ΤΑ ΜΙΚΡΑ
Οταν από τον τόπο σου φύγω κυνηγημένος
Ο,που της Γης και να σταθώ θα είμαι ένας ξένος
Οχι πως με αγάπαγες-αλήθεια, γιά φαντάσου
Μα γιατί σ’ άκουα… σ’ έβλεπα… βρισκόμουνα κοντά σου.
*
Λυτά τα κίτρινα μικρά χαρτάκια
Καλά είναι για να γράφουμε στιχάκια
Αυτά τα όμορφα τα ποδαράκια
Καλά είναι για ν’ ανάβουνε μεράκια.
*
Βροχή μην τοσο βιάζεσαι να σμίξεις με το χώμα.
Τόσες ημέρες πρόσμενες. Λιγάκι στάσου ακόμα'
βάοτα βροχούλα λίγο-ακούς; μισή μονάχα ώρα:
χωρίς αδιάβροχο έφυγε από το σπίτι η Ντόρα.
*
Αγαπώ κάθε τι που ειν’ δικό μου:
Το παλτό, το σκυλί, το στυλό μου.
Μα εσένα… και πώς να το πω…..
Να! Εσένα γιατί σ’ αγαπώ;
*
Μόνο τα χείλη ενώ κρατάνε
Το θείο δώρο να μιλούν
Όλα τα άλλα σου μιλάνε
Κι όταν ακόμα αυτά σιωπούν.
*
Την όποια του αξία καθορίζουν
Σ’ έναν ηθμό οι τρύπες.
Με καίνε, με πονούν, με βασανίζουν
Τα λόγια που δεν είπες.
*
Σούρπωσε. Λάμπουν οι μηροί
Άσπροι ως ψηλά και τρυφεροί.
Κι ανάμεσά τους ένας ζόφος
παραφωνία στο λυκόφως.
*
Σήμερα που όλα ισορροπούν και που έτσι λες ταιριάζουν-
η αγάπη μου, οι κουβέντες σου, οι θύμησες που σφάζουν-
σκέφτηκα πως θα έχανα μοναδική ευκαιρία
αν δεν κατέγραφα εδώ αυτή τη συγκυρία.
*
Όταν κοντά σου ήμουνα έλιωνα από τον πόνο
Που δε δυνόμουνα παρά να σε κοιτάζω μόνο.
Μακριά σου έφυγα. Μα να! πάλι δεν ησυχάζω-
Τώρα πονώ που δεν μπορώ ούτε να σε κοιτάζω.
*
Τόσο κοντά σου να μαι και να μην μπορώ
Λίγο ν’ αγγίσω μια σου τρίχα, ένα ρούχο…
Τόσο κοντά σου να μια και να μην μπορώ
Λίγον να δείξω από τον έρωτα που σου ’χω
*
Έτσι που κάθε μέρα με σκοτώνεις
με το φιλί σου απαγορευμένο,
του θάνατου ένα βάσανο γλιτώνεις-
όταν θα ρθεί, θα μ’ έβρει πεθαμένον.
*
Τόσο ακριβό το φιλί
είναι το δικό σου
που δε με φιλάς Εριλή
ούτε στ’ όνειρό σου;
*
Αν μ’ αγαπήσεις αφού πεθάνω
στον τάφο μου έλα, γυμνώσου
και πάνω στον τάφο ξαπλώσου.
Τα υπόλοιπα εγώ θα τα κάνω.
*
Πες μου πού βρήκες το κορμί, το πρόσωπο, τα μέλη,
που τόση γλύκα γύρω τους σκορπάνε κι ευωδιά.
Πες μου να πάω κι εγώ εκεί για να φορτώσω μέλι
και θα σου πω σ’ αντάλλαγμα πού θα ’βρεις και καρδιά.
*
Και να σκεφτείς ότι αν διέθετα λεφτά
Γυναίκες θα ’χα σαν και σένα δεκαεφτά.
Και να σκεφτείς ότι αν διέθετα δολάρια
Χιλιάδες θα ’χα σαν τα δύο σου τα ποδάρια…
*
Απ’ το νερό έκανε ο Χριστός
Κρασί. Καλά. Αλλά εσύ-
κάτι μας έκανε κι Αυτός-
συ με μεθάς χωρίς κρασί.
*
Πήγα στον ύπνο μου να σε φιλήσω
Κι εσύ το στόμα τόκανες πίσω.
Μεγαλοπιάστρα και πεισματούσα
Όνειρο ήτανε κι ας σε φιλούσα…
*
Από συνήθεια σα σε δω λέω καλημέρα
Μα που η μέρα; Πού η καλοσύνη;
Νύχτα τριγύρω και γεμίζουν τον αέρα
Τέρατα που η κάκια σου ξεχύνει.
*
Κάθε επαφή μαζί σου κι ένας χαμός.
Ικέτης σου έρχομαι και φεύγω πίσω
Πιο ρημαγμένος, πιο φτωχός.
Τίποτα πάλι δεν θα σου ζητήσω.
*
Αν από τις αισθήσεις μας έλειπε η αφή
Αλήθεια αν ντυνότανε ετούτη η γραφή.
Τίποτα δε θα ζήταγα πλέον απ’ τη ζωή μου
Γιατί ετότε αγάπη μου θα ήσουνα δική μου.
*
Η αγάπη ένας κάκτος με αγκάθια
Που φυτρώνει πάνω σ’ έρημα κρεβάτια
Όλα ίδια με μια μόνο διαφορά-
Πως τ’ αγκάθια της δεν είναι φανερά.
*
Απορία γεννάει στους άλλους
Το γεγονός πως πάντοτε
Σε ζωγραφίζω με τα πόδια ψηλά Ντόρα.
Δεν μπορούν να καταλάβουν
πως μόνον έτσι φαίνεσαι.
*
Ευχαριστώ δεν άκουσα από σένανε
Ούτε σε ένα απόσα σου ’κανα τα δώρα.
Μόνο αυτά μου λένε από το δώμα σου
«Σ’ ευχαριστούμε που μας έδωσες στη Ντόρα.»
*
Εαρινή περίπολος ανθεί γύρω σου Ντόρα.
*
Αν είχα δυο φιλιά τόνα θα κάρφωνα
Στα τέσσερα τα χείλη σου τα άφωνα.
Τ’ άλλο θα το σεργιάνιζα αργοκύλητα
Στα χείλη σου τα δυο τα γλυκομίλητα.
*
Μπροστά μου όπως καθόσουνα με τα μαλλιά λυμένα
έβλεπα τους εβένινους που εκείνα στρώναν δρόμους
και η ψυχή μου γέμιζε χίλιες χιλιάδες τρόμους:
καμία από τις στράτες τους δεν ήτανε για μένα.
*
Με το λίγο κρασί σ’ αγαπάω
Με πολύ σε ξεχνώ.
Κι όταν πιω γιατί πίνω ξεχνάω
Και ξανά σ’ αγαπώ.
*
Παρέλαση φιλιών.
To δικό της πρώτο-σημαιοφόρος.
*
Αδιάσπαστη ενότητα συνθέτουν
η άρνησή σου και η υποταγή μου.
Κανένα από τα δύο δεν γίνεται να ήταν αλλιώς.
Τη σωστή μόνο δόση να συντηρήσουμε.
*
Αδιάφθορη κυλάς μέσα στον φάρυγγά μου.
Με καίς περιστροφικά.
*
Πόσο απούσα είσαι
μόνο κάποιος που δε σ’ έχει γνωρίσει μπορεί να το ξέρει.
Γιατί κάτι από σένα θα ήταν παρόν αν σε ήξερε.
Επειδή όλα τα έχεις.
*
Αν ήξερα πως κάτι μ’ αγαπά
Θα φύτρωναν στους ώμους μου φτερά.
Συνέχεια η ζωή θα μου γελούσε
Αν ήξερα πως κάτι μ’ αγαπούσε.
*
Ντόρα στη θάλασσα
Εμένα πόθου κύμα με φλογίζει,
κι εσέ κύμα θαλάσσης σε δροσίζει.
Γλυκά εσένα ο αφρός σκεπάζει,
εμένα τους βουβώνες μου ρημάζει
*
Έτσι περίσσια λουλουδένια
πώς δε σε ρήμαξαν οι μέλισσες;
Από ντροπή τα μεταξένια
τα πεταλάκια σου μην έκλεισες;
*
Χιονονιφάδα η αίσθηση είναι της ομορφιάς.
Δεν ξέρεις πως είσαι όμορφη ώσπου να την αγγίσεις.
Μα σαν τη ’γγίσεις πια νερό στα χέρια σου κρατάς.
Α! Μια στιγμή θα ’σαι όμορφη στη διάρκεια όλης της ζήσης
Κυριακή 30 Ιουνίου 2024
ΜΟΥΣΑ ΝΤΟΡΑ ΤΡΙΑ
Θεοίς μεν ήδη παρημελήμεθα
χάρις δ΄αφ' ημών ολομένων
θαυμάζεται' τι ουν ετ' αν
σαίνοιμεν ολέθριον μόρον;
(ΕΠΤΑ ΕΠΙ ΘΗΒΑΣ)
ΠΡΟΣΔΟΚΙΑ
Όπως η γη στον λαμπροήλιο γύρω
γυρίζει προσδοκώντας ζεστασιά,
κι ως τ' άνθος μόνη ελπίδα του για μύρο
έχει στης άνοιξης την αγκαλιά,
έτσι κι εγώ από σένανε προσμένω
της ύπαρξης μου να ’βρω το σκοπό
και βίο να παραδώσω δικιωμένο
απ' τ' άλυπο δρεπάνι σαν κοπώ.
Γι αυτό καχύποπτα μη με κοιτάζεις-
είναι η αίσθησή μου αληθινή
και μη το νου σου μ' απορίες κουράζεις:
μια λήκυθο μπροστά σου έχεις κενή.
Έλα και ή με κάτι πλήρωσε την-
μ' αγάπη, μίσος η κατακραυγή-
ή αλλιώς στο χώμα κάτω πέταξε την
την ώρα τη φριχτή ευθύς να βρει.
ΣΤΟΝ ΜΙΚΡΟ ΚΑΝΑΠΕ
Στον μικρό καναπέ με ανοιγμένα τα πόδια
μου ξαπλώνεις κι απέ πού να έβρω τα λόγια
ν' απαντήσω σ' αυτά που οι άλλοι μου λένε-
όλα μου όταν καυτά και τα λόγια θα καίνε.
Και που να 'βρω ματιά και αλλού να κοιτάξω
καθώς όλος φωτιά κινδυνεύω ν' αρπάξω-
τo σορτσάκι ανοι' σαν πουλί τα φτεράκια
κι έχουν κιόλας φανεί κάτι ροζ ανθουλάκια:
προπομποί ταιριαχτοί στον ανθόφυτο κάμπο
με φωνίτσα ζεστή με καλούνε για να 'μπω.
Και στη μέση του να! τη χαράδρα εικάζω
που ευτυχία κερνά ως Αμάλθειο βάζο.
Α! Σε τι δυνατό λιώνω ο δόλιος καμίνι'
και νερό δεν κρατώ και η φλόγα δε σβήνει.
Όταν έρχομαι εδώ-και συχνά δα δεν είναι-
κοριτσάκι μου αγνό τα ποδάκια σου κλείνε
ώστε εγώ να κρατώ το μυαλό μου καθάριο
να μπορώ να σκεφτώ για το χάος του Αύριο.
ΕΚΕΙΝΟ
Και τι που εγέρασα λοιπόν;
Έχω γεράκι δει εγώ μες σε κλουβί κλεισμένο
Κλουβί βρωμιάρικο λερό ξέφτιο και σκουριασμένο.
Εχω αστέρια δει εγώ πεσμένα μες το βούρκο
και σ’ ένα ερημοκάλυβο παλιό κι ερειπωμένο
ένα διαμάντι έχω δει μεγάλο να φυλάνε.
Και μέσα από το θάνατο ζωη είδα να γεννιέται.
Τι που εγέρασα λοιπόν αφού στα στήθη κλείνω
Τέτοιο αβάσταγο καημό για το κορίτσι εκείνο;
ΤΙ ΝΑ ΠΩ…
Τι να πω που μικρό να μην είναι
Τι να πω που σε σε να ταιριάζει
Πίνε πόνε μου πίνε το γλυκό της το νάζι
Τις χαρές του κορμιού της πίνε πόνε μου πίνε
Α! Της Ποίησης νάχα τη χάρη
Α! Τα λόγια να μπόρεια να πλέξω
κι όπως πίνω απ’ της πίκρας το μεγάλο μαστάρι
Ας μπορούσα όσα κρύβω στην ψυχή μου ν’ αρμέξω,
Και σ’ εν’ άσπρο χαρτί να τα βάλω
Και να φτιάξω ένα ποίημα γιά σένα
Τέτοιο ποίημα στον κόσμο δε θα βρίσκονταν άλλο
όπως μέσα του θάταν τόσα πάθη κλεισμένα.
Τώρα ότι κι αν πω δε σου μοιάζει
Ούτε λίγο αντάξιό σου δεν είναι
Τις χαρές του κορμιού της πίνε πόνε μου πίνε
Πίνε πόνε μου πίνε το γλυκό της το νάζι.
ΘΑΝΑΤΕ…
Ασε για λίγο τη Ζωή ανέμελη να παίζει
Και, Θάνατε, έλα κάθισε σε τούτο το τραπέζι.
Θα πιώ μαζί σου-κι όταν πιω -κι όταν καλά μεθύσω
Χάρισμα ένα Θάνατε θέλω να σου ζητήσω.
Είμαστε φίλοι καρδιακοί, φίλοι αγαπημένοι.
Με τη Ζωή είμαστε κι οι δυό καθείς μας μαλωμένοι.
Μα απ’ το πορτάκι της βαριάς πόρτας με τις αμπάρες
Κάνει χατίρια αυτή σε σε κι εσύ της κάνεις χάρες.
Και να ποιά χάρη εγώ ζητώ φίλε μου από σένα.
Ένα κορίτσι αγάπησα εδώ που ζω στα ξένα.
Μα έτσι γέρος που ειμ’ εγώ κι εκείνη είναι μικράκι
Μ’ έχει ποτίσει μοναχά η αγάπη αυτή φαρμάκι
Θέλω λοιπόν απ’ τη Ζωή, πες της, όχι άλλα δώρα,
Μα ένα έρωτα φιλί να μου χαρίσει η Ντόρα.
Και αν μαζί μου συ γελάς δε θα γελάσει Εκείνη-
Ξέρει η Ζωή από καημό που ανάβει και δε σβήνει.
Για μιά στιγμή ας θυμηθεί πως η ίδια έχει βάλει
Μέσα μου ετούτη την καρδιά που τώρα έτσι πάλλει,
Ότι Εκείνη έπλασε τα μάτια που με λιώνουν,
Αυτή τους πόθους τους αψιούς που μέσα μου πυργώνουν.
Και η Ζωή θάχει από με γι αντάλλαγμα ότι θέλει.
Κι αν μου ζητήσει ζάχαρη, εγώ της δίνω μέλι.
Κι αν θέλει μιάν ημέρα μου της δίνω τη ζωή μου.
Κι αν μου ζητήσει το κορμί της δίνω την ψυχή μου.
Αυτά έχω φίλε να σου πω σα ζαλιστώ απ’ το πιόμα
Κι ας είσαι αφιλόκερδος, μάθε και τούτο ακόμα:
Όταν πεθάνω θα κρατάς μες στην πλατιά σου χώρα
Ευτυχισμένο ένα κορμί αν με φιλήσει η Ντόρα.
ΣΤΑ ΟΝΕΙΡΑ ΜΟΥ
Κοίτα, εδώ δεν πρόκειται
Για μαθηματικά
Και όλα τα μεγέθη σου
Ας είναι θετικά.
Λογάριθμοι δε θάφτιαχναν
Ποτέ τέτοιους μηρούς
Και τόσους μες στα μάτια σου
Λειμώνες ανθηρούς
Και διόλου δε θα βοήθαγαν
Χίλιοι συλλογισμοί
Γιά νάχουν τόσην ένταση
Του στήθους σου οι σεισμοί.
Μια σκέψη αναλώθηκε
Π ιό πάνω από σοφή
Γιά να πλαστούν οι ωραίες σου
Οι κνήμες κι οι γοφοί.
Κάτι που το ανθρώπινο
Το μέτρο ξεπερνά
Σε έπλασε κι έτσι ανέσπερο
Φως η όψη σου κερνά.
Μα όποιος και να σ’ έφτιαξε-
Γι αυτό και σ’ αγαπώ
Σ’ έκανε όπως σ’ έπλαθα
Στα όνειρά μου εγώ.
ΔΙΠΛΟ
Την που για σένα κράταγα ιδέα στο μυαλό μου
Πως είσαι κάτι τέλειο ν’ αποποιηθώ
Και για να βρω τη λύτρωση απ’ το μαρτύριό μου,
Προσπάθησα κι επέτυχα κοντά σου να βρεθώ.
Χίλιες φορές καλλίτερα να μην ερχόμουν όμως.
Ας έσπαζα το πόδι μου κοντά σου πριν βρεθώ.
Ας είχε αξεπέραστα εμπόδια στρώσει ο δρόμος
Τη γνώμη πούχα την παλιά για σένα να κρατώ.
Γιατ’ είδα πως τα πόδια σου δεν ειν’ φωτός δυό στήλες,
Οτι δεν ειν’ τα χέρια σου φτεράκια αγγελικά,
Οτι δεν ειν’ τα μάτια σου του Παραδείσου οι πύλες
ούτε τα δύο χείλη σου γλυκά ζαχαρωτά.
Οχι-δεν είσαι από φως. Δε σ’ έλουζαν αστέρια
Δεν είσαι ιδέα ουτ’ άγγελος. Εισαι ένα θηλυκό.
Ειν’ από σάρκα τα μικρά πλασμένα σου τα χέρια
Και τίποτα δε βρίσκεται σε σένα αγγελικό.
Είσαι από σάρκα που διψά για έρωτα και χάδι.
Είσαι από σάρκα ζωντανή, σπαργώσα και κρουστή
Κι όλο της τ’ αξεπέραστο, τυραννικό μαγνάδι
Είναι που από λάγγεμα και πόθο έχει πλαστεί.
Καλλίτερα να νόμιζα πως είσαι κάτι αιθέριο
Ακτίνα μια πως ήσουνα φωτός θριαμβική
Παρά που ένα ολόδροσο κορμί χτισμένα στέριο
Σε σένα βρήκα κι όμορφο ερχόμενος εκεί.
Τώρα φουρτούνα αληθινή ταρακουνάει τη βάρκα
Και όχι μοσκομύριστο αεράκι γιορτινό.
Ν’ αντιπαλαίψω τώρα εγώ τη ζώσα σου έχω σάρκα
Και είναι το μαρτύριο διπλό το τωρινό.
ΘΕΟΣ ΦΥΛΑΞΟΙ
Εδώ στην Καλιφόρνια που ζεις και ζω
Και κάθε τόσο κάνει κι ένα σεισμό
θέλω να με ακούσεις σ’ ότι σου πω
Γιατί όχι τίποτ’ άλλο μα σ’ αγαπώ.
Στο πάτωμα όταν πέσεις γιά να κρυφτείς
ΙΙρόσεχε αγαπούλα να μη γδαρθείς
Το γόνατό σου θέλω να το χαρώ
Οπως και πρώτα ωραίο και καθαρό.
Μη στέκεις δίπλα σ’ έπιπλα μυτερά
Γιατί όταν θα τρυπήσουν τρυπούν γερά-
Πολλούς ακούω εσχάτως τραυματισμούς
Από τους μάλλον δυνατούς τους σεισμούς.
Αν μαγειρεύεις πρόσεξε μην καείς
Αυτό το ξέρει κι ένας που ειν’ αδαής-
Μη γέψω σου στα χείλη με το φιλί
Αντίς λεπτό ένα δέρμα μία ουλή.
..Μα τι σε συμβουλεύω και σ’ οδηγώ..
Πρέπει κουτά σου νάρθω χωρίς ν’ αργώ:
Σε τέτοια-Θεός φυλάξοι-μιά ταραχή
Δεν πρέπει να αφήνεσαι μοναχή.
ΛΕΕΙ…
Καθώς σε πήρα απ’ τη δουλειά
Γιά να σε πάω σπίτι σου
Ν’ άλλαζα δρδμο λέει
Και στο δικό μου σπίτι να σε πήγαινα
Και συ νάσουνα λέει
Τελείως σύμφωνη μ’ αυτό
Τι λείο σύμφωνη..
Να το περίμενες
Και κουρασμένη απ’ την ορθοστασία,
Οταν εφτάναμε,
Νάπεφτες λέει γιά ξεκούραση ευθεία μες στην αγκαλιά μου.
ΛΟΙΠΟΝ ΚΑΙ ΤΩΡΑ ΤΙ ΝΑ ΚΑΝΩ…
Φταίω εγώ που τη στιγμή την πρώτη που την είδα
Στη στάχτη μέσα τη ζεστή ελαμψε μία σπίθα
Και φταίω εγώ αν πυρκαγιά μεγάλη έχει γίνει
Η σπίθα εκείνη κι η καυτή η πύρα της με πνίγει;
Και ποιος είναι υπεύθυνος αλήθειά για ό, τι κάνει
Όταν τις πράξεις του οδηγεί η τρομερή αγάπη
Που λογική και σκέψη ορθή και νου παραμερίζει
Κι αυτή κυρίαρχα οδηγεί κι αυτή αποφασίζει;
Και ποιός σκοπός, ποιά λογική, μπορεί να με αποτρέψει
Ναχω στο νου τη Ντόρα μου παντοτινή μου σκέψη;
Κανείς. Δεν τόχω ξαναπει, αλλά το λέω τώρα.
Δεν κρύβομαι. Δεν ντρέπομαι. Ναι. Αγαπώ τη Ντόρα.
Γιά μένα ειν’ η Ντόρα μου Θεός και τη λατρεύω.
Σ’ άλλον Θεό δεν πίστεψα ποτέ κι ούτε πιστεύω.
Για Κείνην κάθε ύμνος μου, θυσία ή προσευχή μου
Και γιά λιβάνι κι άρωμα της καίω την ψυχή μου.
Κι αν ως οι Θεοί το συνηθούν σκληρά με βασανίζει
Κάθε βασανιστήριο γιά τέτοιο θεό αξίζει.
Γιατί απ’ όλους τους Θεούς αυτού εδώ του κόσμου
Διαθέτει ένα τέλειο κορμί μον’ ο δικός μου.
Γι αυτό, καθώς πια μόνος μου στον κόσμο θα ρημάζω
Αντί "Θεέ μου", "Ντόρα μου" θ’ ακούτε να φωνάζω
και μιά εικόνα με γυμνά τα Θεϊκά της κάλλη
Για ιερό μου φυλαχτό θάχω στο προσκεφάλι.
Κι ας καίγομαι-κι ας πνίγομαι-κι ας λιώνω απ’ τον πόνο
(Ποιος είναι κείνος ο Θεός χαρά που δίνει μόνο;)
Θεέ μου, εγώ, ένας πιστός που όμοιο δεν έχεις άλλο
Ένα θερμό "ευχαριστώ" Σού Λέω και μεγάλο:
Σ’ ευχαριστώ που μούδειξες Ντόρα το πρόσωπό Σου.
Σ’ ευχαριστώ που με βοηθάς ν’ αντέχω τον καημό Σου.
Μα πιό πολύ Σ’ ευχαριστώ απ’ τής καρδιάς τα βάθη
που επιτέλους, αν κι αργά, επίστεψα σε κάτι.
TΟ ΔΙΛΗΜΜΑ
Αν σε διέτασσε ο Θεός να δώσεις ευτυχία
Στη Γη που τώρα τριγυρνά στα χαη δυστυχισμένη
Αδυναμία εσύ δε θάνοιωθες καμία:
Γιά κάτι τέτοιο με γερά είσαι όπλα οπλισμένη.
Το χάδι και το βλέμμα σου με τόση πούχουν γλύκα
Την ευτυχία θα χάριζαν σ’ όλα τα πλάσματά σου.
Μα τι θα έκανες μ’ εμέ που θεωρώ για προίκα
Της ευτυχίας πως δε μετρά παρά η αγκαλιά σου;
Το ποθητό θα χάριζες σε μένα το κορμί σου;
Τι θάχες πια έτσι βαθιά και πλέρια να σε θέλει-
Να καίγεται στο γέλιο σου, να σβήνει στη φωνή σου
Και να ρουφάει τα λόγια σου σαν Θείο νάταν μελι.
Τη γνώση πως σε κάποιονε τόσο πολύ αρέσεις,
Τη γνώση που τη δύναμη σου είχε όλη δώσει
Για να μπορέσεις τη θεϊκή Βουλή να εκτελέσεις
Το χέρι σου θα έστεργε τώρα να εξοντώσει;
Αν όχι θα παράκουγες την εντολή που πήρες:
Την ευτυχία σ’ όλα σου τα γύρω να χαρίσεις;
Από τις δυό που ανοιχτές θα στέκαν μπρος σου θύρες
Ποιαν θα τολμούσες άραγε εσύ να δρασκελίσεις;
ΑΓΑΠΩ.
Τι απ’ αυτήν με ρωτάτε αγαπώ
Και ξοπίσω της τρέχω
Ε λοιπόν να σας πω
Τούτα έχω
Αγαπώ τα φτερά που φυτρώνουν
Απ’ τους δυό αλαβάστρινους ώμους
Και το άσπρο κορμί ανυψώνουν
Στου Ωραίου τους κόσμους’
Αγαπώ τα σφεντάμια
Στα δυό χέρια που κλείνει
Που ορθώνονται όταν
Τις παλάμες στο άπειρο απλώνει
Καί το σύμπαν γεμίζουν
με γλυκιά μοσχοβόλια.
Αγαπώ τους αγγέλους
Που αγρύπνως φυλάνε
Την αθωότη του ρούχου
Το κορμί της που σκέπει.
Αγαπώ τις εξάδες
Στρατιωτών αγερώχων
Που τις λόγχες τους τείνουν
Στων ερώτων την κλήση.
Αγαπώ τους ελαιώνες
Που στο χώμα φυτρώνουν
Που εκείνη πατάει
Και τα άνθη τους πέφτουν
Μες στα δώματα του Αδη
Και τους πόνους γλυκαίνουν
Των φτωχών κολασμένων
Αγαπώ το αστέρι
Γιου στα χείλη της λάμπει.
Αγαπώ την ελπίδα
Που το βλέμμα της ντύνει.
Αγαπώ των αιμάτων
Τους κρουνούς που ποτίζοιυν
Των παρειών της τις ρίζες
Κι αυτές άλικα θάλλουν.
Αγαπώ τις σταγόνες ελέους
Που κυλούν απ’ τα μαύρα μαλλιά της.
Αγαπώ τα ποτάμια του δέους
Γιου απειλούν όποιον πάει κοντά της.
ΤΑ XΑΡΤΑΚΙΑ
Αυτό το μπλοκ με τα κομψά τα φυλλαράκια
Θα το γεμίσω πονεμένα ποιηματάκια
Να λένε για τα τόσα τα φαρμάκια
Που μούδωσαν τα δυο σου τα ματάκια.
Να λένε για τα όμορφα τα χείλη
Που μοιάζουν του Παράδεισου την Πύλη
Και για των λάγνων σου χαδιών την πύρα
Σα βασιλόπουλα ντυτά Πορφύρα.
Και θ’ αριθμήσω τις σελίδες της γραφής μου
Με αριθμούς εμπνεύσεως δικής μου-
καθείς που ξεφυλλίζει να μετράει
Τον πόνο που και σίδερα λυγάει.
Γιά σένανε θα γράψω ποιηματάκια
Σε τούτα τα κουκλίστικα χαρτάκια,
Γιά τ’ αναρίθμητα να πω φαρμάκια
Που μούδωσαν τα μαύρα σου ματάκια.
ΝΑ ΤΡΑΓΟΥΔΗΣΩ
Να τραγουδήσω τ’άνθος και τη θάλασσα
Θα μου θυμώσει ο ήλιος.
Να τραγουδήσω το φως και τα πουλιά
Θα μου θυμώσ’ η άνοιξη.
Κι αν τραγουδήσω τα χείλια και τα χέρια σου
Όλο παράπονο τα μάτια σου θα κλαίνε.
ΤΟ ΚΟΥΚΙ
Μου πρόσφερες πασίχαρη ένα κούκι
"Ί'ο έφτιαξα εγώ" μούπες "σ’ αρέσει;"
Αμέσως το κατάπια μονοκούκι
Και ψίχουλο δεν άφησα να πέσει
Στα χέρια σου, λογιάζω, τα κρινένια
Η ζύμη του για ώρα θα χτυπιόταν
Και σκέφτομαι, μαρτύρια Κολασένια
Θα γνώρισε το έρμο όταν ψηνόταν.
Αλύπητα κι εμένα με χτυπάει
Του πόθου μου για σένα το μαστίγιο
Και πύρινη ρομφαία μου τρυπάει
Τις σάρκες. Και δεν έχω καταφύγιο.
Ο Ερως, αχ, κι εμένα ας με προσφέρει
Στο Χάρο (το που μου ’μεινε λιμάνι)
Κι έτσι κι αυτός στο στόμα του ας με φέρει
Και μιά χαψιά του αμέσως ας με κάνει.
ΤΟ ΓΕΛΙΟ ΤΗΣ
Θεέ όταν στης Κόλασης
Τις φλόγες θα με ψήνεις
Και άφατη αγαλλίαση
Στη θεότη Σου θα δίνεις,
Σε μένανε τον άπιστο
Το πνεύμα Σου το πράο
Ας κάνει μιά τουλάχιστο
Χάρη που του ζητάω.
Τη μνήμη άσε αθάνατη
Στου θάνατου τη χώρα
Και να θυμάται κάνε τη
Σαν σήμερα τη Ντόρα.
Μου γέλασε εσήμερο
Κε τέτοιο ένα γέλιο
Που μπρος του ειν’ εφήμερο
Το θείο Σου Ευαγγέλιο.
Καθώς τριγύρω έψαχνα
Για μιά κενή θυρίδα
Με είδε μπρος της άξαφνα
Και άξαφνα την είδα.
Έλαμψε σα μ’ αντίκρισε.
Τα μάτια της φωτίσαν
Το στόμα κι αν δε μίλησε
Μα όλα της μιλήσαν.
Κι ας τόκανε γιατ’ ήθελε
Κάποια από μένα χάρη
Το γέλιο αυτό της ήτανε
Γιά με μαργαριτάρι.
Το γέλιο αυτό γιά χάρισμα
Θέλω και τίποτ’ άλλο.
Στον Άδη αυτό αγλάισμα
Θάναι για με μεγάλο.
Μ’ αν τ’ Ανθος του Παράδεισου
Αυτό Συ δε μου δώσεις,
Τη μέγιστη τη χάρη σου
Αλλιώς ας εκδηλώσεις:
Λίγα από τα νάματα
Που κλείνει τα μεγάλα
Πάρε του και σε πράγματα
Δώστα Θεέ μου άλλα.
Ετσι εκεί το γέλιο της
Δε θα μου λείψει τόσο
Κι αν ναι, με άλλο κάτι
Θα το αναπληρώσω.
ΑΥΤΑ ΤΑ ΠΟΔΙΑ ΜΟΥ
Αυτά τα πόδια μου που κοιτάζω τα τριχωτά
Που με πηγαίνουν και τα πηγαίνω
Δερμάτινα μορφώματα φουσκωτά
Δυό πράγματα άσκοπα-κάτι ξένο.
Μα τα δικά σου αφού υπάρχουν πάνω στη Γη
Τα δυό μου πόδια σκοπό αποκτούνε
που τα δικά σου να κάνουν ταίρι τα οδηγεί
Μαζί τους άπαυτα να ενωθούνε.
Tώρα τα πόδια μου κοιτάζω κι έχουν ψυχή
Και υποφέρουνε σαν εμένα
Ψάχνοντάς άπελπα μ’ ήλιο, με κρύο η με βροχή
Τα δυο σου πόδια τα λατρεμένα.
ΔΕ Σ’ ΕΒΛΕΠΑ
Πινγκ πονγκ επαίζαμε κι εκεί βρισκόταν μια καρέκλα
Και όποιος έχανε, σ’ αυτήν πήγαινε να καθίσει.
Σ’ αυτήνε κάθισα κι εγώ. Σ’ αυτό είχε βοηθήσει
Το ούζο που ήπια κι έκανε το βήμα μου κι ετρέκλα.
Λένε πως ήταν μειωτικό αυτό. Λόγια μεγάλα.
Μειωτικό δεν ήτανε. Μα ήταν σωστό μαρτύριο:
Μία κολώνα το σαθρό που στήριζε το κτίριο,
Σ’ έκρυβε, και δε σ’ έβλεπα που χτύπαγες τη μπάλα.
ΔΕΝ ΤΟ ΘΕΛΩ
Το Σύμπαν όλο είσαι εσύ
Οι Γαλαξίες στην ποδιά σου
Με το γλυκό μεθάν κρασί
Που έχει η αγκαλιά σου.
Αστρα, σελήνη και χρυσοί
Λαμπροφλογάτοι ήλιοι
Εχουνε όλα μαζευτεί
Στα δυό γλυκά σου χείλη.
Μέσα στα χέρια σου τα δυό
Κόσμοι πεθαίνουν, ζούνε.
Μες στης φωνής σου τον αχό
Αγγέλοι τραγουδούνε.
Και το μελένιο σου κορμί
Ειν’ η πηγή των Πόνων όλων
Που κατακλύζουνε μ’ ορμή
Και κατακαίν τον νου μου όλον.
Τα όντα κλέβουνε ζωή
Από τους ήλιους των ματιών σου
Κι είναι γι αυτά τερπνό πρωί
Το γλυκανάσασμα τo αβρό σου.
Και μες στο νάμα τ’ αρμυρό,
Μες στου αίματός σου την κραιπάλη
Ενα μικρό μόριο κι εγώ
Στη σκυθρωπή του μέσα ζάλη.
Πως να μη σ’ έχω για Θεό
Πως να μην ειμ’ εγώ σου λάτρης
Πως να μην είμαι όπου βρεθώ
Υμνων για σένα μέγας ψάλτης…
Και πως εγώ χρυσέ θεέ
Που ’χεις ιερό σου την COVELLO-
Πως να ξεφύγω από σε;
Μα κι αν μπορούσα, δεν το θέλω.
ΔΕ ΘΑ ΞΑΝΑΡΘΩ
Δε θα ξανάρθω να σε δω
και ας το θέλω τόσο.
Την τελευταία εικόνα σου
δε θέλω να προδώσω.
Θέλω ως αυτήνε τη νυχτιά
σ' είδα να σε κρατήσω
όταν στα χρόνια που θα' ρθουν
γυρνά η μνήμη πίσω.
Πάνω στον σκούρο καναπέ.
πίσω μισογερμένη.
Σε κάμψη κνήμες και μηροί.
Γύρω τους κλειδωμένη
η ποθαγκάλη των χεριών.
Να διίστανται λιγάκι
οι θείες κνήμες, κι από κει
σα δροσερό ανθάκι
να ξεπροβάλει θριαμβικό
το τρυφερό σου αιδοίο
σπαργούν, αυθάδες, καφτερό
και σαν βελούδο λείο.
Και με καλούσε ως με καλεί
στη μνήμη μου και τώρα
να τ' αλαφρώσω απ' τα βαριά
και ακριβά του δώρα.
Όχι, Δε θα 'ρθω να σε δω
και τ' όνειρο να σβήσει-
Η μνήμη ως 'κείνη τη βραδιά
Σ’ είδα θα σε κρατήσει.
AΠAΛA ΣΑΝ ΠΕΡΝΑΣ
Απαλά σαν περνάς
Στα μαλλιά σου τη χτένα
Μαύρη ζήλεια κερνάς
Και ποτίζεις εμένα.
Άλλο όνομα αν
Σου προφέρουν τα χείλια
Την καρδιά μου τσιμπάν
Φαρμακόφιδα χίλια
Αν το χέρι τ’ αβρό
Χέρι ξένο ακουμπήσει
Στην ψυχή μου θα βρω
Αν θα δω, χίλια μίση
Αν δε σ’ έχω κοντά
Για λεφτό ένα μόνο
Το λεφτό αυτό μετρά
Παραπάνω από χρόνο.
Σαν καφέ ή γλυκό
Σ’ έναν άλλο προσφέρεις
Α! Τι πιόμα πικρό
Με κερνάς, δεν το ξέρεις.
Αλλ’ αν μία σου λέξη
Θα μου πεις τρυφερή
Ν! Τα σκότη έχουν φέξει-
ήρθαν άλλοι καιροί.
Λες ποτέ δεν υπήρξαν
Οι απάνθρωπες ώρες
Λες ποτέ δεν ερίξαν
Οι ουρανοί μαύρες μπόρι
Κι όλα είναι ένα μύρο
Και μιας Άνοιξης χνώτο
Σαν να ζει ένα γύρω
Τ’ όνειρό μου το πρώτο.
Δηλαδή συ χαμένη
Στης αγάπης τη δίνη
Κι από σε μεθυσμένη
Να χορεύει εκείνη.
Α! Μικρούλα μου Ντόρα
Αν δεν είναι αγάπη
Τ’ ειν’ αυτό; Πες μου τώρα.
Μπορεί να ’ναι άλλο κάτι;
ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ Η ΡΟΓΑ
Του κόσμου η ρόγα η πιό γλυκιά ξέρεις ποιά είναι; Πες μου.
Δεν είναι του τρισπόθητου του στήθους σου η ρόγα
Όπως το στοματάκι σου θα ’σπευδε να μολόγα
Αν και μου είναι οι ρόγες του οι αμέσως πιό γλυκές μου.
Είναι η ρόγα η μοναχή που από τα σταφύλια
Που οι πελάτες κουβαλούν, μες στα καρότσια πέφτει
Αυτή λοιπόν που όταν τη βρω την τρώω σαν τον κλέφτη
Αυτή ‘ν’ η ρόγα η πιο γλυκιά για τα ξερά μου χείλια.
ΚΑΙ ΞΕΝΑ
Μνήμη σκληρέ βασανιστή, ζωή πικρό κελί μας
Πόθε αυλόθυρα κλειστή στον κήπο της Ψυχής μας
Και υπηρέτες τους πιστοί, σεις πέντε μας αισθήσεις..
Κι συ που σου ’μελε απ’ αυτούς Φως της Χαράς να σβήσεις…
Τα μάτια μας τη βλέπουνε, τα χέρια τη ζητούνε
Τ’ αυτιά από τής φωνίτσας της το χάδεμα μεθούνε
Μα του υπερώριμου, τ’ αψιού του Πόθου μας η οπώρα
Θενά χαθεί χωρίς ποτέ να τη γευτεί η Ντόρα.
Τα μύρα που αλόγιστα σκορπίζει το κορμί της
Οι δυο κρουστοί, ανώριμοι, αμάλαγοι καρποί της
Το ρόδο της, η μέση της, το χέρι της, το στόμα
Αχάδευτα κι αφίλητα θα μείνουν στον αιώνα.
Το ξέρω κι αποδέχομαι τη Μοίρα πούχει τάξει
Διψώντας μες στη λίμνη της μέσα να με πετάξει.
Μα, Μνήμη εσύ, γιατί-γιατί-γιατί αιχμαλωτίζεις
Το θείο κορμί κι αβασταγα μ’ αυτό μας βασανίζεις;
Γιατί το μαύρο των νυχτών με φως χρυσό το ντύνεις
Και πάλι--πάλι απόμακρο κι άπιαστο μας το δίνεις;
Γιατί κάθε της κίνηση, νάζι, φωνή και βλέμμα
Μας φέρνεις κι ανταριάζεις μας ασίγαστα το αίμα;
Και, Φαντασία εσύ γιατί μαζί του πάντα αρχίζεις
Να παίζεις και να χαίρεσαι και τόσα μας χαρίζεις
Δώρα, που όντας με χαρτί η με άμμο λες χτισμένα
Σε λίγο σβούν και μένουμε καράβια κουρσεμένα;
Μη και δεν είν’ η κλήρα σας να λέτε παραμύθια;
Μη Φαντασία και Μνήμη μου σεις είστε η Αλήθεια;
Μη κι ό,τι οι αισθήσεις μας οι πέντε τάχα νιώθουν
Με ανύπαρκτη, ανούσια, κι άϋλη κλωστή τα κλώθουν;
Αλλ’ αν Αλήθεια είσαστε θα υπήρχατε αιώνια.
Γιά σας δεν θα μετρούσανε ώρες, ημέρες, χρόνια…
Μα να που χάνεστε κι εσείς. Λοιπόν ποιός θα μου φέρει
Τη Ντόρα μου αιώνιο, παντοτινό μου ταίρι;
Μήπως ο Θάνατος διαρκής είναι μιά Φαντασία;
Η μόνη μήπως είναι αυτός Αλήθεια η εξαισία;
Και μήπως μέσα Του θα βρω όσα κατέχει η Ντόρα
Κι άφταστα τώρα κι άβρετα, και ξένα μου είναι δώρα;
(ΌΤΑΝ ΠΕΘΑΝΕ Η ΓΑΤΑ
Και τώρα τι θα κάνουμε
χωρίς τη γάτα
που και ποντίκια κι ερπετά
μακριά εκράτα;
Και τώρα τι θα κάνουμε
χωρίς ψιψίνα
που μες από τα μάτια της
το φως ’ξεκίνα;
Και τώρα πως θα ζήσουμε
χωρίς κατσούλι
που σα γυναίκες θάμαστε
χωρίς τον Μπούλη;
Ποιόν θα ταΐζει η γιαγιά;
Στα πόδια μας ριγώντας
για ώρες ποιος θα τρίβεται
το σώμα του λυγώντας;
Σε τόσα μπρος ποιος άτομα
στητός θα καμαρώνει;
Ποιος το παχύ στο πάτωμα
κορμί του θα ξαπλώνει;
Ποιος μ’ ένα "νιάου" ναζιάρικο-
ποιος μ’ ένα λάγνο βλέμμα
κι ύφος παραπονιάρικο
θα μας ανάβει το αίμα;
Και τώρα τι θα κάνουμε
χωρίς ψιψίνα
που μες από τα μάτια της
το φως ’ξεκίνα;
Ποιον τώρα ο Μήτσος δυνατά
θα πιάνει από τη ράχη
και αψηλά θα τον κρατά
κι ανάγκη αυτός δε θα ’χει;
Έφυγε η γάτα. Εκεί ψηλά
θεέ μου που θα πάει
έτσι όπως πέρναγε καλά
εδώ, κι εκεί ας περνάει.
Ας έχει κήπο με πουλιά
ένα ζεστό κονάκι
σπίτι στρωμένο με χαλιά
και πάντοτε φαγάκι.
Και, θε, στον νεροχύτη Σου
άστηνε ν’ ανεβαίνει
να πίνει από τη βρύση Σου:
έτσι ήταν μαθημένη.
Και τώρα τι θα κάνουμε
χωρίς τη γάτα
δεσπόζουσα κι αγέρωχη
που επερπάτα;
Και τώρα πως θα ζήσουμε
χωρίς κατσούλι
που όλοι της σαγήνης του
ήμασταν δούλοι;
Και τώρα πώς θα ζήσουμε
χωρίς ψιφίνα
που σαν Ελλάδα θα ’μαστε
χωρίς Αθήνα;
(ΌΤΑΝ ΒΑΦΤΙΣΤΗΚΕ Η ΚΟΡΗ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ ΠΟΥ ΤΗΝ ΕΙΠΑΝΕ ΑΝΤΡΕΪ)
Τέρμα λοιπόν τα ψέμματα μικρό μου κοριτσάκι.
Με τη σφραγίδα του φωτός κι εσύ θα σφραγιστείς
και θ’ αποκτησεις σύντομα ένα ονοματάκι.
Πρέπει-δε γίνεται αλλιώς-κι εσύ να βαφτιστείς.
Λοιπόν με της καρδούλας σου τους παιδικούς τους χτύπους
στο βήμα ας δώσουμε φτερά των δύο μας ποδιών
κι ας μπούμε μες στης Ανοιξης τους ανθισμένους κήπους
και μύρα ας μαζέψουμε σπανίων λουλουδιών.
Ροζ ένα χρωμα ας πάρουμε απ’ του ήλιου το μπαλκόνι
κι ας κάνουμε ένα φόρεμα στα μέτρα σου μ’ αυτό.
Με του ρυακιού το μούρμουρο, το λάλημα απ' τ’ αηδόνι
έναν ωραίο ας πλέξουμε και χαρωπό σκοπό.
Του αγέρα το ψιθύρισμα θα κάνουμε στεφάνι
και θα σου στεφανώσουμε με κείνο τα μαλλιά,
τριγύρω του απλώνοντας ό,που το μάτι φτάνει
μωράκια ακόμα τα γλυκά του πόθου σου φιλιά.
Και θα καλέσουμε πολλά ζουζούνια κι εντομάκια
κι οι καλεσμένοι ατέλειωτο θάναι κατεβατό:
πουλάκια 'λαφροπέταχτα, 'λαφάκια, σκιουράκια
και των ζωηρών των μυρμηγκιών τον τακτικό στρατό.
Κοκκινωπές και λαμπερές θα σέρνουν οι λαμπρίτσες
του φτερωτού πανηγυριού τον ξέφρενο χορό.
Πολύχρωμες, τρελούτσικες, μικρές πετάλουδίτσες
θα κουβαλούνε μια χαρά σε κάθε τους φτερό.
Και μες σ’ αυτό το χαρωπό μεθύσι η κυρα-Φύση
την ύπαρξή σου ραίνοντας με μύρα κι ευωδιές
έτσι απλά στη χάρη της τη θεία θα σε βαφτίσει
χωρίς φτιαχτά δοσίματα και ξένες συνταγές.
Και πρέπει ένα όνομα να βρει να σου χαρίσει
που να ταιριάζει και σε σε, κι η τάξη να κρατεί-
γιατί έτσι κι Ανοιξη σε πει κάθε κλαρί θ’ ανθίσει
και αν Ελπίδα η αίσθηση του Φόβου θα χαθεί.
Ισως λοιπόν καθώς σεμνή κι αγνούλα θα προσμένεις
της Φύσης την απόφαση την πάντοτε σωστή,
«Η Γελαστή κι Ανόθευτη φωνή της Οικουμένης»
Ίσως από τα χείλη της τα σοβαρά ακουστεί.
Κι έτσι λοιπόν βαφτίστηκες. Ομως μπορεί μικρό μου
Να γίνουν τα βαφτίσια σου στη Φύση μια βρισιά:
Υπείκοντας στο κάλεσμα ενός καινούργιου νόμου
Ισως να σε βαφτίσουνε και σένα σ’ εκκλησιά.
Αλλά εσύ 'σαι ανεύθυνη γι αυτό μικρή μου Αντρέι.
Μόνο να ξερεις για καλά σα θάσαι στο νερό
ότι μωρό με τ’ όνομα Αντρέι ποτέ δεν κλαίει
και πάντοτε ειν’ όμορφο και πάντοτε γερό.
----
ΨΑΞΕ ΝΤΟΡΑ!..
Ντόρα Ντόρα ήρθ’ η ώρα
Ντόρα Ντόρα ήρθ’ ο καιρός
μια νυφούλα λευκοφόρα
να γινείς κι εσύ. Εμπρός!
Α! βρε Ντόρα! α! βρέ Ντόρα!
Α! δεν είσαι ποια μικρή
κι η δική σου έφτασε ώρα
κι η δική σου ήρθε γιορτή.
Βρέ ποιού άρχοντα εγγόνι
και παιδί ποιού βασιλιά
με ταξίμι μεγαλώνει
τη δική σου αγκαλιά;
Βρε ποιο άστρι ποιο φεγγάρι
ποιος λαμπρός αυγερινός
ποιο πανώριο παλικάρι
θα γενεί για σε γαμπρός;
Ψάξε Ντόρα! ψάξε Ντόρα!
Ψάξε Ντόρα να χαρείς!
Της ζωής τα ωραία δώρα
προσφορά δεν ειν’ διαρκής.
Ψάξε Ντόρα! Ψάξε Ντόρα!
Ψάξε Ντόρα μην αργείς.
Και να ψάχνεις τότε πάψε
όταν μόνο τόνε βρεις.
Ψάξε μέσα στα συρτάρια
ψάξε πάνω στο μπουφέ
Ψάξε μέσα στα φλυτζάνια
του ποτού και του καφέ.
Ψάξε μες στη γειτονιά σου
μες τη πόλη, πα’ στη γη
ψάξε στ’ άντρα τα δικά σου
στη κρυφή ψάξε πηγή.
Ψάξε Ντόρα μυαλωμένη
ψάξε Ντόρα σοβαρή
η ζωή δε περιμένει
η ζωή δεν καρτερεί.
Ψάξε σύ! Ψάξε Ντορούλα!
Ψάξε συ ώστε κι εγώ
να γινείς να δω νυφούλα
πρίν να φύγω από δω.
Ψάξε ψάξε-δε μας παίρνει-
ο καιρός φεύγει, περνά
ότι πλούσιο είναι φτωχαίνει
κι ότι νέο είναι γερνά.
Ψάξε Ντόρα! ψάξε Ντόρα!
Ψάξε μύρο της αυγής!
Ο καιρός είναι το τώρα
και ο τόπος είναι η γης.
Ψάξε δίπλα ψάξε πέρα
ψάξε εδώ ψάξε κι εκεί
ψάξε μέσα στον αέρα
ψάξε μέσα στην βροχή.
Ψάξε στ’ άδειο, στο γεμάτο
στο μεγάλο, στο μικρό
στο επάνω και στο κάτω
στο πικρό και στο γλυκό.
Ψάξε. Μόνο την τελειότη
μη γυρεύεις τη χρυσή
θα ταν άσκοπο διότι
τέλεια είσαι μόνο σύ.
Όμως έστω μόνο τρία
οπωσδήποτε καλά
ν’ απαιτήσεις, κι αβαρία
μη δεχτείς ποτέ γι αυτά.
Τόσα να ’χει νιάτα, πλούτη
κι ομορφιά, που ούτε αυτή
η ρημάδα η ρίμα ετούτη
να μη δύναται να πει.
Προπαντός μην ξεστρατίσεις
Σ’ επιζήμιες οδούς
προσοχή μη ξαστοχήσεις:
κάλλη! νιότη! χρήμα!-ακούς;
Κι άντε γρήγορα κουφέτα
κι άντε γρήγορα κοκά
κι ένα κέικ που μια του φέτα
να ζυγίζει μια οκά.
Κι αντί δώρου άλλου εγώ
στο γιορτάσι σου-τι κρίμα!
θα σου γράψω μοναχό
και φτωχό κι αυτό, ένα ποίημα.
--------
ΣΤΗΝ ΕΥΣΤΑΘΙΑ
(μητέρα της Ντόρας)
Ευσταθία Ευσταθία
όλη μέρα εργασία
δίχως σκόλη και στασό
πού θα πάει πια αυτό;
Ρούχα έχεις για ν’ απλώσεις,
ύστερα να σιδερώσεις
και μετά να διπλωθούν
και στη θέση τους να μπουν.
Το λουτρό να καθαρίσεις,
να σκουπίσεις, να ψωνίσεις
και μετά τρεχαλητό
για να κάνεις φαγητό.
Να μαζέψεις τ’ αποφόρια
που αφήσανε τ’ αγόρια
να μαζέψεις την ποδιά
που εξέχασε η γιαγιά.
Άντε πλύσιμο τα πιάτα
και ξεσκόνισμα και λάτρα
άντε κι ένα μπακλαβά
να γλυκάνεις τα παιδιά.
Να βουρτσίσεις, να μαζέψεις,
να γιαλίσεις, να πορέψεις,
όλα αυτά είναι δουλειές
κι όχι λίγες μα πολλές.
Μια το ένα μια το άλλο
αχ! τι βάσανο μεγάλο!
μια κι εκεινο μια κι αυτό
και δε στέκεσαι λεφτό.
Ύστερα έρχεται ο κήπος-
ή δεν είναι αλήθεια μηπως;
να κλαδέψεις τα κλαδιά,
που πετούν στη λειμονιά,
θέλει χάραγμα το κλήμα,
και τα λάχανα-τι κρίμα
δεν εκάναν προκοπή
λίγο θέλουνε φουσκί.
Ράντισμα ζητούν τα δέντρα,
δεν επιάσανε τα κέντρα,
χώμα θελει η λειμονιά
και χαλκό η πορτοκαλιά.
Κι ολοένα ξεσκαλίζεις
και κλαδεύεις και ποτίζεις
βάζεις χόρτα, πιπεριές,
ντοματιές, κολοκυθιές…
Και ο κήπος σε κουράζει
και η μέση σε πειράζει
το στομάχι σε πονεί
και η πίεση θ’ ανεβεί.
Και απέ η εκκλησία
εκεί άλλη εργασία
εκεί άλλος σκοτωμός
(όμως άγιος αυτός).
Α! δουλειές και φασαρίες!
μηπως κάθεσαι κι αργίες;
σα στη λειμονιά οι ανθοί
όλο κάτι θα βρεθεί.
Ευσταθία κάνε κράτει,
μείνε λίγο στο κρεβάτι
παραπάνω-και απέ
κάτσε και στον καναπέ.
Ευσταθία μου καημένη
το γεράκι περιμένει-
θα σε πάρει αν του σταθείς
και τι κάνουμε εμείς;
Τον καφέ ποιος θα μας ψήνει;
ποιος ορμήνιες θα μας δίνει;
Ποιος με γλώσσα γνοιαστική
τότε πια θα μας μιλεί;
Ευσταθία ξεκουράσου
στάσου λίγο και στοχάσου
αν σκοντάψεις, σα σε δουν
όλοι τύφλα θα σου πουν.
Ευσταθία όλα τελειώνουν
μόνο οι δουλειες δε σώνουν
πίσω άφηστες μαθές
και τον εαυτό σου δες.
Βγες μια βόλτα παραπέρα
κι άλλον γνώρισε αέρα
στη ζωή τη λιγοστή
λίγο ξέσκασε κι εσύ.
Πήγαινε όπου δεν επήγες
ευκαιρίες μένουν λίγες
πιάστες-άρπαξτες γερά
η ζωή δεν καρτερά.
Οι χρονιές Σταθία περνάνε
και οι άνθρωποι γερνάνε
πριν πολύ να είναι αργά
ας γλεντήσουμε γοργά.
Γιατί αυτά που λέω για σένα
είναι βέβαια και για μένα:
γέροι θα μαστε κι οι δυο
μετά κάμποσον καιρό.
Κι αν μου πεις πως ειν’ ωραία
όπως είσαι τώρα, ναι α
λλά από τα τωρινά
πάντα υπάρχουν πιο καλά.
Τη γιαγιά βλέπεις πώς στέκει
ανημπόρευτη περέκει;
αλλά ακόμα συ μπορείς!
γέλα-γλέντα-μην αργείς.
Γιατί κι όλα στην εντέλεια
να τα έχεις, ποια η ωφέλεια;
Ούτε ένας θα σκεφτεί
ευχαριστώ για να σου πει.
Μήτσος, Άρης και Θοδώρα
εμεγάλωσαν πια τώρα
κι όσο κι αν σε αγαπούν
το έχε γεια θα σου το πουν.
Θα σ’ αφήσουν μοναχή σου
να περάσεις τη ζωή σου
γιατι νύφες και γαμπροί
μια φορά κάθε Λαμπρή.
Στης ζωής μέσα τη δίνη
μόνο ο Μπούλης θα σου μείνει
στοργικά να σε κοιτάξει.
Οι άλλοι θα ’χουνε πετάξει.
Γι αυτό πάντα όχι λέγε
σ’ όσους να πονάς σου λένε
και σε γλέντα και χαρές
όχι πια ποτέ μη λες.
Οι δουλειές και αν βραδύνουν
πάλι κάποτε θα γίνουν.
Κείνο που δεν καρτερεί
ειν’ οι όμορφοι καιροί.
Ευσταθία Ευσταθία
όλη μέρα εργασία
δίχως σκόλη και στασό
πού θα πάει πια αυτό;
Η ΒΡΟΧΗ
-Βροχή γιατί εστάθεις στο σπίτι της μπροστά
Κι από βουνά εχάθεις και πέλαγα ανοιχτά
-Χαρές μυριάδες έχω μυριάδες και σκορπώ
Ποτίζω καταβρέχω φυτρώνω τον καρπό
Και είτε σαν βροχούλα ή δυνατή βροχή
Και είτε σαν δροσούλα η σαν νεροποντή
Μυριάδες τα καλά μου-σ όλους αγαπητή
Ζοφόρα τα νερά μου απ’ ολους ποθητή.
Μα όλα μου τα πλούτη καθόλου δε μετράν
Μπρός στην κοπέλα τούτην σε τούτη την κυράν
Γυναίκα εγώ και θέλω γυναίκα. Και ποθώ
Κοντά της να κονεύω κοντά της να σταθώ
Και δεν τηνε ζηλεύω και δεν τηνε μισώ
Μ αυτήνε δε παλεύω για κότινο χρυσό
αυτήν εδώ και μένω γι αυτήν και ήρθα εδώ
Να τηνε βλέπω θέλω γι αυτό δε ξεκινώ
Η οικουμένη άκουσε τα φοβερά τα λόγια
Και χλώμιασε και παγωσε κι ενιωσε μελαχόλια
Οι σπόροι δάκρυ έσταξαν τα δέντρα εφαρμακώσαν
Και τα ποτάμια στέναξαν φίδια άλλα τα εζώσαν.
Κι είπε το χώμα στη βροχή
Λυπήσου ότι αγαπούσες
σαν ξεγνιαστη εγυρνούσες
Στην όμορφη εξοχή
Αν λείψεις θα μαι πια ξερό
Κι ότι εντός μου υπάρχει
αξία καμιά δεν θα χει
Με δίχως το νερό
Χωρίς τον γάμο εμάς των δυο
Τιποτα δεν θ’ ανθίσει
τίποτα δε θα ζήσει
Στη γη αυτήν εδώ.
Το σπέρμα σου αν θα στερηθεί
Η μήτρα η καρπερή μου
η νέκρα της ερήμου
Πάνω μου θα απλωθεί
Εκεί μη στέκεις άλλο πια
για δύο μαύρα μάτια
Πάρε τα μονοπάτια
πάλι τα πρωτινά.
Λυπάται η δύστυχη βροχή
χώμα ξερό να αφήσει
Αλλά και να χωρίσει
απ τ’ Όμορφο η φτωχή
Και τρόπο ψάχνει να σωθεί
απ την κακή της μοίρα.
Με τη γλυκιά σου λύρα
Ψάλε την ποιητή
Με τέχνη, πάθος κι ομορφιά
σμίλεψε τη θωριά της
Να μη με καίει μακριά της
του χωρισμού η φωτιά.
Στη μοναξιά μου τη θλιβή
καθώς μακριά θα τρέχω
Μαζι μου να την εχω
χαρά μου ακριβή
Εμπρός λοιπόν εγω κι εσυ
ας ήσουμε το χώμα
Τα μάτια της-το στόμα
τραγούδα ποιητή.
…………………………………………………..
ΣΟΥ ΑΠΑΓΟΡΕΥΩ
Σου απαγορεύω νάρχεσαι σαυ Ανοιξη
Και να σκορπίζεις γύρω μου λουλούδια
Και να μοιράζεις ευωδιές και χρώματα
Και τιτιβίσματα πουλιών.
Σου απαγορεύω της ζωής μου τα σκοτάδια
Με των ματιών σου τις ανταύγειες να φωτίζεις
Σου απαγορεύω αυστηρά κάθε μου λύπη
Να τήνε κάνεις ονειρόπλαστη χαρά.
Σου απαγορεύω ακουμπώντας μου το χέρι
Σα φύλλο να με κάνεις να ριγώ
Σου απαγορεύω σα Θεό να σε λατρεύω
Σου απαγορεύω νά σ’ αγαπώ.
ΓΥΜΝΗ
Και επειδή έχεις ρούχα τι;
Έτσι δεν είσαι λες γυμνή;
Και αν τα ρούχα είναι σεμνά
Αφού τα μάτια έχεις γυμνά
Ολην μπροστά μου σε γυμνώνουν
Ολην σε με σε ξεδιπλώνουν
Ολη η φλόγα που τα καίει
Γιά το κορμί σου τόσα λέει..
Οι λαγγεμένες σου ματιές
Στου Πόθου το κορμί σπαθίές
Κι όλη η γλύκα της ματιάς
Γλύκα κορμιού σα με κοιτάς.
Και κάθε βλέμμα ζωγραφιά
Σ’ αυτήνε στήθη και μεριά
Σ’ εκείνην μέση και αφαλός
Σ’ αυτήν ο απόκρυφος καϋμο£
Και στη ματιά την πιδ δειλή
Ορθια του στήθους σου η θηλή
Γ•'έσα στα μάτια σου τα δυό
Πάντα γυμνή θε να σε δω
Γυμνή εμπρός μου τριγυρνάς
Και με δονεις-και με πονάς
Α1 Κι αν δεν έχεις ρούχα τι-
Ππροστά μου πάντα είσαι γυμνή.
Η ΔΙΠΛΗ ΣΩΤΗΡΙΑ
Αν κάποτε θελήσεις μία πράξη
Να κάνεις στην αδιάφορη ζωή σου
Που στα Ηλύσια θα σε κατατάξει
Τί πιό ταιριάζει παρά να χαρίσεις
Την ευτυχία σ’ έναν ομογενή σου-
κι απλό, και σίγουρο: να με φιλήσεις.
ΤΟ ΛΑΤΡΕΜΕΝΟ
Οταν γεννιέται ο Χριστός στο στόμα ας φιλιόνταν
Και τρία ας ήταν τα φιλιά όταν ανασταινόταν
Και στα γενέθλια, στις γιορτές, στους γάμους, στα βαφτίσια
ο κόσμος ας αντάλλαζε φιλάκια στοματίσια.
Κι όταν πεθαίνει μιάς μικρής κοπέλας ο πατέρας
Τη λύπη την αβάσταχτη κείνης της ημέρας
Ας την εμέτριαζε αυτή κάπως, με το να μένει
Με κάθε φίλο η συγγενή για λίγο αγκαλιασμένη.
Φιλιά-αχ- πόσα ολόγλυκα μοναδική μου Ντόρα
Απ’ το ελένιο στόμα σου θα είχα πάρει ως τώρα
Και πόσες θ’ ανακάλυπτα κρυμμένες επετείους
Τους ασπασμούς σου τους γλυκούς να γεύομαι τους θείους…
Και σήμερα: που πέθανε ο πατέρας ο καλός σου
Τα δάκρυα θα σκούπιζα από το πρόσωπό σοΙυ
Και θα σ’ αγκάλιαζα. Εσύ, ανύποπτη κι αγνούλα
Της λύπης θα ενόμιζες την τόση μου τρεμούλα.
Αλλά εμέ μιάν άλληνε απ’ τη δική σου_μέθη
θα μ’ έπαιρνε. Γιά μένανε τα μαύρα μου τα πένθη
Αντίθετα, θα λύνονταν. Ό,τι καιρό ποθούσα
Τη μέρα αυτή-αλλίμονο-ακέριο θα τρυγούσα.
Στον κυρτωμένον ώμο μου γερμένο το κεφάλι
Τόσο κοντό: μου όλα σου τα μυρωμένα κάλλη
Εστω κι αν σ’ έσπρωξεν εκεί μόνο μιά. στενοχώρια Στην αγκαλιά μου ας ζήταγες μόνο την παρηγόρια.
Γιά μένα δε θα άλλαζε τίποτα΄ και στον Αδη
Τη μνήμη αυτή ατίμητο θα κράταγα πετράδι
Και με ακράτηγη χαρά θα φώναζα στο χώμα
«Τ’ αγκάλιασα!-Τ’ αγκάλιασα το λατρεμμένο σώμα.»
ΚΑΙ ΔΙΚΗ ΜΟΥ
Στου καναπέ την απλωσιά, μαλακό του χνούδι
Των πρωινών της παιχνιδιών τ' ανυποψίαστο γέρας
Σαν πεταλούδα, σαν ανθός, σα φως, σαν αγγελούδι
Η Ντόρα μου κοιμήθηκε μες στην καρδιά της μέρας.
Ηλιε με τις αχτίδες σου μην της φιλάς τα μάτια
Κρατήσου. Εκοιμήθηκε. Τα διαλεχτά της κάλλη .
Σ τα θαλπερά που, απόγιομα, ξανοίγεις μονοπάτια Ευτυχισμένη όπως πριν θα παραδώσει πάλι.
Κι έλα αγεράκι δροσερό μέσα στο μέγα κάμα
(Αχού θεέ του Ερωτα πώς δε μου κλεις το στόμα…)
Ελα αγεράκι-σαν αυτό που θάβρεις άλλο θάμα
Ελα και φίλα-χάϊδεψε το λατρεμένο σώμα.
Ελ' αεράκι. Πού αλλού θα βρεις έτσι πλεγμένα
Σα 'ρωτεμένους ερωδιούς δυο τέτια ποδαράκια
Ποδάκια σαν αλάβαστρο, με πέντε το καθένα
Αχνά παπαρουνόφυλλα στα τρυφερά νυχάκια;
Σ' άλλο ποιο σώμα παιδικό θα, βρεις μεστά δυο στήθη Που αν και γερτά ορθώνονται πάνω τους τόσες χάρες-
Που οι γιορτές του Έρωτα πάνω τους νάναι πλήθη
Και τόσες να γεμίζουνε το νου κρυφές λαχτάρες;
Μέλι δροσάτο που θα βρεις να στάζει από χείλη;
Αλλού που θάβρεις τόσο φως που να λυσσά ο Αδης
Πού, όλη την που μέσα του θλίψη κρατεί το δείλις
Αλλού που ένα σάρκινο όνειρο συ θε νάδεις!,,,
Στον βελουδένιο καναπέ η αγάπη μου κοιμάται,
Χρόνε μου κυλά αθόρυβα. Πάτα λαφριά σιγή μου.
Και καρδιοχτύπια μου τρελά μη μου τηνε ξυπνάτε-
Ετσι ως δεν είναι κανενός λίγο είναι και δική μου.
ΩΣ ΤΟΝ ΑΔΗ
Οι τόσοι, πόνοι που με πότισες
Οι που μου δίνεις τόσες λύπες
Οι τόσοι πούχεις βάλει γύπες
Να τρων το σκότι μου που άρρωστησες,
Το εισιτήριό μου θάναι το άσφαλτο
Μες στον Παράδεισο γιά νάμπω
Ενώ στης Κόλασης τον κάμπο
Συ σε καυτή θα ψήνεσαι άσφαλτο.
Μα η Αγάπη μου αγάπη μου
θα μ’ ακλουθήσει ως τον Αδη.
Και-μη φοβάσαι-κάθε βράδυ
Θα σε δροσίζω με το χάδι μου.
ΕΝΑΣ ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ
Γλυκούλι μου μωράκι άκου τώρα
Τι θέλω από σένα να ζητήσω-
Γιατί βλέπω κοντά να ειυ’ η ώρα
Που ανοιχτά τα μάτια μου θα κλείσω.
Θέλω εκείνονε όταν διαλέξεις
Πάνω στης ζήσης το φριχτό σανίδι
Της ύπαρξης το ανέντιμο παιχνίδι
Μαζί του ανυποψίαστη να παίξεις,
Μιά μέρα να τον δείξεις και σε μένα.
Θέλω να δω ποιός μέσ’ από το πλήθος
Των όντων με τα μάτια τα κλεισμένα
Το τέλειο σου θα μακελλεύει στήθος.
Κι όχι γιά τίποτ’ άλλο παρά μόνο
Νάχω να λέω στον δυστυχισμένο
Κόσμο,που ζει στη θλίψη και στον πόνο
Ιίως γνώρισα ένα ον ευτυχισμένο.
ΜΙΣΩ
Μισώ τη θεοφοβούμενη νουνά σου που σε παίρνει
Και τριγυρίζετε μαζί οι δυο στις εκκλησίες
Και μεσημέρι φεύγετε κι απόγευμα σε φέρνει
Και γιά Tiς πιό πολλές σου αυτή ευθύνεται απουσίες.
Μισώ τη θειά σου τη χοντρή πούρχεται τα βραδάκια
Κι αναζητώντας συντροφιά μαζί της σε τραβάει
Και σε καφέ και σε μπιστρό και σε μικρά μπαράκια
Τόσες μαζί σου όμορφες ώρες αυτή περνάει.
Μισώ τ’ αδέρφια σου που πας μαζί τους κάθε τόσο
Γιά ψώνια, γιά ένα πρόγευμα, στον κινηματογράφο
Και γιατί λίγην από σε πάνω του θ’ απιθώσω
Μισώ και τούτο το χαρτί που τώρα εντός του γράφω.
Ολα σε παίρνουν μακριά *π* το σπίτι τα δικό σου
Και άοειο όταν έρχωμα<Γτο βρίσκω ολοένα .
Αλλα φωτίζει πρόσωπα το σμαραγδένιο φως σου.-
Και τα μισώ γι αυτό κι αυτά και ας μου είναι ξένα.
(Ω! Μίσος μου! γλυκόπιοτο φαρμάκι της ψυχής μου!
Ω! Μίσος μου! Της όμορφης αγάπης πόσο μοιάζεις!
Πώς κάθε εμπόδιο μου γκρεμός στο δρόμο της καλής μου
Και πώς μονάχη κι άκρατη για με την ετοιμάζεις…)
Και πάνω στο μικρούλικο ξυλένιο κομοδίνο
Μία φωτογραφία σου το μάτι να μου κλείνει.
Κι όσο μένει μίσος μου πάνω της το ξεχύνω
Γιατί μιά Ντόρα ψεύτικη η εικόνα της μου δείχνει.
ΤΕΛΕΙΑ ΚΑΙ ΠΑΥΛΑ
Μην είσαι κάτι ασήμαντο; Κάτι συνηθισμένο;
Μην υπερβάλλω όταν θαρρώ πως όλα σου είναι τέλεια;
Βέβαια απ’ αλλού απάντηση αφού δεν περιμένω
Μοιραία θα βρίσκεται κι αυτή μες στη δική μου εμβέλεια.
Αλλά τον ίδιο θάκλεινα κύκλο λατρείας πάλι
Και πάλι ο ίδιος θάμουνα και δικαστής και θύμα
Αν φιλοσόφων θεωριών θα μ’ έδερνε η ζάλη
Κι αναποδείκτων σκέψεων τ’ ανταριασμένο κύμα.
Ας μη λοιπόν ρωτώ κι εγώ κι εσύ στοιχεία γυρεύεις.
Κριτής κανένας σοβαρός δεν παίρνει τέτοιο ρίσκο.
Κι ούτε ανάγκη απ’ αυτόν έχω-μη με παιδεύεις
Το τέλειο πλάσμα είσαι γιατί, τέλεια εγώ σε βρίσκω.
ΠΙΝΓΚ ΠΟΝΓΚ
Όλα μου τα παιχνίδια πήρες εσύ
σα να ’σουν η Κυβέρνηση του Βισύ.
Ο κόσμος μου ο κόσμος της Σούζυ Βογκ.
Άσε μου το πινγκ-πονγκ
Μου πήρες το μυαλό μου και την καρδιά
κάθε μου πήρες μέρα κάθε νυχτιά.
δε μ' αναπαύει ούτε και η σαιζ λονγκ.
Άσε μου το πινγκ-πονγκ.
Μου πήρες κάθε ικμάδα-κάθε χαρά.
Ας μου ήσουν καν η Δόξα για τα Ψαρά.
Πενήντα δύο είμαι κι όχι Κινγκ Κονγκ.
Άσε μου το πινγκ-πονγκ.
Τίποτα δε σ' αρέσει πάνω σε με.
Ούτε και τα γυαλιά μου που ’ναι φυμέ.
Ούτε έστω το που σου ’φερα χτες εγκ νογκ.
Άσε μου το πινγκ-πονγκ.
Είμαι στα τελευταία μου τα σκαλιά.
Καμπούρα είμαι όλος κι όλος κοιλιά.
Μη με σβελτάδα τόση χτυπάς το γκονγκ.
Άσε μου το πινγκ-πονγκ.
Ο πόθος κι η αγάπη με τυρρανάν.
Καθένα κι όλα απάνω σου με πονάν.
Τ’ ήτανε που ’χω κάνει το τόσο wrong?
Άσε μου το πινγκ-πονγκ.
Kάτι που να σ' αρέσει ως δεν κρατώ,
κάθε προσπάθεια μου την παραιτώ
κι είναι το ύστατο μου δώρο this song:
Άσε μου το πινγκ-πονγκ.
Τίποτα το δικό μου πάνω σε σε
δεν έχω αγγίξει… je vais coucher…
Από την πεθυμιά της κολλάει my tongue
Άσε μου το πινγκ-πονγκ.
Κενά κι αβύσσων χάη με διεκδικούν
καθώς φιλιού τον ήχο δεν αγρικούν.
μπροστά στα δυο μου μάτια θανάτου fog…
…Άσε μου το πινγκ-πονγκ...
ΤΗ ΒΑΣΑΝΙΖΕΙΣ
Κι αν στην καρδιά μου έχεις μπει
Όμως τη βασανίζεις
Και τη χτυπάς και την κλοτσάς
Και την καταξεσχίζεις.
Κι αν είσαι μες στο λογισμό
Και σ' όλες μου τις σκέψεις
Μόνη σου έννοια και σκοπός
Το πως θα με παιδέψεις.
Να σ' αποβάλω δεν μπορώ-
θα πει να σε ξεχάσω-
Δίχως σου άλληνε ζωή
Δεν το μπορώ να πλάσω.
Κι αφοΰ μονάχα δεν μπορείς
Παρά να με σκοτώνεις
Θάνατος είναι η ζωή
Που εμπρός μου ξεδιπλώνεις.
ΦΙΛΕΙ
Μόνο εγώ ξέρω από τι
Η ύπαρξή σου έχει πλαστεί
Από φωνές κι από σιωπή
Από αναίδεια και ντροπή
Κι ενώ όλα πάνω σου μιλούν
Και για τον έρωτα καλούν
Το στόμα πάντα το σκιστό
Αλαλο μένει-σφαλιστό.
Κι ενώ του στήθους σου η θηλή
Άστρα και σύννεφα φιλεί,
Τη λαγγεμένη σου ματιά
Στη Γη βυθίζεις την πλατιά.
ΚΑΤΙ ΤΡΕΧΕΙ…
Αν αγαπώ το θάνατο
είναι για δε με θέλεις
Γιατί ούτε νοιάστηκες ποτέ
Γιά μένα ούτε μέλεις.
Κι αν αγαπώ σε είναι γιατί
Το θάνατο ξεκρίνω
Μέσα στο μάτι που γι αυτό
και τη ζωή μου δίνω.
Κι όπως εδά μπερδεύτηκε
Το ζήτημα με σένα ^
Καμιά ξεμπέρδεψη ποτέ
Δε θάβρει από κανένα.
Τι πρώτα εγω αγάπησα;
Εσένα ή τη θανή μου;
Κι ένια ποιά έχει τάχα αυτό
Το "τη ζωή μου δίνω" ;,
Αφού αξία πιά καμιά
Το δόσιμο δεν έχει;
Ουφ! Σ αγαπώ-όε μ' αγαπάς
Αυτό είναι. Κάτι τρέχει…
ΜΟΥΣΑ ΝΤΟΡΑ ΔΥΟ
Η ζωή είναι μία διαρκής συνουσία.
ΕΛΥΤΗΣ
Οι μεν ιππήων στρότον
οι δε πέσδων οι δε νάων
φαις’ επί γαν μέλαιναν
έμμεναι κάλλιστον
εγώ δε κην' όττω τις έρραται.
ΣΑΠΦΩ
Α! ΩΡΑΙΑ!..
Εγώ και η ανάπνια μου
μονάχοι περπατούμε
Α! Ομορφιά της Ομορφιάς
Α! Ωραία των Ωραίων
πρώτα πηγαίναμε μαζί
οι δυο εμείς και μια πνοή
Α! πι' Όμορφη απ' τις Όμορφες
πρώτα πηγαίναμε μαζί
δύο εμείς και μια ζωή
τώρα το χνώτο μου απλώ
κι αυτο πλανιέται μοναχό
Α! Ωραία των Ωραίων
τώρα το χνώτο μου απλώ
με το δικό σου δε διπλώ
Α! Όμορφη των Όμορφων
Α! των Ωραίων Ωραια
όλα μου τώρα είναι νεκρά
μόνο η ανάπνια μου πικρά
προτού σκορπίσει στον αέρα
για μια στιγμή μου είναι παρέα
και μόνο η ανάσα μου
Α! Ωραία των Ωραίων
και μόνο η ανάσα μου
βγαίνοντας απ' την κάσσα μου
κι απ' τ' άψυχο μου σώμα
μου λέει πως ζω ακόμα
(Α! Όμορφη των Όμορφων!
Α! των Ωραίων Ωραία!)
ΜΟΝΟ ΜΕ ΤΑ ΠΟΥΛΙΑ
Μόνο με τα πουλιά δε σε τραγούδησα
που πάντοτε μου ήτανε φευγάτα
με τιτιβίσματα δε σε νανούρισα
και με χαμόγελα δροσάτα.
Μόνο με της καρδιάς μου τα χτυπήματα
ποτέ δε σου εμέτρησα το βήμα
μόνο με της αγάπης μου τα κύματα
ποτέ δε σου εξέπλυνα το κρίμα.
Μονάχα του κορμιού μου την ατσάλινη
στ' "όχι" σου δεν εβύθισα λεπίδα'
μονάχα τη χαρά σου την οπάλινη
δε μου εσταύρωσε η ελπίδα.
Μονάχα με τον πόθο μου δε σ' άγγιξα
μόνο με την αγάπη μου δε σ' ήπια'
τη χλεύη μόνο εγώ εστράγγιξα
από τα ζεστά σου τα καρδιοχτύπια.
ΛΟΙΠΟΝ ΝΑ ΣΟΥ ΠΩ
Λοιπόν να σου πω τι ακριβώς έχει γίνει.
Είναι που αγάπη δεν είχα ποτέ μου
και είναι που δίχως αγάπη οι καρκίνοι
κι αυτοί κι η ζωή τους πηγαίνει χαμένη.
Και είναι που να! για ν' αντέξω να ζήσω
ψάχνω στη σκέψη και στη φαντασία
πέτρες να βρω και με κείνες να χτίσω
μι αγάπη με βάθος-μι αγάπη μ' αξία.
Σε σένανε τώρα ολόκληρο εβρήκα
έτοιμο να 'ναι ως μ' αρέσει το κτίσμα
μαύρα ματάκια με ανείπωτη γλύκα
στόμα ένα τόξο με βέλος το πείσμα.
Κι ας μη μ' αγαπάς-κι αυτό ας πονάει
ένα όνειρο είσαι-και τ' όνειρο, λέω,
θέλγει, μαγεύει, μα δεν αγαπάει
κι ας ειναι όσο θέλει γλυκό και ωραίο.
Γι αυτό πάντα έρχομαι σε σε κάθε λίγο:
θέλω απ' τον πλούσιο τον πύργο να πάρω
κάτι-ένα νεύμα, μια λέξη πριν φύγω
μια πέτρα μικρή να πετάξω στο Χάρο.
Μ' αυτά της Αγάπης το Δράκο γελάω
έτσι κι εμένα γελάει Εκείνος.
Μα έτσι μπορώ κι έστω αργά προχωράω,.
Αλλιώς δε γινότανε-είμαι καρκίνος.
INSULTING
"Άκη, you insult the family..."
Τι ρήση απαράμιλλη
και τι γλυκούλα λέξη-
insult - που' χεις διαλέξει...
Έδωσες ένα ράπισμα
στης αγενείας το σάλπισμα
α! έχει μυαλουδάκι
αυτό το κεφαλάκι!
Αλλά, μικρή μου, οι Άκηδες
οι δήθεν εξυπνάκηδες
γραφτό είναι όσο ζούνε
συνέχεια ν' απρεπούνε.
Και ίσως ατοπήματα
και λανθασμένα βήματα
'κείνοι να κάνουν πρέπει
η φωνή σου να μας τέρπει.
ΠΟΘΟΣ
Κιτρίνισαν τα φύλλα της ψυχής
και δώσανε το χρώμα τους στου πόθου μου τα φύλλα
έσι καθώς αυτός στέκεται ανεπαρκής
δίπλα στου τοίχου μου του έρμου τη μαυρίλα.
Και είμαι σίγουρος πως στο δεξί
(καθώς κοιτάζω από δω) το φύλλο αυτό το σάπιο
θα 'χουν ζωύφια σαρκοβόρα εμφανιστεί-
να! σαν να βλέπω να κουνιέται κάποιο…
Α! Πόθε μου! Σ' αγόρασα ακριβά
με πράσινο το δώμα μου το μαύρο να στολίσεις
κι έρω για μένα να ριζώσεις στα γλυκά
ματάκια της αγάπης μου όταν τη συναντήσεις.
Μα όμως με προδώσατε κι οι δυο:
και σε κει κείνην της ψυχής σας νίκησαν τα πένθη
που αγέννητα κι αχάλαστα εντός μου κλειω-
και συ μου εμαράθηκες και κείνη δε θα έρθει.
TO ΠΟΥΛΑΚΙ
Ξέρω ένα πουλάκι
μες σ' ένα κλουβί
θέλει να πετάξει
και σε με να 'ρθεί.
Σύρματα μεγάλα
μου το σταματούν
τα μικρά φτεράκια
πάνω τους χτυπούν
Κάθε σύρμα έχει
όνομα ηχηρό
κι ένα τείχος πλέκει
γύρω του γερό-
ήθη, κοινωνία,
λογική, αιδώς-
κι ανοιχτή ούτε μία
δεν υπάρχει οδός.
Κι αν το ράμφος ξένει
τοίχους και σκεπή
άθικτη απομένει
πάντα η φυλακή.
Ξέρω ένα κλουβάκι
κρύο, μεταλλικό
το μικρό πουλάκι
να λαλεί ακώ
βλέπω το κορμί του
νοιώθω την ψυχή
βλέπω την ορμή του
σε τ' εμέ να 'ρθεί.
Α! Γιατί να υπάρχει
τέτοια κατοχή
και το σύρμα να 'χει
δούλη μια ψυχή;
Α! Να μεγαλώσει
Α! Να μεγαλώ-
δύναμη να πάρει
τ' απαλό φτερό..
Δυο χρονάκια ακόμα
κι αχ! να πεταχτεί
το μικρούλι σώμα
μες απ' το κλουβί
κι αχ! και κοινωνία
ήθη, λογική,
σα θα βγει με βία
να τ' αφήσει εκεί,
και σε με σα θα 'ρθει
και σα ρθεί εδώ
για στολίδι να 'χει
μόνο την αιδώ.
Α! Δυο χρόνια ακόμα
κι ω! τρελή χαρά
ανοιχτοί όλ' οι δρόμοι
κι όλα φεγγερά.
Και θα λοιδωρούμε
μ' έρωτα κραυγές
όσους να χαρούμε
δεν αφήναν χτες.
Και θα ζούμε αιώνια
με γλυκό φιλί
τ' ανθηρά μου κλώνια
και το αβρό πουλί.
ΧΩΡΙΣ ΤΑ ΑΝ
Αν η αγάπη σου ήτανε θλίψη
θάταν ολόκληρη δική μου
Κι ούτε από σε θα είχε λείψει
Πάντα θα ήσουνα μαζί μου.
Αν η χαρά σου ήτανε πόνος
θα σε χαιρόμουν κάθε ώρα
Και πια ποτέ δε θάμουν μόνος
Πάνω στου Χρόνου την αιώρα.
Μα τώρα υπάρχουν άλλες σχέσεις
Εσύ εσύ κι εγώ ένας ξένος..,
Ευχαριστώ τις υποθεσεις
Χωρίς τα «αν» θάμουν χαμένος.
ΓΙΑ ΝΑ ΜΕ ΒΑΣΑΝΙΣΕΙΣ
Γιατί το σώμα της Θεέ να κάνεις έτσι τέλειο
Που όταν μπροστά μου το θωρώ να χάνομαι-να σβήνω..
Δε σ’ έφτανε το άγιο, σοφό σου Ευαγγέλιο
Επρεπε την τελειότητα να δώσεις και σε κείνο;
Και, Θε, γιατί της έβαλες μέσα στο μυαλουδάκι
Την τάση την ολέθρια να ντύνεται με γούστο
Και μ' ένα ψεύτικο μπλουζί, μ' ένα παντελονάκι
Εδέμ να κάνει τους γλουτούς και Κόλαση το μπούστο;
Κι ωραία΄ την έπλασες΄ γιατί οι δρόμοι μας να σμίξουν; Γιατί η βουλή Σου ήτανε να μου τηνε γνωρίσεις;
Τα χείλη σου γι απόκριση το ξέρω δε θ' ανοίξουν ΄
6α σου το πω λοιπόν εγώ! για να με βασανίσεις.
TOY ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΥ
Οταν σε έπλασε ο Θεός
Στάθηκε λίγο σκεφτικός
«Η ομορφιά που έχω δέσει
Σε ποιάν ασχήμια θα χωρέσει;
Να τήνε στείλω στους διαβόλους
Θα τους κολάσει πάλι όλους
Να τήνε στείλω στους αγγέλους
Θαν ’ η αρχή αυτή του τέλους".
Κι αφού παιδεύτηκε πολύ
Μιά κάποια λύση για να βρει
Κι αφού απέρριψε πλανήτες
Και Γαλαξίες και Μαύρες Τρύπες ;
Κι αφού κατάλληλη καμία
Για σε δε βρήκε κατοικία
Σ’ όλης της Πλάσης Του τους τόπους,
Είπε "Ας πάει στους ανθρώπους".
Και από τότε τυραννούν
Όποιον τα μάτια σου κοιτούν
Και διπλοκαίν και τσιγαρίζουν
Όποιον τα χέρια σου αγγίζουν.
Όποιον τα χείλια σου φιλούνε
Φαρμάκια χίλια τον κερνούνε,
Κι όποιος κοιτάξει το κορμί σου
"Αντίο" λέει του Παραδείσου.
ΝΤΟΡΑ ΚΑΙ ΔΕΥΤΕΡΑ ΠΑΡΟΥΣΙΑ
Για με, ένα παράδαρμα στου Σύμπαντος την τάξη
Για μένα, ένα μηδενικό στων αριθμών τη δίνη
Για να με υπηρετήσουνε οι κόσμοι έχουν υπάρξει
Κι ό,τι στην Πλάση έγινε για μένα έχει γίνει.
Αρχή το Χάος. Υστερα κόσμοι, αστέρια, ήλιοι
κι η γη μας' που απτόητη πλανιέται στους αιθέρες.
Για μένα κάποια Δύναμη όλα τα έχει στείλει-
Γιά να με δικαιώσουνε πλαστήκανε οι μέρες.
Για με γινήκαν οι άνθρωποι μ’ εντός τους χαρισμένα
Αλλος το φως των αστεριών κι άλλος το σκότος του Άδη.
Για με οι γυναίκες. Και Αυτή για μέ-γιά με-γιά μένα
κι ας μη μου δίνει το άγριο λυτρωτικό της χάδι.
Για με η Ρώμη φούντωσε σαν κραταιό πλατάνι
και βύθισε σ’ αβάσταχτη δουλεία τους ανθρώπους.
Η Ιουδαία απόφαση για μένα είχε κάνει
Να διώξει τους δεσπότες της απ' τους ιερούς της τόπους,
Για να φανεί έτσι ο Χριστός των Ιουδαίων μπροστάρης
Και για να γίνουν τα σοφά τα λόγια Του θρησκεία.
Για μένα η λαμπρότητα της θείας Του της Χάρης
Τη φοβερή εκήρυξε Δευτέρα Παρουσία.
Τότε, χωρίς κοσμήματα ή ρούχα να φοράνε
θα μαζευτούν οι άνθρωποι μπροστά στον θείο Σου θρόνο
Και όλοι με αλάθητη μια κρίση θα κριθούνε-
Και μέτρο θαν' οι πράξεις του του καθενός και μόνο.
Ετσι λοιπόν, ξέρω καλά πως τάχεις κανονίσει
Μέσα στην ατελείωτη ουρά των πεθαμένων
Καθώς θα περιμένουνε την τελική την Κρίση
Να μ’ έχεις αποπίσω της θεέ μου εμέ βαλμένον.
Αλλά το πάθος μου θεέ για κείνης το κορμάκι
Ξέρεις καλά σαν πάνσοφος ότι δεν έχει όρια.
Ξέρεις καλά πως το γλυκό του έρωτα φαρμάκι
Σκοτώνει κάθε μια ντροπή και κάθε ανημπόρια.
Κάνε λοιπόν εξαίρεση και κρίνε με από τώρα
Γιατί αν με βάλεις στην ουρά σε κείνην αποπίσω-
Γιατί αν γυμνή μπροστά μου δω θεούλη μου τη Ντόρα,
και Παρουσία και Κρίση Σου θα Σου τα μαγαρίσω.
ΚΑΘΟΛΟΥ
Σήμερα ο Ντέηβ ο μάνατζερ
με πήρε απ’ τη δουλειά μου
Κι εκτάκτως μούπε ήθελαν
εκεί τη βοήθειά μου.
Πήγα. Και δούλεψα πολύ.
Μα άλλη είν' η ουσία.
Είναι που δείχνει η κλήση αυτή
πως έχω κάποια αξία.
Τον εαυτό μου ας μην μπορώ
γι αυτό να τόνε πείσω
Κάπου σ’ αυτόν μπορώ κι εγώ
τον κόσμο να βοηθήσω.
Κάποιος σ’ αυτή πάνω τη Γη
κάτι από με προσμένει.
Κάποια εργασία και για με
είναι προορισμένη.
Ένα δεν είμαι άχρηστο
και ξοφλημένο πλάσμα.
Δεν είν' αυτό που τραγουδώ
το κύκνειό μου άσμα.
Βάρος μπορώ κάποιο μικρό
ακόμη να σηκώσω-
Κάτι στους τόσους που ζητούν
μπορώ κι εγώ να δώσω.
…Αλλά κι αυτήνε τη ζεστή
και θριαμβική μου σκέψη
Με ματαιότη ήρθε η σκιά
Εκείνης να τη στέψει
Και όπως σβήνει κάθε μου
ελπίδα μες στη ζήση
Κι αυτό μου το λαχτάρισμα
ήρθε μ' ορμή να σβήσει:
Αφού Εκείνη από με
τίποτα δεν ζητάει
Στους άλλους όποιο δόσιμο
καθόλου δε μετράει.
Αφού η Ντόρα μου μπορεί
και ζει χωρίς εμένα
Ολα όσα δίνω μάταια,
κενά, σαν μη δοσμένα.
ΜΕ ΤΡΩΕΙ
Αν ήξερε το Χιούζ πόσους πελάτες χάνει
Μαζί τους δυο μας να δουλέψουμε όταν βάνει
Στους μάνατζερ του θάλεγε "Ούτε μια ώρα
Μαζί μην ξαναβάλετε το γέρο με τη Ντόρα ."
Τα μάτια σου να βλέπω η τις σακούλες;
Γυμνή εσένα η τις γαλοπούλες ;
Και πως να βλέπω εγώ μπροστά μου
Αφού είσαι δεξιά η αριστερά μου;
Πόσοι πελάτες σπίτι θα γυρίσαν
Με άλλα τρόφιμα από κείνα που ψωνίσαν
Και πόσοι θα εβρήκαν παραπάνω
Είδη που απρόσεχτα εγώ τους βάνω…
Σήμερα μόνο έδωσα σε άλλο
Τον πληρωμένο από άλλον γάλλο
Και μια σακούλα γέμισα κρεμμύδια
Σε κάποιον που αγόρασε αντίδια.
Τα μάτια σου κοιτώντας τα μεγάλα
Αντί να δώσω σ' ένανε το γάλα
Μες στο καρότσι γελαστός που εκράτα
Την άμμο τούβαλα που χέζει η γάτα
Μα σκέφτομαι τι πίκρα που θα νιώσει
Αυτός που εν' αχλάδι θα δαγκώσει
Απ' όσα του εδίπλωσα την ώρα
Που ήσουνα στο μπρέΐκ σου σύ Ντόρα:
Πίκρα που μ' άλωσε και σ' όλα γύρα
Τηνε επερίχυσα όταν σε είδα-
Κι ακόμα αυτή η θύμηση με τρώει-
Να χαριεντίζεσαι μ’ ένα «μπαγκ-μπόυ».
ΤΟ ΓΛΥΚΟ ΤΗΣ ΝΤΟΡΑΣ
Στομάχι μου έχεις κουραστεί
έχεις δουλέψει
πολύ στη ζωή για μένα...
κι έχεις αγόγγυστα λουστεί
φαγητά άβραστα
ή κακομασημένα...
Όμως ποτέ δε βαργκομάς,
ποτέ δεν έχεις
προδώσει τη φιλιά μας-
όλα τα κόβεις και τα σπας
αδιαμαρτύρητα
ως κόβει ο αδάμας.
Μ' αν δε σε πρόσεχα πολύ
μέχρι τα τώρα
και δε σ' ευχαριστούσα,
ήρθε η ώρα η καλή
κι όλα χτες στάδωσα
μεμιάς που σου χρωστούσα:
το που μου πρόσφερε γλυκό
εχτές η Ντόρα
σε σένα τόχω πέψει
και σα βοτάνι μαγικό
σ' έχει και σένανε
όπως και με μαγέψει.
Κι ακούω μύρια "ευχαριστώ"
για το δωράκι
που μούχε αυτή χαρίσει
που μούχε δώσει να γευτώ:
κάτι τα χέρια της
που μέσα έχουνε κλείσει.
Στομάχι μου παρακαλώ
(ξέρω πώς νιώθεις,
κι εγώ την αγαπάω
κι ό,τι μου τύχει να κρατώ
δικό της, ουτ' εγώ,
ποτέ δεν το πετάω).
τώρα μην κάνεις σαν και με
και συ τα ίδια-
μη το γλυκό κοντά σου
μόνο το θέλεις... αχ καυμέ!
εμπρός... προχώρατο...
στείλτο στα έντερα σου!...
ΑΗ-ΝΙΚΟΛΑΣ. ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ.
Αη-Νικόλας. Επιτάφιος. Η σεπτή περιφορά.
Τόσο ωραία Επιτάφιος πρώτη μ' άρεσε φορά.
Γιατί σ' ένα απ' τα κορίτσια που κρατούσαν τ' άγια σκεύη
εξεχώρισα των μαύρων των ματιών σου τα ερέβη.
Με το κόκκινο φουστάνι το μετάξινο ντυτή
συ δεν ήσουν σ' Επιτάφιου αλλά σ' Έρωτα γιορτή.
Και ποιος λίγη έστω λύπη για το Θειο Δράμα νιώθει
αν χορεύοντας μπροστά του περπατούνε χίλιοι πόθοι...
Έτσι εγίνει και με μένα. To κορμάκι το χυτό
διαγραφόνταν από κάτω από τ' άμφιο το λιτό
και με άφηνε να βλέπω τα όμορφά σου ποδαράκια
τη μεσούλα, τους γοφούς σου, την κοιλίτσα, τα στηθάκια...
Τα ματάκια σου κοιτούσαν έτσι αθώα το Σταυρό
που μπορώ τέτοια αθωότη μόνο ψεύτικη να βρω.
Και κλεισμένα τα χειλάκια σε κατάνυξη μια τόση
σαν η έκσταση να τα 'χε της Αγάπης μαρμαρώσει.
Μεγαλύτερο μαρτύριο το δικό μου ή του Χριστού;
Μεγαλύτερη ευτυχία η δική μου ή του πιστού;
Ποιος μπορεί να πει; Κανένας. Μόνο εγώ. Αλλά σωπαίνω
και πεθαίνω κάθε μέρα και ποτέ δεν ανασταίνω.
ΑΛΛΙΩΣ
Πρωί στη δουλεία με ταχύτητα τριάντα.
Της Owensmouth πράσινη κάθε της πάντα
Στου πάρκου της Lanark την άδεια απλωσιά
Σκιουράκια στης χλόης βουτούν τη δροσιά"
Oi κήποί ανθισμένοι. Η Φύση καινούργια.
Τα "STOP" της οδύνης να κόβουν τη φούρια
Και πάνε τ’ αμάξια δυό-δυό στη σειρά
Και λάμπουν στου Ηλιου το φως καθαρά.
Πρωί στη δουλειά τη δική του έχει χάρη.
Το στήθος της δειχνει η Ζιζή με καμάρι.
Η Λώρα γελάει χωρίς τελειωμό
Θυσία πρωινή στης χαράς το βωμό.
Ο Γκέοργκ γερτός στο παγκάκι του μάρκετ
Σφιχτά τυλιγμένος στο σκούρο του τζάκετ
Βαριά με φτηνό μεθυσμένος ποτό
Ξεσπάει σε χίλιες βρισιές το λεπτό.
Και φως μες στο φως, νυσταγμένη ακόμη,
Πρωί του πρωιού, με λυμένη την κώμη
-Εικόνα λαμπρή στην καρδιά πως σε κλειώ-
Εκείνη βαδίζει να πάει στο σχολειό.
Πρωί στη δουλειά πως θα ’σουνα πόνος
Αν μέσα σου ήμουνα έρημος-μόνος.
Μα αλλιώς έχει η μοίρα του Κόσμου γραφτεί:
Υπάρχει-θεέ μου-υπάρχει κι αυτή.
ΕΚΕΙΝΗ
«Ποιητή σε βλέπω μοναχόν
να περπατείς τα βράδια,
Με συντροφιά μόνο Μουσών
και όχι αγάπης χάδια.
Τη θλίψη που όλον σε κρατεί
έχω πολύ μισήσει
Τον έρωτά μου άσε να ’ρθεί
και να την αποσβήσει.
Όπως εκείνης που αγαπάς
μου μοιάζουνε τα μάτια-
τα που εντός τους περπατάς
νύχτια θυμίζουν πλάτια.
Αν του κορμιού της οι ομορφιές
σ’ έχουν βαριά λαβώσει
και το κορμί ετούτο-δες-
τις ίδιες θα σου δώσει.
Αν στ’ όνειρό σου, το γλυκό
το στήθος της γυρεύεις
παρ’ το δικό μου ζωντανό
χωρίς να περιμένεις.
Την που γυρεύεις απ’ αυτή
και δεν τρυγάς χαρά σου
θα τήνε βρεις σε με καυτή-
πάρε με-είμαι δικιά σου.»
«Κι αν ίδια είσαι εσύ καλή
κι ωραία όπως εκείνη
κι αν ίσως ένα σου φιλί
το ίδιο μεθύσι δίνει
Κι αν ίδια δώρα σα θα ’ρθείς
τo σώμα σου μου δίνει
και αν σαν λούλουδο ανθείς
όμως δεν είσαι ΕΚΕΙΝΗ.»
ΜΙΣΗΤΑ
Δωμάτια μισητά των κοριτσιών
που όταν μέσα τους εκείνα μπουν
κι όταν την πόρτα πίσω τους θα κλείσουν
αφήνουν ορφανή την οικουμένη...
Μέσα εκεί το Μέγα Μυστικό κλειέται μαζί τους.
Μέσα εκεί
μωράκια ακόμα
Ηδονικά
βομβίζουν τα φιλιά του μέλλοντός τους..
Μέσα εκεί-
στων συρταριών τ' ανάκατα τα ρούχα-
φωλιάζει ό,τι ζωή κι απαντοχή μας είναι:
το ανυπόμονο του πόθου
και του γλυκού χαδιού η προσμονή.
Έξω από τα δωμάτια έχουν μείνει μόνο
Η παγωνιά η νύχτα και ο θάνατος.
Κι όταν την πόρτα ανοίξουνε
και πάλι βγουν
τότε δειλά το φως ξαναπροβάλλει
φέγγοντας πλέρια μόνο σα θα γίνει φανερό
πως τα κορίτσια μέσα εκεί
θ' αργήσουν να ξανάμπουν.
ΠΡΟΣΔΟΚΙΑ
Όπως η γη στον λαμπροήλιο γύρω
γυρίζει προσδοκώντας ζεστασιά,
κι ως τ' άνθος μόνη ελπίδα του για μύρο
έχει στης άνοιξης την αγκαλιά,
έτσι κι εγώ από σένανε προσμένω
της ύπαρξης μου να ’βρω το σκοπό
και βίο να παραδώσω δικιωμένο
απ' τ' άλυπο δρεπάνι σαν κοπώ.
Γι αυτό καχύποπτα μη με κοιτάζεις-
είναι η αίσθησή μου αληθινή
και μη το νου σου μ' απορίες κουράζεις:
μια λήκυθο μπροστά σου έχεις κενή.
Έλα και ή με κάτι πλήρωσε την-
μ' αγάπη, μίσος η κατακραυγή-
ή αλλιώς στο χώμα κάτω πέταξε την
την ώρα τη φριχτή ευθύς να βρει.
ΑΧ ΑΗΤΕ!
Αχ Αητέ ! Αχ Αητέ! Αχ Αητέ μου κι αχ! μου Δωρείο!
Αχ Αητέ μου κι αχ μου Δωρείο ξεπεράσατε το όριο
Κι αχ κι επλά- κι αχ κι επλά- κι αχ επλάσατε μωρέ
μια μικρούλα
μια δροσούλα
Κι αχ επλάσατε μωρέ μια μελένια Δωρειοπούλα.
Κι αχ περνά- Κι αχ περνά-Κι αχ περνα κι ο τόπος λάμπει
Κι αχ περνά κι ο τόπος λάμπει και ανθίζουνε οι κάμποι.
Και μιλά και γελά και μου λιώνει την καρδίτσα
Και μου λιώνει την καρδίτσα με ναζάκια και καπρίτσα.
Αχ μικρή μου Δωρειοπούλα-Αητοπούλα μου -ωιμέ
Η καρδιά μου είναι πιό μαύρη απ' τα μάτια σου καλέ.
Αχ Αητέ; Αχ Αητέ Αχ Αητέ μου κι αχ μου Δώρειο
Τι- κορίτσι ειν' αυτό που επλάσατε πανώριο!
Αχ Αητέ! Αχ Αητέ! Αχ Αητέ μου κι αχ μου Δώρείο
Αχ Αητέ μου κι αχ μου Δώρειο-ξεπεράσατε το όριο.
THE COLOUR OF MAN
or
THE ONLY AND WHOLE DIFFERENCE
or
EIMY
(Στην Έιμυ φίλη της Ντόρας)
Ω! Ντροπαλό ερύθημα παρειών μικρής παρθένας
στη σκέψη μόνο των λευκών του Ερωτα φτερών!
Ω! Καλοθύμητη μορφή παληάς λαιμοκαδένας!
Ω! Βροντοφώναχτη σιωπή απόκρυφων Ιερών!
Ω! Πελαγίσιο φύσημα στου κάμπου το λιοπύρι!
Ω! Ανέλπιστη ελευτεριά μετά βαριά ειρκτή!
Ω! Ζύμη χειροκάμωτη σε ριγωτό πεσκίρι!
Ω! Παραδείσου φωτεινού θύρα ορθανοιχτή!
Ω! Που το χρώμα της φωτιάς, της βίας και του μίσους
το αραιώνεις με άκρατη ουράνια δροσιά
και χρωματίζοντας μ’ αυτό τους γήινους ναρκίσσους
δίνεις ουσία θεϊκή στης γης την απλωσιά!
Ω! Ηλιου ζεστοκόπημα σε κόσμο παγωμένο!
Ω! Κιβωτός πολύτιμη που μέσα σου κρατείς
φύλαγμα ένα ατίμητο-φύλαγμα τιμημένο
τον σπόρο της τρισεύγενης, της άγιας της ντροπής!
Ω! Εΐμυ, που όταν στ’ άκουσμα μίας λεξούλας μόνης
τα μαγουλά σου ρόδισμα κυριεύει βιαστικό,
ψηλά-ψηλά-πολύ ψηλά τότε μας ανυψώνεις
Εϊμυ γλυκειά-φωτόπλεχτο κορίτσι ονειρικό.
Κρίνα που ειν' άγνωστα εδώ φέρνεις μαζί σου Εϊμυ
που μόνο σε απάτητες βουνών κορφές ανθούν.
Εδώ η γη ανεόρταστη κι από αξίες έρμη
Κτήνη εδώ τα ξερικά τα χώματα πατούν.
Μα συ λατρείας πανάρχαιας τη μυστική την πίστη
μες στου αίματός σου κουβαλείς την απαλή βοή
κι ήρθες με κείνα τη φωτιά ν’ ανάψεις που εσβύστη
μες στης καινούργιας μας της γης το παγερό πρωί.
Με μια μητέρα αλύγιστη στην αυστηρότητα της
αλλά που πεντατρύφερη εντός της κλει' ψυχή
μαζί περνάτε-μιά μικρή σταγόνα εσύ κοντά της
και κείνη μια κρυστάλλινη λίμνη μοναχική.
Στη βασιλεία των μηχανών, στων γραναζιών το χώρο
στον άνομο, στον άψυχο κόσμο της τεχνικής
χώμα ήβρες και φύτρωσες Ιδέας θείο δώρο;
Νεράκι πού κι εθέριεψες, και φούντωσες κι ανθείς;
Ω! Της χρυσής Ανατολής ευήθεια σφύζον κρίνο!
Ω! Της Ευρώπης των παλιών καλών καιρών καρπός
μ’ αιμόμικτα αισθήματα μπρος σου το γόνυ κλίνω-
Μάννα ίδια γη μας γέννησε και ίδιος ουρανός.
Μακριά κορίτσι ευάρεστο! Μακριά απ’ τα σίδερά τους
μακριά απ' την ατσαλένια τους-αν έχουνε-καρδιά
μακριά συ απ’ τα ένστικτα τα πλήθια κι άγριά τους
μακριά 'π' των δολαρίων τους την κρύα μυρωδιά,
μη της ντροπής το ρόδισμα που δεν μπορούν να νιώσουν
το πάρουν στη βιασύνη τους για πάθος ή οργή
και μη τ’ αβρό το ρόδισμα και σε την ίδια λιώσουν
με του ατσαλένιου τους ποδιού μια κίνηση γοργή.
Σε θέλουμε να βλέπουμε μες στης ντροπής το χρώμα
που σου στολίζει πάναγνο την τρυφερή παρειά
γυμνό της Απαγχόμενης το κρεμασμένο σώμα
να το χαϊδεύουν τ’ άγονα των δέντρων τα κλαδιά.
Να βλέπουμε-και τ’ όραμα αυτό να μας ’μερεύει-
πώς μες στης Πάνδημης θεάς τη σκοτεινή σπηλιά
η Ουρανία στο στόμα σου τ’ ομορφο αποθηκεύει
όσα μια μέρα μες στο φως θε να δοθούν φιλιά.
Σε θέλουμε να σ’ έχουμε βοηθό στην άγρια πάλη
που με τ' Αδιάντροπο θεριό στήσαμε ολοζωής.
Για να κρατήσουμε ψηλά κι άλυγο το κεφάλι
Ωσπου η πνοή της ύστατης να μας εβγεί πνοής.
ΩΡΑΙΑ ΠΟΥ ’Ν’ Η ΑΓΑΠΗ ΜΟΥ ΓΕΜΑΤΗ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ!
Ωραία πουν’ η αγάπη μου γεμάτη καλοκαίρι!
Δεμάτι το κορμάκι της και δρέπανο το χέρι
κι ο λίβας της ανάσας της δε στέλνει κατά μένα
τα ολόχρυσα μαλλάκια της μα στάχυα μεστωμένα.
Τα ποδαράκια της γυμνά σαν κρίνα σε γλαστρούλες.
Τα μπράτσα ολαξεσκέπαστα να καίνε τις καρδούλες.
Κι ο κόρφος της-α! ο κόρφος της!-δυο φρέσκες θημωνίτσες
μ’ ακόμα εντός τους τις μικρές πρωινές δροσοσταλίτσες.
Το φουστανάκι μια κολλά στο σώμα και με λιώνει
μια πλαταγίζει και πετά, μια πέφτει και διπλώνει-
βρε αγεράκι πονηρό τι πρόφαση ήβρες πάλι
για να χαρείς της θερινής κοπέλας μου τα κάλλη…
Ωραία που ’ν' η αγάπη μου τώρα το καλοκαίρι!
Σαν σε μιαν έρμη εκκλησιά το μοναχό αγιοκέρι.
Σαν πεταλούδα. Σαν ανθός. Σα νύφη στολισμένη.
Ωραία πουν’ η αγάπη μου στα θερινά ντυμένη!
ΑΘΡΟΙΣΜΑ ΣΑΡΚΩΝ
Άθροισμα σαρκών και οστέων είμαι
δίχως τίποτα πάνω τους να τραβάει το μάτι
Προεξοχές ανώμαλες που απωθούνε
εντυπώματα ανάρμοστα που ασχημαίνουν.
Ξενος προς ό,τι θυμίζει καλαισθησία
γέννημα και λεία ζοφερής ώρας
μέλη δυσανάλογα προς ό,τι αρέσει
κορμί δυσανάλογο προς ό,τι ελπίζει
Κόσμημα τέλειο ενός άλλου κόσμου
φλάμπουρο ανίκητο άλλης ιδέας
ελπίδες και πάθη όπου δεν πρέπει
ερείσματα όπου θέση δεν έχουν.
Μόνη μου ελπίδα εδώ που στέκω
ξένες-βάρβαρες λέξεις εγώ να αρθρώσω
κάτοχος να γίνω της εντόπιας αξίας
και σαν άλλος εγώ να σε αγοράσω.
ΘΑ 'ΘΕΛΑ ΟΤΑΝ ΣΠΙΤΙ ΣΟΥ
Θα 'θελα όταν σπίτι σου το βράδυ αυτό θα ’ρθω,
να έβρισκα τ' αδέρφια σου, τη μάνα σου, το θειο σου
μα τ' όραμα απ' το σπίτι σου να 'λειπε το δικό σου-
όλο το δέντρο να 'βρισκα μα όχι τον ανθό.
Κι όταν πού είσαι να μου πουν καθέναν θα ρωτώ
εκείνοι σαν να ήμουνα τρελός να με κοιτάζαν
και κατανόησης ματιές και πονηρές ν' αλλάζαν
πως πάνω απ' όσο έπρεπε θα είχα πιει πιοτό.
Και ύστερα από κάμποσην αμήχανη σιωπή
πως δεν υπάρχει εκεί καμιά να μου 'λεγαν
Θοδώρα,
πως πάντοτε στο σπίτι τους ήσαν όσοι είναι τώρα
και "να!" να λέγαν μεσα τους "πού το ρακί οδηγεί".
Ούτε σταγόνα βέβαια εγώ δε θα 'χα πιει
και όταν καταλάβαινα πως λένε την αλήθεια
ένα μεθύσι χαρωπό να 'νιωθα μες στα στήθια-
τότε μονάχα να 'νιωθα γαλήνη τι θα πει.
Γιατί –α!-ένα όνειρο θα 'σουνα τότε εσύ
που είδα όταν κοιμήθηκα τη χτεσινή βραδιά
και τ’ όνειρο δε χάνεται και δεν θρηνεί η καρδιά
μόνο μεθάει μ' αληθινής-σπάνιας χαράς κρασί.
΄
ΕΚΕΙΝΟ
Και τι που εγέρασα λοιπόν;
Έχω γεράκι δει εγώ μες σε κλουβί κλεισμένο
Κλουβί βρωμιάρικο λερό ξέφτιο και σκουριασμένο.
Εχω αστέρια δει εγώ πεσμένα μες το βούρκο
και σ’ ένα ερημοκάλυβο παλιό κι ερειπωμένο
ένα διαμάντι έχω δει μεγάλο να φυλάνε.
Και μέσα από το θάνατο ζωη είδα να γεννιέται.
Τι που εγέρασα λοιπόν αφού στα στήθη κλείνω
Τέτοιο αβάσταγο καημό για το κορίτσι εκείνο;
ΔΙΑΛΥΟΜΑΙ
Εμμένω-οργίζομαι
θερμαίνω-φλογίζομαι
ποθώ-ικετεύω
πεθαίνω-λατρεύω
ζηλεύω-αιώρα
διαλύομαι-Ντόρα.
ΝΑΙ-ΕΙΧΕΣ ΕΡΘΕΙ
Τι νάχει γίνει νέο τάχα;
Τι ξαφνικά νάχει αλλάξει;
Η ειν’ ιδέα μου μονάχα
Κι όλα στην ίδια είναι τάξη;
Οχι. Αλήθεια κάτι τρέχει.
Κάτι ασύνηθο συμβαίνει.
Νεύρα κανένας πιά δεν έχει.
Το σούπερ μάρκετ ανασαίνει.
Φως επλημμύρισε ο τόπος.
Τα τρόφιμα όλα ελαφρύναν.
Διασκέδαση έγινε ο κόπος
Και τα χαμόγελα πληθύναν.
Χωρίς καπέλο και ποδίτσα
Οι τσέκερς γύρω τραγουδάνε
Χορό έστησαν τα κορίτσια
Κι όλοι χαρίζουν-δεν πουλάνε.
Κι όλους μας πήρε μία μέθη
Σαν ευτυχία που μας ζαλίζει
Και μια χαρά μας έχει έρθει
Που τέλος λες πως δεν γνωρίζει.
Πώς έτσι-πώς-πώς έχει γίνει
Και όλα αλλάξανε τριγύρω;
Ποιο μυστικό η ώρα κλείνει
Που της χαρίζει τέτοιο μύρο;
Κι επειδή όλα τα ’ξετάζω
Και δίνω σ’ όλα εξηγήσεις
Στρέφω... τριγύρω μου κοιτάζω..
Ναι! είχες έρθει να ψωνίσεις.
ΕΝΑ ΒΕΛΟΣ
Δυό δυό τα βέλη Έρωτα πρέπει να τα τοξεύεις
Και δύο δύο τις καρδιές πρέπει να σημαδεύεις
Ετσι καθείς κάθε φορά που από σε χτυπιέται
Από εκείνην π’ αγαπά σίγουρα θ’ αγαπιέται.
Πόσο πιο ωραία η ζωή θάτανε τότε Ερω
Απ’ τους πιστούς σου μόνο εγώ κάλλιο μπορώ να ξέρω-
Χωρίς η Φύση ούτε μιά να κάνει αβαρία
Όλα θα ήταν πι’ όμορφα με δίχως φασαρία.
Η Ποίηση θα ζήμιωνε μονάχα που ζητάει
Όπως το κάνω τώρα εγώ να σε παρακαλάει.
Αλλ’ από μένα, Ερωτα, και συ αλλά κι η Ποίηση
Δε θα εχάνατε αλλά ηθέλατε κερδίσει.
Αυτή γιατί θα έπαυα εγώ να στιχοπλέκω
Και τα δικά μου βάσανα στης Ποίησης να ,
Και συ γιατί για νάδινες στα βάσανά μου τέλος
Μόνο Αυτήν θα τόξευες-γλυτώνεις ένα βέλος.
ΤΗ ΘΛΙΨΗ
Τόσα δεντράκια γύρω μου ανθοφόρα,
Τόσα καθάρια πεύκα στο βουνό
Και ’γω μακριά-μακριά σα νάχω ψώρα
Και μέσα μου εν’ αβάσταχτο κενό.
Τόσες χαρές εντός μου φυτεμένες
Τόσοι ρυθμοί το νου μου να πλαντούν
Μα εμέ Θάνατοι σκέπουνε τις Γέννες
Και οι φωνές τραγούδια δεν κεντούν.
Τόσες ελπίδες πάνω σου φτερώνουν,
Σου πήρα τη μονάχη απελπισιά.
Και διάλεξα τη θλίψη απ’ όσες ζώνουν
Χαρές την ποθητή σου αγκαλιά.
ΒΓΕΣ
Βγες να σε δει ο Αυγερινός
μικρή μου περιστέρα.
Βγες νάβγει ο ήλιος ο λαμπρός
Και ν’ αρχινίσει η μέρα.
Βγες και προσμένει το πουλί
Πάλι να κελαδήσει.
Βγες πάλι η Γη μ’ ένα φιλί
Γλυκό σου να γυρίσει.
ΠΟΙΟΣ ΕΤΣΙ…
Τόσο απαλή και διάφανη, τόσο λεπτή κι ωραία
Σα μιά φλογίτσα, σαν μικρή νεροσυρμή του Απρίλη,
Τόσο ’λαφριά σαν γέννημα του νου, σαν μιά ιδέα,
Ποια σ’ έπλασε αέρινη σαν ψεύτικη μιά σμίλη;
Και λιόκρινα δυό σούβαλε αντίς για ποδαράκια
Που να τα πιάσω προσπαθώ και φως αντίς τους πιάνω,
Και σούκαμ’ έτσι ολόμαυρα τα ωραία σου ματάκια
Που αρρωσταίνω σαν τα δω και δε βολεί να γιάνω;
Που σούφτιαξ’ ένα πρόσωπο έμορφο σαν το ψέμα
Και δυό χεράκια τρυφερά σαν αγγελοφτεράκια;
Που λάβα έχυσε καυτή στις φλέβες σου για αίμα
Και δυό κεράσια δαγκωτά σούβαλε για χειλάκια;
Ποιός έτσι αγνή κι ιδανική ένας γλύπτης σ’ έχει πλάσει
που μύρα το κορμάκι σου ιδρώνει αντίς ιδρώτα,
Που αφόντας τόδα ο έρημος δεν έχω πιά γελάσει,
Τα όνειρά μου γλύπτης ποιός μου έκλεψε τα πρώτα;..
XEIPOΜΑΝΤΕΙΑ
Νάμαι λοιπόν στο χέρι σου τη μοίρα να διαβάζω
Ψάχνοντας πάνω του για μιαν ισχνή έστώ ελπίδα
Και συ αγνοώντας βέβαια πόσο βαθιά σπαράζω
Μες στην καρδιά μου πιό βαθιά να σπρώχνεις τη λεπίδα.
Νάμαι λοιπόν να κάθομαι δίπλα, σιμά, κοντά σου
Κατ’ απ’ το φως του πορτατίφ, στον καναπέ επάνω,
Τόσο κοντά μου έχοντας τα κάλλη τ’ ακριβά σου
Που νου και σκέψη και μυαλό και λογισμό να χάνω.
Νάμαι λοιπόν να βρίσκομαι όπως ποθούσα χρόνια
Κοντά σου. Νάναι όλη σου η προσοχή δική μου
Σαν το σφουγγάρι να ρουφάς τα σιγανά μου λόγια
Και να γεμίζεις πανικό κάθε μικρή σιγή μου.
Τι ευτυχία θάθελε κανένας πιό μεγάλη
Παρά α βρίσκεται κοντά στ’ αγαπημένο σώμα
Το λιόμορφο στο πλάι του να νιώθει το κεφάλι
Και όλο κι όλο ένα φιλί νάναι μακριά το στόμα;
Μα ενώ παλεύω άπελπις ενάντια εγώ στο Χρόνο
κρατώντας όπλο την ιερή, σεπτή χειρομαντεία,
Εσένα την κουκλίστικη ψυχή δονούνε μόνο
Αισθήματα άλλα, φονικά, αισθήματα εναντία.
ΤΗΝ ΑΧΡΗΣΤΗ
Εχτές που όλοι σου οι δικοί από το σπίτι λείπαν
Συγύριζες. Κι ως έσκυψες κάτι πεσμένο νάβρεις
Το βλέμμα μου που ως πάντοτε σε σε στραμμένο ήταν
Το θέαμα της πατούσας σου το τράβηξε της μαύρης.
Καύσωνας. Θέρος. Περπατάς ξυπόλητη στο χώμα
Κι έτσι λερώθηκες. Καλά. Όμως να εξηγήσω
Αδυνατώ γιατί εγώ που μ’ αηδιάζει η βρώμα
Τα πέλματά σου τα λερά θέλησα να φιλήσω.
Γιατί ένα πάθος μ’ έσπρωξε με θέρμη ν’ αγκαλιάσου
Τα δυό τα ποδαράκια σου που βλέπαν προς εμένα
Και με φιλιά κι ολόθερμα χάδια να τα σκεπάσω
Έτσι καθώς ολόγυμνα ήταν και λερωμένα,
Δεν ήταν που έτσι ξαφνικά είχα το νου μου χάσει
Ούτε καμία διαστροφή με είχε κυριέψει
Είτανε… να… σαν ο πιστός να βλέπει εικονοστάσι
Και το θεό του μέσα κει ζητάει να λατρέψει.
Μα της τρελής αγάπης μου τα νήματα της τόσης
Μπορεί και να τα κίνησε η ιδέα πως επιτέλους
Κάτι δικό σου που ήτανε θάστεργες να μου δώσεις:
Την άχρηστη για σένανε βρωμιά του κάθε σκέλους
ΠΟΙΟΣ ΛΕΕΙ
Ποιος λέει η ανανταπόδωτη αγάπη είναι λάθος;
Ποιος λέιε πως τότε θάμουνα μονάχα ευτυχής
Αν μέσα στο ίδιο έλιωνες κι εσύ με μένα πάθος-
Αν ήσουνα αιχμάλωτη της ίδιας ταραχής;
Ποιος λέει πως καλλίτερα από απλά να υπάρχεις
Θα ήυαν να με αγάπαγες όπως εγ’ω και συ;
Ποιος λέει πως το μπρούσικο^της μοναχής αγάπες
Απ της διπλής λιγότερο μεθάει το κρασί;
Ω.'Δεν ειν έτσι δυστυχώς μικρούλα μου Θοδώρα.
Η φλόγα γιά τα ολόμαυρα ματάκια σου τα δυό
Που δίχως ανταπόδωση με καίει δυο χρόνια τώρα
Δε μ’ εμποδίζει με χαρές μυριάδες να μεθώ.
Τα φρύγανα που ανέγνοιαστα πετάς μες στα σκουπίδια
Τα παίρνει η αγάπη μου και πλαστουργεί μ’ αυτά
Δάση που παίζουν μέσα τους οι Έρωτες παιχνίδια
Από τα πιο αθώα τους μέχρι τα πιό καυτά.
Με το αθώο το γέλιο σου πηγή αείρροη φτιάχνω
Που αιθέριες νύμφες στήνουνε τριγύρω της χορό
Kαι όπως κύκλο σέχουνε για μιά στιγμή σε χάνω
Και πρέπει νάμπω μέσα τους αν πρέπει να σε βρω.
Με μιά λεξούλα σου μικρή πέντε ψυχές γεμίζω
Μένα σου βλέμμα χτίζω εγώ Κόσμους ιδανικούς
Με εν’ άνθος που εκράτησες όλη τη γη ανθίζω
Παιάνες με άσμα ένα σου γράφω θριαμβικούς.
Και αν τυχαία όπως περνάς η φούστα σου μ’ αγγίξει
Μ’ αυτό ντυμένος τα’ άγγιγμα γίνομαι βασιλιάς
Μ’ όλους τους υπηκόους μου να έχουνε μεθύσει
Απ το πιοτό μιας άγνωστης που μούδωσες χαράς.
Που αν γινόταν ξαφνικά θαύμα και μ’ αγαπούσες
Σε τέτοιας μιας αναλαμπής δεν θ’ άντεχα το φως
Και όταν τα χειλάκια μου στα χείλη μου ακουμπούσες
Απ’ το ουράνιο τ’ άγγιγμα θα έσβηνα ο φτωχός.
Πάλι εσύ Ντορίτσα μου, όσα εδώ ταιριάζω
Μην τα μετρήσεις και πολύ-αγάπησέ με αν θες
Για ένα τέτοιο θάνατο τη ζωή τη θυσιάζω
Γιατί θα είναι Θάνατος από Χαρά μαθές…
ΚΑΙ ΣΒΗΝΕ ΜΟΥ
Τρέχε νερό και φέρνε μου τη δίψα του φιλιού της
Φωτιά τη φλόγα δίνε μου του άλικου χειλιού της
Γράφε στην άμμο κύμα μου τ’ όνομα τ’ ακριβό
Σε σας αυτήν που έχασα - σε σας θα τηνε βρω.
Γλυκιά κι ανθοπερίχυτη και σα ’γγελάκι αγνούλα
Στα πλούτη της βασίλισσα στα χρόνια της παιδούλα
Κάτι που μόνο άξιζε αυτό να κερδηθεί
Μα όλα τ’ άλλα έμειναν κι αυτό έχει χαθεί.
Τρέχε νερό και φέρνε μου τη γλύκα του φιλιού της
Σταγόνα μιά δε μ’ έρανε απ’ το φως του ωκεανού της
Τρέχε νερό κι αν κάποτε μπροστά μου την ιδώ
Τρέχε νερό και σβήνε μου όσα έγραψα εδώ.
ΙΔΑΝΙΚΟΤΗΣ
Αν "μου δινόσουν"-έτσι δεν το λένε;-
Κι αν με ιδρώ υγραίναμε και σπέρμα
Και με χαρά τα ρούχα μας τα έρμα
Που τώρα υγραίνονται με το να κλαίνε…
Αν "μου δινόσουν" και αφού το κύμα
Για λίγο θα μας ύψωνε στα νέφη
Με το θεό οικεία να μας γνέφει-
Μετά στο υγρό θάπεφτα πάλι μνήμα.
Γι αυτό τους τέτοιους έρωτες δε θέλω.
Θέλω σε συνεχή μια συνουσία
Νάναι των δυο ψυχών μας η ουσία
(Και είναι)-δίχως ούτε καν το βέλο
Της επιτήδευσης να τις χωρίζει-
Γιατ’ η ψυχή σου αυτό δεν το γνωρίζει.
\TO ΚΟΎΡΕΜΑ
Αν κανένας μέχρι τώρα
με ρωτούσε να του πω
Πες μου, κόμη εχ’ η Ντόρα;
θα τα μπέρδευα εγώ.
Θα μου πεις "Για χρόνια τρία
κάθε μέρα με κοιτάς
Και σ’ αυτή την απορία
ν’ απαντήσεις δε φελάς;
Θα στο πω και δε με νιάζει
Κι ας με πεις και αναιδή-
Αλλά ποιός μαλλιά κοιτάζει
Τέτοιιο σώμα όταν δει;
Ποιόν τον νοιάζει τι υπάρχει
Στου βουνού την κορυφή
Στις πλαγιές του αν ό,τι ψάχνει
Του ετύχαινε να βρει;
Να! προχτές που όταν μ’ είδες
Οτι πας να κουρευτείς
Στον κουρέα σου, μου είπες,
Τότε έμαθα ευθύς
Γιατί μ’ έκπληξή μου είδα
Οτι-ναι-είχες μαλλιά
(μάλιστα μιά ηλιαχτίδα
Είχε κάνει εκεί φωλιά)
Μα παρ’ όλο αυτό μικρή μου
Ούτε τώρα θα μπορώ
Οταν στέκεις αντικρύ μου
Τα μαλλιά σου να θωρώ
Κι αν ακόμα αποφασίσεις
Το μαλλί νάχεις μακρύ
στις δικές μου εκτιμήσεις
θάσαι πάντα... φαλακρή.
ΚΑΙ ΒΡΟΧΟΣ
Τρύπα γιατρέ μου-σκάβε μου
Σκάλιζε το σαρκί μου:
Μα δε θα ακούσεις-σκάβε μου-
Ποτέ ούτε μια κραυγή μου.
Ενέσεις δεν χρειάζομαι
Εγώ αναισθητικές
Οι σάρκες μου δεν νοιάζονται
Για τέτοιες μαχαιριές.
Πόνος; Γιατρέ τι κρένεις μου;
Ποιός πόνος; Τουτ’ ειν’ χάρη.
Του Έρωτα τ’ Απέλπιδου
Ο Πόνος σ’ έχει πάρει;
Εχεις βρεθεί κατάνυχτα
Μ’ έναν ανθό στο χέρι
Και τα στηθά ολάνοιχτα
Σε Κείνης το μαχαίρι;
Σε χίλια δυό σε λιάνισε
Κομμάτια μιά ματιά της;
Κρυφή πληγή σου άνοιξε
Στο χέρι εν’ άγγιγμά της;
Τα χείλη-πες-τα φίνα της
Σ’ έχουν ποτέ παιδέψει;
Σε έκαψε καν μια αχτίδα της;
Σ’ έσεισε μιά της λέξη;
.
Του στήθους της του ανήμερου
Το σκλήρος κι η ’λαφραδα
Σου βίτσισαν του ίμερου
Ποτέ τη νιά φοράδα;
Τ’ ασήμαντα τα βλέμματα
Που αθώα σ’ άλλους ρίχνει
Σου γίνανε παιδέματα
Και βρόχος που σε πνίγει;
Σκάβε γιατρέ μου--τρύπα με.
Τις σάρκες σκύλευέ μου.
Και ξέγνοιασε. Ό,τι είπαμε
Λόγια ήτανε τ’ ανέμου.
ΝΑ ΜΟΥ ΠΕΙΣ
Εισ’ αφίλητη ακόμα
Και αυτό μου επιτρέπει
Γιά τ’ ωραίο σου το στόμα
Να ταιριάζω ό,τι πρέπει
Οχι άνοστα φιλάκια
Που λησμόνια δε σου δίνουν
Οχι εφήμερα φιλάκια
Που τον πόθο δε σου σβήνουν
Μα φιλιά που σαν τελειώνουν
Δε σ’ αφήνουν πια καμία
Από κείνες που σε λιώνουν-
Που σε σβουν επιθυμία
Και μου λέει η φαντασιά μου
Όπου τα άτια της καλπάζουν
Οτι μόνο τα φιλιά μου
Στα χειλάκια σου ταιριάζουν.
Μα βεβαίως ουτοπία
Θα μετρούσε να τολμήσω
Κάτι περα απ’ τη φιλία
Από σένα να ζητήσω.
Ετσι έχω να στριμώξω
Στον τορβά με τα κρυμμένα
(Τι πολλά έχω να διώξω!)
Και τον πόθο μου για σένα.
Και ανίσχυρα τη χάρη
Που σκορπίζεις να θαυμάζω
Και λιοντάρι ενώ είμαι
Σαν αρνάκι να βελάζω.
ΣΦΙXTΑ-ΚΑΕΙΣΤΑ
Τα δυό λοφάκια που πηδούν
Σαν ελαφίσια τρέχεις
Αψητη ζύμη ευωδούν-
Καρδιά μου πως τ’ αντέχεις.
Μωράκι μου, καρδούλα μου
Περβόλι της ζωής μου
Λιγνή δεντροκορφούλα μου
Πνοούλα της πνοής μου,
Πικρό λευκό κρινάκι μου
Δροσάτο μου ρυάκι
Καημέ μου και μεράκι μου
Πρωτόπετο πουλάκι,
Αγνή φωνή του Ερωτα
Αγνή φωνή τ’ Απρίλη
ΙΙου ρόδα αφανέρωτα
Κρατείς στα δυό σου χείλη,
Χαρούμενο ακρογιάλι μου
Αγιάτρευτη πληγή μου
Αγαπημένη ζάλη μου
Πυρά στην κρύα Γη μου,
Τα δυό ψωμάκια τα κρουστά
Που-αχ-τους είμαι ξένος
Να τα κρατάς σφιχτά-κλειστά
Γιατ’ είμαι πεινασμένος.
ΤΑ ΣΚΟΥΛΑΡΙΚΙΑ
Η Στέΐσυ κι η Βεράνκα καθεμιά τους
Ωραία τα σκουλαρίκια εφωνάζαν
Πως ήταν κάθε μίας τα δικά τους
Κι άπρεπα λόγια οι δυό τους ανταλλάζαν.
Τις άκουγα-εβρίσκονταν κοντά μου-
Ξάφνου δεν ζέρω πως αποφασίσαν
Με αποσπάσαν απ’ τα όνειρά μου
Και τη δική μου γνώμη εζητήσαν.
Εσύ στεκόσουν λίγο παραπέρα.
«Εμείς», μου λεν, «μαλώνουμε όλη μέρα.
Ποιας είναι πιο ωραία συ πες τώρα.
Τους λέω: «Τα πιο ωραία τάχει η Ντόρα.
Κοιτάξτε!» και σε δείχνω. «λάμψη… χρώμα…»
Σε κοίταξαν κι οι δυο απορημένες.
Κι άλλο πριν πω, μου είπαν μ’ ένα στόμα:
«Μα δε φορεί!..», και φύγαν νευριασμένες.
ΚΕΡΑΥΝΟΣΕΙΣΤΡΑ ΜΟΥ
Κεραυνοσείστρα μου μικρή και συννεφοκρατούσα
Την ώρα που ανέγνοιαστος στο πλάι σου περνούσα
Κάλλιο να μην εγύριζα το βλέμμα μου σε σένα
Κάλλιο τα δύο ματια σου σε με να ήταν ξένα.
Τα σύννεφά σου μούριξαν αντίς φωτιά βροχούλα
Κι οι κεραυνοί σου έκαψαν τη μαύρη μου καρδούλα
Τώρα πού νά,βρω εγώ νερό να σβήσω τη φωτιά μου
Πού νάβρω το που μάρπαξες κλαδάκι του δικτάμου;
Κι ως δε χωρά η ασχήμια μου στην τόσην εμορφιά σου
Όταν ξανά, δύστυχος πιά, περάσω από κοντά σου
Λυπήσου μου κι ως πήρες μου καρδούλα και ψυχή μου
Και την που έτσι ρήμαξες φρικτά, πάρε ζωή μου.
ΣΤΟΝ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟ
Χτες πήγες με μια φίλη σου στο κινηματογράφο
Κι εκεί το θαύμα έγινε που εδώ για κείνο γράφω.
Ενώ επάνω στο πανί οι ηθοποιοί εδρούσαν
Κάποια στιγμή στην αίθουσα το γέλιο σου ακούσαν.
Επάψανε να παίζουνε, τα λόγια σταματήσαν
Και όλοι τους τις πάνινες όψεις σ’εσέ γυρίσαν
Κι αντί εσύ να τους κοιτάς σε κοίταζαν εκείνοι.
Οι θεατές ρωτιόντουσαν τι τάχα έχει γίνει.
Οι πιο πολλοί εθάρρεψαν πως χάλασε η ταινία
Και πίσω τα δολάρια τους ζητούσαν με μανία.
Κι ενώ απ’ τη ζήλεια διπλα σου η φίλη σου εκαιγόταν
Εσυ ούτε τότε ήξερες τι πράγματι γινόταν.
Δίκιο σου δίνω. Η ομορφιά και η άγνοια συμπλέουν.
Ίδιο νερό ποτίζονται κι αγέρι αναπνέουν.
Μάθε λοιπόν ακίνητοι οι ηθοποιοί πως μέναν
Γιατί βουβοί κι εκστατικοί εκοίταζαν εσένα.
Όλοι τους-το έργο ήταν παλιό-ήτανε πεθαμένοι.
Μα όταν καταλάβανε πως κει ήσουν καθισμένη
Την ευκαιρία αρπαξάνε που ’χανε πάλι μάτια
Και στων δικων σου τα στρεψαν τα σκοτεινά τα πλάτια.
Έτσι στη χώρα των νεκρών τα ανείδωτα που κλείνει
Όλα, πως ευτυχίσανε θα ’χουν να λεν κι εκείνοι
Να δούνε το μονάκριβο και ιδεώδες κάλλος
Που εκτός απ τους συγχρόνους σου δεν είδε η θα ’δει άλλος.
ΜΟΥΣΑ ΝΤΟΡΑ ΑΛΦΑ
Παν μοι συναρμόζει,ο σοι ευάρεστον εστίν,ω
κόσμε' ουδέν μοι πρόωρον ουδέ όψιμον το σοι
εύκαιρον' παν μοι καρπός,ο φέρουσιν αι σαι
ώραι,ω Φύσις' εκ σου πάντα,εν σοι πάντα,εις
σε πάντα...
ΜΑΡΚΟΣ ΑΥΡΗΛΙΟΣ
Αν ήμουνα βασιλιάς θα έδινα το θρόνο μου για
ένα συμπαθητικό κοίταγμα ενός ωραίου κοριτσιού.
Κι αν ήμουνα θεός θα έδινα τη θεότητά μου για ένα του φιλί.
ΒΙΚΤΩΡ ΟΥΓΚΩ
Το θάμα που όταν πεις Ντόρα γυρίζει και σου απαντάει,το είδα στόνειρό μου τη νύχτα της εικοστρείς προς εικοστέσσερες Ιούλη του χίλια εννιακόσα ογδόντα οχτώ.
Και έμεινα κοντά του έξη μήνες
Και έγινα η σκια του.
Και όταν του εγύρεψα αγάπη μου είπε τι να αγαπήσω από μια σκια.
'Οταν εξύπνησα είχανε μαζευτεί μέσα μου λόγια που με καίγανε.
Και επήρα μολύβι, και επήρα και χαρτί να απλώσω τη φωτιά μου απάνου του, αλλά το χαρτί μου έφευγε από το χέρι.
Και το ίδιο και το μολύβι.
Και δεν ήξερα τι να κάνω γιατί δεν είχα άλλον τρόπο να ησυχάσω.
Και θα επέθαινα γιατί δεν είχα κανένανε να του μιλήσω.
Εκεί κοντά στη γειτονιά μου ήτανε το άγαλμα ενού νεαρού πρίγκηπα που λένε πως επέθανε από την πολλή του αγάπη για μια γυναίκα που δεν τον ήθελε.
Και εγύρισα τη φωνή μου στο άγαλμα.
Και εκείνο δεν επερίμενε δεύτερη κουβέντα.
Εκατέβηκε αμέσως από το στήσιμό του και ήρθε μαζί μου στο σπίτι μου.
Και από ένα κόψιμο που έκανε στο δέρμα μου, μπροστά, από το κεφάλι ίσαμε ανάμεσα από τα σκέλια μου, εμπήκε μέσα μου ολόκληρο και με εξανάκλεισε.
Και για ώρες μετά εκαταλάβαινα τα κόκκαλά μου να ανοίγουνε και μέσα τους να μπαίνουνε τα δικά του.
Και το ίδιο έγινε και με τα μούσκουλα και με όλα μου τα σπλάχνα.
Και όλη τη νύχτα δεν εκοιμήθηκα από τα μαστορέματα.
Το άλλο πρωί επήρα το χαρτί στα χέρια μου και το χαρτί μου εστάθηκε.
Και δεν εστάθηκε στο δικό μου το χέρι αλλά στο χέρι από το άγαλμα.
Και το μολύβι στο χέρι από το άγαλμα εκρατιότανε.
Και άρχισα να γράφω.
Και δεν έγραφα εγώ.
Ούτε ήμουνα εγώ.
Και οι άλλοι δεν εκαταλάβανε τίποτα από όλα τούτα που μου εγίνανε, γιατί το άγαλμα ήτανε ακόμα στη θέση του.
KΑΘΗΜΕΡΝΕ ΜΟΥ
Το "σ' αγαπώ" το έγραψες με όμικρον
και το ετόνισες με οξεία'
α! δέρνει τον ελληνισμόν τον απόδημον
πολλή ανορθογραφία!
Το "σ' αγαπώ" καθημερνέ μου θάνατε
γράφεται με φιλιά.και παίρνει
(τίποτα στο σχολείο σας δε μάθατε;)
όχι οξεία ή περισπωμένη
αλλά στο ύστατο φιλί μιαν αιωνιότητα
κι αυτά όχι για λόγους στίξης
μα για να ξέρεις πού θα έβγεις αν αρώτητα
το δρόμο της αγάπης θα τραβήξεις.
ΜΟΥ ΧΡΩΣΤΑΣ
Μια νύχτα θα σπάσω του τάφου μου
το κρύο το μάρμαρο κι άσπρο
και θα 'ρθω του μύρου σου του άγουρου
κι αβρού να κουρσέψω το κάστρο.
Θα ρθώ μία νύχτα κι αδιάφανος,
με τόλμη θα μπω στο κορμί σου-
τα χρέη δεν ξεγράφει ο θάνατος
και συ μου χρωστάς το φιλί σου.
ΝΑ ΜΟΥ ΧΑΡΙΣΕΙΣ
Κι αν μου στύψεις το κεφάλι
την ψυχή κι αν θα μου γδάρεις
ουτ' ευχή δε θα 'βρει πάλι
από μένανε να πάρεις.
Λες και πάντα ήταν για μένα
δεκατέσσερες Φλεβάρη
σου τα εχω όλα δοσμένα
και μου τα 'χεις όλα πάρει.
Έτσι αν θέλεις του εθίμου
τη σειρά να συνεχίσεις
πρέπει του άγιου Βαλεντίνου
κάτι εσύ να μου χαρίσεις.
ΣΤΟΝ ΜΙΚΡΟ ΚΑΝΑΠΕ
Στο μικρό καναπέ καθισμένη
σαν φλογίτσα μικρή αναμμένη
και τρεμίζανε τ' άσπρα της κρέατα
από το κρύφιο καρτέρεμα του έρωτα.
Στο μικρό καναπέ ξαπλωμένη
πυρκαγιά τρομερή φουντωμένη-
πόδια, μάγουλα, στήθη της έκαιγαν
και τα χείλια δεν ήξεραν τι έλεγαν.
Στο μικρό καναπέ κοιμισμένη
σαν φωτιά που 'ναι μόλις σβυσμένη.
Που και που κάτι σπίθες τινάζονται
και τα κρέατα τ' άσπρα τραντάζονται.
ΧΤΕΣ
Χτες η αγάπη είχε γίνει φως
που μ' όλα τα τριγύρω στέρια δένει
σαν ένα τόπι ο ήλιος αλαφρός
ανάμεσα ουρανό και οικουμένη.
Χτες ένα σύννεφο ήταν η χαρά
ολάσπρο, ευτυχία πλημμυρισμένο
που κράταε στ' ανοιχτά του τα φτερά
του δειλινού το ρόδο το ανοιγμένο.
Χτες μία στάλα ήταν η ζωή
ωσάν αυτές που πέφτουν απ' τα φύλλα
όταν του κρύου αγέρα η πνοή
με φρίκη τα δονεί κι ανατριχίλα.
Της ύπαρξής μας χτες το μυστικό
στα πάνωθέ μας χάη εφανερώθη,
μας έγνεψε για λίγο θριαμβικό
και πάλι το σκεπάσανε οι πόθοι.
Χτες στης αγάπης μου την αγκαλιά
ο έρως ζωηρός είχε φωλιάσει
κι από τ' αυθάδη του τα φιλιά
κοκκίνιζεν εκείνη σαν κεράσι.
Χλωμή εχτές μια μάσκα από κερί
κρεμόταν απ' του κόσμου το μπαλκόνι'
κι έβλεπες ένα γέλιο να φορεί
και κάτω από το γέλιο της να λιώνει.
ΚΑΙ ΤΟΤΕ ΑΚΟΜΑ
Θα 'ρθει ο καιρός τα χέρια μου
να 'ναι άσαρκα και κρύα
αυτή θα είναι τότε μια
πολύ γριά κυρία
και με τη μνήμη οδηγό
γυρνώντας πάλι πίσω
θα λέει: "πώς έτσι έγινε
να μη τον αγαπήσω;"
Θα 'ρθει ο καιρός το στόμα μου
να 'ναι γεμάτο χώμα
αλλά για με δε θα πονά
ούτε και τότε ακόμα.
ΑΥΤΟ
Η πρώτη ύλη που 'φτιαξε τον άνθρωπο ο θεός
δεν πρέπει να 'ταν χώμα
πρέπει αυτός να ήτανε βαφέας κραταιός
και κείνη να 'ταν χώμα.
Και ούτε τον εφύσηξε όπως λένε τρεις φορές
ψυχή για να του δώσει
μα το λιπώδες του έκδοχο ή κι ίσως το υδαρές
απλά για να στεγνώσει.
Αυτή 'ναι η εξήγηση που μέσα σα βρεθώ
σε μαγαζί χρωμάτων
στη μυρωδιά τρελαίνομαι-στην αίσθηση μεθώ
των τόσων αρωμάτων.
Κι όταν περνώντας κτίρια που φρέσκα έχουν βαφτεί
το βήμα μου βραδύνω
σ' αυτό με σπρώχνει ασύνειδα η ιδέα μου αυτή-
το πάθος μου εκείνο.
Αθώο πάθος. Όμορφο. Αγνό. Σαν παιδικό.
Μπορώ να το κορέσω.
Μα το ανόσιο πάθος μου για κείνην, το βραχνό,
αυτό, πώς θα μπορέσω;
ΑΡΡΩΣΤΗ
Έχετε δει αηδονάκι βραχνιασμένο;
Άγγελο ίσως με πυρετό;
Φεγγάρι σε κουβέρτες διπλωμένο;
Ήλιο με τάση για εμετό;
Έχετε δει δυο μαύρα καρβουνάκια
ενώ γελάνε μαζί να κλαιν;
Δυο του γιαλού ροζ κοχυλάκια
κόκκινα να 'ναι και να καιν;
Α! Η αγάπη μου είναι κρυωμένη!
Ό,τι μου έδινε ρίγος ριγεί.
Και θα υποφέρει για πολύ η καημένη
γιατ' η ανάρρωση θα 'ν' αργή:
ένα μικρόβιο μέσα της εμπήκε
με το γνωστό του σφρίγος κι ορμή
και πώς θα φύγει τώρα που εβρήκε
τέτοια αγκαλίτσα-τέτιο κορμί..
ΒΑΦΤΙΣΙΑ ΣΤΟ ΛΟΣ ΑΝΤΖΕΛΕΣ
Τα μάτια της γεμίσαν την εκκλησιά
τα δάκρυα της θα φέρναν κατακλυσμό
και οι πιστοί απορήσαν που ξαφνικά
ενιώσαν τέτοιον μέγα συνωστισμό.
Ντυμένη το φουστάνι το γιορτινό
τα βλέμματα τραβούσε όλων εκεί'
όμορφη αυγούλα εγίνει το δειλινό
κι η σκοτεινή φωτίστηκε Αμερική.
Σε λίγη ώρα μόνο ήταν νουνά
ο μπούστος ο σφιχτός της είχε βραχεί
και έρρεε ακράτητο στα βουνά
το σπέρμα του πανάγαθου σαν βροχή.
ΔΙΣΤΑΚΤΙΚΗ
Μες στ' όνειρό της θα 'θελα να μπω κι ένα φιλί
ερωτικό να έδινα στο ροζ μικρό της στόμα.
Απότομα να ξύπναγε αυτή και πελιδνή
ν' αναζητούσε λυτρωμό απ' το που θα 'καιε στρώμα.
Και το πρωί όταν θα 'ρχονταν θα 'θελα να κοιτά
φωνές και ήχους και μορφής σημάδια να ταιριάσει
και της νυχτιάς τον άλυπο εραστή καθώς ζητά
στις ρίζες της λατρείας μου της άπειρης να φτάσει.
Και να την έβλεπα ήθελα καθώς διστακτική
να σκαρφαλώνει θα 'ρχιζε γεμάτη δυσπιστίες
στο δέντρο μου-εδώ 'γγίζοντας, μυρίζοντας εκεί
τις άγνωστές της ψάχνοντας ν' αναγνωρίσει αξίες.
Τ' αλάθητα έτσι άμαθη χνάρια να προσπερνά
το τάσι άδειο να θαρρεί που έρωτα 'ξεχείλα
κι απελπισμένη απ' του κορμού τη μέση να γυρνά
ενώ θα τρέμουν-θα πλαντούν-θα σκούζουνε τα φύλλα.
ΓΥΝΑΙΚΑ
Απ' τη στιγμή που βάθυνε η ανάρηχη ματιά σου
απ' τη στιγμή το παιδικό που έπαψε τραγούδι
απ' τη στιγμή που πλάτυνε-που θέριεψε η άγνοιά σου
απ' τη στιγμή που ξάνθινε το βελουδένιο χνούδι'
απ' τη στιγμή που αρώτητα δηλώνεις: "έχω φίλο!"
ενώ ουτ' ανάσασμα αντρικό δε σ' έχει ακόμ' αγγίξει
απ' τη στιγμή που τον Αδάμ ταυτίζεις με το μήλο
το φόβο με το σκίρτημα, τον πόθο με την πλήξη
απ' τη στιγμή που όταν κανείς τ' ωραίο σου κορμάκι
κοιτάξει μ' ένα νόημα ως τότε άγνωστό σου
εσύ μετέωρη στέκεσαι κι αμήχανη λιγάκι
πριν όλο ανίσχυρο θυμό κλειστείς στο δωμάτιό σου
απ' τη στιγμή που έξαφνα το σπίτι μεγαλώνει
κι η μάνα είναι βαρετή και ξένος ο πατέρας
απ' τη στιγμή που θα σκεφτείς το στήθος που αβγαταίνει
ότι δεν είναι κτήμα σου μα της αγάπης γέρας
απ' τη στιγμή που προσμετράς γυμνή τα θέλγητρά σου
κι ενώ είναι είκοσι εσύ τα βρίσκεις μόνο δέκα
αντίο τότε πες μικρή σ' όλα τα παιδικά σου
και σ' όλη την αξία σου-πια έγινες γυναίκα.
ΓΙΑΤΙ ΤΗΝ ΕΝΟΧΛΟΥΣΕ
Εβγήκε απ' την πισίνα' το κορμί της το χυτό
δε χόρταινα κρυμμένος να κοιτώ.
Η Δύση έστελνε ολοπόρφυρες ανταύγειες
στις κάσσες των ελπίδων μου τις άδειες.
Έφερε γύρω το δωμάτιο σκεφτική
(χωρίς να ξέρει ότι εγώ ήμουνα εκεί)
και το στηθόδεσμο που πάνω της κολλούσε
τον τσίμπαγε γιατί την ενοχλούσε.
Ο ΠΛΑΤΑΝΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΡΥΑΚΙ
Δισαίωνε γερο-πλάτανε με τον κορμό σαν δώμα
με τις βαθιές τις ρίζες σου θεμέλιο μες στο χώμα
και τα πλατιά τα φύλλα σου πράσινα κεραμίδια
πώς με το ρυάκι το μικρό τρελά κάνεις παιχνίδια..
Μικρούλι, γιορτορόδινο και μοσχομυρισμένο
κι άμαθο το 'βρες κι άμπορο να φύγει το καημένο
και της αψιάς του Ανατολής το ρόδινο μεθύσι
με τη δική σου εταίριαξες ματοβαμμένη Δύση.
Εκείνο, πρωταγάπητο, με μάτια λιγωμένα
στα γέρικά σου ορκίζεται κλαδιά τα ροζιασμένα
και τα δροσά και τα φιλά και τα γλυκοποτίζει
γιατ' η σκιά σου η βαριά το νιο του νου ζαλίζει.
Και συ με πάθος το ρουφάς και το γλυκοδαγκώνεις
και τ' αγκαλιάζεις, το φιλάς και μ' έρωτα το ζώνεις
και τ' αποσβυούν τα χάδια σου, το λιώνουν τα φιλιά σου
και όλη τη ζωντάνια του την πινει η αγκαλιά σου.
Και δέχονται τα στήθη του την γέρική σου φλόγα
και χαίρονται τα χείλη σου τη μελαψή του ρόγα
και γδύνεις το απ' τα ρούχα του και ντύνεις το με πάθος
που απ' των ριζών σου τρίδιπλο-τετράδιπλο έχει βάθος.
Ανάμεσα στ' αφρόπλαστα, κρουστά, λευκά του πόδια
λεύτερο βρίσκεις το στρατί από γνιασιές κι εμπόδια
και παίρνεις την αγνότητα και κλέβεις τη δροσιά του
του ρυακιού όπου κυλά στα φύλλα σου αποκάτου.
Το σκέλεθρο κουφάρι σου απάνω του αργογέρνεις
τ' αβρό κορμάκι του τρυγάς και τη δροσιά του παίρνεις'
κι εντός του αγριοπλέκοντας τα καρπερά σου μήλα
θολώνεις το νεράκι του που κρύσταλλο εκύλα.
Κι ως το λιγαίνεις το φυράς και το γλυκοβατεύεις
κι ως τα ματάκια του τα δυο τα μαύρα δυναστεύεις
κι ως δεν τ' αφήνεις σε στασό, ξεκούραση κι ανάσα
θα του γενεί το ξύλο σου η νεκρική του κάσσα.
Πλάτανε, η ευτυχία σου τη δυστυχιά μου αξαίνει
κι η ζήλεια από τον πόθο μου πιότερο με πεθαίνει.
Πλάτανε, το πριόνι μου θάνατος θα σου γίνει
αφού τα ίδια δεν μπορώ να κάνω εγώ με κείνη.
ΜΥΡΙΑ
Αν είχα βρει τέτοιες ακτίνες
που να τρυπάνε τις κουρτίνες
θα 'βλεπα μέσα στα σπιτάκια
της γειτονιάς τα κοριτσάκια-
πώς ξαναμμένα μέσα μπαίνουν
λίγα σκαλιά πώς ανεβαίνουν
και στο μικρό το δωματιάκι
πάνε να κάτσουνε λιγάκι.
Πώς στον καθρέφτη καμαρώνουν
τ' άσπρο κορμάκι όταν γυμνώνουν
και πώς λυγίζουνε τη μέση
να πάρουν κάτι που έχει πέσει.
Έτσι αβρά κι έτσι αγνούλια
πώς τα στηθάκια τα μικρούλια
ψαύουν γλυκά' στα ριζομήρια
χαδάκια πώς χαρίζουν μύρια.
ΠΡΩΤΟΤΑΞΙΔΗ
Μέσα στα χέρια μου την πήρα
όπως τη ζήση παιρν' η Μοίρα'
στα σκότια μου και κρύα βύθη
ζέστα και φως τα δυο της στήθη.
Σαν τρομασμένο ένα πουλάκι
έτρεμε τ' άσπρο της κορμάκι
και, πρωτοτάξιδη βαρκούλα
από μια χάθηκε τρυπούλα.
Ω! ΚΙ ΕΓΩ!
Μ' αγαπάει-και το ξέρω-ο καλός μου.
Το διαβάζω στη ματιά του τη θολή
όταν όμορφος σαν ζώο στέκει μπρος μου
λίγο πριν μου ξεριζώσει το φιλί,
Μ' αγαπάει ο καλός μου-και το ξέρω-
το διαβάζω στου κορμιού του τη φωτιά
σα με κόβει σαν το στάχυ μες στο θέρο
σα με καίει όπως κλαδάκι η πυρκαγιά.
Μ΄ αγαπάει ο καλός μου δίχως άλλο'
αν σηκώσω τη φουστίτσα μου ψηλά
κάτι ανάμεσα στα πόδια του μεγάλο
με ορμή το παντελόνι του ζουλά.
Κι αν το μπούστο μου λιγάκι ξεκουμπώσω
πρέπει πρώτα δυο φορές να το σκεφτώ
αν δε θέλω πριν την κίνηση τελειώσω
από κάτω απ' τον καλό μου να βρεθώ.
Σας το είπα-ο καλός μου μ' αγαπάει'
μα κι εμένα-και ας ειμ' εγώ μικρό
α! κι εμένα ίδιο νέκταρ με μεθάει
ω! κι εγώ ίδια πολύ τον αγαπώ.
ΝΑ ΔΩ
Με μάγια εγώ θα μαρμαρώσω
ζώα μεγάλα και μικρά
(η αγάπη κάνει τέτοια θάματα)
και τους ανθρώπους θα πετρώσω-
να δω για ποιόνε θα χτυπά
τότε η καρδιά σου-για τ' αγάλματα;
Να δεις ετότε πώς θα τρέχεις
και πώς θα μου 'ρχεσαι κοντά'
πώς την καρδιά μου που 'χες δούλα σου
τώρα κυρά σου θα την έχεις
πώς με φλογίτσες θα κεντά
το σούρουπό μου η αυγούλα σου...
ΣΕ ΛΙΓΟ
Μου 'ρθε στο νου να μη μετρώ
με μέρες τη ζωή σου
αλλά με όσα όνειρα
που βλέπω είμαι μαζί σου.
Μ' άλλαξα γνώμη στη στιγμή
μικρούλα μου γλυκούλα
γιατί έτσι θα γινόσουνα
σε λίγο μια γριούλα.
ΑΓΡΙΟΣ
Μου είπε: "κοίτα τι έχω δω... τι να του βάλω επάνω;"
και μίαν άφθα μου 'δειξε στο κάτω της 'σωχείλι.
Ζαλίστηκα' κιτρίνισα' ταράχτηκα' τα χάνω'
τόσο κοντά πρώτη φορά βλέπω τα δυο της χείλη.
Η θέα τους με συγκλόνισε' του πόθου μου το κύμα
άγριος εγίνει ωκεανός-το ρυάκι του ποτάμι
τρέξιμο ξέφρενο έγινε το ήσυχό του βήμα
και το θολό το χρώμα του μαύρο έγινε κατράμι.
Στα χέρια μου την άρπαξα και στο μικρό της στόμα
τα χείλια μου εκόλλησα και ήπια σαν ροσόλι
και άφθα και τα χείλια της κι ακόμ' ακόμ' ακόμα
λαιμό και στήθη και γλουτούς ώσπου την ήπια όλη.
Μα όχι-αλίμονο-αυτά είν' όλα παραμύθια
μονάχα το μελένιο της τ' αχείλι όταν το 'δα
έκρυψ' ακόμα πιο βαθιά την καυτερή αλήθεια
και μ' ένα ύφος σοβαρό της είπα: "βάλε σόδα!"
ΤΟΣΑ ΧΑΔΙΑ
Το σώμα της γλιστράει στο φουστάνι;..
Το φουστανάκι της πάνω στο σώμα;..
Κι εκείνο έτσι ρόδινη την κάνει
ή αυτή το τέτοιο ροζ του δίνει χρώμα;
Κινείται κι ερωτεύεται μαζί της
ανάλαφρα το σώμα της χαϊδεύει
στήθη, κοιλίτσα της, γοφοί, μηροί της
παιδεύουν το κι εκείνο τα παιδεύει.
Και άλλοτε την καίει και τη φλογίζει
άλλοτε σαν νεράκι αργοκυλάει
και παλι η απορία με ζαλίζει
αυτή 'ναι ή εκείνο που μιλάει;
Α! ποια της το εκέντησε νεράϊδα
κι έτσι το σώμα της αιθέρια ντύνει
που μέσα του φτερώνουν τόσα χάδια
και τόσα εκεί φωλιάζουν πόθων σμήνη;
Α! Δυάδα μαγική! Φόρεμα! Σώμα!
Α! Που όταν μες στα χέρια μου σας κλείσω
όπως και τώρα δα και τότε ακόμα
τι πρώτο δε θα ξέρω να φιλήσω.
ΤΗ ΦΩΝΗ ΣΟΥ
Όταν μου στέκεις σταυροπόδι
σαν ανοιγμένο μοιάζεις ρόδι
οι όμορφές σου γάμπες οι ίσες
κορφούλες μοιάζουνε καμπίσες.
Τη φούστα σου κατέβασέ τη-
κατ' απ' το γόνα τράβηξέ τη
μοσχάτο εσύ γαρίφαλό μου
το θέλω ακόμα το μυαλό μου.
Μπροστά μου όταν σεργιανίζεις
μη σαν πουλάκι πεταρίζεις
μην περπατάς σαν να χορεύεις
μη το κορμί μου το παιδεύεις.
Και με τα μαύρα σου ματάκια
μη-μη με κάνεις κομματάκια-
μη με κοιτάς με τόση γλύκα
ποθόπλαστή μου πιτσιρίκα.
Μα πιο πολύ παρακαλώ σε
το μαρτύριό μου λίγο νιώσε
και όταν βρίσκομαι μαζί σου
μη μου τσακίζεις τη φωνή σου.
ΣΚΛΗΡΟΤΗ
Μέσα κι ανάμεσα σε δυο φωτολουσμένους λόφους
και κείνη μέσα στ' άφωτα-και κείνη μες στους ζόφους
μέσα κι ανάμεσα η καρδιά στα δυο της τα στηθάκια
κι ούτε το πάθος πήρε τους ούτε και τα μεράκια.
Καίγονται αυτά, λιγώνονται, παίζουν, γλυκά γελούνε
στους χτύπους της πασίχαρα-τρελά χοροπηδούνε
αλλά εκείνη αν και κοντά-και δίπλα τους βαλμένη
πάντοτε μένει αδειανή και πάντα παγωμένη.
Νιώθουν εκείνα. φλέγονται και τα δονούν οι πόθοι
κι εκείνη μέσα-δίπλα τους και τίποτα δε νιώθει.
Α! Στα στηθάκια της τα δυο-στην καυτερή τους μέση
μία καρδιά ολόκρυα η φύση έχει δέσει.
Δεκάξι χρόνων συντροφιά καθόλου δε μετράει.
Ό,τι εκείνα είχαν κρατούν κι ό,τ' είχε αυτή κρατάει
μόνο-και μη γνωρίζοντας ποιο την κατείχε πρώτη
το ένα δώρο έκανε στο άλλο τη σκληρότη.
ΝΑ ΞΕΡΕΙΣ
Από τον πόνο το βαθύ
κι απ' τα πολλά σου πάθη
τ' άθλιο κορμί μου θα χαθεί
για τη δική σου αγάπη.
Όμως τα λόγια σου καλά
θα πρέπει να προσέχεις
όταν να με-δεις για φορά
στερνή στον τάφο μου έρθεις.
Μετάνιας λέξεις μην εβγούν
απ' τα γλυκά σου χείλη
μη να γυρίσω μου ζητάν
απ' όπου μ' έχουν στείλει.
Μην τώρα πεις ότι πονάς
και θέλεις να 'ρθω πίσω
γιατί σα δω πως με ζητάς,
να ξέρεις: θ' αναστήσω!..
ΑΛΛΟΙ
Εκείνοι που βαφτίζουνε ή γάμο έχουν κανένα
φτωχούς να βρούνε τίποτε τραγουδιστές κοιτάνε
από 'να ξεροκόμματο πετώντας στον καθένα
ολη τη μέρα πίνουνε, χορεύουν και γλεντάνε.
Ένας φτωχός τραγουδιστής είμαι στο πανηγύρι
που στη γιορτή τους έστησαν τ' ανείπωτά σου κάλλη
μα σ' ένα πιάτο ανάμεσα κι εν' αδειανό ποτήρι
ό,τι εγώ τραγούδησα θα το χαρούνε άλλοι.
ΣΑ ΝΑ 'ΧΑ
Ήρθε και μου 'πε: "πώς εσύ
νιώθεις μελαγχολία
με τέτια μια ηλιοφάνεια
και μια φωτομαγεία;
Και πώς στη νύχτα συ να ζεις -
πώς σκότος σε διπλώνει
αφού η μέρα ξεκινά
κι η φύση ξανανιώνει;"
Τι να της έλεγα εγώ;
Πως κλείνω μες στα στήθια
καημό για την αγάπη της;
Λέγεται τέτοια αλήθεια;
Κάτι σιγομουρμούρισα
και από κει και πέρα
για να μη νιώσει φέρθηκα
κι εγώ σα να 'χα μέρα.
ΑΦΟΥ ΔΕ Μ' ΑΓΑΠΗΣΕ
Αφού δε μ' αγάπησε δεν κρύβουν τα σύθαμπα
σκιές ούτε μίσους
αφού δε μ' αγάπησε δεν είχαν τα Σύμπαντα
ποτέ παραδείσους.
Αφού δε μ' αγάπησε τα πάντα είναι ψέματα
και πώς ναν' αλήθεια
αφού τα δικά μου ταιριάζαν χαϊδέματα
στα δυο της τα στήθια..
Αφού δε σφιχτόκλεισαν οι πάλλευκοι κύκλοι της
τους μαύρους μου κύκλους
αφού αποστερήθηκαν τα δύο τα χείλη της
του μόνου μου χείλους
αφού δεν αγκάλιασαν οι δυο τεθλασμένες της
τις δυο μου ευθείες
αφού με το στήθος μου οι λαιμοκαδένες της
δεν κάναν φιλίες…
αφού δε μ' αγάπησε ειν' όνειρο η ζήση μου
σβησμένου ονείρου
ποτέ δεν ανέτειλα και είναι η δύση μου
ογκάνισμα χοίρου.
Δε ζω-δεν αισθάνομαι-στης πλάσης της άπλαστης
τα πλάτη δεν κείμαι.
Στης ζωής τον παλμό-στο φως-στη λαχτάρα της
δεν έχω μερίδιο-δεν είμαι.
ΓΙΑ ΚΕΙΝΗΝΕ
Όπως υμνούσαν οι προφήτες
πριν γεννηθεί Αυτός τον Κύριο
και του μοιράζαν τις εσθήτες
και του προλέγαν το μαρτύριο
έτσι γι αυτήνε τραγουδούσαν
οι ποιητές των πριν αιώνων-
τα όμορφά της κάλλη υμνούσαν
κι απ' τον δικό της λιώναν πόνον.
Κι ας τραγουδούσαν κάποια Τζούλια
μια Βεατρίκη-μια Ελοϊζα-
όμως των στίχων τους τα γιούλια
μόνο για κείνηνε ανθίζαν.
Αυτή η έξήγηση ειν' η μόνη
που όλα σ' αυτήν τέλεια ταιριάζουν
όπως στον πλάτανο οι κλώνοι
και τα πουλιά που εκεί κουρνιάζουν.
Γι αυτό κι αδιάφορον μ' αφήνει
της ποίησής μου το άθλιο χάλι
αφού υμνητές της έχουν γίνει
τόσοι ποιητές πολύ μεγάλοι.
ΚΑΜΜΕΝΟ
Μέρα φέρνει άλλη μέρα
νύχτα φέρνει άλλη νυχτιά
κι όλες φέρνουνε αέρα
κι όλες σύννεφα σταχτιά.
Απ' τη μέρα που την είδα
δεν εχάρηκα ζωή
δεν ξανάδα ήλιου αχτίδα
δεν ξανάζησα πρωί.
Θλίψη φέρνει άλλη θλίψη
και χαμός άλλο χαμό
και χαρά δεν έχω κρύψει
και δε βρίσκω αναπαμό.
Κι αν ειπώ να την ξεχάσω
κι αν ποτέ την αρνηθώ
σαν καμένο θα 'μαι δάσο
σα βαρκούλα στο βυθό.
ΕΛΑΤΕ
Στους χόουμλες όσο κι αν παρακαλούσανε
δεν έδινα το κουόρι που μου ζητούσανε
α! έλεγα, όλο πίνουν και μεθούνε'
και τα λεφτά τα θέλουν για να πιούνε.
Αλλιώς το ίδιο πράγμα όμως σκέφτηκα
αφότου-αλίμονό μου-την ερωτεύτηκα
κι έχω της άφταστής της γίνει χάρης
ένας ζητιάνος-ένας διακονιάρης.
Όπως εκείνοι δε ζητούν ποσά υπέρογκα
κι εγώ από κείνην δε γυρεύω τον έρωτα
δεν της ζητώ τα μάτια τα όμορφά της
μονάχα που ζητώ μία ματιά της.
Και ούτε που ζητάω τη γλωσσούλα της
ν' ακούσω θέλω μόνο μια λεξούλα της'
ούτε στην αγκαλιά μου να την κλείσω-
μονάχα μία τρίχα της ν' αγγίσω.
Ω! άστεγοι ζητιάνοι μου κακόμοιροι!
κι οι δυο στο ίδιο πάθος είμαστ' όμηροι-
σας τυραννά η ζωή με την ορμή της-
με λιώνει-με πεθαίνει το κορμί της.
Κι οι δυο ζητάμε κάτι που παρήγορα
το χρόνο μας θα έσπρωχνε πιο γρήγορα.
Ζητάτε στο πιοτό την ευτυχία
στα ψίχουλα ζητώ την ευωχία.
Σε κείνους που πονούν όταν δεν πίνουνε
τα χέρια μου από τώρα όλο θα δίνουνε
α! χόουμλες! ελάτε όπου κι αν είστε
κουόρια ευτελή να μου ζητείστε.
ΔΙΑΘΗΚΗ
«Χρυσά και σπίτια και λεφτά δεν έχω για ν' αφήσω.
Αυτά που άλλοι χαίρονται δεν ήρθανε σε μένα.
Μα τούτα έχω εγώ να πω τα μάτια μου πριν κλείσω:
Τέσσερα έχω ολοζωής διαμάντια δουλεμένα.
Αφήνω τρεις κυπάρισσους και μια τριανταφυλλίτσα
τ' αγκάθια της να διώχνουνε τους νοσταλγούς της νιότης
και στη μικρή της να κρατεί σφιχτά την αγκαλίτσα
πολύδροσα τα ρόδα της κι αγνά για τον καλό της.
Αφήνω τρεις περήφανους αητούς κι εν' αηδονάκι
που να σιγά σα θαρρετά το πλησιάζει ο ξένος
και το γλυκό του να λαλεί κι ωραίο τραγουδάκι
μόνο κοντά του σα βρεθεί ο νιος κι ο αγαπημένος.
Αφήνω τρία λιοντόπουλα και για να τα μερεύει
μιαν ελαφίτσα ασπρόλαιμη και σκοταδοματούσα
που να χορεύει ως περπατεί και να πετά ως χορεύει
και να θαμπώνει τη νυχτιά τη φεγγαροκρατούσα.
Μια κόρη που στο στόμα της να ορκίζονται λεβέντες
στα μοσκομύριστα μαλλιά να καίγονται καρδούλες
που οι γλυκές της οι ματιές και οι γλυκές κουβέντες
σπίτια ν' αφήνουν ορφανά κι απόρφανες μανούλες.
Αφήνω εγώ μιαν έμορφη μια κόρη φιλντισένια
το γέλιο της ανθόνερο το κλάμα της βροχούλα
το στήθος της αφρόγαλα τα χείλια της μελένια
και ρυάκι απαλοκύλιστο η χαρωπή φωνούλα.
Μια μαγιοπούλα-του τυφλού του πόθου μιαν ιέρεια
μία νεράιδα αφήνω εγώ στην πλάση για στολίδι
μια παινεμένη που κρατεί σφιχτά στα δυο της χέρια
το περιστέρι του Έρωτα, της Απονιάς το φίδι.
Να φέγγει ολόκληρη αλλά κανείς να μη γνωρίζει
αν τη φωτάει ήλιος λαμπρός ή αν αστροπελέκι
να μη στις λίμνες των ματιών κανένας ξεχωρίζει
αν η ζωή ή ο θάνατος είναι που εντός τους πλέκει.
Κόσμε, σ' αφήνω μια μικρή πεντάμορφη γοργόνα
που να σκορπά τρανές φωτιές όπου ήθελε ποδίσει
που σειώντας έτσι μοναχά το δάχτυλό της το 'να
κόσμε όπως με τυράννησες -αχ-να σε τυραννήσει.»
ΑΤΙΜΗΤΟ
Όταν πεθαίνει μιας μικρής κοπέλας ο πατέρας
τη λύπη την αβάσταχτην εκείνης της ημέρας
ας την εμέτριαζεν αυτή λίγο με το να μένει
με κάθε φίλο ή συγγενή για λίγο αγκαλιασμένη.
Έτσι και όταν πέθανε ο πατέρας ο καλός της
θα στέγνωνα απ' τα δάκρυα τ' ωραίο πρόσωπό της
και θα τη σφιχταγκάλιαζα. Εκείνη έτσι αγνούλα
της λύπης θα ενόμιζε την τόση μου τρεμούλα.
Αλλά εμένα μια άλληνε από τη δική της μέθη
θα μ' έπαιρνε' για μένανε τα μαύρα μου τα πένθη
αντίθετα, θα λύνονταν' ό,τι καιρό ποθούσα
τη μερα αυτήν-αλίμονο-ακέριο θα τρυγούσα:
στον κυρτωμένον ώμο μου γερτό της το κεφάλι
τόσο κοντά μου όλα της τα μυρωμένα κάλλη
και ας την έσπρωξεν εκεί μονάχα μι' ανημπόρια-
στην αγκαλιά μου ας ζήταγε μόνο την παρηγόρια.
Για μένανε δε θ' άλλαζε τίποτα' και στον Άδη
τη μνήμη αυτή ατίμητο θα κράταγα πετράδι
και με ακράτηγη χαρά θα φώναζα στο χώμα:
"τ' αγκάλιασα!-τ' αγκάλιασα το λατρεμένο σώμα!"
ΣΤΟ ΓΙΩΡΓΗ
(τον πατέρα της Ντόρας, φίλο, που έφυγε
ενώ βρισκόταν στην εξορία)
To σπίτι Γιώργη αδειασε. Μήπως γιατί του λείπεις;
Μήπως γιατί το γέμιζες μ' αγάπη και φροντίδα;
Μήπως γιατί του ήλιου σου έσβκσε κάθε αχτίδα;
Το σπίτι Γιώργη εντύθηκε το φόρεμα χης λύπης.
Ο κόσμος Γιώργη εμίκρυνε-κάτι έχει μέγα χάσει. Μήπως την αθωότη σου; την καλωσύνη μήπως;
τ' άνθη που τον πλημμύριζε της ανθρωπιάς σου ο
κήπος;
Ο κόσμος Γιώργη μίκρυνε και φτώχυνε η πλάση.
Γιώργη η ψυχή μας 'ρήμωσε. Κρύος τη δέρνει αγέρας.
Γιώργη το ψέμα επλήθυνε. Γιώργη το γέλιο εχάθη.
Γιώργη ο νους μας όνειρα κι ελπίδες πια δεν
πλάθει.
Γιώργη σκοτάδι εγέμισε το πρόσωπο της μέρας.
Γιώργη τα φίδια του χαμού ορθώσαν το κεφάλι.
Το άτι του ο φόβος το σταχτί με λύσσα σπηρουνίζει.
Το άφωνο τραγούδι της η θλίψη πάλι αρχίζει
και μιας φριχτής απελπισιάς μας δέρνει πάλι η ζάλη,
Γιώργη γεμάτα δάκρυα τα μάτια. Η ψυχή μας
τόσο μεγάλον δεν μπορεί ένα πόνο να χωρέσει.
Αχ! Η χαρά μας πάνω σου αχώριστα είχε δέσει
όταν με βιάση έφυγες για πάντα από κοντά μας.
Γιώργη, που μόνο ήξερες να δίνεις μες στη ζήση
ένα από σένα δόσιμο ακόμα καρτερούμε.
Το δόσιμο που δίχως του δε γίνεται να ζούμε.
To δόσιμο που θα 'κανε η ζωή πάλι ν' ανθίσει:
Με ταχυδρόμο έναν ανθό, ένα της δύσης χρώμα,
μ' ένα πουλί, με μια φωτιά, μ' ένα τ' αγέρα χάδι
γιορτοντυμένο στείλε μας το ακριβό σημάδι
πως μας πονάς, μας σκέφτεσαι, μας αγαπάς
ακόμα...
ΕΜΕΝΑ
Α! Ο θάνατος έπρεπε εμένα να πάρει
και όχι τον άτυχο καλό σου πατέρα.
Η τόση σου θα 'παυε τότε η χάρη
να ντύνει με σάβανο την κάθε μου μέρα
Τα τόσα σου τότε δε θα 'φταναν μύρα
στα δώματα του Άδη που θα 'μουν κλεισμένος
κι η μαύρη μου θα 'παυε τότε η μοίρα
να σπάζει επάνω μου το τόσο της μένος.
Θα πει τότε θα 'παυε ο πόνος για κάτι
που αδύνατο είναι ποτέ ν' αποκτήσω-
θα πει πως της λήθης το απρόθυμο άτι
δε θα 'χα ποτέ πάλι πια να κεντρίσω.
Α! Ο θάνατος έπρεπε να πάρει εμένα
και όχι ολοζώντανος να στέκω κοντά σου
και χίλιους θανάτους να ζω σε καθένα
μελένιο χαμόγελο ή θεία ματιά σου.
Η ΜΕΡΑ ΓΙΩΡΓΗ…
(στο θάνατο του πατέρα της Ντόρας)
Η μέρα Γιώργη έφτασε να κοιμηθείς αξύπνητα.
Τα μάγια που σε κράταγαν αιχμάλωτον να σπάσεις
και στις αιώνιες να βρεθείς χιλιόμορφες οάσεις
που γλεντοκόπια και χαρές σε καρτερούν αρίφνητα.
Πόρτες εκεί δε θα 'χουνε που ανοιχτές να μένουνε
και κρύο δε θα φέρνουνε και πια δε θα κρυώνεις.
Και στο γυαλί της έγχρωμης, καινούργιας σου
οθόνης
γυναίκες κι άντρες παλαιστές συνέχεια θα
παλεύουνε.
Δε θα 'ναι η νύχτα θάλασσα μα ρυάκι που ανώδυνα
θε να κυλά. Από τ' άνθρωπου το νου θα λείπει ο
δόλος.
Ελιές και κούκλα πέρα κει σπαρμένος θα 'ναι ο τόπος.
Κι εγώ εκεί τη φίλια μας ποτέ δε θα την πρόδινα.
Γιώργη το τέλος έφτασε του αγώνα σου του
άνισου.
Τελείωσε ο δρόμος σου. Εκόπηκε το νήμα.
Και αν σκληρά σε τσάκισε τ' αγριεμένο κύμα
τον ωκεανό άφησες πια και μπήκες στο λιμάνι σου.
ΑΝΟΙΞΗ ΦΕΤΟΣ
Άνοιξη φέτος σ' αγαπώ γιατί έχεις στα μαλλιά
εκείνη την κοκάλινη αγκράφα τη μελιά
που βάζει στα μαλλάκια της όταν φυσάει αέρας
γιατί έχεις δέσει στο λαιμό γιρλάντα από χαρτί-
κοινό χαρτί όπως έβαλε κάποιαν ημέρα αυτή
κι όλο το σπίτι έλαμπε και μάλωνε ο πατέρας.
Άνοιξη φέτος σ' αγαπώ γιατί έχεις τη ματιά
στοχαστική' γιατί φοράς μια μπέρτα καφετιά
και γιατί όλα γίνονται στη φύση όπως προστάζεις.
Άνοιξη φέτος σ' αγαπώ γιατί το γιορτινό
φουστάνι της εντύθηκες, το ροζ, το φωτεινό-
Άνοιξη φέτος σ' αγαπώ γιατί πολύ της μοιάζεις.
ΚΑΙ ΔΙΚΗ ΜΟΥ
Στου καναπέ την απλωσιά-στο μαλακό του χνούδι
των πρωινών της παιχνιδιών τ' ανυποψίαστο γέρας
σαν πεταλούδα, σαν ανθός, σα φως, σαν αγγελούδι
η αγάπη μου κοιμήθηκε μες στην καρδιά της μέρας.
Πόθοι μου τις φτερούγες σας τώρα κλειστές κρατάτε'
Χρόνε μου κύλα αθόρυβα' πάτα λαφριά σιγή μου
και καρδιοχτύπια μου τρελά μη μου τηνε ξυπνάτε-
έτσι ως δεν είναι κανενός, λίγο είναι και δική μου.
ΣΑΝ ΚΟΙΜΗΘΩ ΑΞΥΠΝΗΤΑ
Σαν κοιμηθώ αξύπνητα δεν είναι που θα σβήσω
απ' τις στρατιές των ζωντανών-δεν είναι που θ' αφήσω
ατέλειωτα ή ανάρχιστα όσα ήθελα να κάνω'
είναι που όταν θα χαθώ για πάντοτε τη χάνω.
Δεν είναι που μια έρημη σκιά θα βολοδέρνω
στα χάη και αναίτια το φάσμα μου θα σέρνω
σ' άλλες ανάμεσα σκιές που ίδια όπως εμένα
θα προχωρούν με βήματα βαριά και κουρασμένα.
Είναι που θα 'μαι μακριά από τα γλυκά της χείλη
είναι που πια δε θα μπορεί να μου είναι ούτε "φίλη"'
είναι που την οδύνη μου καμιά δε θ' αλαφραίνει
φωνή' καμιά τον πόνο μου ματιά δε θα γλυκαίνει.
Είναι που οι πόθοι που κερνά η θεία της η κνήμη
ούτε ιδέα δε θα 'ναι πια μες στη νεκρή μου μνήμη
είναι που χώματα βαριά τα μάτια θα σκεπάζουν
και κείνα πια δε θα μπορούν κρυφά να την κοιτάζουν.
ΕΚΛΕΙΨΗ ΗΛΙΟΥ ΣΤΗΝ ΑΜΕΡΙΚΗ
Για λίγο όλοι τον ύπνο τους το βύθιον αφήκαν
και δραστηριοποιήθηκαν-κινητοποιηθήκαν
για να ιδούν μιαν ολική λέει έκλειψη ηλίου
που θα γενεί στις τέσσερες του Ιανουαρίου.
Όλοι τους εβαλθήκανε μαύρα γυαλιά να φτιάξουν
και δίχως βλάβη των ματιών το θέαμα να κοιτάξουν.
Σελήνης, ήλιου κι αστεριών γνωρίζοντας τις φάσεις
η έκλειψη μια στις τόσες τους θα είναι διασκεδάσεις.
Α! ευτυχείς! που θεωρούν πως είναι μέγα πράγμα
λίγο να δουν να κρύβεται απ' του ηλιού το μάγμα!
Α! ευτυχείς! Δεν ξέρουνε πόσες εσύ εκλείψεις
παντοτινές δημιουργείς σ' όποιου τη ζήση ενσκήψεις'
τον ήλιο κρύβεις της χαράς κι όλα τα δερνει η λύπη'
του ρολογιού, το θάνατο αργομετρούν οι χτύποι
κι όχι του "Τώρα" μοναχά, μα κι οι χαρές του "Αύριο"
μέσα σε σκότος πνίγονται τρομαχτικό και άγριο.
Εκλείψεις άπονης ζωής, χαράς και ηρεμίας,
εκλείψεις κάθε και ψυχής και νου ευημερίας,
εκλείψεις αγαλλίασης, απόλαυσης, 'φροσύνης.
εκλείψεις πάμφωτων νυχτών σε στρώμα έρμης κλίνης.
ΣΑ ΛΑΒΑ
Σα λάβα υγρή κι έτσι ζεστή
δεκαπεντάχρονη μικρούλα
βρίσκεσαι μπρος μου αιδώ μεστή
χωρίς ψυχή-χωρίς φωνούλα.
Κι ως με θωρείς γονατιστή
τόσο γλυκιά κι έτσι αγνούλα
λες άλλης είναι οι μαστοί
που σει' του πόθου η τρεμούλα,
Και 'γω, κεντρίζοντας βαθιά
τ' άλογο που 'χω εντός μου
μ' όσα η σβησμένη σου φωνή:
"πάρε μου", λέει και :"δοσμου",
λύνω την άσπρη σου ποδιά
σε ντύνω με το φως μου
και λεηλατώ και τη σοδειά
και το δεντρί του κόσμου.
ΕΣΥ..
Μου' παν πως ήρθες τι μ' αυτό;.. για με είσαι πάντα εδώ.
Ανάγκη με τα μάτια μου δεν έχω να σε δω
με το καθένα κύτταρο σε νιώθω του κορμιού
με κάθε σκέψη του σ' εσέ δοσμένου μου του νου.
Στα δυο σου χέρια με κρατείς και πάνω τους πατώ
σε κόσμο έναν από σε γεμάτον περπατώ
έχω από σένα ποτιστεί τόσο βαθιά πολύ
που ζω σαν να 'μαι πάντοτε μαζί σου σε φιλί.
Με μια υπερκόσμια με κρατάς αιχμάλωτον ισχύ
όλη μου μια νικήτρα σου η ζήση ειν' ιαχή
σαν κάποιο άρωμα βαρύ έχεις εντός μου μπει
με καταυγάζεις σα διαρκής φωτός αναλαμπή.
Εσύ ' σαι η μόνη αιτία μου κι ο μόνος μου σκοπός
στη δημοσιά σου οδηγεί κάθε μου ατραπός
είσ' η πνοή που δίχως της η ζωή μου σταματά
για μένα είσαι συ το πριν, το τώρα, το μετά.
Σαν μια ιδέα με δονείς-σαν πυρκαγιά με καις
το όραμά μου η όψη σου είναι το διαρκές
εσύ με χάνεις και με ζεις, με κλαις και με γελάς
συ κόσμους χτίζεις μέσα μου, εσύ και τους χαλάς.
Εσύ κυλάς στις φλέβες μου σαν δυνατό κρασί'
εσύ οδηγείς τη σκέψη μου-τη θέλησή μου εσύ!
συ μέσα μου παθιάζεσαι όταν εγώ ριγώ-
εσύ-εσύ-εσύ-εσύ-εσύ είμαι εγώ!..
Μου' παν πως ήρθες κι έχασα που έλειπα από κει.
Απ' τους εαυτούς τους κρίνοντας νομίζουν μερικοί
με του κορμιού τα μάτια μου πως πρέπει να σε δω-
πού να 'ξεραν πως πάντοτε για μένα εισαι εδώ…
ΛΙΓΩΜΕΝΑ
Στη γιορτή του αη-Λια
τ' άστρα γίνανε φιλιά
και στην Κάτω Παναγίτσα
ουρανός η αγκαλίτσα
Βρε αγαπούλα μου καλή
πώς γλυκαίνεις το φιλί
και πώς κάνεις την αγκάλη
όλο λάγγεμα και ζάλη…
Κι "όχι" πώς ποτέ δε λες
στις βουλές τις πιο τρελές
και τα "ναι" τα λατρεμένα
πώς τρεμίζουν λιγωμένα…
Αχ! μικρή μου αγαπίτσα!
Αχ! στην Κάτω Παναγίτσα!
Αχ! Χαμένη! Κορωμένη!
Αχ! αφροστεφανωμένη!
ΜΕΘΥΣΜΕΝΗ
Απαλά σαν περνά
στα μαλλιά της τη χτένα
μαύρη ζήλεια κερνά
και ποτίζει εμένα.
Όνομα άλλο εάν
της προφέρουν τα χείλια
την ψυχή μου κεντάν
φαρμακόφιδα χίλια.
Αν το χέρι τ' αβρό
χέρι άλλο ακουμπήσει
στην καρδιά μου θα βρω
σα θα δω χίλια μίση.
Κι αν καφέ ή γλυκό
σ' έναν ξένο προσφέρει
α! τι πιόμα πικρό
με κερνά δεν το ξέρει..
Αλλά μία της λέξη
αν μου πει τρυφερή
να! τα σκότη έχουν φέξει-
κι ήρθαν άλλοι καιροί.
Λες ποτέ δεν υπήρξαν
οι απάνθρωπες ώρες'
λες ποτέ δεν ερίξαν
οι ουρανοί μαύρες μπόρες.
Κι όλα ειν' ένα μύρο
και μιας Άνοιξης χνώτο
σαν να ζει εναγύρω
τ' όνειρό μου το πρώτο
δηλαδή βυθισμένη
στου έρωτά μου τη δίνη
και γλυκά μεθυσμένη
να χορεύει Εκείνη.
ΒΑΡΥ
Μια λήκυθος με άρωμα γεμάτη εκλεκτό
είμαι' και είναι τ' άρωμα σπάνιο και λεπτό
κι η νύμφη που θα έραινα το σώμα της με κείνο
δεν ήρθε κι είμαι μόνος μου-και μόνος μου θα μείνω.
Γι αυτό πριν φύγω απίστομα τη λήκυθο γυρνώ
και ασυλλόγιστα τ' αβρό το μύρο της κερνώ
σε όντα που 'λαφιάζονται όταν αυτό τ' αγγίσει
σαν να τα είχε αόρατο χέρι βαρύ ραπίσει.
ΠΟΤΕ ΣΟΥ
Δε θέλω στην κηδεία μου κάποιαν ακολουθώντας
γελοία κοινωνικότητα να 'ρθεις ψευτοκλαμώντας.
Για μια φορά ειλικρινή, ανυπόκριτη σε θέλω-
τη μέρα κείνη στη βολή κάθισε της Covello.
Στην τρύπα όταν άκαμπτος θα χώνομαι της γης μου
μ' ακέριο κάθε μόριο της αντρικής ορμής μου-
στην ηδονή που δεύτερη μετά 'πο τη δική σου
επόθησα, για μάρτυρα δε θέλω τη μορφή σου.
Στα βλέφαρά μου τα κλειστά πάνω δε θέλω να 'δεις
πώς από μεν' ανέγγιχτες παίρνει μαζί του ο Άδης
χαρές που σαν ακοίμητες στο νυφικό κρεβάτι
νυφούλες, παίρνουν του χαμού τώρα το μονοπάτι.
Όσο εζούσα κάθε τι μου 'χεις εσύ παρμένο'
μην έρθεις' μες στο φέρετρο που μ' έχουν ξαπλωμένο
άδειος απ' όλα κείτομαι. Ακόμα κι αν με γδάρεις
του δέρματός μου μοναχά το φάντασμα θα πάρεις.
Άσκοπο στην κηδεία μου να 'ρθεις' έχοντας όσα
η Αγάπη και ο Πόθος μου απλόχερα σου δώσαν
αυτάρκης πλέον έγινες σ' όλα-τις συλλογές σου
επλούτισες όσο πολύ δεν το 'λπιζες ποτέ σου.
ΕΚΕΙΝΟ, ΜΕΓΑ
Ένας τρελός ξάπλωσε μπρούμυτα στο χώμα
τα χέρια του άπλωσε και θάρρειε πως εκράτει
και πως διαφέντευεν αυτός όλα της γης τα πλάτη-
κάθε της όρος, ωκεανό, κάθε της μία χώρα.
Έτσι και μεις νομίζουμε πως κλειούμε στην ψυχή μας
το αβυσσαλέο κι άμετρο για τη Θοδώρα πάθος.
Α! παιδαριώδης! Α! κουτή-ψεύτρα ιδέα! Βάθος!
Εκείνο, µέγα, κυβερνά ψυχή, ζωή, κορμί μας.
ΤΗΣ ΑΜΜΟΥ
Τάχα του Χρόνου την κλεψύδρα ποιος κρατεί
και να 'ρθεις γρήγορα κοντά μου δε σ' αφήνει-
ποιος τάχα τον ισθμό της τονε κλείνει
κι ο χρόνος δεν πετά μα περπατεί…
Κι ήθελα να 'ξερα ποιος σπάζει το γυαλί
της αμμοδόχου όταν βρίσκεσαι κοντά μου
κι οι κόκκοι δραπετεύουνε της άμμου
κι εγώ δε σου χορταίνω το φιλί…
ΤΑ ΚΑΛΛΗ
-Γιατί χήρα χηρούλα δε με παντρεύεσαι;
-Τα κάλλη μου μουρντάρη δε μου τα γεύεσαι
αν πρώτα δεν παντρέψω τη μονοκόρη μου.
-Γιε μου και παραγιέ μου κι αγόρι μου
της χήρας της χηρούλας πάρε την κόρη της
να δω τι χρώμα έχει το μισοφόρι της.
ΦΤΗΝΕΣ
Ο δρόμος μου 'στελνε πρωινές φωνές.
Η πάχνη εθάμπωνε τα τζάμια.
Κάτω στο πάτωμα
κείτονταν άτονα
τα εσώρουχά της' με πλοκάμια
κολλώδη μ' έσφιγγαν μνήμες φτηνές.
Η ΠΕΤΡΑ ΣΟΥ
Αν μια καινούργια Εξέταση σαν κείνην Ιερά
το κολασμένο σώμα σου έριχνε στην πυρά
οι εργάτες που θα πήγαιναν αύριο να σκουπίσουν
θα 'βλεπαν ένα θέαμα δύσκολο να εξηγήσουν.
Πάνω στο χώμα το τεφρό το ακόμα πυρωμένο
που ολονυχτίς το σώμα σου κράταε το μαγεμένο-
πάνω στο χώμα, απ' της φωτιάς την κάπνα μαυρισμένη
κι εν τούτοις κρύα μια πέτρα εκεί θα βρίσκανε πεσμένη.
Παράξενα θα κοίταζαν και φοβισμένοι θα 'ταν
και ιστορίες αλλόκοτες πολλές αφού θα πλάθαν
"Κι αυτό", θα καταλήγανε, "παιχνίδι είναι δικό της
το τελευταίο ήτανε το έργο το μαγικό της".
Μόνο εγώ απ' όληνε ξέρω την ανθρωπότη
και πλήρωσα το μάθημα με τη ζωή μου, ότι
το σώμα σου κι αν καίγονταν το τέλειο απ' τη φωτιά
θα 'μενε άκαυτη η σκληρή-η πέτρα σου καρδιά.
ΣΤΟ ΧΙΟΝΑΤΟ ΤΗΣ
Απ' τον τάφο μου βγάζω
το κεφάλι το σάπιο για λίγο
μία τρύπα στο σκότος ανοίγω
και τριγύρω κοιτάζω.
Μες στων ζώντων το πλήθος
το κορμί της ζητώ κι ανταμώνω
και το βλέμμα μου πάνω απιθώνω
στο χιονάτο της στήθος
Τότε ο μαύρος μου τάφος
το υπερκόσμιο γνωρίζει μεθύσι
λιμανιού που 'χει εντός του ποδίσει
φωτοπλήμμυρο σκάφος.
Η ΠΙΚΡΗ ΜΟΥ
Θα 'ναι μία στιγμούλα που ο ήλιος θα λάμπει
τα πουλιά μες στους θάμνους θα ψάλλουν γλυκά
θα ζητά η χαρά στην καρδιά μέσα να 'μπει
και η φύση η τρελή θα οργά θριαμβικά.
Στων δεκάξι σου χρόνων το βελούδινο θάμπος
η αγνότη κι η αθωότη θα στήνουν χορό
και χαλί λουλουδένιο θα στρώνει ο κάμπος
του κορμιού σου το πάθος να δεχτεί το ιερό.
Δίχως λόγο κι αιτία, δίχως σκέψη και γνώση
ένας νέος θα σου κλέψει το μύρο τ' αγνό.
Η ζωή βιαστικά ένα πέπλο θ' απλώσει
μη και τ' άδικο δουν οι ουρανοί το τρανό.
Θα 'ναι μία στιγμούλα που καθώς όλοι οι γέροι
ένα τσάϊ θα φτιάχνω να πιω στη γωνιά
κι έτσι δα το κουτάλι θα μου πέσει απ' το χέρι
και σκληρά θα ηχήσει η πικρή μου μονιά.
ΠΕΘΑΙΝΩ
Το ρόδο που εκράταγες στα χέρια σου είχε λάμψη
και ομορφιά πρωτόφαντη. Τα κόκκινά του φύλλα
μοιάζαν σαν αίμα ζωντανό βαθιά να τα 'χει βάψει
που ακόμα μες στις φλέβες τους χαρούμενο εκύλα.
Όταν για λίγο τ' άφησες το χρώμα του έχει σβήσει
η ευωδιά του εχάθηκε και στέκει μαραμένο.
Μες στο χεράκι σου τ' αβρό κλείστο να ξαναζήσει…
ένα φιλί σου δώσε μου-μαραίνομαι..πεθαίνω…
ΘΡΙΑΜΒΕΥΕΙ
Η μουρμούρα απ' την παρέα
σ' αποκοίμισε χτες βράδυ
και δοθήκαν στον Ορφέα
της σαγήνης σου οι βάρδοι.
Η καρέκλα σου αγαλλιάζει
από τ' άγγιγμα το θείο
και λιπόθυμη αγκαλιάζει
το πολύτιμο φορτίο.
Αλλά κι έτσι κοιμισμένη
δε γινόταν να μη μ' έλκεις:
τα ποδάκια έτσι αφημένη
σταυρωτά καθώς τα πλέκεις
τους μηρούς σου η κουβέρτα
τους αφήνει ακαλύπτους
και γεμίζει ο τόπος κέδρα
και γεμίζει ευκαλύπτους.
Και στα δάση μέσα σειώνται
Νύμφες, Σάτυροι και Φαύνοι
κι απ' τα γέλια τους δονούνται
οι γλουτοί σου οι δυο οι λάγνοι.
Και στο βάθος βάθος βάθος
στη μεσόγλουτη σχισμή
που τη δέρνουνε με πάθος
καταιγίδες και σεισμοί
καταργούνται τα ερέβη,
η Εδέμ αναγεννάται
κι α! η Εύα θριαμβεύει
το κορμί σου όταν κοιμάται.
ΑΝΘΟΥΣ
Μέσα στα τόσα τα πολλά που από σένα θέλω
άκου αυτό όπως άκουσες και τόσα ακόμα: θέλω
μια μέρα τα ποδάκια σου να κάνω προσκεφάλι
και ν' ακουμπήσω πάνω τους το άσπρο μου κεφάλι.
Κι όπως το χώμα τους νεκρούς και τα βουνά το χιόνι
κι όπως η Άνοιξη ανθούς πάνω στα δέντρα απλώνει
κι εσύ χωρίς μιαν έκπληξη και δίχως να διστάσεις
ν' απλώσεις τα χεράκια σου κι έτσι να με σκεπάσεις.
ΠΟΝΗΡΟΥΛΑ
Είσαι καλή κι είσαι γλυκειά κι είσαι κομψή κι ωραία
έχεις χαρές αρίθμητες και ομορφάδες πλήθος.
Είσαι σεμνή κι υπάκουη, καλοφτιαγμένη, νέα
κι η ίδια του Έρωτα η θεά σου έπλασε το στήθος.
Όμως αν ήσουν φαγητό, όπως σ' έχω περιγράψει,
ανάλατη θα ήσουνα-θα 'φερνες αναγούλα.
Μα όχι-θεός ή διάβολος, όποιος κι αν σ' έχει πλάσει
σου έβαλε το αλάτι σου: λίγο είσαι πονηρούλα.
ΝΑ ΣΕ ΚΟΙΤΑΖΩ
Κοντά σου όταν ήμουνα έλυωνα από τον πόνο
που δε γινότανε παρά να σε κοιτάζω μόνο.
Μα κι όταν έφυγα μακριά πάλι δεν ησυχάζω-
τώρα πονώ που δεν μπορώ ούτε να σε κοιτάζω.
ΤΑ KΕΦΑΛΑΚΙΑ
Σαν την ψυχή νιογέννητου παιδιού πριν τη μολύνει
ούτε της πείνας τ' άγγιγμα' πριν τη λερώσει ακόμα
ο πόθος για το νοιώσιμο της ρόγας μες στο στόμα
έτσι αγνά τα στήθη σου μου μοιάζουνε με κείνη.
Χαρτί που μόλις έχει βγει απ' το τυπογραφείο
λευκό, ακόμα πριν το δει ούτε ποιητή το μάτι
και να 'χει ο νους του πάνω του σκεφτεί να γράψει κάτι
τα πάλλευκα έτσι στήθη σου φαντάζουνε τα δύο.
Και σαν βουνά την όμορφη τη γη μας που στολίζουν
κι ενώ το ηφαίστιο μέσα τους ασίγαστα κοχλάζει
εν' αεράκι δροσερό τη ράχη τους δοξάζει
έτσι και κείνα καίγονται κι έτσι κι αυτά δροσίζουν.
Κι έτσι σφιχτά κι έτσι κρουστά κι έτσι σαν φιλντισένια
μόνο στου νου το τάνυσμα μπορούν να παρομοιάσουν
λίγο προτού οι ιδέες του που πάνε να τον σπάσουν
διέξοδο στα έλη της χαράς βρούνε τα τιποτένια.
Και σαν παιδιά. Σαν δυο μικρά, λαμπρά, γλυκά παιδάκια
που μια πηδούν ακράτηγα και τρέχουν και 'λαφιάζουν,
μια βαριεστούν και στέκουνε κι άτονα ησυχάζουν,
και μια πεισμώνουν και γυρνούν αλλού τα κεφαλάκια.
ΤΟΥ ΠΟΝΟΥ
Εβγήκα στις κορφές
που φέγγουνε λαμπρές
χαρές χρυσοντυμένες.
Τις φώναξα μ' αυτές
λες ήτανε κουφές
δεν ήρθαν οι καημένες.
Επήγα στη φωλιά
που στήνουν τα πουλιά
του πιο ψηλού του κλώνου.
Γεμάτη με φιλιά
εβρήκα μι' αγκαλιά
κι αυτή 'τανε του πόνου.
Η ΓΑΤΟΥΛΑ
Θα ήθελα να έχω μια γατούλα
μ' ασπρόμαυρο κεφάλι και κορμί
και μια καφέ στο μάτι βούλα-
θα ήθελα να έχω μια γατούλα.
Το λάστιχο το σώμα να λυγίζει
και δίχως μιαν αιτία ή αφορμή
ναζιάρικα πολύ να νιαουρίζει-
το λάστιχο το σώμα να λυγίζει
Τα νύχια της να ξύνει στο πανέρι
και όπως μόνο εκείνη το μπορεί
επάνω μου να τρίβεται όπως ξέρει-
τα νύχια της να ξύνει στο πανέρι.
Τα μάτια της να λάμπουν στο σκοτάδι
και θάματα το φως τους να ιστορεί
ποτέ της να μη λέει όχι στο χάδι-
τα μάτια της να λάμπουν στο σκοτάδι.
Τα βράδια μπρος στο τζάκι να κυλιέται
αργόσυρτη, υγρή, νωχελική
και σ' άσεμνη μια στάση να κοιμιέται-
τα βράδια μπρος στο τζάκι να κυλιέται.
Θα ήθελα να έχω μια γατούλα
κι απ' όλους να την έχω μυστική'
με μια καφέ στο μάτι βούλα
θα ήθελα να έχω μια γατούλα.
ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ
Εν' άλικο μπουκέτο θα σου στείλω
λουλούδια μ' ένα καλό μου φίλο.
κι ωραία έτσι σαν τ' αντικρίσεις
ξέρω-χιλιάδες θα τους χαρίσεις
φιλιά. Για λίγο το έκθαμβο το δείλι
ποια ειν' τα λούλουδα-ποια ειν' τα χείλη
να ξεχωρίσει δε θα μπορέσει.
Κι όταν η γλύκα πάνω τους δέσει
με βια θα σου τ' αρπάξει από τα χέρια
και θα 'χω τα φιλιά σου αιώνια ταίρια
γιατί θα μου τα βάλει σαν πεθάνω
στο μέρος της καρδιάς-στο στήθος πάνω.
ΣΥ ΜΟΝΑΧΑ
Αν όταν είμαστε μαζί κάπου, λιποθυμίσεις
υπάρχουν πιθανότητες πολλές να μην ξυπνήσεις
κι ενός γιατρού τη σιγουριά ενώ θα 'χεις μαζί σου
της σιγουριάς η αίσθηση αυτή ναν' η στερνή σου.
Δε θα φροντίσω τότε εγώ για την υγειά σου διόλου
κι όλου του κόσμου η γιατρική ας πάει κατά διαόλου-
θα γείρω στο μονάκριβο που 'χω προστά μου θάμα
όχι με τέχνη Ασκληπιού αλλά με πάθος Πάνα.
Έτσι. Αναίσθητη καθώς θα κείτεσαι στο χώμα.
Αλλ' αν μετά το θάνατο πάλι μιλά το στόμα
θα έχεις να παινεύεσαι στις φίλες σου στον Άδη
πως συ μονάχα εγνώρισες τόσο γλυκό ένα χάδι.
ΤΗ ΓΑΤΑ
Χάιδευες με το πόδι σου τη γάτα.
Το πόδι σου γυμνό. Η γάτα ύπτια.
Τα δάχτυλά σου ανάβαν τα κροκάτα
στου ζώου τα γοργά τα καρδιοχτύπια.
Με τ' όλασπρο, αβρό, γυμνό σου πόδι
εχάιδευες το τρίχωμα της γάτας
Το γόνυ σου λαμπύριζε σαν ρόδι
κι έτρεμε το κορμί της χρυσομάτας.
Μ' αθώες, ταχ' αδιάφορες κινήσεις
εχάιδευες τη γάτα σου τη μαύρη.
Απόψε κι αν ανάπαψη ζητήσεις
ούτε κι εσύ ούτε και κείνη θα 'βρει.
Βελούδι σε φιλί με το βελούδι
και πες ποιο εφιλιόνταν-ποιο εφίλα
το χνούδι αγκαλιασμένο με το χνούδι-
ποιανού η πιο μεγάλη ανατριχίλα;.
Εχάιδευες τη γάτα. Η ματιά σου
Θολή από τη θύελλα που νιώθεις
και τρέμουνε τα χείλη τ' ανοιχτά σου-
ματαία η προσοχή σου: επροδόθης.
Ο ΦΟΒΟΣ ΚΙ Η ΑΓΑΠΗ
Ο φόβος κι η αγάπη εμεγαλώνανε
μαζί' μα-τι κακό- όλο μαλώνανε.
Μαζί για λίγο μόνο έτσι ζήσανε
κι ύστερα-δε γινότανε-χωρίσανε.
Και σ' άλλα ο καθείς τους μέρη επήγανε
κι εχθροί αναμετάξυ τους εγίνανε
καθείς τους πύργο έχτισε μεγάλονε
κι ούτε ν' ακούσει ένας για τον άλλονε.
Και όποιος την αγάπη ακριβοντύνεται
αυτός να αιστανθεί φόβο δε γίνεται'
και όποιος από φόβο τρεμουρίζει
ποτέ του την αγάπη δεν γνωρίζει.
ΤΑ ΠΕΝΘΗ
Κιτρίνισαν τα φύλλα της ψυχής
και δώσανε το χρώμα τους στου πόθου μου τα φύλλα
έτσι καθώς αυτός στέκεται ανεπαρκής
δίπλα στου τοίχου μου του έρμου τη μαυρίλα.
Και είμαι σίγουρος πως στο δεξί
(καθώς κοιτάζω από δω) το φύλλο αυτό το σάπιο
θα 'χουν ζωύφια σαρκοβόρα εμφανιστεί-
να! σαν να βλέπω να κουνιέται κάποιο…
Α! Πόθε μου! Σ' αγόρασα ακριβά
με πράσινο το δώμα μου το μαύρο να στολίσεις
κι έρω για μένα να ριζώσεις στα γλυκά
ματάκια της αγάπης μου όταν τη συναντήσεις.
Μα όμως με προδώσατε κι οι δυο:
και σε κει κείνην της ψυχής σας νίκησαν τα πένθη
που αγέννητα κι αχάλαστα εντός μου κλειω-
και συ μου εμαράθηκες και κείνη δε θα έρθει.
ΤΟΤΕ ΚΑΛΑ
Αν μόνο για να βλέπουνε την ομορφιά
δοθήκανε στον άνθρωπο τα μάτια
τι να τα κάνω αφού είσαι μακριά
απ' τα φωτεινά τους τα μονοπάτια..
Αν μόνο για ν' ακούν ήχους γλυκείς
τ' αυτιά έχουνε γίνει των ανθρώπων
τι να τα κάνω όταν εσύ μιλείς
σε ξένο, μακρινόν μου τόπον…
Στο δέρμα μου αν πρέπει ν' ακουμπά
το βελουδένιο ευέξαπτό σου δέρμα
τι να το κάνω αν κείνο πάει μακρια
και μένουνε τα χέρια μου παντέρμα…
Αν όμως και μας δόθηκε η ζωή
για να τη δέρνει η θλίψη και ο πόνος
τότε καλά έχουνε όλα οριστεί:
εσύ μακριά μου κι εγώ μόνος.
ΚΑΜΙΑ
Μπροστά μου όπως καθόσουνα με τα μαλλιά λυμένα
έβλεπα τους εβένινους που εκείνα στρώναν δρόμους
και η ψυχή μου εγέμιζε χίλιες χιλιάδες τρόμους:
καμία από τις στράτες τους δεν ήτανε για μένα.
Ο ΛΟΓΟΣ
Εχ' ορκιστεί να μην το πω
το τρυφερό το σ' αγαπώ
το λόγο θα κρατήσω
και δε θα τον πατήσω.
Σιγμ' άλφα γάμμ' άλφα ξανά
κι αχ! η καρδιά δε σε ξεχνά'
πι και στερνά ωμέγα
κι αχ! έχω πόνο μέγα.
Αλλά το λόγο μου κρατώ
ποτέ-ποτέ δεν τον πατώ
το σ' αγαπώ τ' ωραίο
εγώ δε σου το λέω.
ΜΑΡΤΥΡΙΟ
Τόσο κοντά σου να 'μαι και να μην μπορώ
λίγο ν' αγγίξω μια σου τρίχα-ένα ρούχο…
τόσο κοντά σου να 'μαι και να μην μπορώ
λίγο να δείξω από τον έρωτα που σου 'χω…
Ο ΧΡΙΣΤΟΣ
Στο κάτασπρο το στήθος σου το ποθοπλανταγμένο
ένας σταυρός κρεμότανε με τον εσταυρωμένο.
Κι αναρωτήθηκα γιατί στους τόσους του μπελάδες
να τον παιδεύουν το Χριστό τώρα κι οι συμπληγάδες.
Μα όταν έσκυψα να δω επάνω στο σταυρό του
να 'ναι αναψοκόκκινο είδα το πρόσωπό του
κι αντί να ειναι η όψη του άφατα πονεμένη
την είδα με αγαλλίαση να 'ναι στεφανωμένη.
Τα μάτια του μισόκλειστα κι εσειόταν το κορμί του
σαν ο σεισμός να έγινε προτού από τη θανή του.
Κι οι βόγγοι που εβγαίνανε απ' τα φρυγμένα χείλη
γι άλλην μιλούσανε παρά για την ουράνια πύλη.
Και μέσα κει στα στήθη σου τα παντοβόρα είδα
να 'ναι πιασμένος ο Χριστός στην ίδια την παγίδα
στην ίδια να φλογίζεται φωτιά που τον καθένα
καίει στη γη επάνω αυτήν ως έκαψε και μένα.
Για μένα ετούτος ήτανε ο πλάστης και θεός μου
κι αυτόνε ξέρω μόνο εγώ για ποιητή του κόσμου
εκείνου εικόνα είμαστε όλοι κι ομοίωσή του
στον ίδιο σταυρωνόμαστε σταυρό κι εμείς μαζί του.
Και όρκο παίρνω πως μετά το κορμομάχημά του
λίγο πριν πάψει να χτυπά για πάντα η καρδιά του-
και όρκο παίρνω λέω ξανά-δεν είναι εικασία
πως είχε το "τετέλεσται" μιαν άλλη σημασία.
ΤΑΧΑ...
Αγάπη αν ειν' τα δώρα σου πολλά και ζηλεμένα-
Αγάπη αν τις χάρες σου καθείς αποζητά
όμως Αγάπη άδικη εστάθηκες για μένα
δεν ήρθες όταν έπρεπε αλλά πολύ μετά.
Και ήρθες. Ας μου έδινες τ' άγριο σου καρδιοχτύπι
όχι για μια κουκλίστικη και άδολη μικρή
αλλά για μια που θα 'τανε του Φθινοπώρου η λύπη
στολίδι της κι η Άνοιξη ανάμνηση ακριβή.
Καλή Αγάπη μου τι λες; Τάχα μπορώ να ελπίσω
πως θα μου δώσει η Χάρη Σου αυτό που μου
χρωστά-
τάχα μπορείς τα χρόνια μου να τα γυρίσεις πίσω;
Κι αν όχι μη της Ντόρας μου μπορείς να πας
μπροστά;..
TO ΦΙΛΙ ΚΑΙ ΤΟ ΜΑΧΑΙΡΙ
Ένα φιλί κι ένα μαχαίρι
κρατεί στα χέρια η Ζωή.
Στριφογυρνώντας κάθε χέρι
μέσα στα πλήθη προχωρεί.
Ζωή, μαχαίρι εμένα δος μου
-αχ- δος μου δυο αν σε βολεί
αλλά, Βασίλισσα του Κόσμου
δώσε στη Ντόρα μου φιλί.
ΦΕΓΓΑΡΙ…
Φεγγάρι μια μπλούα της δώσε μου μόνο
Να βάλω μέσα τις γριθιές μου
Να τις δαγκώνω ως να ματώσουν.
Α! ΝΑ ΜΟΥ 'ΔΙΝΕΣ ΤΗ ΧΑΡΗ...
To φεγγάρι μια σκαφίτσα
τα χεράκια σου ν' απλώσεις
και κει μέσα να ζυμώσεις
το φαρμάκι σου Ντορίτσα.
To φεγγάρι μια φετούλα
να τη φας, να δυναμώσεις,
στην καρδιά μου να κενώσεις
το φαρμάκι σου Ντορούλα.
To φεγγάρι ένα βαρκάκι
τη σωρό μου ν' απιθώσεις
κι από μένα να γλιτώσεις
κι απ’ το πάθος μου Ντοράκι.
Α! Να μου 'δινες τη χάρη
στο ταξίδι το βαθύ μου
στο ταξίδι το μακρύ μου
να την ξέχναγα, φεγγάρι...
ΤΗ ΦΟΡΑ
Συνειρμούς ποιους έχει σπείρει
στο μυαλό μου τ' όνομά της
κι αν τ' ακούσω με διεγείρει
και ας βρίσκομαι μακριά της;
Πέντε τάχα γραμματάκια
στη σειρά έτσι όταν μπούνε
τα μικρά τους σηματάκια
γιατί τόσο με δονούνε;
Πού τη βρίσκει μία λέξη
τόση δύναμη μεγάλη
που το νου μου έχει κλέψει
και μου φέρνει τέτοια ζάλη;
Τάχα κι αν αποφασίσω
όνομ’ άλλο να σκαρώσω
και πασχίζοντας να ζήσω
με τη σκέψη της το δώσω
μήπως έτσι θα ησυχάσω
απ' το μέγα μαρτυριό μου-
μήπως έτσι ξεκουράσω
τ’ αξεκούραστο μυαλό μου;
"Όχι" ο έρωτας φωνάζει
και μου κόβει όλη τη φόρα'
"κι αν το στόμα σου άλλο κράζει
μα η ψυχή θα κλαίει: Ντόρα!"
ΝΑ ΜΕ ΠΑΙΔΕΥΕΙ
Θα ήθελα να ήμουν ο Ποπάυ
σαν κείνον να επήγαινα όπου πάει
κι αντρείο εγώ να γίνομαι ναυτάκι
λιγάκι κατεβάζοντας σπανάκι.
Την πίπα μου συνέχεια να καπνίζω
κι εκείνη έναν καπνό να βγάζει γκρίζο
για κείνο να γκρινιάζω και για τούτο
και όλο να μαλώνω με το Βρούτο.
Για μένα να μετράει κάθε ταξίδι
σαν εύκολο να ήτανε παιχνίδι
το άγριο το κύμα ν' αψηφάω
κινδύνους φοβερούς να μη μετράω.
Και όποτε η θάλασσα 'μερεύει
εν’ άλλο θηλυκό να με παιδεύει:
να καρτερεί στου πλοίου μου την πρώρα
θεοί-όχι μια Όλιβ-μα η Ντόρα!
ΤΗΝ ΙΔΙΑ
Στης ομορφιάς τη ζυγαριά στον ένα αν βάλεις
δίσκο
της γης όλες τις όμορφες-στον άλλο τον εαυτό σου
σε σε θα κλινει η ζυγαριά' και φυσικό το βρίσκω:
μαζί όλες τους δεν κάνουνε το κάλλος το δικό σου.
To ίδιο αποτέλεσμα θα είχαμε αν μπορούσαν
να μπουν επάνω στο ζυγό τα μάτια σου μονάχα
κι αν όλοι οι άλλοι που 'βλεπαν θαυμάζαν κι απορούσαν
εγώ απορία ή έκπληξη ούτε και τότε θα 'χα.
Κι ακόμα εγώ που με πολλά πικρά μ' έχει ποτίσει
αίμα και δάκρυα η βαθιά που σου' κανα η γνώρα
στοίχημα βάζω-ο δίσκος σου την ίδια θα 'χε κλίση
αν μια ματίτσα σου γλυκειά του' ριχνες μόνο
Ντόρα.
ΑΛΛΑ ΘΕΕ ΜΟΥ
Σήμερα ο φίλος μου βάφει το σπίτι.
Καλό παιδί-θα πάω να τον βοηθήσω.
Θ' αφήσω σήμερα τον Γέητς και τον Ελύτη
και στης φιλίας το βωμό θα πάω να θύσω.
Aν στην ανάγκη δεν βοηθήσουμε τον φίλο
τότε αυτό δεν είναι πια φιλία
κι είναι καθείς μας απελέκητο ένα ξύλο
αν λίγο μέσα του δεν κλείνει ένα Φιντία.
Και φίλοι αν δεν ήμασταν ακόμα
πάλι θα έπρεπε να του 'δινα ένα χέρι-
ένα χαρούμενο η ζωή μας παίρνει χρώμα
όταν η χρεία τη βοήθεια έχει για ταίρι.
Α! Δεν επρόδωσα φίλο ποτέ μου.
Ούτε αυτόνε θα προδώσω τώρα
λοιπόν θα πάω έτσι κι αλλιώς. Αλλά θεέ μου
κάνε να βρίσκεται στο σπίτι και η Ντόρα.
ΑΝ ΕΙΧΑΝ ΤΑ ΛΟΥΛΟΥΔΙΑ
Αν είχαν τα λουλούδια-λέω, αν,
ανθρώπινα αισθήματα και πάθη
και αν κι αυτά μπορούσαν ν' αγαπάν
και στου έρωτα να λιώνουνε τα πάθη,
κι αν -πάλι λέω, ήταν οι θνητοί
για τα λουλούδια ό,τι ειναι αυτά για κείνους
και κάθε λούλουδο να περπατεί
μπορούσε με κινήσεις υπευθύνους
και ήθελε ένας κρίνος που αγαπά
στη ντάλια του να στείλει ανθρώπους-δώρα
ανάμεσα θα ήσουνα σ' αυτά
το δώρο τ' ομορφότερο συ Ντόρα.
ΘΕΟΙ!..
Μες στου κήπου αυτού τη γλυκιαν ησυχία
με τα δέντρα τ' αγνά γίνεται ένα το σώμα
μπρος σ' αυτήν που κερνά το νιοπότιστο χώμα
ειν' αλήθεια μικρή κάθε άλλη ευτυχία.
To κεφάλι ακουμπά σε χρυσά πορτοκάλια
τα σταφύλια γλυκά με καλούν να τα γέψω.
και σε κάθε μεριά τη ματιά μου αν στρέψω
βλέπω άνθη λευκά να μου γνέφουν αγάλια.
Τα κυδώνια ντυτά το χνουδάτο τους δέρμα
τα συκάκια μικρές χρυσοπράσινες στάλες
α! τη φύση απαλά τήν κρατώ απ' τις μασχάλες
και ψηλά την πετώ στου ηλιού της το γέρμα.
Πα' στο χώμα σωροί τα χρυσά λουλουδάκια
που δε βρίσκει μεριά να πατήσει το πόδι-
κόκκινα, άσπρα, γκρενά, κιτρινούλια, ιώδη
απωθούν απ' το νου κάθε του έχθρα και κάκια.
Τα χεράκια τ' αβρά η γαλήνη έχει απλώσει
σε σφιχτήν αγκαλιά όλην κλειώντας την Πλάση'
φορτικά η χαρά απ’ το γεμάτο της τάσι
για να πιω με καλεί που ’χει μπρος μου απιθώσει.
Α! Του ωραίου αυτού παραδείσου τα δώρα
είναι άσκοπα αφού σαν Αδάμ είμαι μόνος-
σαν νεκρό ένα πουλί και σαν άνανθος κλώνος
παρεκτός κι αν -Θεοί!-σ' είχα δίπλα μου Ντόρα.
ΆΧΑΡΕΣ
Α! Τίποτα δε χάρηκα μέσα σ' αυτή τη ζήση!
Α! Τίποτα δεν έζησα που να 'τανε καλό!
Και δίχως μιαν αναλαμπή ο λύχνος μου θα σβήσει
κι ως τότε άχαρες, ψυχρές, τις μέρες θα περνώ.
Έτσι ως θρηνούσα κάθοντας μονάχος στο σκοτάδι
μια θύμηση ήρθε ξαφνικά στο νου μου ριγηλή
και μου 'πε: "Ξέχασες λοιπόν αχάριστε, το βράδυ
που ένα η Ντόρα σου 'δωσε στο μάγουλο φιλί;
ΔΙΑΛΥΟΜΑΙ
Εμμένω-οργίζομαι
θερμαίνω-φλογίζομαι
ποθώ-ικετεύω
πεθαίνω-λατρεύω
ζηλεύω-αιώρα
διαλύομαι-Ντόρα.
ΑΥΤΑ ΠΟΥ ΓΡΑΦΩ ΤΟΥΤΟ ΤΟΝ ΚΑΙΡΟ
Αυτά που γράφω τούτο τον καιρό
τα γράφω για τη Ντόρα
του Πόθου,των Φιλιών,των Αστεριών.
Αυτά που γράφω τούτο τον καιρό
τα γράφω για τη Ντόρα
της Αφοσίωσης,της Πλήξης,της Σιωπής,
των Χαρωπών Χειλιών.
Αυτά που γράφω τούτο τον καιρό
τα γράφω για τη Ντόρα
των Διηγήσεων,των Ιμέρων,των Πεισμάτων,
των Παιχνιδιάρικων Μαλλιών'
τη Ντόρα των Απύθμενων Ματιών
τη Ντόρα των τελείων καμπυλών
των ανυπέρβλητων κνημών και των Λευκών βραχιόνων.
Τη Ντόρα της Ανάμνησης, της Γνώσης, της Σοφίας.
Της Ευπιστίας, της Πονηριάς και της Ευαισθησίας.
Της Χάρης, της Ευγένειας και της Υποκρισίας.
Αυτά που γράφω τούτο τον καιρό
τα γράφω για τη Ντόρα
των Δισταγμών, του Φόβου, της Δειλίας
του Φωτεινού Προσώπου, του Χαμού, της Απορίας
τη Ντόρα της Εξάρτησης και της Αδυναμίας
των Πεθαμένων Σπουργιτιών, των Προτρεχόντων Λόγων.
Τη Ντόρα την Απρόθυμη, την Πονηρή, την Ψεύτρα.
Τη Ντόρα της Ευπρέπειας, της Γλύκας, της Σαγήνης.
Τη Ντόρα της Απόγνωσης, της Πίκρας, βτης Αγνοίας.
Αυτά που γράφω τούτο τον καιρό
τα γράφω για τη Ντόρα
των Ευκαλύπτων, των Αητών και των Ψηλών Ελάτων.
Των Πελαργών, των Υαινών και των Ιπποποτάμων.
Των Ρόδων, των Ποδήλατων και των Ερπυστριών.
Αυτά που γράφω τούτο τον καιρό
τα γράφω για τη Ντόρα
της Σκέψης της Αφτέρωτης, του Νου του Πετρωμένου.
Των Οιμωγών, της Οίησης και της Ανυπαρξίας.
Τη Ντόρα την Ανέμελη και της Μελαγχολίας.
Τη Ντόρα της Απώλειας και της Αλαζονείας.
Αυτά που γράφω τούτο τον καιρό
τα γράφω για τη Ντόρα
των Ιεροσύλων Πράξεων και Λόγων
τη Ντόρα των Ελπίδων της, των Τύψεων και των Κρυφών της Πόνων.
Αυτά που γράφω τούτο τον καιρό
τα γράφω για τη Ντόρα-
τη Ντόρα της Απόγνωσης
τη Ντόρα της Ανώνυμης Οδού
της Απωλείας.
Αυτά που γράφω τούτο τον καιρό
τα γράφω για τη Ντόρα
των Εκατόν εφτά λιβρών
τη Ντόρα του εννενήντα
τη Ντόρα του Λος Άτζελες
τη Ντόρα της COVELLO.
ΑΦΗΜΕΝΗ
M’ αρέσουν οι ήσυχες στιγμές όταν μετά τη ζάλη
Με λιμανάκι ήσυχο μοιάζει η μικρή σου αγκάλη-
λιμάνι που το τσάκισε με λύσσα η τρικυμία
Και λες δεν τ’ άφησε ζωής ελπίδα πια καμία.
Μαρμαρωμένες οι λευκές βαρκούλες του τού μοιάζουν
ακίνητες τ’ ακίνητα νερά καθώς χαράζουν
και το ραβδάκι που ζωή θα ’ρχόταν να τους δώσει
έχει κι αυτό στα χέρια σου άτονα μαρμαρώσει.
Τα μάτια έχεις σφαλιστά-σαν πράγμα εισ' αφημένη
Κάθε ανάσα σου γλυκιά σαν τελευταία βγαίνει
το πείσμα κι η σκληρότητα σ’ έχουν εγκαταλείψει
μοιάζεις αχτίδα λευκωπή σε φλόγινη μια Δύση.
Τώρα η λάγνα σου ματιά κανέναν δεν κοιτάζει.
Άλλος κανείς δε χαίρεται το ακριβό σου νάζι
Τ’ άγρια τώρα τέρατα κοιμούνται εντός σου όλα
κι άφοβα υψώνονται κι ανθούν τ' άνθη τα μυροβόλα.
Μέσα στην τέτοια σου αγκαλιά ’συχάζει μου το αίμα
που λέω ας ήταν πάντοτε να ζω σ’ αυτό το ψέμα:
Εγώ μες στην αγκάλη σου να έρχομαι ικέτης
κι εσύ ανίσχυρη πολύ κι ακούσα να με σκέπεις.
ΚΟΙΤΑ ΤΙ ΠΗΓΕ ΚΙ ΕΚΑΝΕ Η ΒΡΩΜΟΥΣΑ!,.
ή
ΕΞΩ ΑΠΟ ΤΟ ΣΟΥΠΕΡ ΜΑΡΚΕΤ
"Κοίτα τι πήγε κι έκανε η βρωμούσα!..
εγέμισε ως απάνου τη σακούλα…"
Δε σκέφτηκε καθόλου η βρωμούσα
η Ντόρα μου πως τόσο είναι μικρούλα
και είναι τα χεράκια της αέρας
και είναι η δύναμή της μια φλογίτσα
και πνέμα το κορμάκι της κι αθέρας
μοσχάτος η γλυκιά της αγκαλίτσα
και πως το τόσο βάρος να σηκώσει
και πώς τον τόσον όγκο ν' αγκαλιάσει
αφού είναι φορτωμένη γλύκα τόση
και όλη αγκαλιά κρατεί την Πλάση...
Α! Κοίτα τι μας έκανε η βρωμούσα!
Τα ψώνια θα κυλήσουνε στο χώμα
και "α!" θα κάνει η Ντόρα μου η ρούσα
φέρνοντας την παλάμη της στο στόμα.
Η ΑΥΓΗ ΔΕ ΘΕΛΕΙ
Η αυγή δε θέλει χρώματα άλλα από τα δικά της
για να μας παίρνει το μυαλό το ξεφανέρωμά της.
Δε θέλει ο χρυσοήλιος μας καμιά απ’ αλλού βοήθεια
για να σκορπά στην πλάση μας τα δώρα του τα πλήθια.
Παράταιρα θα έβγαινε η φωνίτσα από τ’ αηδονι
αν τονιζόνταν πιο πολύ δυο της μονάχα τόνοι.
Κι από το δάκρυ, όσο πικρό, που ανθρώπου μάτι χύνει
πιo όμορφο είναι το νερό που μία κρήνη δίνει.
Λίγο πιο μαύρος ο ουρανός κι ο πίνακας χαλάει
μια λέξη κακοταίριαστη το ποίημα δε μετράει
κι όσα κοχύλια ψεύτικα πουλούν στα μαγαζάκια
δε φτάνουν δυο που στις ακτές βρίσκονται
κοχυλάκια
Με τα φκιασίδια μη χαλάς την ομορφιά της φύσης
μη-της αυγής σου της θαμπής μην κρύβεις το
μαγνάδι
αφού ψηλά ’λαφροπετάς μη θες να περπατήσεις΄
α! Ντόρα! Στα χειλάκια σου μη βάζεις κοκκινάδι…
ΆΝΟΙΞΗ ΗΡΘΕ
Άνοιξη ήρθε' τρέχουνε οι άνθρωποι και πάλι
για να προλάβουν να χαρούν τη βιαστική τη ζάλη.
Μόνον εγώ απ' όλους τους δε βιάζομαι-δεν τρέχω
την Άνοιξη για πάντοτε δική μου εγώ την έχω.
Θέλω ευωδιές κι αρώματα και λουλουδάκια σπάνια;
δεν έχω μές σε λαγκαδιές να τρέχω και ρουμάνια:
τις ευωδιές, τα λούλουδα και τις χαρές που θέλω
στο εικοσιένα εικοσιεφτά τα βρίσκω της Covello.
Εκεί όλα της Άνοιξης με καρτερούν τα δώρα
γιατί στο σπίτι το μικρό εκείνο μένει η Ντόρα.
Και σας χαρίζω εγώ βραγιές κι αλέες ανθισμένες
και μυγδαλίτσες φουντωτές με άνθη φορτωμένες.
Άνθη και μύρα και χαρές κι αρώματα τ’ Απρίλη
μέσα στα δυο της βρίσκονται χαρακωμένα χείλη.
Γιορτές και ποθαρώματα και λουλουδάκια πλήθος
στης Ντόρας μου φωλιάζουνε το φιλντισένιο στήθος.
Κι ούτε φοράω φερετζέ στη Ντόρα μου ή βέλο.΄
Ελάτε αν θέλετε κι εσείς στην πάροδο Covello.
Εκεί, δυο βήματα δεξά απ’ τη λεωφόρο Variel
μια πιο αιθέρια μορφή θα βρείτε από του Ariel.
Ελάτε αν θέλετε κι εσείς-ελάτε στην Covello.
Και μη φοβάστε ότι εκεί θα βρείτε έναν Οθέλλο
γιατί όσο το Ντοράκι μου εσείς κι αν θα το δείτε
την όποια χαίρομαι Άνοιξη εσείς δε θα τη βρείτε.
ΚΑΘΕ ΒΡΑΔΙΑ ΠΡΙΝ ΚΟΙΜΗΘΩ
Κάθε βραδιά πριν κοιμηθώ
μετράω την αγάπη μου για σένα.
Σημάδι έχω βάλει έναν ανθό
στον τοίχο το δεξό κοντά στη φένα.
Και πάντοτε έχω πιο ψηλά
το ρόδο κάθε βράδυ να μετρήσω
και τη σκεπή τώρα φιλά
και πρέπει το ταβάνι να γκρεμίσω.
Μα κι αν ποτέ το ’κανα αυτό
αμέσως ο καθείς τότε θα μάθει
πως μου ’χει η μοίρα μου γραφτό
για σε να υποφέρω τόσα πάθη.
Ας μένει η αγάπη μου κλειστή
μ’ αυτήνε το δωμάτιο ας γεμίσει
κάθε γωνιά του ας ποτιστεί
μ έρωτα και με πόθο ας γεμίσει.
Έτσι να πάρεις σα θα ’ρθεις
θα έβρεις μαζεμένα χίλια δώρα.
Μόνο σα φεύγεις να θυμηθείς
κι αντίδωρο ένα να μ’ αφήσεις Ντόρα.
(Ξέρω, παράταιρα ηχούν-
δε ζουν οι τελευταίοι μου οι στίχοι.
Είναι που ψέματα μιλούν:
ποτέ δε θα σε δουν αυτοί οι τοίχοι).
ΘΟΔΩΡΑ…
Θοδώρα-Θοδώρα-Θοδώρα
από ποια πόλη έχεις έρθει κι από ποια χώρα
και μοιάζουν τα δυο σου τα χείλια
με ανθισμένη στο μπαλκόνι μου βουκαμβίλια;
Σε ποιες εποχές περασμένες
θεοί άλλοι ποιοι έχουνε πλάσει τις δυο θλιμμένες
λιμνούλες των δυο ματιών σου-
ποιοι σου χαρίσανε δαιμόνοι τη λάγνα αιδώ σου;
Για να 'ρθεις εδιάβης ποια όρη
λειμώνες ποιους τάχα επέρασες άνθινη κόρη
και μες στην ποδιά σου έχεις φέρει
των ρόδων τα μύρα και του ύψους το κρύο τ' αγέρι;
ΣΥ ΤΡΥΠΗΣΕΣ
Συ τρύπησες το χέρι σου στ' αγκάθια-
το χέρι μου εμάτωσεν ευθύς
παθαίνω του κορμιού σου όα τα πάθια
όπου είσαι κι όπου ήθελε βρεθείς.
Αλλ' αν είναι δικοί μου οι πόνοι σου όλοι
δεν είναι του κορμιού σου οι χαρές
θολώνεις της χαράς το περιβόλι
τις λύπες σου μου δίνεις καθαρές.
Σε άλλονε χαρίζεις το φιλί σου
σε άλλον τις γλυκές σου τις ματιές-
για κείνον oι χαρές του Παραδείσου
της Κολασης για μένα οι φωτιές.
ΧΤΕΣ ΒΡΑΔΥ Ο ΥΠΝΟΣ
Χτες βράδυ ο ύπνος δε μ' έπαιρνε
στη σκεψη μου είχες χωθεί
ο πόνος στις ξέρες του μ' έσερνε
ολόκληρος του είχα δοθεί.
Επάνω εσερνόμουν στο στρώμα μου
σαν κάποιος που κρίμα βαρύ
παιδεύει' και ήταν το σώμα μου
βαριά φυλακή τρομερή.
Kαι είναι αλήθεια-αμάρτησα:
στο δείλι εχτές το μελί
τις πίκρες σου όλες τις άρτυσα
κι ουτ' ένα σου πήρα φιλί.
ΤΩΡΑ ΠΟΥ ΜΕΣΑ
Τώρα που μέσα βρίσκομαι στη θέρμη και στην κάψα
του θέρους, αν μου μίλαγε κανένας για το χιόνι,
για ψύχρες χειμωνιάτικες, για της βροχής την
κλάψα,
αρρώστια κάποια θα 'λεγα στο νου του ότι απλώνει.
Θα ’λεγα πως μου μίλαγε για κάποιο παραμύθι
που η αρρωστημένη του έπλασε φαντασία
ή που νεκρό τ’ ανάσυρε απ' των καιρών τα βύθη
κι έτσι δεν κλείνει μέσα του αξία πια καμία.
Ίδια συμβαίνει και με σε-προτού να σε γνωρίσω
δε ζούσα' δεν υπήρξανε γι μένα μέρες άλλες
κι είναι αδύνατο ύπαρξη μακριά σου να νοήσω
κι άλλες από τα δάκρια σου να υποθέσω στάλες.
ΕΚΕΙΝΑ ΑΠΟ ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΣΟΥ
Εκείνα από το σπίτι σου που πηρα
τ' άχρηστα διαφημίσεων χαρτάκια
στο σπίτι μου τους έγραφε η μοίρα
με άλλα να ταιριάξουν πραγματάκια.
Και τι δεν έχω σπίτι μου μαζέψει
που βρίσκω πεταμένο στο δικό σου...
κανείς αν του το πω δε θα πιστέψει
τον ξεπεσμό του πάθους μου του τόσου.
Πιαστράκια, κουρελάκια και καρφίτσες,
άχρηστα δαχτυλίδια, κοκαλάκια,
μια πέτρα, ένα τετράδιο, δυο βεργίτσες
παλιά δυο τσιμπιδάκια μπακιρένια.
Και μες στην κάμαρά μου τα 'χω βάλει
και ώρες μακρινές περνώ κοντά τους-
τ' αγγίζω, τα κοιτώ πάλι και πάλι
χαμένος τα καλώ με τ' όνομά τους,
και λέω-δεν μπορεί, θα τα 'χει αγγίξει
τα πιάσαν τα μικρά τα δάχτυλά της
κι αν όχι με τα χέρια, θα 'χει σμίξει
πολλές φορές με κείνα τη ματιά της.
Και όλο περιμένω να μου δώσουν
λιγούλα απ' τη χαρά της συντρσφιάς σου
και όλο περιμένω να μεστώσουν
στο δέντρο μου την αίσθηση του δάσους.
Μα όχι, τα καϋμένα, δεν μπορούνε.
Κι έτσι καθώς τα βλέπω λυπημένα
μου μοιάζουνε κι αυτά σα να θρηνούνε
μακριά που τώρα είναι από σένα.
Α! ΟΜΟΡΦΙΕΣ!..
Α! Ομορφιές και θάματα που 'χει ο απάνου κόσμος!
Του σπίνου το κελάδημα, το κύμα τ' αφρισμένο,
τη ματωμένη ανατολή, το μάτι το κλαμένο,
τ' άρωμα που στο πότισμα σκορπάει το γιόμα ο
δυόσμος...
Τα μούσμουλα, τις φράουλες, τα πρωινά τα σύκα,
το κρύο νερό, του έρωτα τα πείσματα τα πρώτα,
στην κρύα νύχτα τα ζεστά της ερωμένης χνώτα,
της γάτας το γουργούρισμα, των κοριτσιώγ τη
γλύκα...
To χελιδόνι του Μαρτιού, του Αυγούστου το
φεγγάρι,
του ρυακιού το μούρμουρο, του λιόντα την
περφάνια,
το θαλασσοφουρτούνιασμα, τα ήσυχα λιμάνια, τα
της μυγδαλίτσας τ' άνθισμα, των κοριτσιών τη
χάρη…
Των σταφυλιών των ώριμων την τραγανή τη ρόγα
τα ρόδι, τα φραγκόσυκα,τα α μυρωδάτα μήλα,
του πόθου την ανείπωτη φρίκη κι ανατριχίλα,
των κοριτσιών το ξάναμμα, των κοριτσιών τη
φλόγα...
Των ευωδάτων των δεντρών και των ανθών τα
πλήθη,
τα όρη τα ψηλόκορφα, τον καθαρόν αέρα,
το πρωινό, τ' απόβραδο, τη νύχτα, την ημέρα,
το μυστικό του έρωτα στων κοριτσιών τα στήθη...
Κι έχει και μια μικρή μικρή δεκαπενταχρονούλα
που όλα κάνει και γελούν με το χαμόγελό της.
Κι έχει και μια μικρή μικρή που με το δάχτυλό της
βάζει σε ό,τι ακουμπά του Χάροντα τη βούλα.
Α! Ο απάνω κόσμος μας τι ομορφιές που έχει!
Γι αυτό οι ψυχές γαντζώνονται-δε θέλουνε να βγούνε.
γι αυτό οι πεθαμένοι μας ζητούν να ξαναρθούνε.
Γι αυτό πεθαίνουμε-η ζωή το κάλλος δεν τ' αντέχει.