ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΗΜΕΡΕΣ
ΓΙΑ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ
15 ΜΑΡΤΗ,
ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΗΜΕΡΑ ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΗ
Καταναλώνουμε. Και αγοράζουμε.
Παίρνουμε το μικρό και το μεγάλο,
μα ότι ακόμα θέλουμε φωνάζουμε
αυτό, ετούτο, το άλλο, το παράλλο…
Παίρνουμε πράγματα και όλο παίρνουμε
από τον έμπορο που τα πουλάει,
κι όταν στο σπίτι όλα αυτά τα φέρνουμε
από χαρά η καρδιά χοροπηδάει.
Μα σαν τα δούμε λίγο, όταν τα παίξουμε,
όταν τα φάμε ή μ’ αυτά χαρούμε,
τ’ αφήνουμε και θέλουμε να τρέξουμε
και νέα ν’ αγοράσουμε ζητούμε.
Και βέβαια πρέπει να καταναλώνουμΜ.
μα όχι αλόγιστα. Με μέτρο κάποιο.
Αλλιώς παιδιά μου το παραξηλώνουμε
κι η κατανάλωση είναι κάτι σάπιο.
21 ΜΑΡΤΗ
ΗΜΕΡΑ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ
Μέρα της Ποίησης είναι η κάθε μέρα
γιατί όλοι είμαστε λίγο ποιητές-
δεν νιώθετε την Ποίηση στον αέρα
και σήμερα να πλέει καθώς εχτές;
Κι αλλιώτικα να γίνει δεν μπορούσε
αφού και ο μεγάλος ο Κριτής
όταν τον κόσμο έφτιαχνε, «εποιούσε»:
είναι κι Εκείνος δηλαδή Ποιητής.
Λοιπόν αυτή τη μέρα τ’ αγοράκια
«σε αγαπάω!» ας πουν στα κοριτσάκια-
το ποίημα τ’ ομορφότερο θαρρώ
είναι απ’ όλα τους το «σ’ αγαπώ»!
21 ΜΑΡΤΗ
ΗΜΕΡΑ ΥΠΝΟΥ
Για σκέψου να υπάρχει ημέρα ύπνου!
Και όμως, του αξίζει τέτοια μέρα-
γιατί όλοι, απ’ τα στρωσίδια μας του λίκνου,
κανείς τον ύπνο δεν τον διώχνει πέρα.
Γι αυτό και σήμερα όλοι τιμούμε
το δώρο αυτό της φύσης της σοφής μας.
Κι ας το τιμήσουμε πριν... κοιμηθούμε
κάτω απ’ το βάρος όποιας κούρασής μας.
Γιατί αν ο ύπνος δεν μάς αναπάψει
θα είμαστε συνέχεια κουρασμένοι,
κι η νύστα που δεν θα ’λεγε να πάψει,
όλη μας τη χαρά θα ’χε παρμένη.
21 ΜΑΡΤΗ
ΗΜΕΡΑ ΚΑΤΑ ΤΩΝ ΦΥΛΕΤΙΚΩΝ ΔΙΑΚΡΙΣΕΩΝ
Κι αν είναι εβραίος κάποιος είτε γάλλος
τι με νοιάζει;
Κι αν είναι αλβανός ή πορτογάλος
τι πειράζει;
Και κείνος άνθρωπος τάχα δεν είναι
σαν και μένα;
Ή μήπως άλλο κάτι γίνεται
Κάποιος στα ξένα;
Και κείνος ίδια, κάτω αν θα πέσει,
δεν πονάει;
Και ίδια, κλαίει κι αυτός όταν πονέσει!-
δεν γελάει...
Γι αυτό έθνη και φυλές εγώ δεν ξέρω-
και σας λέω,
πως όταν κάποιος ξένος υποφέρει,
κι εγώ κλαίω.
21 ΜΑΡΤΗ
ΗΜΕΡΑ ΔΑΣΟΠΟΝΙΑΣ
Πρέπει να τα προσέχουμε τα δάση.
Αυτά μας δίνουν οξυγόνο, ξύλο,
και το νερό κρατούν μη μας χαλάσει.
Καθείς στα δάση έχει έναν φίλο.
Ας τα περποιούμαστε λοιπόν με ζήλο.
Ό,τι μας έπλασε κι αυτά έχει πλάσει.
Κι αν δε μας δίνουνε σύκο ή μήλο,
μα της ζωής μας δίνουν το γιορτάσι.
Μετά, σκεφτείτε λίγο και ρωτήστε:
δεν είναι τάχα υποχρέωσή σας
το κάθε γήινο να το αγαπήστε
αφού η μοίρα του είναι και δική σας;
Κι ακόμα λέω πως δάση αν δεν υπήρχαν,
το άχρωμο κι η θλίψη θα μας είχαν.
22 ΜΑΡΤΗ
ΗΜΕΡΑ ΤΟΥ ΝΕΡΟΥ
«Ρυάκια γλυκομούρμουρα
θάλασσα εσύ γαλάζια-
ρυάκια με τη χάρη σας,
θάλασσα με τα νάζια,
ποιος δεν σας αγαπάει αφού
στο αίμα μας κυλάτε;
Ποιος τάχα σας εχθρεύεται
χαρά αφού μας μεθάτε;
Κι ή σαν βροχούλα σιγανή,
κι ή σαν μεγάλη μπόρα,
να ξέρατε πώς θα ’θελα
να πέφτατε και τώρα...
Κυλήστε, τρέξτε, βρέξετε.
Τη γη βαθιά ποτίστε.
Κι εγώ θα κάνω ό,τι μπορώ,
ποτέ να μη μας λείψτε.»
23 ΜΑΡΤΗ
ΗΜΕΡΑ ΜΕΤΕΩΡΟΛΟΓΙΑΣ
Βαριέμαι ομπρέλα πάντοτε να κουβαλώ μαζί μου.
Μα θέλω πάντα και στεγνό να έχω το κορμί μου.
Γι αυτό μετεωρολόγοι μου κάνετε τη δουλειά σας
και τα παιδιά όλα εμείς θα είμαστε κοντά σας.
Δουλειά τους νόμους έχετε της φύσης σεις να βρείτε.
Παρατηρήσετε λοιπόν, μετρήστε, κι ό,τι δείτε
ζυμώστε το, δουλέψτε το, ταξινομήσετέ το,
και ό,τι βρείτε σ’ όλους μας ανακοινώνετέ το.
Και γίνετε βοηθοί εσείς σε γεωργό, βαρκάρη,
ως και σ’ αυτούς που ορέγονται ταξίδια στο φεγγάρι.
Κι αν κάτι θέ ’τε κι από μας... μα σας το δώσαμε ήδη:
σήμερα εχάσαμε για σας λίγη ώρα απ’ το παιχνίδι!..
27 ΜΑΡΤΗ
ΗΜΕΡΑ ΘΕΑΤΡΟΥ
Τόσο κρυφοί είναι όλοι τους
και τόσο θλιβεροί
που λες κι ανακαλύψανε
τη γλώσσα, επειδή
να κρύψουνε γυρεύουνε
μ’ αυτήν κάθε κακό τους
από γειτόνους, φίλους τους
...μα κι απ’ τον εαυτό τους.
Και σιχασιά όταν νιώσουνε
απ’ αυτό τους το κρυφτό
στο θέατρο πηγαίνουνε
για να ιδούν σ’ αυτό
τον εαυτό τους μ’ όλα του
τ’ άσχημα και κρυφά του
κι έτσι να καταφέρουνε
να ’ρθούνε πιο κοντά του.
Κι όταν μας παίρνουνε μαζί
κι εμάς εκεί οι μεγάλοι,
εμείς-και ας μην ξέρουμε
το έργο τι θα βγάλει-,
μα κερδισμένοι βγαίνουμε
από τα έργα όλα
γιατί σε κάθε διάλειμμα
πίνουμε κόκα-κόλα!..
2 ΑΠΡΙΛΗ
ΗΜΕΡΑ ΠΑΙΔΙΚΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ
Αυτό, ναι! Mάλιστα! Σωστά οι μεγάλοι το εβρήκανε
και βιβλιαράκια και για μας να γράψουνε σκεφτήκανε-
βιβλία για μάγισσες καλές, για κοντορεβυθούληδες,
για φασολιές, για βάτραχους, για πρίγκηπες μικρούληδες.
Βιβλία ακόμα που εξηγούν όσα οι μεγάλοι ξέρουνε
ώστε αυτά σιγά σιγά κι εμείς να τα μαθαίνουμε-
βιβλία που γράψαν συγγραφείς σπουδαίοι και μεγάλοι
μα κι άλλοι που, κι ας ειν’ μικροί, ευχάριστοι είναι πάλι.
Ευχαριστούμε όλους σας λοιπόν που εργαστήκατε
βιβλία να φτιάξετε για μας-για μας που κουραστήκατε.
Και τόσο τα βιβλία αυτά αγαπάμε τα δικά μας
που άλλα θα φτιάξουμε κι εμείς, παρόμοια, στα παιδιά μας.
7 ΑΠΡΙΛΗ
ΗΜΕΡΑ ΥΓΕΙΑΣ
«Γεια σου» λέμε χαιρετώντας.
Κι όταν πίνουμε, «εις υγείαν».
Λέτε σχέση ετούτα να ’χουν
με τη μέρα αυτή καμία;
Βέβαια κι έχουν. Η υγεία
ειν’ αυτή που τη ζωή μας
να την αγαπάμε κάνει
σαν την πιο τρανή γιορτή μας.
Ναι! Αλήθεια! Ένα παιδάκι
που το πόδι του έχει σπάσει,
τρέχει; χαίρεται μαζί σας;
και μπορεί να διασκεδάσει;
Και παιδί που άρρωστο είναι
και που ο πυρετός το ψήνει
δεν θα πρέπει ώσπου να γιάνει
στο κρεβάτι του να μείνει;
Προσοχή λοιπόν παιδάκια
στην υγεία την ακριβή σας.
Άβλαβη να την κρατάτε.
Η ευθύνη είναι δική σας:
ό,τι οι δάσκαλοι σας λένε
για το θέμα ν’ ακλουθείστε
έτσι που ίσως και ποτέ σας
να μην έρθει ν’ αρρωστήστε.
Όμως κι ούτε ο φόβος πρέπει
της αρρώστιας να σας πιάσει
γιατί, ό,τι κι αν σας έβρει...
πού θα πάει-θα περάσει!
22 ΑΠΡΙΛΗ
ΗΜΕΡΑ ΤΗΣ ΜΗΤΕΡΑΣ ΓΗΣ
Της μάνας Γης ημέρα.
Της Γης που όλους μάς κρατεί
καθώς στα χάη κρεμαστή
όλο πηγαίνει πέρα.
Να πούμε τι γι αυτήνε
παρά ότι πρέπει της φιλί
φιλί γλυκό γλυκό πολύ
κι αυτό λίγο θα είναι;
Κι ανάγκη λέτε να ’ναι
όπως τα μάτια μας τα δυο
να πούμε πως-κι ακόμα πιο-
πρέπει να την φυλάμε;
Όχι-καθείς γνωρίζει
πως αν κακό σ’ αυτήν συμβεί,
ή κάποια γίνει αλλαγή
καθώς στριφογυρίζει,
τότε και κείνη πάει,
αλλά μαζί μ’ αυτήνε πια
και μάς-κακότροπα παιδιά-
ο Άδης θα μας φάει.
23 ΑΠΡΙΛΗ
ΗΜΕΡΑ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ
Βιβλία μικρά, βιβλία μεγάλα,
βιβλία έξυπνα, βιβλία κουτά,
βιβλία χαρούμενα ή λυπηρά,
βιβλία για μεγάλους και παιδιά.
Διαλέξτε φίλοι μου: πλήθος βιβλίων.
Πάρτε στα χέρια σας να τα κoιτάξτε.
Άλλα απ’ αυτά ωφελούν και άλλα βλάπτουν.
Πάρτε και όποιο θέλετε διαβάστε.
Κι ό,τι διαβάστε, κρίνετε μονάχοι:
καλό είναι; ταιριάζει στο μυαλό σας;
Αν όχι, κάποιο άλλο βιβλίο βρέστε
ή γράψτε σεις ένα βιβλίο δικό σας.
Κι αν κάποιος κάποτε για ένα βιβλίο
σας έλεγε καλό ή άσχημο κάτι,
μη βγάλτε σεις απόφαση αν πρώτα,
δεν το ’ξετάσει το δικό σας μάτι.
24 ΑΠΡΙΛΗ
ΗΜΕΡΑ ΚΑΤΑΡΓΗΣΗΣ
ΠΕΙΡΑΜΑΤΩΝ ΣΤΑ ΖΩΑ
Εδώ δεν ξέρω φίλοι τι να πω.
Κι εγώ πολύ τα ζώα τ’ αγαπώ.
Μα όμως αγαπώ και τους ανθρώπους.
Ν’ αποφασίσω-όχι-δεν έχω τρόπους.
Καθείς ας απαντήσει μοναχός του
στο μέγα θέμα αυτό που στέκει εμπρός του.
Μη με ρωτήσετε-δεν έχω γνώμη.
Ίσως Θεός αν γίνω... μα όχι ακόμη...
29 ΑΠΡΙΛΗ
ΗΜΕΡΑ ΧΟΡΟΥ
Χορός! Το σώμα γίνεται αγέρας
Κι αχτίδα χαρωπή στο φως της μέρας.
Και στρέφει και λυγίζει και πετάει
κι η Λευτεριά του νου μαζί του πάει.
Χορός! Ο χορευτής τα σκότη σχίζει
και άυλος-σαν πνεύμα φτερακίζει!
Χορός! Της Φύσης δώρο στους ανθρώπους
που πέρα κάνει βάσανα και κόπους!
Και το χορό αν χορεύει νιος λεβέντης
της γης και τ’ ουρανού ειν’ αυτός αφέντης.
Κι αν λυγερή κοπέλα τον χορεύει
τους άντρες όλους γύρω της παιδεύει.
6 ΜΑΗ
ΗΜΕΡΑ ΓΕΛΙΟΥ
Ξέρετε τι τον άνθρωπο τον κάνει
από τα ζώα αυτός να ξεχωρίζει;
Το γέλιο! Τ’ άλλα και τα ζώα τα ’χουν,
κανένα όμως το γέλιο δεν γνωρίζει.
Όλοι αυτό οι σοφοί της γης το λένε.
Κι ακόμα λένε ότι με το γέλιο
μακραίνει η ζήση-για μακροζωϊα
φάρμακο πως το γέλιο είναι τέλειο.
Αντίρρηση ποιος γίνεται να έχει;
Όλα το γέλιο δεν τα καταφέρνει;-
αν κάποιος να γελάσουμε μάς κάνει
και λύπη αυτός και πόνο δεν μάς παίρνει;
Γελάτε το λοιπόν και σεις παιδιά μου.
Με ανέκδοτα και μ’ έξυπνες ταινίες
με γκάφες που σκαρώνετε, με αστεία,
με κόμικς κι έξυπνες γελοιογραφίες.
Γελάτε. Η ζωή ζητάει το γέλιο
αλλά και κείνο τη ζωή ζητάει.
Παντρέψτε τα τα δυο. Και για κουμπάρα
Η αθώα σας χαρά να στέκει πλάϊ.
5 ΙΟΥΝΗ
ΗΜΕΡΑ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ
Περιβάλλον είναι αυτή η γειτονιά μου,
και ο χώρος είναι ακόμα ο κοσμικός.
Είναι η πόλη μου, η χώρα μου, η φύση,
είναι ο κήπος του σπιτιού μου ο μικρός.
Και μεγάλη προσοχή πρέπει να δείχνω
για να μην λερώνω δρόμους, και να μη
στου πικ νικ την απλωσιά πάνω ν’ αφήνω
τα σκουπίδια που ’χω κάνει εγώ εκεί.
Όμως όσο κι αν εγώ πολυπροσέχω,
να το κάνουν πρέπει αυτό και οι μεγάλοι
γιατί εγώ αν θα λερώσω ένα δρόμο
τη γη όλη αυτοί θα κάνουν ένα χάλι.
21 ΙΟΥΝΗ, ΗΜΕΡΑ ΜΟΥΣΙΚΗΣ
Από το χτύπημα ενός ταμπούρλου
μέχρι την πολυόργανη ορχήστρα,
ίδια η μουσική μαγεία έχει
κι όμοια για όλους είναι ξεμυαλίστρα.
Ας ειν’ καλά οι συνθέτες οι καλοί μας
που τις εμπνεύσεις τους ήχους τους κάνουν
τέτοιους που κι όταν όλα θα χαθούνε
οι μελωδίες-αυτές!-δεν θα πεθάνουν.
8 ΣΕΠΤΕΜΒΡΗ
ΗΜΕΡΑ ΚΑΤΑ ΤΟΥ ΑΝΑΛΦΑΒΗΤΙΣΜΟΥ
Βου και α βα… που και ι πι. Γελάτε...
αυτό ήθελα κι εγώ. Λοιπόν αστείο
δεν είναι, άνθρωποι ούτε αυτό να ξέρουν
όπου πολύχρονο έχουν κιόλας βίο;
Μα όμως δυστυχώς για κλάματα είναι
κι όχι για γέλια τέτοια μια κατάντια.
Άνθρωπος δίχως γράμματα ζει σάμπως
να παίζει μποξ κανένας δίχως γάντια.
Η ανθρωπότητα δεν θα προοδέψει
αν γράμματα όλοι οι άνθρωποι δεν μάθουν.
Αλλιώς -όπως και τώρα το παθαίνουν-
θα τους αξίζει κι ό,τι άλλο αν πάθουν.
Οι δυνατοί τους κάνουν ό,τι θέλουν
και οι γραμματισμένοι τους αγνοούνε.
Στο περιθώριο ζουν της κοινωνίας
και δεν μιλάνε-δεν λαλούν: βοούνε.
Μα αν οι γραμματισμένοι θα πληθύνουν,
τότε θα λιγοστέψει η δυστυχία,
που τώρα πάνω της για να ψηλώσει,
26 ΣΕΠΤΕΜΒΡΗ
ΗΜΕΡΑ ΝΑΥΤΙΛΙΑΣ
Αφόντας στο νερό ένα ξύλο ρίξαν,
πάνω του ανέβηκαν και είχαν πλεύσει,
το θάμα κατορθώθηκε-την πρώτη
οι άνθρωποι ναυτιλίας πήραν γεύση.
Κι όταν ανοίχτηκαν μες στα πελάγη
ο νους ανοίχτη τότε των ανθρώπων
κι εμπορευτήκαν, κι ήθη εγνωρίσαν
καινούργια, σ’ όποιον νέο έπλεαν τόπον.
Η ναυτιλία! Της οικονομίας
χωρών παραθαλάσσιων στυλοβάτις!
Η ανθρωπότητα άλλαξε με κείνη,
κι ο κόσμος, του νερού έγινε πελάτης...
Ας τη γιορτάσουμε λοιπόν κι αυτήνε.
Αλλά και αν την είχαμε ξεχάσει,
θα μας την θύμιζαν τα τόσα πλοία
που τρέχουνε στις θάλασσες με βιάση.
4 ΟΧΤΩΒΡΗ
ΗΜΕΡΑ ΤΩΝ ΖΩΩΝ
Πουλάκια που λαλούν πάνω στα κλώνια,
ελάφια που τον ίσκιο τους φοβούνται
μύγες, ελέφαντες, λιόντες, γατούλες,
αρκούδες που ολοχείμωνα κοιμούνται...
Τι πλήθος ποικιλόμορφο τα ζώα!
Τόσα δεν θα ΄πλαθε όποια φαντασία:
κραυγές και τιτιβίσματα… φωνούλες…
ενστίκτων και χρωμάτων πανδαισία!
Ένα τεράστιο τσίρκο η γη μας μοιάζει
και μια μεγάλη κιβωτός του Νώε
την τίγρη μέσα του που κλει΄ του Ρίλκε,
και το κοράκι το φριχτό του Πόε.
Κι είναι τα ζώα το μέτρο των ανθρώπων.
Γιατί αν στη γη μας ζώα δεν υπήρχαν
θα ’λεγαν πως τα μόνα είναι όντα,
κι οίηση πιότερη γι αυτό θα δείχναν...
17 ΟΧΤΩΒΡΗ
ΗΜΕΡΑ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΦΤΩΧΕΙΑΣ
Στον κόσμο εκατομμύρια οι φτωχοί
που ή σπίτι, ή φαϊ, ή δουλειά δεν έχουν,
και που αμόρφωτοι και άρρωστοι είναι
ή που να ζούνε μόλις που αντέχουν.
Κι όλοι τούς συμπαθούμε τους καημένους
καθώς τους βλέπουμε μέρες ή βράδια
να ψάχνουν στα σκουπίδια για να βρούνε
πράγμα ένα χρήσιμο, ή αποφάγια.
Μα φίλοι μου νομίζω συμφωνείτε
πως δεν θα υπήρχε ο θόρυβος ετούτος
της φτώχειας η ντροπή που ξεσηκώνει,
αν δεν υπήρχε κάπου αλλού ο πλούτος!
3 ΔΕΚΕΜΒΡΗ
ΗΜΕΡΑ ΓΙΑ ΑΤΟΜΑ ΜΕ ΑΝΑΠΗΡΙΕΣ
Όλη η αγάπη μας στους αναπήρους.
Κι όλη η βοήθεια μας για να μπορέσουν
να ξεπεράσουν την αναπηρία
και με την όλη κοινωνία να δέσουν.
Μα μέλημά μας πρέπει να ’ναι κύριο
μες στης ζωής τους άπονους τους γύρους-
όσο από ανθρώπους εξαρτάται-
να μην δημιουργούμε αναπήρους.
Παρασκευή 28 Μαρτίου 2025
Η ΤΕΓΕΑ ΣΤΑ ΒΑΘΗ ΤΩΝ ΑΙΩΝΩΝ
Το χώμα σήμερα Τεγεάτη που πατάς
και που κι εγώ από μικρός πατούσα
έχει πολλά να πει για την περφάνια
και για τη δόξα και την προκοπή του.
Φίλε Τεγεάτη κοντογείτονά μου
που ευγένεια την ψυχή έχεις γεμάτη,
καθώς στης γης τη φλούδα πάνω ζούμε
που τη χαρά με τη σταγόνα δίνει,
έλα να ψάξουμε να βρούμε κάτι
που την πικρή ζωή μας να ομορφύνει.
Έλα και μακριά πολύ ας πάμε
σε περασμένων χρόνων τα λημέρια
εκεί που θα μετράμε μόνο δόξες
κι αντρείες και δάφνες και μεγαλοσύνες.
Τεγέα! Πόλη από τις μεγάλες
τότε που η Ελλάδα ιερουργούσε
την ιστορία υφαίνοντας της γης μας
και τον πολιτισμό της καλλιεργώντας.
Τεγέα! ακούγανε τα τότε πλήθη
και σεβασμού σιγή το στόμα κλειούσε.
Τεγέα! προφέραν των λαών τα χείλη
και θαμασμό εγέμιζε η ψυχή τους.
Η Αθηνά η Αλέα το ιερό της
στη γη αυτή εδιάλεξε να χτίσει
κι ήταν, στης Πελοπόννησου τον χώρο,
το ιερό αυτό το πιο σεβάσμιο.
Όποιοι σ' αυτό κατάφευγαν ικέτες,
κανείς να τους πειράξει, όχι μόνο,
μα ούτε να ζητήσει δεν τολμούσε
να πάνε πίσω απ' όπου είχανε φύγει,
ακόμα κι αν τη Σπάρτη ή και το Άργος
οι ικέτες τύχαινε πατρίδα να 'χουν.
Από των Μυκηναίων τα χρόνια κιόλας
εκατοικούνταν η όμορφη Τεγέα.
Η ακρόπολή της ήτανε χτισμένη
στον σημερνό το λόφο του Αη-Σώστη.
Στον Κλάριο λόφο, στον Αη-Σώστη δίπλα,
εμάζεψε τους γιους του ο Αρκάδας
και τους εμοίρασε την Αρκαδία.
Ο τόπος γύρω από την Τεγέα
έλαχε στον Αφείδοντα, που ο γιος του,
ο Αλεός, έχτισε την Τεγέα,
εννιά ενώνοντας τριγύρω δήμους.
Ανάμεσά τους δήμος Κορυθέων,
Γαρυατών, Οιατών και Μανθυρέων,
και των Καρυατών και Αδειμαντίων.
Στον πόλεμο της Τροίας οι Τεγεάτες
να μην ειν' απ' τους πρώτους δε γινόνταν΄
με άξιον αρχηγό το βασιλιά τους-
τον Αγαπήνορα- πήρανε μέρος.
Ο Αγαμέμνονας του είχε εξήντα
πλοία δοσμένα, για να βάλει μέσα
και στο Ίλιο τους στρατιώτες του να πάει.
Εκεί κι ο βασιλιάς και οι στρατιώτες
πολέμησαν γενναία, και γυρνώντας
και πλανεμένοι φτάνοντας στην Κύπρο
την Πάφο ιδρύσαν, την μεγάλη πόλη.
Ο Αγαπήνορας ήταν μες στ' άλλα
κι ένας απ' τους μνηστήρες της Ελένης
που για χατίρι της ’ματοκυλίστη
ο τότε ελληνισμός στης Τροίας τα μέρη.
Κι η Κυδωνία κι η Γόρτυνα στην Κρήτη,
το φως να δούνε, στην Τεγέα χρωστάνε.
Και κει στην Καλυδώνα, τη χτισμένη
στου Εύηνου τις όχθες, Τεγεάτες
από τους πρώτους πρώτους πήραν μέρος
στου Καλυδώνιου Κάπρου το κυνήγι,
όπου εσκοτώθη ο εγγονός του Αλέα,
ο Αγκαίος, που η κόρη του η Αύγη
τον Τήλεφο στον Ηρακλή γεννάει
που βασιλιάς εγίνη της Μυσίας
κι ενάντια επάλεψε στον Αχιλλέα
εκεί, στην πολυπαίδευτη την Τροία.
Κι ήταν οργανωμένο το κυνήγι
απ' τον Μελέαγρο, γιο του Θεστία.
Κι ας δούμε ο Μελέαγρος πώς ’γεννήθη
και πώς άδοξα τόσο είχε πεθάνει,
αφού στην ιστορία της θανής του
ακούεται τ' όνομα και του Κηφέα,
γιου του Λυκούργου από την Αρκαδία,
αλλά και του αδερφού του του Αγκαίου
και της αρκαδοπούλας Αταλάντης:
Ο Οινέας, βασιλιάς της Καλυδώνας,
πόλης της Αιτωλίας, που εκτεινόταν
στον ποταμό τον Εύηνο τριγύρω,
παντρεύτηκε την κόρη του Θεστία
που τ' ονομά της ήτανε Αλθαία.
Αυτή πολεμικές ήξερε τέχνες
κι αρματηλάτισσα ήτανε γενναία
κι αγωνιστήκαν για την ομορφιά της
ο Ηρακλής κι ο άσπρος Αχελώος.
Η Αλθαία τον Μελέαγρο γεννάει.
Μετά τη γέννα του εφτά ημέρες,
πάνε στην κούνια του οι τρεις οι Μοίρες
και λένε το παιδί πως θα πεθάνει
όταν ένας δαυλός, που εκαιγόταν
την ώρα εκείνη στου σπιτιού το τζάκι,
θα καίγονταν τελείως να γίνει στάχτη.
Τ' ακούει αυτό η μητέρα του και πάει
και βγάζει τον δαυλό από τις φλόγες
και σε σεντούκι μέσα τον φυλάει.
Τώρα ο Οινέας, κάνοντας θυσία
τους πρώτους που 'κανε καρπούς η γη του,
ξέχασε μες στην κούραση της μέρας
στη θεά Άρτέμιδα να θυσιάσει.
Εκείνη, θυμωμένη απ' τη λησμόνια,
στην Καλυδώνα στέλνει έναν κάπρο
σε σώμα και σε δύναμη τεράστιον
που τους κατοίκους έκλεινε στα σπίτια-
για του αγριογούρουνου το φόβο-
κι αγρό κανένας δεν καλλιεργούσε,
κι ο Καλυδώνιος ο λαός πεινούσε.
Τότε ο Μελέαγρος όλους μαζεύει
τους άντρες τους γενναίους της Ελλάδας
να πάνε να σκοτώσουνε τον κάπρο.
Και πρώτη και καλλίτερη διαλέγει
και τη γενναία παίρνει Αταλάντη,
που, δίχως να το λέει, την αγαπούσε.
Παίρνει και τον Κηφέα και τον Αγκαίο,
τους γιους του βασιλέα της Τεγέας.
Κι οι δυο αυτοί ελέγανε στους άλλους
ότι τιμή μεγάλη δεν τους κάνει
να πάνε με γυναίκα στο κυνήγι.
Μα ο Μελέαγρος είχε άλλη γνώμη
κι η γνώμη του επικράτησε στο τέλος.
Και συμφωνία έγινε το δέρμα
να πάρει του αγριόχοιρου, εκείνος,
που τ' άγριο θηρίο θα σκοτώσει.
Κι όλοι τραβήξανε για το κυνήγι.
Και πρώτη το θηρίο η Αταλάντη
στα νώτα χτύπησε. Του Αμφιάραου
το βέλος μες στο μάτι του το βρήκε,
και του Μελέαγρου ίσα στην κοιλιά του
και πάει, αποτελειώθηκε ο κάπρος.
Το δέρμα που ο Μελέαγρος επήρε
χάρισμα το 'δωσε στην Αταλάντη.
Τότε οι θειοί του, οι αδερφοί του Θέστιου,
πήραν το δέρμα από την Αταλάντη
λέγοντας πως αυτοί να το 'χουν πρέπει
αν ο Μελέαγρος ίσως δεν το θέλει,
γιατί αυτοί συγγένεια είχαν μαζί του
την πλέον κοντινή απ' τους άλλους όλους.
Μα ο Μελέαγρος μ' αυτά θυμώνει
και τους δυο θείους του ευθύς σκοτώνει.
Και τότε η μητέρα του, η Αλθαία,
για να εκδικηθεί των αδερφιών της
το θάνατο απ' το ίδιο το παιδί της,
βγάζει και, το δαυλό, απ' το σεντούκι
μέσα στο ίδιο τζάκι τόνε ρίχνει
και ο δαυλός ολόκληρος εκάει.
Κι αμέσως ο Μελέαγρος πεθαίνει.
Αυτά και ο Μελέαγρος είχε πάθει
από την ομορφιά μίας γυναίκας-
γιατί αυτά τα είχε όλα κάνει
για τα ωραία της Αταλάντης μάτια…
Και οι αρχαίοι συγγραφείς λεν όλοι
πως η Τεγέα όλο της χρωστάει
στην Αθηνά το κλέος και τη δόξα,
γιατ' είχε στον Κηφέα, γιο του Αλέα,
λίγη αυτή απ' την κόμη χαρισμένη
της Μέδουσας, για φυλαχτό της πόλης.
Και με τη μεσολάβηση είχε γίνει
αυτό, του Ηρακλή, όταν εκείνος
συμμάχους τους Τεγεάτες εζητούσε.
Κι ας δούμε το γιατί τους εζητούσε
και πώς η κόμη 'δόθη στους Τεγεάτες:
Ο Ηρακλής εκδίκηση ποθώντας
για τους Λακεδαιμόνιους, που σκοτώσαν
τον Οιωνό, έναν καλό του φίλο,
σύμμαχους έψαχνε απ' την Αρκαδία.
Και στην Τεγέα έφτασε ζητώντας.
Μα ο Κηφέας, βασιλιάς της πόλης,
δεν ήθελε να φύγει απ' την Τεγέα
γιατί φοβότανε πως οι Αργείοι
ενάντια της σα φύγει θα εκστρατέψουν.
Κι ο Ηρακλής, ζητώντας να τον πείσει,
απ' τη θεά την Αθηνά επήρε
πλεξούδα από της Μέδουσας την κόμη,
σε χάλκινη μια στάμνα τήνε βάζει
και στου Κηφέα την κόρη τήνε δίνει
που τ' όνομά της ήτανε Στερόπη.
Της είπε, αν ερχόνταν οι Αργείοι,
ν' ανέβαινε στα τείχη της Τεγέας
και από κει να υψώσει την πλεξούδα
για τρεις φορές, χωρίς να την κοιτάζει-
γιατί αν το κάνει πέτρα θα γινόνταν.
Κι όταν οι Αργείοι βλέπαν την πλεξούδα
θα το 'βαζαν σαν τους λαγούς στα πόδια.
Και πήρε τον Κηφέα έτσι μαζί του,
ησυχασμένον πια, για την Τεγέα,
και κρίμα που στον πόλεμο εσκοτώθη
και κείνος και τα είκοσι παιδιά του.
Και είναι ύστερα απ' αυτό, που όταν
απ' την Τεγέα ο Ηρακλής περνούσε
εγίνει ο,τι εγίνει με την Αύγη.
Και να κι η ιστορία με την Αύγη
την όμορφή μας Τεγεατοπούλα
που σαν αυγούλα Μάη όμορφη ήταν:
Από το γιο του Δία, τον Αρκάδα,
κι απ' τη Λεάνειρα, κόρη του Αμύκλα
γίναν ο Έλατος και ο Αφείδας.
Τώρα ο Αλεός, γιος του Αφείδα
και η Νεαίρα, κόρη του Περέα
ένα κορίτσι απόκτησαν, την Αύγη,
και δύο γιους: Κηφέα και Λυκούργο,
που βασιλιάδες γίναν της Τεγέας.
Ο Ηρακής αγάπησε την Αύγη
κι απ' την αγάπη αυτή παιδί ’γεννήθη,
που η Αύγη το 'κρυψε στο περιβόλι
του ιερού της Αθηνάς, που η ίδια
από τις πρώτες του ήταν ιέρειες.
Αλλά δεν ευλογείται η ασέβεια:
η γη καρπούς σταμάτησε να δίνει
και λέγαν οι χρησμοί πως μες στο ωραίο
του ιερού της Αθηνάς περβόλι
ασέβεια μια μεγάλη εκρυβόνταν.
Όταν αποκαλύφτηκε το πράγμα,
της Αύγης ο πατέρας τήνε πήρε
και στου Ναυπλίου τον κτήτορα τη δίνει,
τον Ναύπλιο, μ' εντολή να τη σκοτώσει.
Τη διαταγή εκείνος παρακούει
και απ' αυτόν, την Αύγη πήρε ο Τεύθρας,
ο βασιλιάς της εύφορης Μυσίας-
χώρας της Μικρασίας απ' τις πλούσιες-
και την παντρεύτηκε. Ως για το βρέφος
τ' άφησε μόνο στο βουνό Παρθένι
και μια λαφίνα το 'θρεψε. Για τούτο
και τ' όνομά του Τήλεφος το είπαν.
Και οι βοϊδοβοσκοί κάποιου Κορύθου
που εκεί κοντά τα βοσκοτόπια του είχε,
στο σπίτι του το είχαν αναθρέψει.
Κι όταν μεγάλωσε, κι απ' το μαντείο
έμαθε της μητέρας του την τύχη,
στον Τεύθραντα επήγε -στην Μυσία-,
θετό του γιό ευθύς αυτός τον κάνει
και άξιο διάδοχο στο βασίλειό του.
Ο Έχεμος ο Τεγεάτης πάλι
που είχε παντρευτεί με την Τιμάνδρα,
την αδερφή της άπιστης Ελένης,
το γιο τού Ηρακλή νικάει, τον Ύλλο,
στο στένωμα του ισθμού της Κορινθίας,
ματαιώνοντας με τον ηρωισμό του
την εισβολή των πρώτων Δωριέων-
των βάρβαρων απ' το Βορρά που ήρθαν.
Και η αντίσταση που οι Τεγεάτες
στων Δωριέων την κάθοδο προβάλαν
είν' η αιτία που στην Αρκαδία-
μόνη απ' την υπόλοιπη Ελλάδα-
δεν είχαν τότε Δωριείς πατήσει.
Κι όταν ο Πολυμήστωρ, στην Τεγέα
ήτανε βασιλιάς, και οι Σπαρτιάτες
στην Αρκαδία εμπήκαν, οι Τεγεάτες
όχι τους νίκησαν μονάχα πρώτοι,
μα και πολλούς αιχμάλωτους επιάσαν
και δούλους τους τούς είχαν στα χωράφια
και στα σεπτά τα σπίτια της Τεγέας.
(Στου Παυσανία τον καιρό ακόμα,
όπως ο ίδιος στα βιβλία του λέει,
σώζονταν τα δεσμά κι οι αλυσίδες
που οι Τεγεάτες δέναν τους Σπαρτιάτες!).
Στις μάχες των Ελλήνων με τους Πέρσες
οι Τεγεάτες πρώτοι. Ο Λεωνίδας
με τους τρακόσους του αν είχε μείνει,
και μόνο αυτούς θυμάται η Ιστορία,
φαίνεται αυτή μνήμη καλή δεν έχει.
Γιατί με τους τρακόσους τους Σπαρτιάτες
στη μάχη που αγίασε την Ελλάδα
και πεντακόσιοι επέσαν Τεγεάτες.
Και στις Πλαταιές χιλιάδες τρεις Τεγεάτες
δώσανε τον καλλίτερο εαυτό τους
και στο στρατόπεδο πρώτοι εμπήκαν-
όταν αυτός σκοτώθη-του Μαρδόνιου.
Μετά, στην εκστρατεία της Σικελίας
στη μάχη της Μαντίνειας παίρνει μέρος,
στη συμμαχία των Αιτωλών συντρέχει,
και πια η Τεγέα στα χέρια των Ρωμαίων
καθώς και όλες οι άλλες πόλεις πέφτει,
και ο Αντίγονος την κάνει ο Δώσων
της Αχαϊκής Συμπολιτείας μέλος.
Το άγαλμα το θεσπέσιο της Αλέας
ύστερα από τη νίκη του στο Άκτιο
ατός του ο βασιλιάς Οκτάβιος παίρνει
στη Ρώμη το πηγαίνει και το στήνει
στην Αγορά που έχει τ' όνομά του.
Το χώμα σήμερα Τεγεάτη που πατάς
αθέρας τέχνης πάνω του σπαρμένος.
Του Σκόπα η σμίλη έχει εδώ δουλέψει.
Το ναό αυτός σχεδίασε της Αλέας,
κι η τέχνη του τον έχει διακοσμήσει.
Οι βάσεις του από ντόπιο ήταν λιθάρι.
Κίονες, αετώματα, επιστύλια
όλα με ντόπιο μάρμαρο φτιαγμένα.
Χρυσελεφάντινο άγαλμα εντός του-
έργο του γλύπτη Ευδοίου-της Αλέας
(αυτό που είχε ο Οκτάβιος πάρει).
Ακόμα του Ασκληπιού και της Υγείας
τα μαρμαρένια αγάλματα είχε μέσα,
έργα του θείου Σκόπα και τα δυο τους.
Με θέματα απ' τους μύθους τους εντόπιους
ανάγλυφες βρισκόνταν παραστάσεις
στις πάνω στα επιστύλια μετόπες
του πρόναου και του οπισθοδόμου.
Από τ' αγάλματα των αετωμάτων
σωθήκαν λείψανα που μας φωτίζουν
προσωπικότητα κι έργο του Σκόπα.
Και να! του κάπρου μπρος μας το κυνήγι.
Στη μέση ο κάπρος και η Αταλάντη.
Στο ανατολικό αέτωμά του
όσοι αγωνίστηκαν ήρωες μαζί της:
Μελέαγρος, Θησέας, Τελαμώνας,
Ιόλαος, Πηλέας, Πολυδεύκης,
ο Έποχος, που τον Αγκαίο βαστάει
ετοιμοθάνατον απ’ το θηρίο,
Κάστορας, Αμφιάραος και άλλοι.
Στο δυτικό, του Τήλεφου ο αγώνας
(της Αύγης γιου, αφέντη της Μυσίας),
ενάντια στον ταχύποδο Αχιλλέα
στην πράσινη του Καύκου την πεδιάδα.
Κυμάτια κι έλικες μ' άκανθας φύλλα,
λεοντοκεφαλές και υδρορρόες
την πανδαισία της Τέχνης συμπληρώνουν
που το ναό κοσμούσε της Αλέας.
Όσα γλυπτά εσώθηκαν, εκφράζουν,
και κύρια τα κεφάλια-με τα μάτια
βαθιά μέσα στις κόγχες τους βαλμένα
και το που στρέφουν προς τα πάνω βλέμμα-
με τα ευγενικά τα μέτωπά τους,
όλο το πάθος και την αγωνία
τους κύριους δηλαδή τους χαρακτήρες
της πάντοτε άφταστης σχολής του Σκόπα.
Μπροστά από το ναό βωμού θεμέλιο-
βωμού που όλος ήταν στολισμένος
με των Μουσών αγάλματα ωραία
και της μητέρας τους της Μνημοσύνης,
και τις ανάγλυφες τις παραστάσεις
της Ρέας, γυναίκας του παμφάγου Κρόνου,
και της Οινόης με τον Δία βρέφος,
κι άλλων Νυμφών, φτιαγμένων απ' το χέρι
του Σάτυρου, του Σκόπα συνεργάτη.
Στα βόρια του ναού ίχνη της κρήνης
που ο Ηρακλής συνάντησε την Αύγη.
Την πόλη ακόμα της Τεγέας στολίζαν
ναοί περίλαμπροι, καθώς εκείνος
της Αθηνάς Πολιάτιδας, κι ακόμα
του Αίπυτου Ερμή, της Αφροδίτης,
της Καρποφόρου Δήμητρος και Κόρης,
του Απόλλωνα-μ’ επίχρυσο άγαλμά του
που έργο ήτανε του Χειρισόφου-,
ιερά πολλά-του Διόνυσου τα δύο-,
βωμοί αναρίθμητοι με ανάμεσά τους
τον αψηλό βωμό του Τέλειου Δια.
Έξω απ' το τείχος που 'κλεινε την πόλη-
που μήκους ήταν έξη χιλιομέτρων
και μέτρα εξήμισυ που είχε ύψος-
το ιερό της Δήμητρος βρισκόνταν
με ειδώλια πλήθος που ήταν, χάλκινα άλλα,
κι άλλα που ήσαν με πηλό φτιαγμένα.
Είναι αυτά που σήμερα θα βρούμε
στο τοπικό Τεγεάτικο Μουσείο.
Τρία χιλιόμετρα από την Τεγέα,
στα δυτικά, ιερό του Ποσειδώνα,
και άλλο της Αρτέμιδας που Σώζει,
σε δωρικό οικοδόμημα, που ήταν
τον έκτο χρόνο προ Χριστού φτιαγμένο.
Η Άρτεμις η Κνακεάτις πάλι
ναό μαρμάρινο είχε στο Μαυρίκι
που βρίσκεται παρέκει απ' την Τεγέα,
κι αυτόν του έκτου προ Χριστού αιώνα.
Κι εκεί που σήμερα είναι το Στάδιο,
βρίσκονταν τότε-άλλο τι;-το Στάδιο,
φκιασμένο από χώμα σωρεμένο.
Και μέσα κει γινόνταν τ' Αλεαία
σ' ανάμνηση της ένωσης των Δήμων,
μα και τ' Αλώϊα, για να μην ξεχνιέται
η νίκη ενάντια στους δεινούς σπαρτιάτες,
κι ότι αιχμάλωτους πιάσανε τόσους.
Στης Παλαιάς Επισκοπής τη θέση
που της Κοιμήσεως της Θεοτόκου
χτίστηκε αργότερα η εκκλησία,
το Θέατρο βρισκόνταν της Τεγέας
που ο Αντίοχος έχτισε ο Τρίτος,
ο Επιφανής. Εκεί στημένα ήσαν
χάλκινα αγάλματα΄ κι απ' όλα ένα
τον Φιλοποίμενα αναπαριστούσε,
τον στρατηγό το Μεγαλοπολίτη
της Αχαϊκής κραταιάς Συμπολιτείας.
Μα και στα γράμματα δεν υστερούσε
η πόλη σας η τότε, η Τεγέα.
Και άξια ήσαν της αίγλη της κι εκείνα.
Ο Αρίαθος, ο ιστορικός, Τεγεάτης.
Ο τραγωδός Αρίσταρχος επίσης
που μέχρι τα εκατό έζησε χρόνια
και εβδομήντα έγραψε τραγωδίες
που με τις δυο απ' αυτές είχε νικήσει
στους τότε που διεξάγονταν αγώνες.
Και ο Κλωνάς ο ποιητής ο μέγας,
στα μέσα του έβδομου που 'ζησε αιώνα,
το δέκατο παιδί της Μνημοσύνης,
ο λυρικός ο ποιητής, που είχε
της αύλησης τους νόμους καθιερώσει
για να 'ρθουνε κατόπι του οι άλλοι
του πέμπτου του αιώνα οι μεγάλοι
και στα καλούπια που 'φκιασεν εκείνος
τους στίχους τους δικούς τους να ξεχύσουν.
Κι είχε Βουλή μια τότε η Τεγέα
από τρακόσους βουλευτές, σαν τώρα
που τόσους έχει ολόκληρη η Ελλάδα
(να τους χαιρόμαστε τους τωρινούς μας…)
Κι είχε προστάτες, στρατηγούς, ιππάρχους,
κι είχε και θεωρούς και αγορανόμους,
και θεωρούς και ηλιαστές' κι ακόμα
νομίσματα δικά της είχε κόψει.
Τώρα οι έλληνες μακριά από δόξες
ψάχνουμε από κάπου να πιαστούμε
λαός πως είμαστε κι εμείς να πούμε
που κάτι αναμετάξυ μας μάς δένει.
Βλέπουμε τη φριχτή αγραμματοσύνη
καταστροφή μας να μας έχει γίνει
χάμου καθώς δεμένους μας κρατάει.
Βλέπουμε λίγους που κοκορευόνται-
που σαν το εικοσιένα οι φαναριώτες
δούλοι σα να 'μαστε, μας διαφεντεύουν.
Τους άλλους βλέπουμε λαούς να υψώνουν
ελευτεριάς σημαίες και προόδου
και τους χλευάζουμε γιατί θαρρούμε-
γιατί μας έχουν έτσι μαθημένους-
πως λευτεριά σημαίνει ανηθικότη
και πρόοδος σημαίνει αμαρτία.
Βλέπουμε τους λαούς να 'χουνε μπέσα
κι ο λόγος τους συμβόλαιο να μετράει,
και μεις τους θεωρούμε-γιατί έτσι
μας έχουν οι αφεντάδες μας διδάξει-
"κουτόφραγκους" και "αμερικανάκια".
Βλέπουμε πόλεις καθαρές να έχουν,
βλέπουμε να δουλεύουν, με συνέπεια
να υπακούν στους νόμους τούς θωρούμε-
πολιτισμένοι να 'ναι μ' ένα λόγο-
και λέμε ’μεις-γιατί τ' αφεντικά μας
έτσι συφέρο έχουνε να λέμε-
"ω! τους καημένους! σκλάβοι της δουλειάς τους,
των νόμων και της καθαριότητάς τους!
ενώ εμείς...κάνουμε ό,τι θέ 'με!"
Και μας οικτίρει Αμερική κι Ευρώπη.
Και για μονάχο έχουμε όπλο ενάντια
στην ανεπάρκεια και στη δυστυχιά μας
να λέμε: "ναι, αλλά, οι πρόγονοί μας..."
και ν' αραδιάζουμε πράγματα τέτοια
καθώς κι εγώ πιο πάνω έχω αραδιάσει.
Μα μόνο γιατί ζούμε σ' έναν τόπο
που κάποτε όσοι μέσα τους εζούσαν
κάτι καλό εκάμαν, δεν σημαίνει
ότι κι εμείς κολλάμε από κείνων
τις δόξες και τις Τέχνες και τα κλέη.
Αν μόνος του κανείς δεν φτιάξει κάτι,
κι όσα κι αν κλέψει ξένα και τα δείχνει
και περηφάνια όση γι αυτά κι αν νιώθει,
φρούδα κι η περηφάνια κι η χαρά του:
καλό για κάτι όχλος αν κοπιάσει
τότε θα τον δεχτεί λαό η Πλάση.
Αύγουστος 2004
Πέμπτη 27 Μαρτίου 2025
ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟΚΑΛΟΓΕΡΟ
Τη μοναχή σου τη ζωή κοσμοκαλόγερε
Πόσα δεν γράφτηκαν βιβλία να εξηγήσουν…
«Ιδέαι υψηλαί, μεσταί, ανώτεραι…»
Γράφουν πως σ’ έσπρωξαν σ’ αυτήνε τη ζωή σου.
Κανείς δεν ξέρει να διαβάζει μες στα λόγια σου.
Κανείς τις λέξεις σου δεν ξέρει να ερμηνεύει.
Κανείς πώς σκέφτεται δεν ξέρει του αχόρταστου
Ο νους-πώς η ψυχή του αγριεύει.
Κανείς δεν είδε στο κορμί σου ν’ αντρειεύεται
Η φλόγα του Έρωτα και όλον να σε καίει.
Κανείς δεν είδε να εξολοθρεύεται
Η ύπαρξή σου, απ’ αυτήν στον άνεμο που πνέει.
Κανείς δεν είδε η να δει δεν θέλησε
Του πόθου να σε ντύνει το μαγνάδι.
Κανείς δεν είδε το μαχαίρι που εξέσχισε
Της ευτυχίας σου το μόνο το μοιράδι.
Κανείς δεν είδε να σε κόφτει ανομολόγητο
Το πάθος για το στήθος της Ανθούλας.
Κανείς δεν είδε μ’ έναν τρόπο απόλυτο
Τα χείλη να ποθείς κάποιας παιδούλας.
Κανείς δεν είδε τους τρανούς αυτούς τους πόθους σου
Αδύνατο πως σου ήταν να κορέσεις.
Πως δε μπορούσες με το βάλσαμο του λόγου σου
Τέτοιο θηρίο νικηφόρα να παλέψεις.
Κανείς, πως σου είχε εμφυσήσει μες στα φρένα σου
Ο Θεός, εκτός απ’ την ακόρεστη λαγνεία
Και τη δειλία που σ’ ακλούθαε απ’ τη γέννα σου:
Αχ! Τη μεγάλη και μονάχη σου αμαρτία!
Και δεν τολμούσες-μα τι λέω-δεν φανταζόσουνα
Ότι μπορούσες σε γυναίκα να προτείνεις
Να περπατήσετε μαζί μέσα σε ρόδινα
Πτυχώματα θερμής ερωτοκλίνης…
Ότι μονάχη η Φύση επερίμενες
Να ’χει το φάρμακο έτοιμο να δώσει
Στης σάρκας τις αιτήσεις τις επίμονες ,
Κι από τον πυρετό να σε γλυτώσει.
Τα χρόνια όμως που άχαρα περνούσανε
Σ’ έκαναν κάποτε να καταλάβεις
Πως ό,τι οι αίσθησές σου εζητούσανε
Δε θα γινότανε ποτέ να λάβεις.
Τότε ασυζήτητα επήρες την απόφαση
Πως θα περνούσε ανέραστος ο βιος
Κι η αξιοπρέπεια σου προτίμησε τη μόναση
Αντί να γίνεσαι καθημερνά γελοίος.
Και στάθηκες μακριά από τον παράλογο
Τον κλοιό, που τραγική μια ειρωνεία
Σου ετοίμασε: σταμάτησες το διάλογο
Και τη γνωστή μας χάραξες πορεία.
Πόσες νυχτιές τόσο έκλαψες, βλαστήμησες,
Τόσο εδάρθηκες στο άδειο σου κρεβάτι
Ώσπου ο κάματος του πόθου που δεν τρύγησες
Το διψασμένο σου να κλείσει μάτι…
Πόσες ημέρες μοναχός σου ετριγύρναγες
ελπίζοντας πως ίσως θάμα γίνει
Κι ότι την πείνα θα εχόρταινες που πείναγες
Και τόσα βάσανα τρανά σου δίνει…
Α! Κι αν γυναίκας ένα χέρι θα σε χάιδευε!
Α! Κι αν μία γυναίκα σ’ αγαπούσε!
A! Κι αν τα φυλλοκάρδια σου τα άρδευε
Μ’ ότι ωραίο εντός της κουβαλούσε!..
Αλλά το χέρι αυτό για σένα δεν εβρέθηκε
Κι έμεινες μόνος μες στου κόσμου τη μαυρίλα
Κι η πίκρα με τη ζήση σου εδέθηκε
Στο δέντρο απάνου καθώς δένονται τα φύλλα.
Και το Φθινόπωρο σαν ήρθε και χειμώνιασε
Το τέλος ήτανε για σε και της ζωής σου΄
Κι από της μιάς ο θάνατος σε καταχώνιασε
στα βάθη άλλης δυσθεώρητης αβύσσου.
Το αγνό κρασί, το άγιο, το θεόσταλτο,
Παρηγοριά σού εστάθη στη φρικτή σου μοίρα:
Να χαμηλώνει της πικρίας το ύψος το θεόρατο
Και να μερώνει των παθών σου την πλημμύρα.
Άκρατο, δροσερό και πονολύτικο
Ερχόντανε και σύσμιγε σε σένα
Την ευλογιά απ’ το χώμα το Σκιαθίτικο
με όλα τ’ άλλα σου τα ευλογημένα.
Οχι πως δεν εστάθηκες μέγας και άξιος…
Όχι πως δεν προστρέχουμε κοντά σου
Για να ’βρουμε τα νάματα της τάξεως
Του Κόσμου, στα μεστά διηγήματα σου…
Οχι ότι σαν Άγιο και σαν μάρτυρα
Της Άκρατης Λαγνείας δεν σε τιμούμε,
Κι όχι πως της ψυχής μας τα παράθυρα
Στο φως σου ολορθάνοιχτα τ’ ανοιούμε,
Αλλ’ ακριβώς γι αυτό Μύστη περίτρανε
Θέμε να στήσουμε την άμωμη μορφή σου
Ψηλή κι αληθινή όπως και ήτανε-
Σαν αγγέλου ολόλευκου του Παραδείσου.
Όπως και τότε, όταν ζούσες, ψέματα
Δεν εχωρούσανε στον βίο τον σεμνό σου,
Ούτε και τώρα δεν χωρούν πλανέματα
Μετά τον σάρκινο τον θάνατό σου.
Αλέξανδρε από την φλόγα εκάηκες
Του γυναικείου κορμιού του ωραίου και λάγνου.
Από το μάγεμα το έκπληκτο εχάθηκες
Του κοριτσίστικου του βλέμματος του ολάγνου.
.Αυτός εστάθη ο λόγος που ρημάχτηκε
Ο νους και η καρδιά. Μα η ψυχή σου-
Λέω κυρ Αλέξανδρε- καθόλου δεν πειράχτηκε:
έμεινε η ψυχή η μοναδική σου.
Τάχα στα ύφη τα θεόρατα που ανέβηκες
Το κόρεσες το πάθος σου Παπαδιαμάντη;
Αστόλιστη εδώ μια ζήση αν εδιάβηκες
Εβρήκες εκεί πάνω το διαμάντι;
Πες μας εκεί απάνω -πες- απόλαψες
Γυμνό τ’ ωραίο γυναικείο σώμα;
Πες μας εκεί-εκεί-εκεί-πες, χόρτασες
φιλιά τ’ αφίλητό σου εδώ το στόμα;
Ή μήπως-πες-ειν’ η κατάρα αιώνια
Και το μαρτύριο ατέλειωτο υπάρχει!;
Κι αν ναι ποιά δύναμη έτσι καταχθόνια,
Ποιος; Ποιος φτιαγμένα έτσι τάχει;
Παπαδιαμάντη εμείς δεν γράφουμε διηγήματα.
Δεν ειν’ αυτό μας το κοινό με σένα.
Γράφουμε μόνο κάτι άνοστα ποιήματα
Κάτι ποιήματα ισχνά σαν πεθαμένα.
Παπαδιαμάντη ξέρω πως δεν θάθελες
Από κανέναν αμαθό σου βιογράφο
Με τις αξίνες του σκαλίζοντας τις άφτερες
τον άνανθό σου να συλήσει τάφο.
Κι εγώ δεν κάνω-συ το ξέρεις-τίποτε άνομο.
Κι αν κάποιον τάφο, τον δικό μου μόνο ανοίγω.
Και το δικό μου κουβαλώντας το παράπονο
Με το δικό σου το βαθύ παράπονο το σμίγω.
Μάης του 1970
Τετάρτη 26 Μαρτίου 2025
ΜΥΡΑ ΚΑΙ ΛΟΥΛΟΥΔΑ
Μύρα και λούλουδα στις πόρνες
που απ’ τους αρχαίους τους αιώνες
χωρίς προσποίηση και ψέμα
μ’ αθώο μας βλέπουν ένα βλέμμα.
Αίνοι και έπαινοι σε κείνες
που όλα τους δίνουνε τα δώρα
σαν το νερό οι δημόσιες κρήνες
και σαν τον ίλιγγο η αιώρα.
Που δεν ζητούν για ένα φιλί τους
τον ουρανό μ’ όλα του τ’ άστρα
και δεν γυμνώνουν το κορμί τους
σε πλούσια μόνον μέσα κάστρα.
Που φτωχικά φορούν στολίδια
κι έχουν ανάμεσα στα πόδια
όχι αγριόχορτα και φίδια
μα αγριοπερίστερα και ρόδα.
Που αχνογελούν όταν ακούνε
λόγια γι αγάπη και για πίστη
και κάτι έχουνε να πούνε
για το μυαλό που τα εσοφίστη.
Που μ’ ένα νεύμα είναι δικά σου
τ’ άνθη του δώρου τους του θείου
χωρίς να πρέπει-για φαντάσου-
να γίνεις σκλάβος τους δια βίου.
Μύρα και λούλουδα στις πόρνες
που απ’ τις γυναίκες ειν’ οι μόνες
που αν κάποια ξάπλωσε μαζί σου,
έστω για λίγο, ήταν δική σου!
ΓΡΑΦΕΣ ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑ ΡΩΡΕΡΚΑΡ
δ. Η κόκκινη φόρμα
Κόκκινο η γη στο βάθος έχει χρώμα,
κόκκινο ο ήλιος,
κόκκινα τ' αστέρια
τα χείλη κόκκινα,
και της μικρούλας
κόκκινα στη ντροπή τα μάγουλα είναι.
Διάλεξε ποιο απ' όλα τούτα θέλεις
να πω της φόρμας σου πως είν' το χρώμα.
Κι αν θες της γης, εσύ μ' έχεις γεννήσει.
Av του ηλιού, εσύ ζωή μου δίνεις.
Των αστεριών; Την κάθε νύχτα σ' έχω.
Μη των χειλιών; Στη φαντασιά μου μέσα
χίλιες φορές σου τα 'χω φιλημένα.
Σου μένει της ντροπής το χρώμα μόνο.
ΚΙ αυτή ‘ν’ η αλήθεια: ένα κοριτσάκι ντροπαλό,
μικρό, γλυκό και λατρεμένο είσαι.
Τρίτη 25 Μαρτίου 2025
ΓΑΛΛΟΣ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ
Έγραψε:
«Την πλησίασε απαλά. Εκείνη δεν τον ένιωσε-σκυμμένη στο ανθοδοχείο ταχτοποιούσε μέσα του τα άνθη. Άπλωσε το χέρι του να της αγγίσει τα μαλλιά. Ένα μεθυστικό άρωμα τον τύλιξε. Από τα άνθη; Από τα μαλλιά της; Δεν μπορούσε να πει. Μια πεταλούδα έπαιξε στο φως του πρωινού ήλιου. Τράβηξε το χέρι του. Έμεινε ακόμα λίγο έτσι, απολαμβάνοντας την κομψή της σιλουέτα, τα ολόμαυρα μαλλιά, το ροζ της φόρεμα, το άρωμα, την αθωότητά της...
Όταν γέμισε από όλα αυτά, ψιθύρισε σιγά τ' όνομα της. Τόσο σιγά-σα να μην ήθελε να τον ακούσει. Εκείνη γύρισε προς το μέρος του. Ένα χαμόγελο ευτυχίας φώτισε το πρόσωπο της. Χωρίς να μιλήσει τύλιξε τα χέρια της γύρω από το λαιμό του. Η ανάσα της του χάιδεψε το αυτί...»
Έσκισε το χαρτί. Α! Δεν έχουν καιρό για τόσα λόγια…
Έγραψε:
«Την έλουζε το λαμπρό φως του πρωιού. Περπάτησε απαλά κάνοντας ένα κύκλο γύρω της. Αυτή στεκόταν ακίνητη σαν σεμνή αρχαία θεά που περιμένει θυσία από τον πιστό της. Γονάτισε μπροστά της σκύβοντας το κεφάλι του. "Βοήθησε με", της είπε, "βοήθησέ με να γίνω άξιος να σ' αντικρύσω…"
Αυτή γέλασε μ’ ένα κελαριστό γέλιο μωρουδίστικο...»
Πήρε το χαρτί, το τσαλάκωσε και το πέταξε στο καλάθι των αχρήστων.
Το χαρτί χτύπησε στο χείλος του καλαθιού κι έπεσε στο πάτωμα.
Όχι που να πάρει και να σηκώσει! Όχι! Δεν ξέρουν από τέτοια, δε θα νοιώσουν τίποτα... Άλλο...
Πήρε μιαν άλλη κόλλα χαρτιού.
«Μπήκε στο δωμάτιο. Εκείνη γύρισε και τον είδε. "Αγάπη μου", της είπε, "όλη νύχτα δεν κοιμήθηκα για να σε σκέπτομαι. Δες τους κύκλους της αγρύπνιας γύρω από τα μάτια μου. Κοίτα το ξεραμένο μου δέρμα. Ακόμα μου είσαι θυμωμένη; Λυπήσου με γλυκιά μου κι έλα στην αγκαλιά μου..." Αυτή τον κοίταξε στην αρχή υπεροπτικά...»
Σηκώθηκε από την καρέκλα του. Έκανε νευρικά μια βόλτα στο δωμάτιο. Μετά πήγε ως το παράθυρο. Κοίταξε κάτω. Άνθρωποι με βλακώδεις φάτσες έτρεχαν ανάμεσα σε πανύψηλα κτίρια. Γύρισε αποφασιστικά στο γραφείο του. Ξέσκισε το χαρτί, πήρε άλλο.
Διάβολε! Εδώ είναι Αθήνα!
\Χωρίς να κάτσει έγραψε:
"Τη γάμησε και ύστερα έφυγε για τη δουλειά του".
Ναι, αυτό ήταν!