εκπαίδευση.»
«Διψάνε για πολιτισμό οι βάρβαροι», σχολίασε μετά τη συνάντηση ο Κοτζιάς.
*
Κουντουρά: «Η προσφυγική κρίση είναι παγκόσμιο ζήτημα»
Ενώ η σχιζοφρενική κρίση είναι ΣΥΡΙΖΑϊκό πρόβλημα.
*
«Το Σάββατο ορκίζονται οι βουλευτές, την Κυριακή ο πρόεδρος της Βουλής.»
Όρκος βουλευτών: «Oρκίζομαι στο όνομα της Aγίας και Oμοούσιας και Aδιαίρετης Tριάδας (ας με τιμωρήσει στη Δευτέρα Παρουσία) να είμαι πιστός στην Πατρίδα (για άλλους εφτά μήνες ώσπου να την αποτελειώσουμε) και το δημοκρατικό πολίτευμα (δεν υπάρχει τέτοιο, προχωράμε…), να υπακούω στο Σύνταγμα  και τους νόμους (εγώ τα φκιάνω και τα δύο, ναι….»

*
«Συνεχίζει τις επαφές του ο Αλέξης Τσίπρας στη Νέα Υόρκη.»
Συνεχίζει να τρώει τις φάπες του ο Αλέξης Τσίπρας στη Νέα Υόρκη.
*
«Θερμή χειραψία Ομπάμα Τσίπρα.»
Λεζάντα: «Ας μην άλλαζες ρότα όπως σε διάταξα βρωμιάρη και σήμερα θα σου γίνονταν τα σαράντα»
*
Τσίπρας-Κλίντον
Τσίπρας
«Η συμφωνία που υπογράψαμε ήταν δύσκολη απόφαση και ο ελληνικός λαός αναγνώρισε τη μάχη που δώσαμε για να μείνουμε στην Ε.Ε.»
Κλίντον
«Σε κατανοώ φίλε μου. Κι εγώ τους έλεγα ότι δε γάμησα»
*
Τσίπρας στον Κλίντον: «Το μεγαλύτερο δώρο της Ελλάδας στον κόσμο είναι η δημοκρατία και θα ήθελα να δοθεί ξανά αυτό το δώρο από τη χώρα μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση».
Κλίντον:
«Σε παρακαλώ θερμά φίλε μου-μου επιτρέπεις να σε αποκαλώ φίλο μου- μη τη δώσεις όλη στην Ευρώπη, φύλα και για μας λίγη δημοκρατία να δούμε θεού πρόσωπο»
*
«Συνεχίζει τις επαφές του ο Αλέξης Τσίπρας στη Νέα Υόρκη.»
Συνεχίζονται οι φάπες του Αλέξη Τσίπρα στη Νέα Υόρκη.

*
Καμμένος
«Έχουμε χρέος να παλέψουμε όλοι μαζί για να αποτελειώσουμε την πατρίδα μας»!
Άνευ σχολίου.
*
Ν.Δ. (στη Βουλή για τον Τσίπρα): «Θλιβερό να μιλά ο πρωθυπουργός και να γελά το ακροατήριο.»
Σπουδαίο το πράγμα. Έχει γελάσει το παρδαλό κατσίκι, σε ένα ακροατήριο κολλήσαμε;

*
ΚΚΕ: «Απαγορευμένο είδος οι διακοπές λόγω αύξησης του ΦΠΑ.»
Μας δουλεύεις ρε Κουτσούμπα; Και χωρίς αυξημένο ΦΠΑ είχαμε δει διακοπές;

*
ΝΔ: «…Ποιος θα πάρει το δαχτυλίδι;..»
Μην ακούσει ο Γιωργάκης ότι υπάρχει δαχτυλίδι για δόσιμο και τρέξει.

*
«Στην Θεσσαλονίκη την Τετάρτη ο Θεοδωράκης , σχεδιάζοντας ένα άλλο αστικό μέλλον»...»
Η αλεπού δε χώραγε στην τρύπα της…

 ΑΠΟ ΤΑ ΠΑΛΑΙΘΕΤΑ



«O Carsilago de la Vega, ποιητής (1503-1536), παντρεμένος με τη Donna Elena, αλλά πάντοτε ερωτευμένος με την πορτογαλίδα κυρία επί των τιμών της βασιλίσσης donna Isabel Freire…»

O Carsilago de la Vega
όπου αξίωμα είχε μέγα
είχε για νόμιμη γυναίκα
τη Donna Elena.

Μα ήταν πάντα ερωτευμένος
 με τη ’sabela ο καημένος
που ’λειπε πάντοτε στα ξένα-
τα πικραμένα.

Κύριε Vega τι απαίσια
τι φοβερή υποκρισία-
ποιητής εσύ πώς το μπορούσες
και απιστούσες;

Και πάλι πες μου σε καλό σου
τι σκαρφιζόταν το μυαλό σου
τόσο μακριά που τις κρατούσες
όταν αργούσες;





ΑΝΙΑΤΗ

Οι ωκεανοί δεν έχουνε νερό μα αίμα
και τα φαράγγια βαθιές είναι πληγές
στης γης το σώμα.
Και σπυριά κακόφορμα τα όρη και οι λόφοι.

Μια στρογγυλή αρρώστια όλη η γη μας
που απέλπιδα γυρνάει μες στα χάη
μάταια ζητώντας γιατρειά
γι ανίατη μια αρρώστια.
Εμείς μικρόβια πάνω της
με τ’ άλλα ζώα-τ’ αδέρφια μας μικρόβια-
εμείς μικρόβια πάνω της
το αίτιο του κακού.

Μαζί της ταξιδεύοντας το μόνο βέβαιο είναι
πως η γιατρειά θα έρθει όταν
χαθούμε και οι δυο μαζί-
και μείς και κείνη.


ΤΟ ΘΕΡΙΌ

Μέσα μας ζει ένα θηρίο
ανήμερο, αιμοβόρο ένα θεριό
που αντέχει και στη ζέστη και στο κρύο
κι ακράτητα αγριεύει και στα δυο.

Σ' άλλους ονόματα έχει άλλα
μα όπως θέλουν κι αν το πουν
ίδια τα νύχια του μεγάλα
κι ίδια τις σάρκες μας τρυπούν.

Ίδια τα δόντια του ξεσκίζουν
και οι ματιές του παραλούν
και ίδια όλα τους μουγκρίζουν
και τις χαρές μας καταλούν.

Να το μερέψεις δε μερεύει
μη σου περάσει απ' το μυαλό΄
μες στων ματιών του τα ερέβη
θέση δεν έχει το Καλό.

Και ούτε φίλο να το κάνεις
έχεις ελπίδα-τον καιρό
με την προσπάθεια αυτήνε χάνεις.
Το μουγκρητό του το βουερό

θα χεις απάντηση μονάχη.
Κι έτσι σου μένει να ριχτείς
σ' άνιση κι άπελπη μια μάχη
που θα κρατήσει ολοζωής:

σ' έναν αγώνα που σου κλέβει
και νου και νιάτα και χαρά
και που ανήλεα σε παιδεύει
και σε πονεί κάθε φορά.




ΕΥΠΡΟΣΔΕΚΤΟ

Τ’ όνειρο συναπάντησε στο θαμπογύρισμά του
τον ίσκιο του θανάτου.
Τον γλυκοκαλησπέρισε κι εκείνος του μιλάει
με κάκια του γελάει.

"Πήγαινε στον αφέντη σου και σπρώξ’ τον να προφτάσει
και να διπλοτοιμάσει
-και ας βιαστεί-τα πράγματα του εδικοΰ του κόσμου
σε λίγο θαν’ δικός μου.

Τ’ όνειρο εφτερότρεξε κι εμήνυσε το νέο
στον άντρα τον γενναίο.
Εκείνος τριπλαντάριασε και στον μαντατοφόρο
"ευπρόσδεκτο το δώρο

του λυτρωμού που μου ’φερες",
του ’πε, και συνεχίζει:
"όσο η γη γυρίζει
λυτρωση θα ’ναι ο θάνατος
και πες το του θανάτου-
όλα δεν ειν’ δικά του".




ΤΑ ΒΑΡΕΤΑ

Δε θέλω τις μισόγυμνες γυναίκες του Ιουλίου
που ξεσκεπες ασύδοτα στους δρόμους τριγυρνούν
μοιάζουν ατίθασσα άλογα ενός ίπποφορβείου-
άγρια πουλαρόπουλα που άπρεπα προκαλούν.

Μου αρέσουν oι σε ολόζεσχα ρούχα χειμώνα κρύου
μυστηριακές κι ολόθερμες γυναίκες τυλιγμένες
που λες σ’ ονείρου ζουν θωριά κρυφόπλεχτου και θείου
από το κάθε αντρικό βλέμμα καλοκρυμμένες.

Που σε φορέματα ζεστά τυλίγουν το κορμί τους
κι ανείπωτα θα το χαρείς όταν μαζί τους πας
στου δωματίου σου τη ζεστή φωληά κι εκεί μαζί τους
εδώ κι εκεί τα βαρετά πια ρούχα τους πετάς.






Η ΑΜΑΡΤΙΑ

Χτες το βράδυ ο ύπνος δε μ' έπαιρνε,
στη σκέψη μου είχες χωθεί
Ο πόνος κοντά του με γύρευε
ολόκληρος του είχα δοθεί.

Επάνω σερνόμουν στο στρώμα μου
σαν κάποιος που κρίμα βαρύ
παιδεύει. Και ήταν το στρώμα μου
βαριά φυλακή τρομερή.

Και είναι αλήθεια-αμάρτησα.
Στο δείλι εχτές το μελί
μονάχα τις πίκρες σου άρτυσα    
και δεν σου επήρα φιλί.





           ΤΟ «ΕΓΩ»
Θέλω να σβήσω το "εγώ" απ' το λεξιλόγιο μου.

Μα πώς αφού ό,τι βλέπω είναι τα μάτια μου
αφού ό,τι ακούω είναι οι χτύποι της καρδιάς μου
πολλαπλασιασμένοι
αφού ό,τι πιάνουνε τα χέρια μου
είν’ η προέκταση τους
κι ό,τι οσμίζομαι δεν είναι πάρα
το άγουρο το χρώμα των ερώτων μου;
Πώς αφού ό,τι γεύομαι δεν είναι
παρά των γευστικών θηλών μου οι πόθοι και οι σχεδιασμοί,
και ό,τι νιώθω
του εγκεφάλου μου είναι οι επιταγές
και τα κελεύσματα;

Πώς
από τον εαυτό μου εγώ ν’ απαλλαγώ;




ΤΟΥ ΟΝΕΙΡΟΥ

Μια καλοκάμωτη έρχεται τα βράδια στα όνειρα
μου.
Χυμούς γεμάτη μια μικρή, λαχταριστή μικρούλα.
Σεμνή και χαμηλόβλεπη στριμώχνεται κοντά μου
και στέκει εκεί ολάνθιστη, ευώδης και γλυκούλα.

Κα σ' όλα ένα βάλσαμο σκορπά και μια αθωότη.
Και μπρος μου βλέπω ιδεατά, πυρέσσοντα δυο στήθια
δύο χειλάκια δροσερά στη λάμψη τους την πρώτη
κι ένα κορμί λαγνόπλαστο δώρα γεμάτο πλήθια.

Και βλέπω μες στο βλέμμα της το πάθος να ’χει
απλώσει.
Και βλέπω μες στο βλέμμα της της ηδονής τ’ αχνάρι.
Και βλέπω μες στο βλέμμα της τον πόθο για να δώσει.
Και βλέπω μες στο βλέμμα της τον πόθο για να πάρει.

Όλο το είναι της Φωτιά Λαχτάρισμα και Ζήση.
Όλη η ύπαρξη της Πεθυμιά, και Δόσιμο και Μύρο.
Και ώσπου τα’ όνειρο άλυπο κι ανάλγητο να
σβήσει
γεμάτος είμαι απ’ αυτό κι εγώ και όλα γύρω.

Κι ας με καλεί με όλα της εκτός απ’ τη μιλιά της
κι εγώ τη σάρκα ορέγοντας τη ροδαλή ας λιώνω-
κάποιος αναίτιος δισταγμός με κάνει στης
δροσάτης
της μυγδαλίτσας τους γλυκούς καρπούς να μην
απλώνω.

Νομίζω του ονείρου μου ξέρω τη σημασία.
Λόγο δεν έχω άλλονε κανέναν να ρωτήσω.
Αυτή η ανείπωτα γλυκιά, ονειρώδης παρουσία
ειν’ Ζωή που με καλεί πάνω της ν’ ασελγήσω.



ΣΥΝ ΘΕΩ
Άνθρωποι ρίξτε μια ματιά
τριγύρω σας και δείτε
όσα ο θεός απλόχερα
σας δίνει, και σκεφτείτε.

Λιμοί, σεισμοί, καταστροφές,
πείνα, κατολισθήσεις,
 αρρώστιες, πόνοι αβάσταγοι...
Κι αν κάτι θα ζητήσεις

που δε χωρούσε να σταθεί
μέσα στο γύρω χώρο
ο θεός μες στην ανθρώπινη
ψυχή το ’δωσε δώρο.

Φόβος και άγχος μας κρατεί
κι απελπισιά μας δέρνει.
Της νύχτας τα φαντάσματα
τρων ό, τι η μέρα φέρνει.

Κακία ψέμα κι αδικιά,
 βία, συκοφαντία,
μίσος και περιφρόνηση
απάτη, προδοσία,

και ολ’ αυτά κι άλλα πολλά
η θεϊκή η κρίση
στον λογικό τον άνθρωπο
έχει σοφά χαρίσει.

Έτσι λοιπόν πρέπει και σεις
στους άλλους τους ανθρώπους
με του θεού να φέρεστε
τους ταιριαστούς τους τρόπους.

Δώστε μαχαίρι και φωτιά
σ’ όποιον θα δείτε μπρος σας
και μη φροντίζετε άλλονε
παρά τον εαυτό σας.

Πολέμους κάντε φονικούς
 και κάθε εχθρό αφανίστε
κι ύστερα το μαχαίρι σας
στο φίλο σας γυρίστε.

Κλέψτε του αδύνατου το βίος
και πάρτε του απ’ το στόμα
ό, τι με δάκρυα έβγαλε
και κόπους απ’ το χώμα.

Λεφτά αποκτήσετε πολλά
κι όσα μπορείτε πλούτη
κι ας έχετε για είκοσι
ζωές όπως ετούτη.

Άνθρωποι πράττοντας αυτά
κι η ορμή αν δε σας λείψει
ο θεός που σας τα δίδαξε
γενναία θα σας αμείψει.

Όπως οι λύκοι ορμούν στ’ αρνιά
και σεις γινείτε λύκοι
αν θέτε να ’στε άτρωτοι
από τη Θεία Δίκη.





ΑΛΛΟΓΛΩΣΣΙΑ

Άθροισμα σαρκών και οστέων είμαι
δίχως τίποτε πάνω τους να τραβάει το μάτι.
Προεξοχές ανώμαλες που απωθούνε
εντυπώματα ανάρμοστα που ασχημαίνουν.

Ξένος προς ότι θυμίζει καλαισθησία
γέννημα και λεία ζοφερής ώρας
μέλη δυσανάλογα προς ό,τι αρέσει
κορμί δυσανάλογο προς ό,τι ελπίζει.

Κόσμημα τέλειο ενός άλλου κόσμου
φλάμπουρο ανίκητο άλλης ιδέας  
ελπίδες και πάθη όπου δεν πρέπει
ερείσματα όπου θέση δεν έχουν.

Μόνη μου ελπίδα εδώ που στέκω,
ξένες-βάρβαρες λέξεις εγώ ν’ αρθρώσω,
κάτοχος να γίνω της εντόπιας αξίας
και, σαν άλλος εγώ, να σ' αγοράσω.


ΠΑΡΑΣΠΟΝΔΙΑ

Χτες τέτοια ώρα ήσουν εδώ.
Τα μάτια σου κοιτάζαν
τα μάτια μου και τα ’καιγαν,
τα λιώναν και τα σφάζαν.

Καταλαβαίνεις βέβαια
πως χτες δεν εγινόταν
να σου μιλήσω. Ασφαλώς
αυτό θα το ’κανα όταν

σ’ έβρισκα μόνη, ή, το πολύ,
με μια σου φιλενάδα.
Αλλ’ από χτες που έφυγες
πάλι δε σε ξανάδα.

Κι ίσως να μη σε ξαναδώ.
Άλλα μου έλεγε όμως
καθώς τ’ αυτί σου έψαυε
 ο αλάθητός σου ώμος.

Άλλο μου βροντοφώναζαν
καθώς ηχούσαν τέλεια
τη χλαλοή σκεπάζοντας
τα πρόστυχα σου γέλια.    

Άλλα μηνύματα εχτές
μου ’στελνε το κορμί σου
τ’ ώριμο αυτό κι αδάγκωτο
μήλο του παραδείσου.

Με άλλες μού ’λεγαν φωνές
τ’ αναίσχυντα σου πόδια
πως είναι η στράτα που φρουρούν
ελεύτερη από ’μπόδια

επιζητώντας εύσαρκα,
με λιγωμένη αυθάδεια
όσα μες στ’ άδεια χέρια μου
φτεροκοπούσαν χάδια.

Κι όλη ακκιζόσουν, σειόσουνα,
τανυόσουνα, ελυγούσες,
λες και σ’ αόρατης χαράς
τα δίχτυα σπαρταρούσες.

… Σήμερα επερίμενα
να ξαναδώ στη θέση
που τώρα στέκεται κενή
το σώμα που μ’ αρέσει.

Μα δεν το βλέπω και βαριά
με κυβερνάει μια ζάλη:
όπως εχτές μου το ’ταζες
κρίμα-δεν ήρθες πάλι.

Δεν ήρθες-λίγο η χαρά
θα λυπηθεί η καμένη
δεν ήρθες-λίγο η λύπη μου
θα ’ναι πιο λυπημένη.




Ο ΑΡΚΟΥΔΟΣ
(Του Γουσταύου Φλωμπέρ)

 Πενήντα δύο σφαίρες δέχτηκε
και δεν τον πλήγωσε καμία.
Μα σ’ άλλου είδους φασαρία
ο γερο-αρκούδος τώρα μπλέχτηκε.

Μια μαχαιριά κάτω τον ξάπλωσε.
Κι αν τώρα ξέρω για τις σφαίρες
ειν’ επειδή στις δυο του χέρες
πάνω πεθαίνοντας τις άπλωσε…



            ΛΑΕΡΤΗΣ
The rabble… “Laertes King!...”
 (SHAKESPEARE,  HAMLET, ACT 4, SCENE 5, PAGE 5)

Μπορεί ένας δίκιος βασιλιάς τη ζωή του ν'
αναλώσει
στην ευτυχία των πιστών, ως τους θωρεί, υπηκόων
μα τέλος,  όπως πάντοτε, τα φίδια θενά νιώσει
να σφίγγουνε το σώμα του, σαν άλλος Λαοκόων.

Ακόμα κι αν στη χώρα του όλοι θα ευτυχούνε
πάντα απ’ αυτόνε το λαό θα βγει ένας εθνεγέρτης
κι οι άδικοι αλαλαγμοί στ’ αυτιά του θ’ αντηχούνε:
"Λαέρτης! Λαέρτης βασιλιάς! Για βασιλιάς Λαέρτης!..."





SUPERVISER ISABEL

Σε βλέπω αντίκρυ και κινώ να σ’ ανταμώσω
μα ένας τοίχος αόρατος το δρόμο μου μου
φράζει.
Κι είναι ψηλός και δυνατός φτιαγμένος τόσο
που κάθε μου προσπάθεια πάνω του πάντα
σπάζει.

Και πιάνω εδώ πέτρες πολλές-μικρές συνήθειες
και πιάνω άσπρη άσβεστο-αυτές που ’χες
γνωρίσει-
και πιάνω πρόκες παρεκεί-αγωνίες βύθιες
τσιμέντο απροσπέλαστο-κάτι άγνωστα μου μίση.

Κι ένα κομμάτι πιο σκληρό κι από τ’ ατσάλι-
οι προσδοκίες οι τρανές κι οι φαντασίες κι οι
πόθοι-
που όσες φορές κι αν ζήσουμε, πάλι και πάλι
καθείς με τρόπο απόλυτο ιδιαίτερα θα νιώθει.



ΧΙΛΙΑ ΠΟΥΛΙΑ

Ήταν Δεκέμβρης. Φύσαγε αέρας τσουχτερός.
Όπου το μάτι έφτανε πάγος και ξέρα.
Ως και ο ήλιος θάμπωνε ο άλλοτε λαμπρός
στην παγωνιά που γέννησεν η κρύα μέρα.

Ένα πουλάκι αδύναμο-ενα πουλί μικρό
παραδομένο, άρρωστο, ζούσε δε ζούσε-
ένα πουλάκι εκείτονταν στο χώμα το νεκρό
και για βοήθεια ολόκληρο παρακαλούσε.

Λαχταρισμένα το ’κλεισα στα χέρια τα ζεστά
σπίτι το πήγα, το ’βαλα στο τζακι πλάϊ
και να! σε λίγο άνοιξαν τα μάτια τα κλειστά
και το πουλάκι έζησε- λαλεί-πετάει.

Ήρθε η νύχτα. Στου τζακιού την άγια θαλπωρή
εκάθησα και διάλεξα ένα βιβλίο.
Μα κάποια δύναμη έκανε κι αλλάξαν οι καιροί
και όλως έξαφνα άρχισα να νιώθω κρύο.

Είδα τη πόρτα. Πράγματι, φάνταζε ολανοιχτή.
Στο άνοιγμά της στέκονταν αλαφιασμένη
μία μορφή που θα ’λεγα και ωραία και φρικτή-
μία μορφή αποτρόπαια μα και θλιμμένη.

Ήταν φτιαγμένη ολόκληρη από χιόνι και βροχή.
Μαλλιά και νύχια κρύσταλλα που αργοστάζαν
και σαν εντός της να ’κλεινε του αγέρα την ψυχή
αόρατα φυσήματα τηνε τραντάζαν.

Τώρα το δώμα μου έμοιαζε τοπίο πολικό.
Τριγύρω μου όλα γέμισαν πάγο και χιόνι
και στη φωνή της δίνοντας τόνον ειρωνικό
αυτά τα λόγια η ύπαρξη η κρύα απλώνει:

«Μήπως νομίζεις άνθρωπε πως έγινες θεός
κι ότι μπορείς το ριζικό συ να ορίζεις
των όντων, ή να μπλέκεσαι στα πόδια καθενός
και δώρα και χαρίσματα συ να χαρίζεις;

Ξέρεις πως προστατεύοντας ετούτο το πουλί
και μη αφήνοντάς το μου να το παγώσω
απ’ το θυμό μου ακόμα πιο εκρύωσα πολύ
και πιο πολλά τώρα πουλιά θα σκοτώσω;

Μάθε, με τέτοιες πράξεις σου αντίθετα απ’ αυτά
που επιδιώκεις και ποθείς θα πετυχαίνεις
η πράξη σου ένας βούρδουλας στης μοίρας τα γραφτά
και μιας οργής φανέρωμα ως πριν κρυμμένης.

Άσε λοιπόν τα έργα της η φύση τα σοφά
να πράττει. Μην μπερδεύεσαι. Μωρός μην είσαι.
κι ένα πουλί αν δεν μπορείς να βλέπεις που ψοφά
και τόσο είσαι ευαίσθητος, τα μάτια κλείσε.

Υποκριτή, που κάθε σου πολέμου τουφεκιά
χίλια πουλιά πετά στη γη σακατεμένα
το χρόνο μια ή δυο φορές τ’ άδεια μου τα σακιά
τάφους να κάνω εγώ πουλιών άσε και μένα».



Ομίχλη

Ο γερο-πόρνος ουρανός την κόρη του ομίχλη
όταν πως άντρα ορέγεται θα δει, πάνω τη ρίχνει
σ’ ένα της γης ψηλό βουνό. Αυτή την κορυφή του
κυκλώνει και τον έρωτα χαίρεται εκει μαζί του.

Κι ενώ γλυκά στην κορυφή τα πόδια της ανοίγει
τα βουνοπλάγια μια δροσιά ολόφλογη τυλίγει
χιλιάδες χέρια στου βουνού κολλάνε τα φαράγγια
 και παίρνει αμέτρητα φιλιά η κάθε του μισγάγγεια.

Και το βουνό την άξαφνη την ηδονή τρυγάει
και του κορτσίστικου κορμιού κάθε σταλιά ρουφάει.
Τα σπλάχνα του ανταριάζονται, βαριοβροντά η
καρδιά του
κι οι ρίζες του τραντάζονται λες θα το ρίξουν
κάτου.

Φωνές γλυκές του δάσους του τα ζώα ξεφωνίζουν
χωρίς να ξέρουνε κι αυτά γιατί έτσι ευτυχίζουν
το νάμα ογκώνει των πηγών, και τα δεντρά, και κείνα
γλυκούς ξεχύνουνε χυμούς-δάκρια, οπούς, ρετσίνα.

Κι όλα έχουν γίνει του βουνού και της ομίχλης
δώρα
και της ομίχλης οι χαρές και του βουνού είναι
τώρα.
βουνό κι ομίχλη ένας καημός, μια φλόγα, ένα σώμα,
γη κι ουρανός βυζί βυζί φιλί και στόμα στόμα.

Κι όταν βυζάξει ό,τι μπορεί με τ’ άσπρα της
πλοκάμια
κι όταν στερέψουν τ’ αφριστά του πόθου της ποτάμια
η θυγατέρα τ’ ουρανού με βήμα ζαλισμένο
το σώμα αφήνει του βουνού το πια συνηθισμένο.

Την κορυφή του την τραχιά τώρα ξεκαβαλάει
κι ολόσωμη και λιόχαρη το δρόμο της τραβάει.
Την περιμένουν κάμποι οκνοί και σύννεφα τρεχάτα
κι αυτή πηγαίνει να τα βρει γελώντας ορεξάτα.

Και το βουνό, η γιγάντια σαν κιώσει ερωτοπάλη
ό,τι αυτή χαλάρωσε τ’ ατσαλοδένει πάλι
και στήνεται πάλι άτρεμο, ακλόνητο, πανώριο
και πάλι κλειέται σοβαρό μες στο αυστηρό του όριο.







ΑΠΛΗ ΜΕΘΟΔΟΣ

Μες στους αγρίους και βαρβάρους όπου ζω
μες στους κακούς που όλη μέρα τριγυρίζω
βρήκα έναν άνθρωπο σεμνό κι ευγενικό
που είναι τιμή μου και χαρά να τον γνωρίζω.

Όταν ερώτησα ποιο ειν’ το μυστικό
κι είχε απ’ όλους τους εκείνος ξεχωρίσει
μου ’παν ευθύς, πως, στο κεφάλι του, μικρόν,
κάποιος τον είχε μ’ ένα σίδερο χτυπήσει.

Λοιπόν στην πάντα οι θρησκείες οι χαζές
και της παιδείας τα συστήματα τα φρούδα.
Με μία μέθοδο εφεξής απ’ τις πεζές
σπόρο ας σπείρουμε καλού στης γης τη φλούδα.

Καθείς επάνω του ας έχει ένα σφυρί
και μ' ένα αίσθημα αγαλλιάσεως αφάτου
στην κεφαλή με το σφυρί του ας βαρεί
όποιο παιδάκι τρυφερό βλέπει μπροστά του.




ΑΥΤΕΣ ΟΙ ΚΑΜΠΑΝΕΣ
Αυτές οι καμπάνες του βραδιού
μες στην ψυχή μου λες χτυπούν.
Αυτές οι γλυκές καμπάνες του βραδιού
στων ήχων τους τα ύψη με καλούνε.
Αυτές οι καμπάνες της γλυκιάς βραδιάς
με λιώνουν, με σκοτώνουνε, με σβηούνε.

Δευτέρα 23 Ιουνίου 2025

 
ΛΕΞΙΛΑΓΝΕΙΑ

Είδα κι εγώ μια όμορφη γυναίκα.
Και τ’ όνομά της είναι Ρωάλ,.

Και δεν την κρύβω.
Αν βρει το κάλλος της αυτό και κάποιος άλλος
κι ας πάρει όσο θέλει απ' αυτό-
η Ρωάλμου είναι αχάλαστη και ατελείωτη.

Είδα κι εγώ μια όμορφη γυναίκα.
Εγώ ο πολυμίσητος!
Ο πολυαγάπητος εγώ!
Ο απροσμέτρητος εγώ.
Ο απειροελάχιστος εγώ.
Εγώ ο τεράστιος-ο συμπαντικός
Εγώ ο ημίκοπος εξ αδαμάντων.
Εγώ ο πρωιβλαστής και ο πρωτοκτόνος.
Εγώ ο πολυτάρακτος και ο πολύπυλος.
Εγώ ο πυρίφατος και ο πυριστεφής.
Ο ευπλανής εγώ.

Και αι γυναίκες ήνοιξαν το στόμα των ωσεί αιδοίον του φαγείν.
Και αι μικραί παρθένοι ερυθρίασαν.
Και περίβλεπτος εγώ εν τάφω εκηδεύθην.
Εγω ο ημιπέπανος και ο ημίπνους.
Εγω ο ημιμεθής και ο ημίπτωτος.
Εγώ ο εξαϊστών το σκότος.
Εγώ ο εγχείβρομος.
Εγω ο πολύμουσος και ο πολυηδύς.
Εγώ ο περιάμφοδος και ο περιαυγάζων.
Ο ευπλανής εγώ.

Και έπιπτεν βαρύς ο πέλεκυς και διόπτευεν τα πάντα δια της ακμής του. Και εγώ κατέγραφον τας πτώσεις και τας ανόδους του.
Εγώ ο άπτιλος.
Εγώ ο απλοπαθής.
Εγώ ο ημίβροτος.
Ο πολύφορτος εγώ.
Εγώ ο πολύαθλος και ο χρυσολαμπής.
Εγώ ο ολοφυδνός, ο ολοφυής και ο ολόπυρος.
Ο διφυής και νυμφόπληκτος.
Ο νυκτοπόρος και ο νυκτομάντις.
Ο ευπλανής εγώ.

Και ήρχοντο προς με κυνών υλακαί και περιδινίσεις άλω.
Και τα περιέβαλον μετά στοργής ο ουρανοφάντωρ εγώ.
Εγώ ο έγχαλκος.
Εγώ η διηλών.
Εγώ ο ημισπάρακτος και ο ημισφαγής.
Εγώ ο ημίχλωρος και ο ημιψυγείς.
Εγώ ο πυρσοτόκος, ο πυρίστακτος, ο φιλόμβριος και ο πολυδαίδαλος.
Εγώ ο ευστήρικτος.
Εγώ ο απλετομεγέθης και ο άπλαστος.
Ο ευπλανής εγώ.

Και φλόγαι περιέβαλον το ιερόν και κατέφαγον αυτό.
Και οίμοι! εβόουν ο πολύφατος εγώ.
Και ουαί! φευδώς εβόουν ο πολυχανδής εγώ.
Και εδάκρυζον ο πολύφιλτρος εγώ.
Εγώ ο πολύστριβος.
Εγώ ο πολυσκόπελος και ο πολύποινος.
Εγώ ο ημικραίπαλος και ο ημίλεπτος.
Εγώ ο περίπικρος, ο περίσεμνος και ο περιδρομεύς.
Εγώ ο ουρανοφόρος και ο νεότρωτος.
Ο προδέκτωρ και ο προδιαμαρτάνων εγώ.
Εγώ ο περιαλγής.
Ο ευπλανής εγώ.

Είδα κι εγώ μια όμορφη γυναίκα.
Εγώ ο ημιρραγής,
Εγώ ο ημίρυπος,
ο ημιδάϊκτος εγώ και ο ημιδαής.
Εγώ ο περιμάχητος.
Εγώ ο περιμανής, ο πρόσπαιος και ο ημίθαλπτος.
Εγώ ο ημίθηρ.
Εγώ ο σκύμνειος, εγώ ο στυπτηριώδης, εγώ ο ταναιμήκης.
Ο υπερθέων, ο υπερόριος, ο χορδοποιός.
Ο ευπλανής εγώ.

Είδα κι εγώ μια όμορφη γυναίκα.
Ο ουρανομίμητος εγώ.
Εγώ ο χοροβατέων.
Εγώ ο χρυσοκλαύστης.
Εγώ ο τετραδιστής, ο συηνός και ο πτερυγοφόρος.
Εγώ ο περίπεπτος και ο ηδύφρων.
Ο εύπομπος, ο ειδωλόθυτος, ο αριζήλωτος και ο απεχθητικός.
Ο περιανθής και ο περίγλισχρος.
Εγώ που δε ζυγιάζομαι με λίγη αγάπη.
Εγώ που δε ζυγιάζομαι με λίγο μίσος.
Ο ευπλανής εγώ.

Είδα κι εγώ μια όμορφη γυναίκα.


ΤΟ ΠΡΑΟ

Χαμένες στου νου τα βαθιά τα υπόγεια
χαμένες μακριά απα' στην άπλα της γης
κι αυτές κι όσα δε μου ψιθύρισαν λόγια
κι αυτές κι οι κενές τους ματιές οι αναιδείς.

Πώς μάκρυναν έτσι οι σκιές των Πραγμάτων.
οι άνθρωποι, οι τόποι, το Τώρα, το Εδώ...
πώς έχει θαμπώσει η υφή κι η έννοια των
κι εγίνη η θωριά τους θολή, αναιμική…

Να είναι που τάχα όσο πάω γερνάω
και λιώνει το σώμα και μένει η ψυχή
και τώρα αρχινάν τα δικά της τα μάτια
να βλέπουν; Τα μάτια!..Φαιδρά που αντηχεί!...
Γιατί στου τρανού Μηδενός τ' άγια πλάτια
το Τίποτα βρίσκεται μόνο το πράο.



ΔΙΑΛΟΓΗ

Για να διαλέξει άντρα η γυναίκα
κεφάλι και ματιά σκυφτά κρατεί
με τους σφυγμούς της βλέποντας μονάχα των χεριών,
με των χειλιών της τους λεπτούς μυικούς σπασμούς
και με τα μάτια όλα του φύλου της
που ορθάνοιχτά ’ναι,
ενώ εσύ τίποτα ούτε βλέπεις
ούτε κι αιστάνεσαι
απ’ όλ’ αυτά,
μόνο προσεχτικά κοιτάς,
ένα μικρούλι νεύμα της να δεις
ώστε να πέσεις
φύλλο ξερό
μέσα στης καρποφόρας
και παντογεννήτρας αγκάλης της το χώμα.


ΣΥΝΕΥΡΕΣΕΙΣ

Η Δείλια των Συμπάντων
και ο Ανεύθυνος των Ουρανών
βρεθήκανε πάνω στη γης μια μέρα.
Εκείνη τρέμοντας σε κάθε αγεροφύσημα
κι Εκείνος έχοντας ξεχάσει και γιατί ήρθε.

“Έτσι ως τρέμουνε μ’ αρέσουνε τα στήθια σου” της είπε.
«Φοβάμαι», είπε αυτή,
“ως και τις μύγες που πετάνε.
Πάρε με στην αγκάλη σου και ’σύχασέ με.”

“Έτσι όπως σ’ έχω εδώ κλεισμένη
κι έτσι που τίποτα να κάνουμε δεν έχουμε άλλο
τι θα ’λεγες ν’ αφήσουμε παιδί ένα ’δώ;”
“Αν έτσι θέλεις ναι. Μα φύλαγέ με
από τις σκιές κι από της χλόης το πράσινο”

Και τήνε σφιχταγκάλιασε αυτός
πόθο γεμάτος, τέτοιον,
που οι φοβισμένες μόνο οι γυναίκες
στον άντρα τον εγωιστή γεννούνε.

Και μήνες ύστερα εννιά
γεννήθηκε το έθνος των ελλήνων.



                      Η ΓΛΩΣΣΑ
(μετά την εισήγηση της Διαμαντοπούλου να γίνει και η Αγγλική επίσημη γλώσσα στην Ελλάδα)

Γλώσσα του Όμηρου και της Σαπφώς..
Γλώσσα του νερού και του ελάτου..
Γλώσσα του γκιώνη… του κορυδαλλού…
Ελληνική, κρίνε λευκέ, γλώσσα σωστή του ανθρώπου,
έτσι σου μέλλεται λοιπόν να σβήσεις απ’ τον κόσμο;

Το μέγα της το στόμα η Ευρώπη
θ’ ανοίξει το βαρβαρικό-
τευτονικό και φραγκικό και ουνικό και σλάβο
και σαν οπώρα να ’σουνα
ως τη στερνή σου λέξη θα σε καταπιεί;

Έτσι
σιγά σιγά απ’ τα στόματα
και λίγο λίγο απ’ τα βιβλία θα σε βγάλει
αυτών που σε μιλούσαν μέχρι τώρα
κι ένα πρωί θα ψάξουν ως και στην ψυχή τους
κι ούτε και μέσα κει δε θα σε βρούνε.

Ελληνική, αγαπημένη γλώσσα
ο τελευταίος αυτός τότε θα είναι
και ο τελειωτικός ο θάνατος σου.
Σκάβοντας τότε πια κανείς στο χώμα
σάρκες θα βρίσκει στην αρχή από σένα
μισολιωμένες και σαθρές
ύστερα κόκαλα λευκά
και ξάστερα
και λεία
και θ’ απορεί κρατώντας τα στο χέρι
τι να ’ναι αυτά…
και κάτι θα γρυλλίζει
πριν πάλι σαν ανάξια τα πετάξει.

Μα να θρηνώ γιατί;
Γιατί να κλαίω;
Μην ένα τέλος όλα δεν τα βρίσκει;
Μη και το φως στης Ντόρας μου τα μάτια
κι εκείνο κάποια μέρα δε θα σβήσει
και μήπως κόκκαλα δε θ’ απομείνουν
απ’ το λαχταριστό τώρα κορμί της;

Γιατί λοιπόν να κλαψουρίζω; η ωραιότη
στο χρόνο μπρος ασήμαντη-μηδέν στην αιωνιότη.
Λοιπόν ας πάψω να θρηνώ
λες και μπορούσε κάποιος να μ’ ακούσει.

Εμπρός Ευρώπη!
Πριν και συ να λιώσεις
κάτω απ’ το πέλμα της Ασίας
να! Εδώ η γλώσσα!
Γυμνή όπως το φως και η αλήθεια
κι όπως παρθένα πρώτη νύχτα γάμου
στέκεται εμπρός σου άοπλη και πράα.
Λιώσ’ τηνε με το κάρο της προόδου-
του τέκνου η φροντίδα πάντα η πρώτη
ο θάνατος δεν είναι του πατέρα;
Γράψε την ιστορία σου Ευρώπη.



Θ'  ΑΝΑΣΤΗΣΩ

Στρατιώτες λογχοφόρους θέλω εγώ
δε θέλω Σίμωνες στην άγρια μάχη
κι ούτε με ψεύτικες ελπίδες ζω
ξέρω-ανάσταση για μένα δεν υπάρχει.

Όχι πως Σίμωνες δεν έψαξα να βρω
ή δεν επάσκισα τις λόγχες ν' αποφύγω
μονάχος όμως σέρνω ακόμα το σταυρό
κι οι λογχισμοί πληθαίνουν λίγο λίγο.

Ποιος ξέρει… ίσως μέσα μου να κλείνω
τη δύναμη που θα  'ρθει να με σώσει
που θα με κάνει τις πληγές να υπομείνω
και ίσως ίσως το σταυρό μου να σηκώσει.

Όχι!   Δε θέλω Σίμωνες εγώ!
Μονάχος το σταυρό μου θε'  να στήσω
μονάχος μου διπλά θα σταυρωθώ
κι ένα Χριστό δικό μου θ'  αναστήσω.





ΖΕΦΥΡΟΣ

Μες στα υγρά, πράσινα υπόγεια, τα πέτρες γεμάτα
που μούσκλια ντύνουν σκοτεινά,
από εκεί κάθε χρόνο,
σαν υμέναιου αύρα
έρχεσαι.

Πρώτη η Χλωρίδα σε ακούει
και σένα, τον τρυφερό της αγαπημένο,
ν' απαντήσει τρέχει.
Την αγκαλιάζεις απαλά από παντού
σαν πνοή
με χιλιάδες χέρια πείρας, και μαζί
με εφηβικές ντροπαλοσύνες, αφού,
κάθε χρόνο, στης Εσπερίας τους κάμπους,
από του ήλιου τις αχτίδες σεμνός γεννιέσαι.

Και σε λίγο,
σ' ένα μήνα, σ' ένα φως, σ' ένα πρωτολούβιασμα,
τα παιδιά σας, κοπαδιαστά,
μικρά μικρά,
ή μοναχικά, και τότε μεγαλύτερα,
κλείνοντας μέσα τους τον πόθο σου,
σαν μικροί γελαστοί ήλιοι προβάλουν..
Και καθένα τους,
βαφτίζοντας το στην είδη και στην αξία του,
"καρπό", περήφανος πατέρας, τ' ονομάζεις.



ΖΑΣΟΥΛΙΤΣ ΒΕΡΑ

Την τελευταία στιγμή εσκόνταψες
όπως δρομέας που σίγουρη τη νίκη
στην ιδέα των θεατών έχει,
όμως οι περιστάσεις,
μια κακή εκτίμηση,
οι κραυγές επιδοκιμασίας για τα σφάλματα
σου
από βαλτούς ιαχιστές (ποιος θα πει
πως κύριος είναι της ζωής
και της τύχης του),
κι οι μενσεβίκοι κέρδισαν μιαν οπαδό,
έναν εχθρό η ανθρωπιά τ' Ανθρώπου,
και συ τη φήμη του ανθρώπου που
αντάλλαξε
τη λεωφόρο μ' ένα αδιέξοδο δρομάκι.



ΑΝΟΡΓΑΣΜΙΑ

Μου εκμυστηρεύτηκε
ότι ποτέ δεν είχε πόθο αιστανθεί.
Ποτέ δεν είδε ερωτικά έναν άντρα.

Νέα κοπέλα σφρίγος κι ομορφιά γεμάτη.
Εικοσιπέντε ετών.
Σκέφτηκα μη και της αρέσουν οι γυναίκες.
Τη ρώτησα. Α πα πα πα, μου έκανε.

Κι αυτή η κοπέλα ήθελε να κάνει ένα παιδί.
Τρελαίνονταν να κάνει ένα παιδί.

Και βρήκε κάποιον κι έκανε παιδί.
Και βρήκε τη χαρά της. Όλη τη μέρα
Με το παιδί ασχολείται, γι αυτό μιλάει.
Και στ’ όνειρό της ακόμα,
Με το παιδί βλέπει πως είναι.

Γιατί το έκανε;
Για να διαιωνίσει τι;


ΓΙΑΤΙ ΑΓΑΠΩ ΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ;

Γιατί αγαπώ την ποίηση; Γιατί με ειρωνεία
Αυτή ποτέ της δεν γελά σ' ό,τι από μένα ακούσει.
Ποτέ της δε μ' απόδιωξε σ' οποιαν κι αν είχα χρεία
και πάντα ανοι' την πόρτα της το χέρι μου α’ την κρούσει.

Γιατί αγαπώ την ποίηση; Γιατί το πρόσωπο της
ποτέ της δεν απόστρεψε μ' αηδία ή με φρίκη
όταν επάνω στο κορμί τ' ωραίο και λεπτό της
τις ήττες μου εξέχυνα πασκίζοντας μια νίκη.



ΘΑΝΑΤΟΣ

Μπροστά μας ο θάνατος απλώνεται κάθε ημέρα.
Τα χιλιοτραγουδημένα του μονοπάτια,
άνθρωποι που δεν τα γνωρίζουν τα τραγούδησαν.
 
Αν το θάνατο θέλεις να πεις,
δεν μπορείς να τον περιγράψεις κοιτάζοντάς τον απέξω.
Μέσα του
όπως η γλύκα στη ζάχαρη πρέπει να είσαι.

Τότε
θα δεις με το ίδιο του το φοβερό μάτι, και ό,τι δεις
ο ίδιος ο θάνατος θα είναι.
Ό,τι κι αν δεις.
Όλα τότε θάνατος είναι: τα δέντρα, οι υποσχέσεις,
τα φιλοδωρήματα, τα θεατρικά έργα,
οι εκδρομές σε σκιασμένα άλση με κρήνες μαρμάρινες.

Ό,τι βλέπεις, ό,τι ακούς, ό,τι αισθάνεσαι, θάνατος είναι.
Και έντιμος αν είσαι το ομολογείς,
αλλιώς ζωή εξακολουθείς τον θάνατο να ονομάζεις.  








ΟΙ ΜΕΓΑΛΟΜΑΝΑΒΗΔΕΣ

Τα τζάκια τα μεγάλα χάσανε τα μεγαλεία τους-
τους τόσους υποτακτικούς και τους λακέδες τους.
Τώρα αλωνίζουνε οι μεγαλομανάβηδες
 οι τραπεζίτες κι οι αισχροκερδείς.
 
Και τα πορνεία πια κρυφά δεν είναι-
ξαπλώθηκαν παντού
και φανταχτερά είναι στολισμένα.

Αυτό έκαναν κάμποσες ευτελείς επαναστάσεις τελευταία
ζητώντας "εξέλιξη" κι "ελευθερία",

Και όπου τώρα ταξιδέψεις,
αστοί παχείς,
ικανοποιημένοι,
χωρίς σκοπό.

Η τυραννία δεν ήτανε πάλι καλύτερη-
τότε που είχαμε ακόμα ελπίδες;



Ο ΑΛΛΟΣ ΚΟΣΜΟΣ

Ένας Κόσμος πέρα απ' αυτόν που ξέρουμε υπάρχει.
Πίσω απ' ό,τι βλέπουμε κι ακούμε στέκεται  
ήρεμος και ακίνητος, αληθινός και υψηλός.

Οι αισθήσεις μας, να τον υποθέτουνε μόνο μπορούν,
κι ούτε ο λόγος να τον πει ικανός δεν είναι.

Κι είναι το βήμα αυτός ο κόσμος το επόμενο,
το ύστερα απ' τον κόσμο τον δικό μας-το βήμα
που απαραίτητα να γίνει πρέπει αν κάποιος  
να φτάσει θέλει στο άγνωστο,
στο χάος το φοβερό και μυστικό-
στη φλεγομένη άβυσσο που μέσα της
οι σκοτεινές της ύπαρξης οι ρίζες
και της ζωής τα μυστηριώδη τα θεμέλια θάλλουν.

 
ΖΑΣΟΥΛΙΤΣ ΒΕΡΑ

Την τελευταία στιγμή εσκόνταψες
όπως δρομέας που σίγουρη τη νίκη
στην ιδέα των θεατών έχει,
όμως οι περιστάσεις,
μια κακή εκτίμηση,
οι κραυγές επιδοκιμασίας για τα σφάλματα
σου
από βαλτούς ιαχιστές (ποιος θα πει
πως κύριος είναι της ζωής
και της τύχης του),
κι οι μενσεβίκοι κέρδισαν μιαν οπαδό,
έναν εχθρό η ανθρωπιά τ' Ανθρώπου,
και συ τη φήμη του ανθρώπου που
αντάλλαξε
τη λεωφόρο μ' ένα αδιέξοδο δρομάκι.





ΓΙΑΤΙ ΑΓΑΠΩ ΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ;

Γιατί αγαπώ την ποίηση; Γιατί με ειρωνεία
Αυτή ποτέ της δεν γελά σ' ό,τι από μένα ακούσει.
Ποτέ της δε μ' απόδιωξε σ' οποιαν κι αν είχα χρεία
και πάντα ανοι' την πόρτα της το χέρι μου α’ την κρούσει.

Γιατί αγαπώ την ποίηση; Γιατί το πρόσωπο της
ποτέ της δεν απόστρεψε μ' αηδία ή με φρίκη
όταν επάνω στο κορμί τ' ωραίο και λεπτό της
τις ήττες μου εξέχυνα πασκίζοντας μια νίκη.



ΠΩΣ ΜΠΟΡΕΙ;..
(του Henry Constable)

Henry Constable  κάποιο λάθος έχεις κάνει.
Τη Diaphenia κι αν καμία δεν τη φτάνει
Σ’ ομορφιά, κι αν απ’ τον Πάρι το στεφάνι
Αν εζούσε θα ’χε αυτή τότε κερδίσει…
Δεν μπορεί μια παρθένα ν' αγαπήσει.

Αν εσύ την αγαπάς όσο τ' αρνιά σου
Κι αν ιππεύοντας στη ράχη του Πήγασου
Της χαρίζεις το πιό ωραίο ποίημα σου
Μη ζητάς ξερό ένα ξύλο να καρπίσει…
Δε μπορεί μία παρθένα ν’ αγαπήσει.

Παρομοιάζεις με τα ρόδα τη μορφή της
Και γλυκύτατο υποθέτεις το κορμί της
Αλλ’ ακόμα κι αν επήγαινες μαζί της
Ούτε αυτό στο πρόβλημά σου θα ’ταν λύση…  
Δε μπορεί μία παρθένα ν’ αγαπήσει.

Το γλυκό κανείς μεθύσι αν δεν ξέρει
Πως μπορεί για το κρασί να υποφέρει;
Να ποθήσει ο τυφλός μπορεί τ’ αστέρι;
Henry Constable έχεις άδικα ελπίσει...
Δεν μπορεί μία παρθένα ν' αγαπήσει!



ΚΛΕΙΣΤΟΙ

Κλεισμένο είμαστε σεντούκι σε βυθό θάλασσας
που δεν αφήνει ούτε του νερού το γλείψιμο  
κάπου την επιφάνεια του να παραβιάσει.

Νεροδίνες μας δονούν και μας τραντάζουν.
Ρεύματα παλιρροϊκά μας χτυπούν, κύματα
μας παίρνουν και μας πάνε και μας παν,
χτυπώντας μας σε βράχια βαθυθάλασσα.

Και κλεισμένοι μένουμε για πάντα
κι άμαθοι για το τι 'ναι το νερό
που δίχως έλεος το κλειστό κασόνι μας  
τόσο το τυραννεί και το τρομάσσει.

Κλειστοί. Χωρίς ουτ’ ενός τάφου άνοιγμα.
Κλειστοί στην άγνοια και στην αιωνιότητα.


ΟΙ ΧΟΟΥΜΛΕΣ

Φορτωμένα τα πράγματα στο καροτσάκι τους
που με τα χέρια σπρώχνουν,
αμίλητοι, ήρεμοι, σκεφτικοί προχωρούν,
πίσω τους όλο τον κόσμο περίφροντιν αφήνοντας.

Σε μαύρες σακούλες μέσα, για προστασία
από μάτια αδιάκριτα
την περιουσία τους όλη κλείνουν.
Ρούχα με όλη τους τη γύμνια ντυμένα,
σαν να 'χει ο καιρός δέσει απάνω τους
φορούν.

Παρακαλεστικό το μάτι ποτέ δεν βλέπει,

Και μάταια η ζωή  
σκυλιασμένη τους ακολουθεί,
ευκαιρία  γυρεύοντας
θύματα κι αυτούς υποτακτικά της να τους κάνει.      

  Ο ΣΚΟΥΠΙΔΟΤΕΝΕΚΕΣ

Ο σκουπιδοτενεκές
από τον σοβαρό επιστήμονα
πιο σοβαρός είναι.

Ο σκουπιδοτενεκές
από τον εστιάτορα
που λογαριάζει λάδια και εισπράξεις,
πιο αξιοπρεπής είναι.

Ο σκουπιδοτενεκές
απ' τον παπά και τον πολιτικό
πιο σπουδαίος είναι.

Γιατί πιο γεμάτος είναι από το κεφάλι τους
και από την ψυχή τους,
και πιο καθαρός.

 ΣΤΑΎΡΟΣ ΚΑΙ ΒΙΒΗ

Καθώς εμείς επίναμε κι εβλέπαμε τη μέθη
 στου ποτηριού μας το βυθό άφταστη να μας γνέφει,  
ο Σταύρος-μία αίσθηση και μια ψυχή ακριβή
στου ποτηριού τον πάτο του έβλεπε τη Βιβή.

Βρισκόμασταν στην άξενη πολύανθη Μυτιλήνη. Υπηρετούσα κάπου εκεί την εποχή εκείνη
και σε μια φιέστα που είχανε σκαρώσει τα παιδιά  
με κάλεσαν. Εδέχτηκα μ’ όλη μου την καρδιά.

Όλα τους ήτανε παιδιά μ’ αθώο, καθάριο μάτι,  
λεβέντες, ανοιχτόκαρδοι και ανθρωπιά γεμάτοι.  
Λίγο μιλούσαν μα ήτανε οι κουβέντες τους ζεστές-
με λόγο ένα τα παιδιά ήταν κουμουνιστές.

Α! Βρε κι επίναμε και να! διπλιάζαν τα ποτήρια
και δε θυμότανε κανείς σκοπιές και σιωπητήρια.
Α!  Βρε κι επίναμε ναι να! η νύχτα η σκοτεινή
μέρα γινόνταν και χαρά και ώρα αυγινή.

Κι ενώ όλα ήτανε καλά και κύλαγε η ρετσίνα
χτύπησε το τηλέφωνο-ήταν απ’ την Αθήνα.
Κι είπε στο Σταύρο η Βιβή πως άλλο δεν μπορεί
μόνη εκεί να κάθεται και άλλονε θα βρει.

Εκείνος εκιτρίνισε. Και πάντα θα θυμάμαι
που όλη νύχτα ετρέχαμε το Σταύρο για να βρούμε
γιατί αυτός νομίζοντας πως όλα έχουν χαθεί
έξω εβγήκε λέγοντας πως πάει να σκοτωθεί.