ΜΗΤΡΟΣ-ΓΙΑΝΝΟΣ
(Η εκκλησία του Μήτρου)
(Γιάννος και Μήτρος εν Ελ Εϊ, προσφάτως γνωρισθέντες
κάπου συναντηθήκανε κι αλλάζουνε κουβέντες
για την που ο Μήτρος βάλθηκε να χτίσει εκκλησία-
σαν τ’ άλλα να μην έφταναν δεινά στην Παροικία.)
-Γιάννο, μιαν ανακάλυψη σήμερα έχω κάνει.
Μεγάλη ανακάλυψη. Να την ακούσεις θες;
-Γι αυτό μου ήρθες το λοιπόν πρωΐ και μάνι μάνι;
Λέγε.
-Η ανακάλυψη έγινε βέβαια χτες…
-Λέγε ρε Μήτρο.
Ετσι κι αλλιώς πρέπει να κουβεντιάσουμε
Και στο περιοδικό μετά αμέσως να τα γράψουμε.
-Περιοδικό ή όχι, εγώ άκου τι ανακάλυψα
Και τα ρωτήματα μ' αυτό της ζήσης μου όλης κάλυψα:
Ότι τον κόσμο Γιάννο μου τον έκαμε ο Θεός.
-Καλά που το κατάλαβες Μήτρακα. Όμως πώς;
-Στο Σόλβανγκ χτες πηγαίνοντας είδα τη γη στρωμένη
Με πλήθος αγριολούλουδα. Κι ήτανε στολισμένη
Κάθε μ' αυτά λοφοπλαγιά και κάθε μια κοιλάδα.
Χρώματα τέτοια, εν τιμή στο λέω, δεν ξανάδα.
Κι είπα «ποιος άλλος απ’ Αυτόν μπορεί να επινοήσει
Χρωμάτων τέτοιων συνδυασμούς, παραλλαγές και τόνους,
Κι έτσι σοφά κι απλόχερα στη γη να τα σκόρπισει;
Ποιος άλλος τέτοια το μπορεί μια χρωματοπλημμύρα
Πάνω στης γης το γκριζωπό το χώμα να ξεχύσει;
Ποιος τον αέρα θα έκανε μύρα να ξεχειλίσει-
Ποιός τέτοια μια θα φύλαγε καλή στη γη μας μοίρα;»
Ετσι είπα. Μα ό,τι να ’λεγα κι ό,τι να πω και τώρα
Κι όσα να πω αν μίλαγα κι ως τη στερνή μου ώρα
Δεν περιγράφουν ό,τι εκεί εχτές θαυμάσιο είδα:
Δε θα ’δινα απ’ τον ήλιο του παρά μικρή μια αχτίδα.
Γι αυτό το αποφάσισα, και, Γιάννο μου θα χτίσω
Μια εκκλησιά και μέσα της θα μπω να προσκυνήσω
Τον Πλάστη πούκανε αυτή την...
- Μπράβο σου. Γιατί όχι;
Μόνο που αν είναι αυτοί οι προσεχείς σου στόχοι
Τότε να ξέρεις Μήτρο μου πρέπει τινά ολίγα
Που θα σου γίνουν οδηγός στης εκκλησιάς το χτίσιμο
Οπως ο μίτος του Θησέα τα βήματα οδήγα
Και οι θεοί τον Ηρακλή στου Προμηθέα το λύσιμο.
Ακου λοιπόν πώς χτίζεται μια εκκλησία σήμερα-.
ένα ακόμα εφήμερο μέσα στα τόσα εφήμερα.
Και πρώτα πρέπει να σου πω ποια είναι τα υλικά-
Ως τ’ αραδιάζουνε κι αυτοί που φτιάχνουνε γλυκά:
Ενας παπάς αδιόριστος, την ώρα που δε βλέπει
Που θα γεμίσουν και τα δυό-και στόμα του και τσέπη.
Κλέφτες τινές, άλλοι τρανοί, άλλοι κοινά κλεφτρόνια.
Θηλεα κάποια, απ' αυτά τα όντα τα χαμένα
Που βλέποντας να φεύγουνε ανέραστα τα χρόνια
Σέ έρωτα με το Χριστό πέφτουν ξελιγωμένα.
Μιας Εκκλησίας κεφαλή ανεύθυνη κι αδιάφορη,
Ενας μεσιτοπράκτορας και τύποι άλλοι διάφοροι.
Θα καμαρώνει ο παπάς όπως σκεπάρνι γύφτικο
Και ύφος παίρνοντας βαρύ και μάγκικο κι αλήτικο
Ντυμένος με τα που θαρρεί πανάγια άμφιά του
θα κάνει, σαν η εκκλησιά που θα χτιστεί ειν’ δικιά του.
Οι κλέφτες τώρα οι τρανοί, καθ' ένα-δύο μήνες
θα κάνουν μια συγκέντρωση, σαν τις μαζώξεις κείνες
Που κάνουνε οι ύαινες γυρω από το ψοφίμι,
Ή που οι ιερόδουλες κάνουν στο καλντερίμι,
Όταν τον ίδιο κυνηγούν πολλές μαζί πελάτη.
Και θα ’ναι όλη η έγνοια τους, και θα ’χουνε κεσάτι
Τ' όνομα τίνος θα γραφτεί Μήτρο μου πα' στο φτυάρι
Που στα θεμέλια του ιερού θα θάψουνε, τη μέρα
Που θα θεμελιωθεί ο ναός με του Χριστού τη χάρη.
Τότε, κι ενώ λόγια παχιά θα πλέουν στον αέρα
Εκεί Μήτρο θα θάψουνε το φτυάρι, με γραμμένα
Τ' όνομα πάνω του εκεινού
Πούχει τη χάρη τ' ουρανού
Γιατί απ' τους άλλους πιότερα έχει λεφτά κλεμένα.
Σκέψου την Άγια Τράπεζα παρέα μ' ένα φτυάρι
Που πάνω του το όνομα γραμμένο θα μοστράρει
Ενός απ' του Λος Αντζελες τους πιό μεγάλους κλέφτες,
Τους πιό μεγάλους άθεους, τους πιό μεγάλους ψεύτες.
Να Μήτρο πώς κερδίζεται η ουράνια βασιλεία.
Ο Πάπας αν επούλαγε παληά συχωροχάρτια
Και χάριζε οικόπεδα στα επουράνια, άρτια,
Σήμερα η ίδια η αισχρή γίνεται ιστορία
Κι όχι απ' τον Ποντίφηκα, αλλ' απ' τον Πατριάρχη
Κι απ' τον Αρχιεπίσκοπο, εδώ σε μας που άρχει.
Ως για τα θήλεα, ειν' αυτά, γυναίκες ή ερωμένες
Που αν και δίχως δεύτερο βρακί μεγαλωμένες
Στην εκκλησία χρήματα θέλουνε να χαρίσουν
Ώστε κι αυτές προνόμια πάνω της ν' αποκτήσουν.
Γιατί να ξέρεις άξεστε και άμυαλε συ φίλε μου-
Και αν δεν είναι όπως στα πω, φάσκελα πέντε στείλε μου-
Εκεί κοντά στον άμβωνα στασίδι ένα θα ’ναι
Πάντοτε άδειο κι έτοιμο πάνω του να δεχτεί
Αυτόν που τα περσότερα έχει λεφτά δοσμένα
Και άλλον πισινό ποτέ δε θα καταδεχτεί.
Αυτά να ’χεις υπόψη σου αν εκκλησιά θα χτίσεις.
Κι αν απορία σούμεινε, εδώ είμαι-να ρωτήσεις.
Κι ακόμα κάτι: όταν πια το χτίσιμο τελειώσει
Μη μες στην εκκλησιαστική τη φούρια σου την τόση
Του Εγκελάδου φοβηθείς τα δυνατά κουνήματα
Και τον προσοδοφόρο σου ναό πας ν’ ασφαλίσεις-
Τζάμπα μη δώσεις τα πολλά που σου αποφέρει χρήματα.
Αλλιώς τα μέγιστο αυτό το θέμα να το λύσεις:
Μια λειτουργία ονόμασε "κατά του Εγκελάδου",
Και το θεό υπεύθυνο για το ναό Του κάνε
Και για τα εκ των δονήσεων ανθρωποκέρδη του Αδου.
Ασε τους άλλους τους φτωχούς χρήματα να χαλάνε
Και της ασφάλειας εσύ έτσι το χρήμα τσέπωσε
Που ο Λαός κερί κερί στην εκκλησιά σου έδωσε.
Και να βλογάς που βρέθηκα και στα ’πα όλα τούτα
Ωστε να τα ’χεις έτοιμα σαν το κρασί στην κούπα.
-Δεν το περίμενα ποτέ να λοιδωρείς τα θεία
Ούτε να κάνεις τους ναούς γέλωτος αντικείμενο.
-Αν τ’ είναι «θείον» ήξερες, αστείο υποκείμενο,
Δε θάβγαινε απ' το στόμα σου αυτή η τρανή βλακεία. ^ λ
Και ως να μάθεις (αν ποτέ αυτό το καταφέρεις),
Να σε ρωτήσω ήθελα αν έμαθες-αν ξέρεις
Απ' την Ελλάδα τίποτα νέα που να σχολιάσουμε-
Ή νέα της παροικίας μας, λίγο για να καγχάσουμε.
-Η παροικία Γιάννο μου, όσο να τη στολίσεις
Κι άλλα θα μείνουν να της πεις-αρκεί να το θελήσεις.
Το ίδιο κι η πατρίδα μας: με τόσο χάλι πόχει:
Οσα της τα προβλήματα και ψόγου τόσοι στόχοι.
Μα τίποτα δεν έμαθα ευκαιριακά καινούργιο
Από των επικαίρων τους ειδήσεων το μπούγιο.
Εφημερίδα Ελληνική αφού δε διαθέτω
Κι ούτε κομπιούτερ και τι βι αγόρασα κι εφέτο
Πίσω και πάλι απόμεινα σε νέα και ειδήσεις.
Μήπως για κάτι έχεις συ Γιάννο μου να μιλήσεις;
-Αν και τι ζώον τετράποδον είσαι σ' αυτά γνωρίζω,
Εν τούτοις κάτι θα σου πω που μ' έχει ξεσηκώσει
Και που το νου μου απόσπασε-διόλου ας μη τ’ αξίζω-
Από το σκότος, και φωτός μι αχτίδα μουχει δώσει:
Μία γρηούλα ρώτησα τις άλλες συμπαθή.
"Γιαγιά τί κάνετε;", κι αυτή,αμέσως μουχε πει
"Να γiόκα μου-γυρίζουμε να μη ρημάξει ο τόπος".
Πες μου βρε Μήτρακα λοιπόν, που χάσκεις αδιακόπως,
Πες, στη φρασούλα αυτή μπορείς, την έτσι απλά ειπωμένη
Οληνε νάδεις την ψυχή του Ελληνισμού κρυμμένη;
Μπορεί το λίγο σου μυαλό-πες μου-να διακρίνει
Πόση η απάντηση αυτή σοφία εντός της κλείνει;
-Καμμία. Είναι κοινότατος λόγος, που συ μονάχα
Νομίζεις ότι κάποιανε σοφία κρύβει τάχα.
Αντί τα λόγια μιας γρηάς ν' αναθυμάσαι τώρα
Κανά χαρτί ας έπαιζες για να περνά η ώρα.
-Μα τότε βρε ζωντόβολο θάμουνα χαρτοπαίχτης.
-Μία απάτη ας έκανες.
-Θάμουνα θεομπαίχτης.
-Τηλεόραση ας έβλεπες;
-Θάμουνα σαν και σένα-
Φυτό και ετερόφωτος και με μυαλά χαμένα.
-Ας δούλευες ελεύθερος καιρός να μη σου βρίσκεται
Ωστε να μη σε θέματα παρόμοια αναλίσκεσαι.
-Τότε θα ήμουνα ρομπότ.
-Μία γυναίκα ας είχες
Παρά να παίρνεις για σοφά θέματα τάχα αμπάριζα.
-Γυναίκα νάρχονταν σε με; Μη λες ρε Μήτρο τρίχες.
Και βέβαια αν ερχότανε, μ' αυτά θα σαχλαμάριζα;
-Έχε ένα χόμπι. Παίξε γκολφ. Κάνε μια συλλογή.
-Και γιατί σώνει και καλά να κάνω κάτι τέτοιο;
Γιατί η δική σου λογική είναι αρχαϊκή,
Και σ’ ό,τι σούπα, αυτή χαράς καμιάς δε βρίσκει αίτιο,
θα πρέπει να μη σκέπτομαι γιατί εσύ δε σκέπτεσαι;
Γιατί ο νους σου στα κοινά τόσο πολύ εξέπεσε
Ίδιον και γω με σένανε πρέπει να έχω νόα;
Και τότε πώς θα διέφερα-μου λες-από τα ζώα;
Και άκου κι άλλο κάτι τι που άκουσα επίσης
Και ας αφήσει αδιάφορες όλες σου τις αισθήσεις:
«Του Χάρου να κρεμάγεται, εγώ δεν τον πιστεύω!».
Και από ρήσεις λαϊκές ενώ, έστω άκων, νήστευα,
Ξάφνου ετούτα άκουσα τα πλέρια Ελληνικά.
Μια τέτοια ρήση φίλε μου ευθύς κατανικά
Κάθε του βίου σκοτεινιά, και μία πέρα ως πέρα
Το άκουσμ;a της ευτυχή μου κάνει δώρο μέρα.
Μήτρο γελοίε, φουκαρά, που κυνηγάς το κάλλος
Εκεί που το αναζητά κάθε όμοιός σου άλλος,
Που της Φυλής τα όμορφα τα νιώθεις τόσο μόνο
Όσο σου αρκεί για να μπορείς να ζεις χρόνο το χρόνο,
Τόξερα πως θα ήτανε αυτά για σένα ξένα.
Έλα όμως που η έννοια τους με συνεπαίρνει εμένα…
Μα αφού η μοίρα μούδωσε εσένα για συντρόφια
Και την ασχετωσύνη σου ακέρια και ατόφια,
Κι αφού κανέναν άλλονε δεν έχω να μιλήσω
Γυρνώ από δω-γυρνώ από κει, σε σένα έρχομαι πίσω.
-Μην έτσι Γιάννο μου μιλάς γιατί θα εντραπώ.
Και δε θα έχω τότε πού να πάω να κρυφτώ.
Κι αν έτσι εγώ γεννήθηκα και συ αλλιώτικός μου
Δεν παύεις όμως νάσαι συ φίλος αδελφικός μου.
Κι αν λίγο βλαξ σου έτυχα, νέρωσε το κρασί σου
Και μη όλο με κατηγορείς σα βρίσκομαι μαζί σου.
-Δίκιο έχεις Μήτρο-σχώρα με. Το έχω παρακάνει.
Σε πρόσβαλα. Με συγχωρεί ς. Μα τώρα τέρμα. Φτάνει.
Για δυο ημέρες συνεχώς δε θα σου ξαναπώ
Το πόσο είσαι ανόητος ,στουρνάρι και φυτό.
-Σ' ευχαριστώ πάρα πολύ. Αλλά μην ξεχαστείς
Και το διήμερο αυτό Γιάννο το υπερβείς
Γιατί πολύ δε θα άντεχα βρισιές να μην ακώ
Αφού μ' αξίζουν, και αφού, αν μου λείψουν τις ζητώ.
-Δε θα ξεχάσω. Το λοιπόν γεια σου για μέρες δύο.
-Α! Μιά. στιγμούλα Γιάννο μου. Προτού σου πω αντίο
θέλω και κάτι να σου πω
που από ώρα έχω σκοπό
Αλλά το ξέχασα, γιατί αλλού έχει τραβήξει
Η που όταν σε συνάντησα κουβέντα πούχε ανοίξει-
Η εκκλησία που εγώ να χτίσω αποφάσισα
Και που με διέκοψες γι αυτή σα να σου λέω άρχισα,
Σχέση δεν έχει ούτε μια με όσα εσύ αράδιασες
Και μ’ όσες πα' στις εκκλησιές βρωμιές εσύ αράδειασες.
Τη δική μου εκκλησία
θα τη χτίσω στην ψυχή μου
Και θα κάνω μες σε κείνη
Στο θεό την προσευχή μου.
Στης ψυχής μέσα το βούρκο
Μιά γωνιά θα καθαρίσω
Και κει μέσα τον που θέλω-
Που ποθώ, ναό θα χτίσω.
Και αυτήνε τη γωνία
Καθαρή θα την κρατάω
Και αντίς κερί, με πίστη
Και μ' αγάπη θα φωτάω.
Και αμόλυντη θα είναι
Απ' τη βρώμα των παπάδων
Κι από των κλεφτών την όψη
Κι απ' τον ήχο των παράδων.
Στο ναό θα μένω Γιάννο
Μόνο εγώ και ο θεός μου
Κι όταν εκεί μέσα μπαίνω
Θα ’μαι Γιάννο μοναχός μου.
Θα ’ναι μία εκκλησία
Ιερά κι υπερουσία.
Μες στον πονηρόν τον βίον
Θα ’ναι τ' Αγια των Αγίων.
Και ο διάολος να με πάρει
Αν θα έχει μέσα φτυάρι.
-Μήτρο μου δε φανταζόμουν
Όπου τόσα σου ’χω πει.
Με αλώνει η μετάνοια
Και με λιώνει η ντροπή.
Θα μπορούσες κάποια μέρα
Να με συγχωρήσεις ίσως;
-Ναι. Καθώς τον Σόλωνά μας
Εσυγχώρησε ο Κροίσος.
-Σ' ευχαριστώ αδέρφι μου.
Και θα στο ξεπληρώσω-
Οι μέρες τρεις θα γίνουνε
Που δε θα σε μαλώσω.
(Κι οι δύο φίλοι εχώρισαν
για να ξαναβρεθούνε
όταν για νέο κάτι τι
θα είχανε να πούνε)
----
Δευτέρα 25 Μαρτίου 2024
Κυριακή 24 Μαρτίου 2024
ΜΗΤΡΠΣ ΓΙΑΝΝΟΣ ΕΝ ΕΛ ΕΪ
(ΒΑΣΙΛΕΥΣΙ-ΕΥΣΕΒΕΣΙ
ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΡΟΕΔΡΟ ΙΔΙΑ ΓΕΥΣΗ)
-Ακουσες που ο Αντώνιος είπε "τοις βασιλεύσι";
-Τί εννοείς;
- Στην εκκλησά, που ο Πρόεδρος είχε έρθει…
-Ε τι;
- Στο "Σωσον Κύριε" δεν άκουσες τί είπε;
-Τί ρε;
- Ενώ έχει οριστεί να λεν "τοις ευσεβέσι"
"Τοις βασιλεύσι" είπε αυτός. Βασιλικός θα είναι.
-Καημένε ακόμα κάθεσαι και σκέφτεσαι για τούτα;
Οπου θα φάει το σκυλί, εκεί θα γλύφει κιόλας.
-Λες και ο Έλλην Πρόεδρος βασιλικός να είναι;
-Μπορεί . Από τους Ελληνες τα δύο τρίτα είναι.
Κι αφού μιλιά δεν έβγαλε για ό,τι έχει ακούσει
θα πει πως του καλάρεσε.
- Αλλά ρε σαχλαμάρα.
Ο άνθρωπος καθάρισε τη θέση του με ζέση.
Είπε πως έχει μερικές χρονιές που υπεράνω
Βρίσκεται και κομματικών και άλλων συμφερόντων.
Και θάπρεπε να ήξερες τόσων χρονών που είσαι
Πως όπως επιφοίτησε το Αγιο το Πνεύμα
Στις κεφαλές των Μαθητών κι αυτοί σοφοί εγίναν,
Ετσι σε κάτι κεφαλές πολιτικών Ελλήνων
Ερχεται μια επιφοίτηση κάπου απ’ τα ουράνια
Κι ενώ αυτοί πριν ήτανε δεξοί φανατικοί
Κι είχανε τον Ελληνικό λαό καταληστέψει
Και το φαΐ και την κλεψιά μονάχη είχανε σκέψη,
Γίνονται ξάφνου άγγελοι υπερκομματικοί.
Μέσα τους πάει και χώνεται η ιδέα της Ελλάδας
Και τους γεμίζει εγκέφαλο, κόκκαλα, μύες και σπλάχνα,
Και σαν προσωποποίηση φέρονται της πατρίδας.
Μιλούν, γελούν και φέρονται γεμάτοι από το πνεύμα
Που με την επιφοίτηση εκείνη τους εγέμισε
Και που εντός τους κάθε τι κακό και άθλιο γκρέμισε.
-Μη μου το λες.
- Ναι. Εν τιμή. Και κάποιον τέτοιον παίρνουν
Και τόνε κάνουν Πρόεδρο οι Ελληνες οι δόλιοι.
Και από κείνη τη στιγμή, έτσι σαν από θαύμα
Παθαίνει ο άνθρωπος αυτός ξάφνου αχρωματοψία.
Του δείχνεις ένα κόκκινο, του λες "τί χρώμα είναι;"
Σου λέει γκρι.Του δείχνεις μπλε, γκρίζο κι αυτό το βλέπει.
Μετά του δείχνεις πράσινο, χρυσό, τα ίδια πάλι.
Ε, πια,έχει με το μέρος του τα δίκια όλου του κόσμου
Εκ μέρους όλων να μιλεί των άτυχων Ελλήνων.
Κι ειν' από τον πρωθυπουργό η διαφορά μεγάλη.
Είδες που τσακωθήκανε Ιάκωβος-Σημιτης
Γιατί εκκλησιάστηκε ο δεύτερος αλλού;
Και γιατί λες; Γιατί ήξερε ότι στην εκκλησία
Που έψελνε σ Ιάκωβος, θα πήγαινε κι ο Παύλος.
Σου λέει, αν πάω εγώ εκεί, ποιος πιάνει τους ΠΑΣΟΚους.
Οχι στο κόμμα Πρόεδρο δε θα με βγάλουν μόνο,
Αλλά δε θάχω σίγουρη και την πρωθυπουργία.
-Κατά τα άλλα οι Ελληνες είμαστε μονιασμένοι;
-Τελείως.
- Μήπως μου τα λες αυτά για να ησυχάσω
Ενώ η αλήθεια η πικρή άλλη αντίθετα είναι;
Γιατί εγώ ανησύχησα απ’ όσα πριν μου είπες.
Πες μου λοιπόν και μέρεψε το δύστυχο μυαλό μου.
Το κόμμα του ο πρωθυπουργός κοιτάει ή τον τόπο;
-Τον τόπο. Μα δεν άκουσες; Ο Πρόεδρος ο ίδιος
Το είπε όταν μίλησε στην Αγια μας Σοφία:
«Οι Ελληνες σε στρατόπεδα δεν είναι χωρισμένοι».
-Ολοι ένα κόμμα δηλαδή τώρα υποστηρίζουν;
-Ναι.
- Πώς αυτό;
- Ξέρω κι εγώ; Ρωτά τον Πρόεδρό μας.
-Μα Γιάννο μου τότε γιατί δεν πήγε ο Σημίτης
Να εκκλησιαστεί κι αυτός με τον Ιάκωβο μας;
-Πάρτο σα σύμπτωση απλή.
- Και δε μου λες Γιαννιό μου
Το Κράτος μας τάχει καλά με Εκκλησία και Κλήρο;
-Υπέροχα.
- Τότε γιατί μαλλώνουνε σα σκύλοι
Σημίτης και Ιάκωβος;
- Ετυχε.Σύμπτωση ήταν.
-Πολλές συμπτώσεις Γιάννο μου. Και όλες τους βρωμάνε.
Από τη μια μεριά από μας ζητούν τους μετανάστες
Να λέμε και να κάνουμε υπέρ μητρός πατρίδος
Κι από την άλλη οι ίδιοι αυτοί τρώγονται μεταξύ τους.
Και δυνατά βασιλικός ο Ιάκωβος μας βγαίνει,
Βαρύς_ αντιβασιλικός μας βγαίνει ο Σημίτης,
Κι ο Προεδρος "αμέτοχος" σαν ινδική αγελάδα.
Και με τα χάλια μας γελάν Αμερική κι Ευρώπη-
Και πώς να μας βοηθήσουνε τετοια κι οι δυο σα βλέπουν;
Και, Γιάννο,είσαι σίγουρος ο Πρόεδρος πως είναι
Τόσο πολύ ουδέτερος ώστε να μη τον νοιάζει
Τι γίνεται στην εκκλησά;
- Γι αυτό σε βεβαιώνω.
-Ούτε για το τι γίνεται μες στην Ελλάδα όλη;
-Ούτε, όσο τα πράγματα πηγαίνουν όπως πρέπει.
-Καλά, κι αν οι κουμουνιστές κάνουνε επανάσταση
Και θέλουνε στα χέρια τους να πάρουν την κατάσταση
Πάλι αυτός δε θα νοιαστεί;
-
- Αλλο αυτό βρε βλάκα.
Γιατί έτσι καταλύεται κάθε του κράτους έννοια.
Τότε ο Πρόεδρος θ' αρθεί στο ύψος των περιστάσεων
Κι έτσι η φόρα θα κοπεί τέτοιων επαναστάσεων.
-Κι οι δεξιοί είναι οι καλοί; Γιατί ο Πρόεδρος αυτούς
Γιάννο μου τους ανέχεται;
- Μα εντελώς είσαι χαζός;
Αφού αυτοί τον βάλανε στη θέση που κατέχει.
-Αραγε τόνε βάλανε για να φυλάει εκείνους
Απ' τους κακούς που θάθελαν στην εξουσία ν' ανέβουν
Και να την πάρουν απ’ αυτούς που την κατέχουν τώρα;
-Τι απορίες ανόητες! Σταμάτα επιτέλους.
-Γιάννο μου ό,τι πεις εσύ. Αμέσως σταματάω.
(Και σταμάτησε ο Μητρός τας τοιαύτας ερωτήσεις
Και με μάτι πικραμένο τον εκοίταζεν η Φύσις)
ΜΗΤΡΟΣ ΚΑΙ ΓΙΑΝΝΟΣ ΕΝ ΕΛ ΕΪ
ΓΙΑ ΠΡΟΞΕΝΕΙΟΥ ΤΑ ΕΛΕΗ
(Δεκαετία κοντεύοντας να κλείσουνε στας ξένας
έχουνε φτώχια που εμιγκρές δεν έχει άλλος κανένας.
Κι αφού δεν έχουνε λεφτά να πιούνε και να φάνε,
Μήτρος και Γιάννος βρίσκονται και μοναχά μιλάνε.)
ΤΑΒΈΡΝΑ «ΠΡΟΞΕΝΕΙΟΝ»
ΚΑΙ Η ΕΛΛΆΔΑ ΜΕΊΟΝ.
-Σήμερα Μητρο χαίρομαι χαράν πολύ μεγάλην.
-Το έχω ήδη αντιληφθεί. Έτσι δε σ' είδα πάλιν.
-Ο μέγας μας και ο πολύς Πρόξενος του Ελ Ει
Το έριξε στις μπίζινες κι αυτός.
-Τί έκανε λέει;
-Μία ταβέρνα άνοιξε.
- Ταβέρνα; Δηλαδή;
-Τί δηλαδή; Κέντρο άνοιξε. Αλλιώς πώς να στο πω.
-Μη με δουλεύεις Γιάννο μου. Δεν είμαι πια παιδί.
Και ξέρεις πως τον άνθρωπο αυτόν τον αγαπώ.
Ασε λοιπόν τ' αστεία σου και μίλησε μου τίμια.
-Ετσι λοιπόν αφού το θες, σου ορκίζομαι στα Ίμια.
-Τότε ειν' αλήθεια. Και καλά, το Προξενείο τ’ άφησε;
-Οχι. Αλλά παράλληλα, και την ταβέρνα άνοιξε.
-Κι αγόρασε, ή νοίκιασε, ή είχε κάποιο κτίριο;
-Τίποτ’ απ’ όλα. Μα μαζί, και τίποτα μυστήριο.
Το μαγαζί στο σπίτι του το ίδιο τόχει στήσει.
-Τεκές έχει του Πρόξενου το σπίτι καταντήσει;
-Οχι τεκές ανόητε. Αυτά τα είδη λείψαν-
Αλλου είδους του Προξένου μας το κέντρο σβήνει δίψαν.
Έλληνες θα πηγαίνουνε σ’ αυτό, που νοσταλγούνε
Και την Ελλάδα θέλουνε λίγο να ξαναδούνε.
Κι αφού κομμάτι Ελληνικό είναι το Προξενείο
Τότε και του Προξένου μας το σπίτι όσο νάναι
Κάτι θα έχει επάνω του στους Έλληνες οικείο.
Γι αυτό και αναμένεται πολλοί εκεί να πάνε
Και στην πατρίδα που αγαπούν να ξαναζήσουν πάλι.
-Θα τους βοηθήσει του κρασιού σ’ αυτό βεβαίας η ζάλη.
-Όχι μονάχα το κρασί ανόητε Μητρούση
Αλλά και ότι φανταστείς σ’ αυτό το σπίτι μέσα-
Ο,τι το μάτι ανθρώπου δει και το αυτί ακούσει-
θυμίζει Ελλάδα επαρκώς κι αναντιρρήτως. Μπέσα.
-Το έχει έτσι ο Πρόξενος ο ίδιος διαμορφώσει;
-Ναι. Κι έχει χρώμα Ελληνικό σε κάθε δώμα δώσει.
Ακόμα και τους κήπους του-τους gardens του τουτέστι,
Με αγάλματα και μαίανδρους και με λιγάκι ασβέστη
Τους έκανε γουστόζικα Ελληνικούς να μοιάζουν.
-Τους gardens του; Τ' ήταν αυτό το βέρο Αγγλικό;
-Ετσι τους λέει η πρόσκληση που οι μπράβοι του μοιράζουν.
-Μου φαίνεται έκανε κι αυτός κέντρο κανονικό.
-Οπως οι ταβερνιάρηδες οι άλλοι έχουν κάνει.
Κάτι Καρυάτιδες εδω, πιο κει ένας Απόλλων
Γλαστρούλες με λουλουδικά, μιά λιλιπούτεια στάνη,
Μία βεράντα με σκεπή του ουρανού τον θόλον
Και τα λοιπά… Ξέρεις-ποτά, φαγιά Ελληνικά
Τραγούδια της πατρίδας μας και άλλα σχετικά.
Όμως τη μεγαλύτερη συγκίνηση τη δίνει
Μία σημαία Ελληνική που, Μητρο κυματίζει
Αδιάφορη για όλη αυτή την κερδοφόρα δίνη
Και ρίγη σώμα και ψυχή κάθε Ελληνα γεμίζει.
-Και δε μου λες, μες στ' άψυχα και μέσα στα πεσμένα
Μέσα στ’ αστεία και στα κενά και στα παραλυμένα
Πού μια σημαία βρέθηκε μέσα σ' αυτή τη γύμνια;
-Είναι αυτή που βγάλανε φεύγοντας απ’ τα Ιμια.
-Α! Είσαι ανυπόφορος.
-Εγώ είμαι ή εκείνοι;
-Εσύ. Και η συνέχεια αδιάφορον μ’ αφήνει.
-Δε θα σου πω λοιπόν κι εγώ δολάρια το κεφάλι
Πόσα θα βγάλει ο Πρόξενος.
-Πάψε… Με πιάνει ζάλη.
-Και ούτε βέβαια θα σου πω διόλου για τις τιμές.
-Το τελευταίο ετούτο πες-αλήθεια είναι ψηλές;
-Δολάρια πρέπει τρεις φορές να δώσεις εικοσπέντε
Αυτή για νάδεις την τρανή πατριδοκαπηλεία.
-Και πού να βρω δολάρια εγώ Γιάννο εβδομηνταπέντε;
-Πώς έγινε και πιάσαμε οι δύο μας φιλία,
Φορές όταν το σκέφτομαι εξήγηση δε βρίσκω.
Αλλά βρε Μήτρο αγαθέ, βρε Μήτρο φουκαρίσκο,
Νομίζεις ότι έγιναν για σένα όλα αυτά;
Μάθε το μία και καλή. Στο λέω ορθά κοφτά:
Κέντρα ακριβά καθώς αυτά είναι δια τους πλουσίους
Και όχι δια τους πένητας και δια τους ανεστίους.
-Γιάννο μου αφού εσύ το λες, το δέχομαι ασμένως.
Μα και γκαρσόν και μάγειρους θα έχει ορισμένως
Το κέντρο αυτό. Πες μου λοιπόν, κανένανε γνωρίζεις;
-Πρώτα μου λες αδιαφορείς, κι ύστερα με κεντρίζεις.
Ας είναι. Ναι. Γκαρσονι του θα είναι ο Αξιός.
-Ο ποταμός;
-Οχι μωρέ. Ενας κλεπταποδόχος.
-Και θάχει και γουέιτερ καμία ασφαλώς.
-Και βέβαια. Δίχως καπνό καπνίζει καπνοδόχος;
-Και ποια θα είναι το λοιπόν η κουβαλήτρα εκείνη;
-"Αθήνας και Λος Αντζελες", λέγεται, "Αδερφοσύνη".
-Εχω ακούσει σχετικά. Τώρα που μου το θύμισες
Πολύ βρε Γιάννο μου βαθιά αλήθεια με συγκίνησες.
Τιμή για το Λος Αντζελες νάχει αδερφή του ποιάν;
Μια πόλη εδώ και δυόμισυ χιλιετίες νεκράν.
Αλλ' όμως από το κοινό ας φύγουμε το αίμα
Και ας στραφούμε Γιάννο μου στο πρώτο μας το θέμα.
Τόσο ο Πρόξενος κουτός είναι ώστε ν’ ανοίγει
Κέντρο μεγάλο εξοχικό, κι όλες τις σοβαρές μας
Τις υποθέσεις στου κρασιού τη μέθη να τις πνίγει;
-Γιατί βεβαίως είναι αυτές το ίδιο και δικές μας..
Εγώ νομίζω έξυπνος πολύ πως είναι κιόλας
Αφού πωλών τοις μετρητοίς σουβλάκια και μπριτζόλας
Ας είναι και αντεθνικά φερόμενος, πλουτίζει.
Γιατί όπως σίγουρα καθείς στον κόσμο αυτό γνωρίζει
Έξυπνος είναι κείνος που τον κόσμο κοροϊδεύει
Και σαν στραγάλια νάτανε, τα χρήματα σωρεύει.
-Αυτό μόνο στη χώρα μας ίσχυει, την Ελλάδα.
Εδώ αλλιώς τα πράγματα σαν ήρθα Γιάννο τάδα.
Ο πλούτος ανεξέλεγκτος εδώ δεν είναι διόλου:
Γιά το καλό υφίσταται κι εκείνος του συνόλου.
-Ε, τότε, κι Αμερκανικά, Πρόξενο έξυπνο έχουμε.
Γιατί-και αν αντίρρηση έχεις σ' αυτό, το δέχομαι-
Γιατί για κάποιο σύνολο κι ο Πρόξενος φροντίζει:
Για των πλουσίων το σύνολο που ζουν στην παροικία.
-Η λογική σου Γιάννο μου λεφτά πολλά αξίζει.
Και όσο για αντίρρηση, δεν έχω-όχι-καμία.
Όμως και κάτι σοβαρό θα ήθελα να πω.
Και μη σου φύγει, πρόσεξε, γιατ’ είναι μυστικό:
Από υπάλληλο έμαθα έναν του Προξενείου
Οτι ο Πρόξενος μπορεί μορφή να έχει αγίου,
Μα κατά βάθος πονηρός είναι, και δη τα μάλιστα.
-Ν’ ακούσω ετοιμάζομαι-μυρίζομαι ευχάριστα.
-Εξω δεν έπεσες. Λοιπόν-έμαθα τα εξής:
Ο Πρόξενος μας έγινε σκοπίμως μπουφεξής.
Είν’ ο σκοπός του να μεθά έτσι τους Αμερκάνους
Και να τους βάνει στης Τουρκιάς τα σχέδια να εναντιώνονται
Κι έτσι να μη μας πιάνουνε οι Τούρκοι πλέον χάνους.
-Τι νέοι αλήθεια Οδυσσείς που στην Ελλάδα αντρώνονται!
-Ναι… Και για πες μου Γιάννο μου, αυτό το ταβερνάκι
Θάχει κρασί πλακιώτικο; Θα έχει μαριδάκι;.
-Ψάρια μικρά μην καρτερείς να βρεις εκεί Μητρούση.
Ψάρια μεγάλα μοναχά εκεί μέσα ενοικούσι-
ψάρια μεγάλα στα θολά νερά εκείνα βρίσκονται
Που οι κοιλιές τους τα μικρά τρώγοντας ψάρια πρήσκονται.
-Μονάχα ψάρια τρων αυτοί; Δεν τρώνε μεζεδάκια;
-Τρώνε, ώστε έτσι η ψαρική να σπάει μονοτονία:
Τρώνε την Κύπρο γιαχνιστή, τρώνε μικρά νησάκια,
Τη Θράκη τρώνε καπνιστή και τη Μακεδονία,
Ενώ στη σούβλα μπαίνουνε η Λέσβος και η Χίος
Ώστε κι αυτές αφού ψηθούν, να φαγωθούν αισίως.
(Οταν και τούτο άκουσε
Ο Μήτρος πια δεν άντεξε-
Λίγο πιο πέρα πάει
Κι αρχίζει να ξερνάει)
ΜΗΤΡΟΣ ΚΑΙ ΓΙΑΝΝΟΣ
(Στο Φεστιβάλ)
(Μητρος Γιάννος φεστιβάλι
Και γυφτιά και μαύρο χάλι)
(L. A., Ντάουνι, 1993)
-Μήτρο κουνήσου. Βάδιζε! Εμπρός… Θα σε πατήσω…
-Πληρώσαμε για να ’μπουμε Γιάννο μου;
-Ναι βρε Μήτρο.
-Πόσα δολάρια έδωσες;
-Τέσσερα για τους δυο μας.
-Στον Άη Νικόλα Γιάννο μου δεν είχε εισιτήριο…
-Σκάσε και βάδιζε χαζέ. Σου ’πα-θα σε πατήσω.
Οι άνθρωποι αποφάσισαν να χτίσουν εκκλησία
Γι αυτό πληρώσαμε κι εγώ, και συ και όλοι οι άλλοι.
-Γιατί μας έδωσαν αυτό το βύσμα; Ξέρεις Γιάννο;
-Στο χέρι ακόμα το κρατάς; Στο ’να ρουθούνι βάλτο
Και με το άλλο ανάσαινε.
- Γιατί αυτό όμως Γιάννο;
-Γιατί για ν' ανασαίναμε και με τα δυό ρουθούνια
Τέσσερα τότε έκαστος θα δίναμε δολάρια.
Τώρα μισοανασαίνουμε. Και πρόσεξε τον κύριο…
Σα ζώο έπεσες, πάνω του.
-Καλά. Προσέχω Γιάννο.
Πληρώνουμε όμως Γιάννο μου εδώ και τον αέρα;
-Ναι.
-Και γιατί;
-Πάλι ρωτάς; Θα χτίσουν εκκλησία.
-Τουλάχιστο θα έχουμε νερό να ξεδιψάμε!
-Πληρώνοντας δολάρια δυό το μέτριο το ποτήρι.
-Πληρώνουμε και το νερό;
-Και δυό δολάρια μάλιστα.
Νερό και μ' ένα μοναχά δολάριο προμηθεύεσαι,
Μα είναι προτιμότερο των δύο ν' αγοράσεις
Γιατί ποτήρι έχεις μαζί τότε και καλαμάκι.
-Κι αν ένα δώσεις μοναχά πώς το νερό στο δίνουν!
-Σου το πετάν στη μούρη σου κι ό,τι προλάβεις πίνεις.
-Και τέτοιο γδάρσιμο γιατί στο φεστιβάλ ετούτο;
-...Στο είπα. Θα στο ξαναπώ. ΘΑ ΦΤΙΑΞΟΥΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑΑΑΑ…
-Ναι. Ξέχασα.. Γιαννάκο μου. Κοίτα, ο Χατζηαβάτης!
-Ποιος Χατζηαβάτης άξεστε; Εμπορος κάποιος είναι
Που βγήκε από το μαγαζί να δείξει στον πελάτη.
-Το μαγαζί το πέρασα μπερντέ. Συγνώμη Γάννο.
Κα γιατί τόσο πρόχειρα τα έχουν όλα κάνει;
Α! Ναι! Θα χτίσουν εκκλησιά…
-Μπράβο που το θυμήθηκες.
-Και δε μου λες Γιαννάκο μου τι είναι αυτοί οι φοίνικες
Και πώς εδώ φυτρώσανε;
-Ψεύτικοι είναι βλάκα.
-Με τέτοιο χάλι Γιάννο μου οι φοίνικες τους λείψανε;..
Και βλέπω και δυό πίθηκους πάνω στα δέντρα ψεύτικους.
-Ειναι η μασκώτ του φεστιβάλ. Μαϊμού είναι κι εκείνο…
-Και τούτα Γιάννο τα σκοινιά τί θέλουν εδώ πέρα;
-Περσέψανε και τ’ άφησαν.
-Και τούτα τα σκουπίδια!,
-Κάποιοι θα τα πετάξανε, ανάγωγοι ως συνήθως.
-Μήπως γιατί δε βρήκανε σκουπιδοτενεκέ!.
-Και πώς να βρούνε; Είπαμε: θα χτίσουν εκκλησία.
Ένας σκουπιδοτενεκές μιας πέτρας είναι ασβέστης.
-Γιάννο μου πείνασες εσύ;
-Όχι. Αλλά αν πεινάσω
Θα φάω εσένα κι από σε για πάντα θα ησυχάσω.
Και από σε κι απ' όλες σου αυτές τις ερωτήσεις.
-Αν δε ρωτήσω Γιάννο μου, ετότε πώς θα μάθω;
-Έντάξει, ρώτα.
-Γιάννο μου, τ' αρνί πόσο η μερίδα;
-Δέκα δολάρια.
-Και τ' αρνί πόσες μερίδες βγάνει;
-Αυτοί τις βγάζουν εκατό.
-Χίλια λοιπόν δολάρια
Βγάζουνε από κάθε αρνί; Ξέρω, η εκκλησία…
Γιάννο μου είναι πλούσιοι οι Νταουναίοι ή όχι;
-Παρά πολύ.
-Τότε γιατί δεν έχουν εκκλησία;
-Θάχουν σα θάρθει ο καιρός. Τόσο εύκολο δεν είναι.
-Αφού είναι πλούσιοι οι Έλληνες στο Ντάουνυ που μένουν
Γιατί δε δίνουνε λεφτά;
-Γιατί έτσι τους αρέσει.
Εξ άλλου ποιος θα ενδιαφερθεί να χτίσει εκκλησία;
Ανάγκη που την έχουνε…
- Αλλά εσύ μου είπες
Πως κάνουν όλα τούτα δω για νάχουν εκκλησία.
-Βρε βλάκα, όλα τούτα δω είναι χοντρές προφάσεις
Ωστε να τρώει ο παπάς και όλοι όσοι ενέχονται
"Χτίσιμο" σ' ό,τι λέγεται "στο Ντάουνυ εκκλησίας".
-Τώρα δεν έχουν εκκλησιά;
-Εχουν. Βλέπεις εδώ
Αυτό το χαμπουργκάδικο;
-Το βλέπω.
-Και πιο κει
Βλέπεις το εστιατόριο που τρώνε οι Κινέζοι;
-Ναι.
-Ε, λοιπόν διπλα απ’ αυτό, είναι η εκκλησιά.
-Ένα δωμάτιο τόσο δα που αρκετό δεν είναι
Ούτε για φαστφουντάδικο;
-Ναι φίλε μου Μητρούση.
Με τη βοήθεια του θεού πολλούς χωράει όμως.
-Οπως εμάς αυτός εδώ ο τόπος; Στριμωγμένους;
-Ναι. Κι όπως τώρα κάνουμε εμείς στο φεστιβάλ
Έτσι εκκλησιάζονται και κει για λίγο μόνο
Και βγαίνουν άλλοι για να μπουν. Κι έχουνε και μια τρύπα
Ανοίξει στου Κινέζικου εστιατορίου τον τοίχο
Ωστε αν λείψει αντίδωρο, τους δίνουν οι Κινέζοι.
Μπήκες;.
-Και Γιάννο, δε μου λες, μες στον μπερντέ εκείνον…
-Πάλι μπερντέ; Στην αίθουσα εκείνηνε να λες.
-Καλά λοιπόν. Στην αίθουσα εκείνηνε, για δες
Γιατί πηδάνε όλοι αυτοί σαν τάχα να χορεύουνε;
-Χορεύουν αχαϊρευτε. Κι αν με ρυθμό δεν πάνε
Είναι γιατί δεν ξέρουνε πώς γίνονται τα βήματα.
-Θα μάθουν;
- Ναι. Θα μάθουνε.
- Και Γιάννο μου εκείνη
Η κοπελίτσα η μικρή, τάχα Αμαλία ντυμένη
Με δίχως λέξη ελληνική, χωρίς Ελλάδας γνώση,
Στην τσέπη με δολάρια και στο μυαλό με σεξ
Τί θέλει μες στο φεστιβάλ;
- Θέλει να δείξει βλαξ,
Πως είναι μια Ελληνική γιορτή αυτή εδώ πέρα.
-Γιάννο μου σκάω.Νάβγαζα λιγάκι λες το βύσμα;,
-Βγάλτο, μα όμως μη σε δουν και μας ζητάνε κι άλλα.
-..Α! Λίγο έτσι ανάσανα!.Και δε μου λες βρε Γιάννο
Σαν τι βιβλίο νάγραψε εκείνη η κυρία
Που διαλαλεί η επιγραφή εδώ, ότι η ίδια
Το υπογράφει αν κανείς θέλει να τ' αγοράσει;
Μη κάποιο φιλοσοφικό βιβλίο; Μη κανένα
Διάσημο μυθιστόρημα; Ή Ιστορία καμία
Του πονεμένου Γένους μας; Ελληνικό μη κάτι;
-Οχι βρε Μήτρο. Συνταγές έγραψε η γυναίκα.
-Τί συνταγές; Για φαγητά;
- Αμ τι; Για φαρμακεία;
-Γιάννο μου εκουράστηκα . Εχει καμιά καρέκλα;
-Οι πέντε πρώτοι κάθονται. Οι επόμενοι σταλιάζουν.
-Σαν πρόβατα;.
- Σαν πρόβατα.
- Πάλι να λέμε Γιάννο
Αφού μας λένε πρόβατα, καλά που δε μας σφάζουν.
-Μας ξεροψήσανε. Λοιπόν; Ήθελες κι άλλο ακόμα;
Μα Μήτρο μου βλέπω εδώ στην έξοδο πως φτάσαμε.
Βγαίνουμε;
-Ναι .Τελείωσε . Ωραία δεν περάσαμε;
-Νααα!
-Τί μουτζώνεις Γιάννο μου; Για μένα ήταν η μούτζα;
-Οχι για σένα Μήτρο μου-για την ταλαιπωρία.
Πρώτη φορά τέτια γυφτιά είδα σε τόσον πλούτο.
Μα τώρα να, εφύγαμε. Πηγαίνοντας στο κάρο
Αλλο ας πούμε τίποτα.
-Οχι πριν σε ρωτήσω
Αν άξιζε σε τίποτα αυτό το πανηγύρι-
Αν άξιζε που κάναμε τόσο και τόσον δρόμο.
-Ε, ναι ρε Μήτρο, άξιζε, αλλά γιατί, συ πες μου-
Σε είδα που την κοίταζες και συ όπως κι εγώ…
-Την κοίταζα! Μ’ είδες λοιπόν; Μα πες μου πρώτα εσύ..
-Εκείνη με τα κόκκινα, πούδινε λουκουμάδες…
-Ω ναι! Τι μάτια ήταν αυτά! Τι χείλια! Τι ποδάρια:
-Πώς τάδες ρε τα πόδια της; Φορούσε παντελόνι.
-Ε, κι επειδή! Και τι λαιμός... τι χέρια... τι μαλλάκια...
-Απ’ την Ελλάδα έχω να δω συνδυασμό ένα τέτοιον.
Εξυπνη κι όμορφη μαζί, κι ολόγλυκεια γυναίκα.
-Φαντάσου γλύκα Γιάννο μου που θάχει…
-Σου θυμίζω
Πως ό τι λέμε γράφεται. Εντάξει ; Λέγε τώρα.
-Τότε βεβαίως δε θα το πω. Να σε ρωτήσω όμως
Μήπως μας φάνηκε γλυκειά λόγω των λουκουμάδων;
-Γιατί; Νομίζεις είχανε σορόπι οι λουκουμάδες;
Κάθε μερίδα που έδινε την κοίταζε μονάχα
Κι εκείνη αμέσως γλύκαινε.
-Τέτοια μονάχα χρήση
Για μια γυναίκα σαν κι αυτή μπορούσαν να σκεφτούνε
Οσοι να βγάλουνε ζητάν κι από τη μύγα ξύγκι.
-Έλα λοιπόν. Είχαμε πει ν’ αλλάξουμε κουβέντα.
Και γω θα κάνω την αρχή με κάτι πούχω ακούσει:
Πιάσαν τον Αβραμόπουλο λέει στο Τελωνείο
Γιατί νομίσαν έκρυβε στην τσάντα του χασίσι.
-Και τι; Δεν ήτανε χασίς;
-Οχι μωρέ παιδί μου…
Λιβάνι μες στην τσάντα του κουβάλαγε ο καημένος
Κι αυτοί δεν τόχαν ξαναδεί, κι έτσι έγινε το πράγμα.
-Λιβάνι; Και τί τόθελε; Για κάποιαν εκκλησία;
-Λιβάνισε τον Πρόξενο-τον Παναγόπουλό μας.
-Μπράβο! Με τί αντάλλαγμα;
- Τι άλλο; Κάποια μέρα
Κάπου αλλού, ο Πρόξενος, αυτόν να λιβανίσει.
-Και πες μου, συνηθίζεται Γιάννο μου αυτό το πράγμα;
-Βέβαια. Όσοι Μητρο μου κλέβουν τον ίδιο Λαό,
Αλληλολιβανίζονται-ν' ακούς εσύ κι εγώ
Να κάνουμε "α!" και τότε αυτοί ν' απλώνουνε το χέρι
Κι απ' τ' ανοιχτό το στόμα μας να παίρνουν τη μπουκιά μας
-Ξυπνιοι αυτοί οι πολιτικοί.
Ξύπνιοι αυτοί, συ μπούφος
Που κάθεσαι και τους ακούς και σημασία τους δίνεις.
Τράβα λοιπόν στο κάρο σου, να πάω στο δικό μου
Και σου εύχομαι ολόψυχα, Μήτρο μου, και του χρόνου.
(και χώρισαν νομίζοντας, ότι επειδή τα είπαν,
Λες και δεν κάναν στο νερο μεγάλην μίαν τρύπαν…)
ΜΗΤΡΟΣ ΚΑΙ ΓΙΑΝΝΟΣ
(Ό Σημίτης κατεβάζει από τα Ίμια τη σημαία για να μην μολυνθεί…)
(η αρχή χαμένη)
ΜΗΤΡΟΣ
(μονολογών)
………………
-Έτσι λοιπόν θ’ αφήσουμε τους Τούρκους ν' αλωνίζουνε
Και το Αιγαίο να πάρουνε και όλα τα νησιά,
Αλλά εις πείσμα όλων αυτών, γι αυτό που θα μας βρίζουνε
θα έχουμε αμόλυντη τελείως την Κηφισιά.
Kαι στη ζωούλα τη μικρή την καθημερινή μου
Διδάγματα μη μόλυνσης απ' όλα αυτά θα πάρω
Κι αμόλυντος και καθαρός θ' αποδοθώ στο Χάρο.
(Κι ενώ ο Μητρός μ' ολ' αυτά νιώθει υπερηφάνως
Βλέπει κοντά του σκεφτικός να έρχεται ο Γιάννος)
ΓΙΑΝΝΟΣ
-Βρε Μήτρο πόσον πληθυσμό έχει η Τουρκιά; Γνωρίζεις;
-Ογδόντα εκατομμύρια. Γιάννο μου καλημέρα.
-Και πόσα αερόπλανα και πλοία υπολογίζεις;
-Τα δεκαπλάσια από μας. Γιάννο μου καλημέρα.
-Και πόσο αν επιστρατευτεί στράτευμα θα μαζέψει;
-Όσο της φτάνει εφτά φορές για να μας μακελέψει.
-Ω! Επί τέλους! Νόμιζα ότι τα έχω χάσει
Σαν ψάρι που εβρέθηκε απ' το νερό στα δάση.
Νόμιζα ότι μόνος μου αυτές τις σκέψεις είχα.
Και το φτωχό μου το μυαλό θάχανα παρατρίχα
Αν δε μου έλεγες κι εσύ ό,τι κι εγώ σκεφτόμουν,
Οταν τη νύχτα ολόκληρη ξάγρυπνος εστεκόμουν.
-Και μιας και ξαναστήθηκες στα ποδιά σου επάνω
Ούτε και τώρα θα μου πεις Γιάννο μου καλημέρα;
-Καλή σου μέρα Μήτρο μου κι ωραία πέρα ως πέρα.
Κι αν δε σε καλημέρισα μέχρι τα τώρα ως ώφειλον
Συχώρα ένα χαμένονε στις σκέψεις του παλιόφιλον.
Και πες μου, άκουσες και συ, τί ο Σημίτης δήλωσε
Οταν οι Τούρκοι μπήκανε προ ημερών στα Ιμια;
-Ναι. Είπε ότι η Τουρκιά πλέον το παραξήλωσε
Κι αν κάνει ακόμα μια φορά όπως αυτά τσαλίμια
Τότε αποτελεσματική, άμεση και ταχεία
θα έχει την άπαντηση.
Και απ' αυτά τα τρία
Ποιο Μήτρο μου εσύ θαρρείς ότι μπορεί να γίνει;
-Ολα. Και τι θα εμπόδιζε τον κύριο προφεσόρο
Να δώσει μία διαταγή και όλα μας τα σμήνη
Να σηκωθούνε κάνοντας μεγάλο κιόλας ντόρο;
Κι αμέσως θα διέταζε να κινηθούν τα πλοία
Κι αμέσως θα διέταζε να τρέξει κι ο στρατός
Και βέβαια η κίνηση ολονών θάταν ταχεία.
Οσο για τ' αποτέλεσμα..
- Αυτό ζητώ ακριβώς:
Καλά. Μπορεί να δίνονταν πάραυτα οι διαταγές
Και όλοι να κινούντανε με δίχως καθυστέρηση.
Ομως το αποτέλεσμα ποιο θάτανε; Για πες.
Οσο καλή κι αν είχανε οι μαχητές μας θέληση
Δε θα υποκύπτανε μπροστά στον όγκο των εχθρών;
Γιατί καθώς είναι γνωστόν σε τούτο τον καιρόν
Οση κι αν γενναιότητα θα δείξουν οι στρατιώτες
Ομως δεν είναι ο πόλεμος κι οι μάχες όπως τότες
Που σώμα σώμα πιάνονταν οι Τούρκοι κι οι Γραικοί
Και που με μια γιαταγάνια πέφτανε μερικοί.
Τώρα τα όπλα πολεμάν και μπόλικα όποιος τάχει
Κερδίζει οποιονδήποτε αγώνα κι όποια μάχη.
Λοιπόν πώς ο Σημίτης μας είπε πως οπωσδήποτε
θάχουμε αποτέλεσμα;
- Φαίνεται μωρέ Γιάννο
Οτι από πολιτική δεν χαμπαρίζεις τίποτε.
Σαν την Πυθία μίλησε στον τρίποδα επάνω-
Είπε για αποτέλεσμα. Μα ποιο δεν ξεκαθάρισε.
Ισως αυτό που εννοείς εσύ να εννοούσε
Μα να το πει ξεκάθαρα βέβαια δε μπορούσε
Γιατί εγνώριζε καλά πως δε θα μας καλάρεσε.
-Κακόμοιρη Ελλάδα μου χαΐρι δε θα δεις
Το νέο σου πρωθυπουργό ως να ξεφορτωθείς.
Ακόμα δεν επρόλαβε να πάρει το γκουβέρνο
Και την Ελλάδα Δαντικό την έκανε Ινφέρνο.
Στους Τούρκους επαράδωσε μία βραχονησίδα
Εστρεψε εναντίον του την κάθε εφημερίδα,
Εδιάλυσε το κόμμα του, ταπείνωσε τη χώρα
Και με την τόση που γερά τον δέρνει ασχετοσύνη
Και με την ασταμάτητη που έχει πάρει φόρα
Στους Τούρκους κάθε μέρες δυό κι ένα νησί θα δίνει.
-Μα, Γιάννο, κι αν δεν έκανε αυτό που έχει κάνει
Πόλεμος θα γινότανε.
-Το ξέρω βρε χαϊβάνι.
Μα αν δε γίνει πόλεμος όταν ο Τουρκαλάς
Μας παίρνει τ’ άγιο χώμα μας πότε θα γίνει ρε;
Όταν ανάμνηση πικρή θα είναι η Ελλάς;
Ή όταν όλα παν καλά! Πότε βρε κουτεντέ!
-Μα Γιάννο μου, στον πόλεμο θα εχυνόταν αίμα.
-Τί άλλο σ’ ένα πόλεμο θα χύνονταν βρε βλήμα;
Γάλα;
-Αλλά Γιαννάκο μου θάταν μεγάλο βήμα.
-Βήμα; Ένα άλμα θα ήτανε μες στα όσα η Ελλάδα
Έκανε στην πολύχρονη άγια της ιστορία-
Αυτά που μέσα στων κρατών την κάνουν τη χορεία
Νάναι η μόνη λαμπερή και φωτοδότρα δάδα-
Εν' άλμα που δε μπόρεσε ο νέος πρωθυπουργός μας
Την πρωταθλήτρια χώρα μας σ’ αυτό να οδηγήσει.
Εν’ άλμα που δεν μπόρεσε, λαμπρύνοντας το Φως μας
Άλλη σαν τότε μια φορά τον κόσμο να φωτίσει.
Κι ένας λαός ολόκληρος τώρα ακολουθεί
Με το κεφάλι του σκυφτό σαν κάποιον που πενθεί-
Ακολουθεί τον πρώτο μας που εδείχτη τελευταίος
Κι οδεύοντας ποδοπατεί της χώρας μας το κλέος.
Κι ακόμα τον ανέχονται αυτό τον μασκαρά
Και ούτε Κόμμα, ούτε Λαός μακριά τόνε πετάνε
Παρά τόνε χαΐδεύουνε και τόνε προσκυνάνε
Κι ας έφερε στη χώρα μας μια τέτοια συφορά.
Ας ειν' καλά οι βουλευτές οι δύο του ΠΑΣΟΚ
Που εγερτήριο δίνοντας σε όλους ένα σοκ
"ΟΧΙ" βροντοφωνάξανε στις προγραμματικές ,
Με δυό φωνές φλογόπνοες, καθάρια Ελληνικές.
Βουνάτσο μου νάσαι καλά που μ’ ένα σου "παρών" ,
Στην κλήση αποκρίθηκες των τόσων ιλαρών.
Νάσαι καλά που ορθώθηκες πάνω από τα εφήμερα
Και στ' άγια ύψη έφτασες όπου θηρία ανήμερα
Βρυχούνται η παλληκαριά κι η δόξα της Ελλάδας.
Νάσαι καλά που αφήνοντας τα βρωμερά τα σκότη
Στο κέντρο εβρέθης της λαμπρής κι αιώνιας λιακάδας
Που μέσα της η Ελλάδα μας ορθώνεται η πρώτη.
Νάσαι καλά που έδωσες το μίτο στην πατρίδα
Για να ξανάβρει την τιμή-νάχει και πάλι ελπίδα.
Νάσαι καλά που με το απλό και δυνατό σου "ΟΧΙ"
Απ’ του χαμού κι ο ίδιος συ γλίτωσες την απόχη
Αλλά και ό,τι είχε καλό το έρμο σου το Κόμμα
Προτού κι αυτό της λησμονιάς το καταπιεί το στόμα.
Κι ας ειν' της μοίρας μου χρυσοί οι ματωμένοι δρόμοι
Αφού πριν χρόνια τόφερε πολλά να σε γνωρίσω.
Για να καυχιέμαι όσον καιρό γραφτό είναι να ζήσω.
Αλλά και μες στου θανάτου τις ατραπούς ακόμη
Τον τέκτονα πως γνώρισα ενός καινούργιου ήθους.
Τον Λόγο πως εγνώρισα μες στη Βουή του πλήθους.
Πως γνώρισα τον Έλληνα που με ψυχή και νου
Τάξη του Χάους έγινε, κι Οντότης του Κενού.
Κι αναθυμάμαι αξέχαστες βραδιές στη Μυτιλήνη
Που ενός κέντρου εξοχικού η εύοσμη γαλήνη
Φιλοξενούσε στη σεπτή θερμή της την αγκάλη
Τους δυό μας-και το δεύτερο τον Δημητράκη πάλι.
Κι έρρεε ο αδαμάντινος Μυτιληναίος οίνος
Και το φεγγάρι φώτιζε μπριζόλες και μαρίδες
Και στο κενό το κάθισμα γιάλιζαν ευφροσύνως
Το μάτσο που κουβάλαγες πάντοτε εφημερίδες.
Κι ο μάγερας σα νάξερε -απλός κι αυτός κι αγνός-
Τα ύψη οπού κάποτε μέσα τους θα χανόσουν
Σε περποιόταν μόνος σαν να γνώριζε καλώς
Πως δίπλα μας παροδικά μονάχα εβρισκόσουν.
Κι άναβαν οι πολιτικές τότε οι συζητήσεις
Κι ανάμεσα τους έλαμπαν διαμάντια καθαρά
Οι ιδέες σου-και κύλαγαν σαν γάργαρα νερά
Και δέναν με το γύρω μας θαύμα της Λέσβιας Φύσης.
Και πάντοτε τα μαύρα σου αχτένιστα ήταν γένια
Και όταν σε πειράζαμε ότι δεν έχεις χτένα
Μας έλεγες πως άλλη σου ήταν εσένα η έγνοια:
"Ο Λαός και οι αγώνες Του που πάνε στα χαμένα".
Κι όταν τις ώρες τις πρωινές φεύγαμε απ' την ταβέρνα
Τραβώντας για το σπίτι του καθείς το φτωχικό
Ενα πιοτό αλλιώτικο η σιωπή σου μας εκέρνα
Ανθρώπινο κι ανέρωτο κι αγνά μεθυστικό.
Απ' όση μας φανέρωνες ορμή τα βράδια εκείνα
Κι από την όση μέσα σου εκλειούσες αρετή
Ένα αν επήρες χιλιοστό μαζί σου στην Αθήνα
Για να ζεστάνεις την ψυχή του Εθνους ειν’ αρκετή.
-Μα μόνο εκείνος Γιάννο μου κι ο Κηπουρός αξίζουν;
Αλλοι για της πατρίδας μας την αίγλη δεν φροντίζουν;
-Φροντίζουν, ναι, κι οι φίλοι μας οι Ελληνοαμερκάνοι
Που λεν ότι καθένας τους ό,τι μπορεί θα κάνει
Έτσι ώστε στην Αμερική τη γνώμη της ν’ αλλάξει
Κι από τα Ίμια έξω αυτή τους Τούρκους να πετάξει.
Θα πάνε και θα πουν λοιπόν αυτοί στους Αμερκάνους
Πως την Τουρκία θα πάρουνε απ' ό,που είναι τώρα
Κι επινοώντας μηχανές ως τώρα απιθάνους
Ο,που η δική μας βρίσκεται θα τηνε βάλουν χώρα,
Κι ό,που η Τουρκία βρίσκεται, η Ελλάδα μας θα πάει.
Ετσι όσες είχανε αυτοί απ' την Τουρκιά ωφέλειες
Τώρα αφειδώς η Ελλάδα μας σε κείνους θα σκορπάει
Κι οι Ελληνοαμερκάνικες οι σχέσεις θάναι τέλειες.
Σύνορα τοτε εμείς κοινά με τη Ρωσία θάχουμε,
Εμείς τότε τους Αραβες θα τους επηρεάζουμε,
Για το πετρέλαιο εμείς στο Αιγαίο μας θα ψάχουμε
Και μεις το ΧΟΡΑ βγάζοντας τους Τούρκους θα τρομάζουμε.
Και θα τους πουν ο αγωγός ότι του πετρελαίου
Που κουβαλεί απ' το Ιράκ τον μαύρο τον χρυσό
Χάλασε, κι ότι η Ελλάς διπλάσιο ποσό
Πετρέλαιο θα κουβαλεί μέσω σωλήνος νέου.
Κι ότι του νέου σωλήνος τους, διακλάδωσις τουλάχιστον
Μέσω βυθού του Ατλαντικού θα φτάνει στην Ουάσιγκτον.
-Και λες τα επιχειρήματα τόπο αυτά να πιάσουνε
Κι οι Αμερκάνοι τότε εμάς με αγάπη ν’ αγκαλιάσουνε;
-Και γιατί όχι; Σήμερα είν’ όλα δυνατά.
-Αλήθεια της Αμερικής οι απόδημοι νομίζουν
Οτι μπορούν της Αμερκής τη γνώμη να ρυθμίζουν;
-Ναι. Τέτοιο ανόητο μυαλό καθένας τους κρατά.
-Οι κότες πιο ευγνώμονες του πλήθους των ελλήνων,
Που ευχαριστούνε πίνοντας τουλάχιστον Εκείνον
Που το νερό τους έδωσε-αυτοί ουτ' αυτό δεν κάνουν.
-Μα κάνουνε τόσα πολλά. Εκείνα μόνο φτάνουν.
Ας πούμε συγκεντρώνονται σε κάποιο πλούσιο σπίτι
Και αφού κάνουν προσευχή πρώτα υπέρ Σημίτη
Τρώνε μετά και πίνουνε σαν χρόνια πεινασμένοι.
Και φιλελληνικό εκεί τίποτα δεν συμβαίνει.
-Τότε γιατί μαζεύτηκαν;
-Για φαγητό και πιόμα.
Και ούτε λέξη δεν ακούς από κανένα στόμα.
Τίποτα. Κι έτσι, άδοξα, κάθε τσιμπούσι κλείνει.
Και παν εκεί οι Πρόξενοι, και πάνε οι Δουκάκηδες,
Και πάνε όλοι οι κοσμικοί κλέφτες μας κι οι τσαντάκηδες
Και της Ελλάδας της φτωχής την τύχη ειρωνεύονται.
Και άσε τους κακόμοιρους Ελληνες να κουρεύονται.
Και στα παλιά τους γράφουνε παπούτσια το Αιγαίο
Και λένε "θα μιλήσωμεν", και λένε "θα προβώμεν"
Κι ύστερα χαμηλόφωνα «μα προπαντός να τρώμεν!..»
Κι ενώ όταν για τραγουδιστή μάθουνε κάποιον νέο
Να τον ακούσουν τρέχουνε σκορπώντας τα δολάρια
Και στο Λας Βέγκας τρέχουνε και παίζουνε στα ζάρια,
Όταν τον έρμο τόπο μας τους πούνε να βοηθήσουν,
Κάνουνε πως δεν έχουνε λεφτά ούτε για να ζήσουν.
Μα η μεγάλη θα γενεί ενέργεια η τρανή
(ό,που και νάναι έρχεται, γίνεται, θα φανεί…)
Στα έντεκα του μήνα αυτου-στις έντεκα Φλεβάρη.
Εκεί η Ελληνικότητα θα δώσει και θα πάρει.
Θα πάει μια Επιτροπή να βρει τον Κλίντον λέει
Και να του πει... τί να του πει;.. μπορούν κάτι να πουν
Οσοι μονάχα ξέρουνε να φάνε και να πιουν
Και όσοι κλεψιμέΐκα πλούσια έχουν τα ελέη;
Θα φάνε πάλι και θα πιουν, κι όταν ντερλικωθούνε,
Και όταν για να φύγουνε τέλος θα σηκωθούνε
θάχουνε μια πολύτιμη ώρα του Κλίντον κλέψει.
-Οχι. Νομίζω Γιάννο μου πολύ τάχεις μπερδέψει.
Τέτοια δεν είναι δίκαιο εσύ να έχεις γνώμη
Για τους Ελληνοαμερκανούς. Και μάθε πως ακόμη
ότι συλλαλητήριο σχεδιάζουνε να κάνουν.
-Κι άλλο; Τα όσα κάνανε ως τώρα δεν τους φτάνουν;
-Γιάννο μου παραφέρεσαι. Ενα συλλαλητήριο
Μπορεί ν' αλλάξει τακτική σε κράτος μεγαθήριο.
-Η κούνια που σε κούναγε. Ο,τι μια μύγα κάνει
Οταν χτυπήσει σε συρμού επάνω ένα βαγόνι
Και του συλλαλητηρίου εκεί η αξία φτάνει.
Και θάναι η αξία του, Μήτρακα, μια και μόνη:
Πως οι Αρμένηδες γερά το άχτι τους θα βγάλουνε
Ενάντια φωνάζοντας στην Τούρκικη απειλή-
Γιατί μονάχα Αρμένηδες μέρος σ' αυτό θα πάρουνε
Κι η Ελληνική του τάχα υφή θα είναι απατηλή.
Οι Ελληνες, έξω απ’ αυτούς όπου γερά μασάνε
Ιδέα δε θα έχουνε για μία τέτοια σύναξη
Γιατί δεν ενδιαφέρονται τα Ελληνικά πως πάνε.
Από τον πατριωτισμό έχουνε πάρει σύνταξη,
αφού απ' τους ιθύνοντες κανένας δεν φροντίζει
Και ο καθένας απ' αυτούς λίγο να Ελληνίζει.
Κι εκείνοι αν δεν ενδιαφερθούν, χαμένοι όλοι οι κόποι.
-Μα από την άλλη Γιάννο μου έχουμε την Ευρώπη.
Με κείνηνε το δίκιο μας σίγουρα θα το βρούμε.
-Μήτρο μου άλλο τίποτα καλλίτερα ας πούμε.
Πόρνες πολλές εγνώρισα σ' όλη μου τη ζωή
Που γι άλλη μια δε θάθελα ακόμα να μιλήσω.
Γιατί αν αρχίσω να μιλώ για κείνην το πρωί
Δε θάχω μέχρι αποβραδίς τελειώσει, όσο κι αν βρίσω.
-Λοιπόν και τί θα κάνουμε; Βοήθεια δεν μπορεί
Η δόλια από πουθενά η Ελλάδα μας να βρει;
-Και βέβαια όχι. Τί θαρρείς; Πως το καθένα κράτος
Το ύψος της βλακείας μας το νοιάζει και το πλάτος;
Αυτή 'ναι της πατρίδας μας η μοίρα-ελεημοσύνη
Από τους γύρω να ζητά, κανείς να μη της δίνει,
Και με το χέρι απλωτό συνέχεια να γυρίζει.
Και λόγια αξιολύπητα πάντα θα μουρμουρίζει.
Και πάντοτε ό,τι θέλουνε οι Τούρκοι θα μας κάνουν
Κι οι Ελληνες θα τρέχουνε δίχως ποτέ να φτάνουν.
Παρ' ολ' αυτά όμως μια στολή πήγαινε και ετοίμασε
Γιατί ο καιρός της ρήξεως με την Τουρκία ωρίμασε.
(Κι έτρεξε ο Μητρός τη στολή ευθύς να ετοιμάσει
Ενώ ο Γιάννος έβριζε Πλάστη, ζωή και Πλάση).
ΜΗΤΡΟΣ ΚΑΙ ΓΙΑΝΝΟΣ
(Όπου ο Μήτρος πρόσωπα
και πράγματα μπερδεύει
Καλά ήταν τα μπερδέματα
Μα ήταν όμως ψέματα)
ΜΗΤΡΟΣ
(τραγουδιστά)
Απρίλιος μας έφτασε, εμπρός βήμα ταχύ
Να τον προϋπαντήσουμε παιδιά στην εξοχή.
ΓΙΑΝΝΟΣ
-Πάλι τα μπέρδεψες μωρέ. Αυτό το λεν το Μάη.
-Ξέρω τι λέω Γιάννο μου. Ο Απρίλης που μας έρχεται
Οσο όλοι οι υπόλοιποι οι μήνες μας μετράει.
Γι αυτό καθ’ Ελλην με χαρά φέτος τον υποδέχεται.
-Και τι ο Απρίλης ξέχωρο έχει ρε Μήτρο εφέτος;
-Την απορία σου ευθύς θα την φωτίσω απλέτως.
Αν και το βρίσκω ύποπτο να σου διαφεύγουν τόσα
Και τέτοια που θα γίνουνε στο μήνα νταβατούρια.
-Πέστα γιατ’ ειν’ ακράτητη η μεγάλη σου η φούργια.
-Ακου λοιπόν να σου τα πω γιατί μου καιν τη γλώσσα.
Ο Νταλάρας ταξιδεύει
Και στη Νέα Υόρκη πάει
Και τον Αρχιεπίσκοπό μας
Γιακωβάκη συναντάει.
Ο Κλίντον πάλι ξεκινά
και τρέχοντας δρομαίως
Φανάρι πάει, που να τον δει
θέλει ο Βαρθολομαίος.
Και τρίτο και κυριότερο,
ο Σημίτης καταφτάνει
Και στο Λας Βέγκας τραγουδά
και τα ταμεία σπάνει.
Κι αν όλα τ’ άλλα όμως καλά τα έχω εννοήσει
Μα γιατί πάει ο Πρόεδρος των ΗΠΑ στο Φανάρι
Είναι για με μυστήριο. Τι έχει να συζητήσει
Ο Μπιλ με τον Μπαρθόλομυ; Ο διάολος να με πάρει
Τίποτα, έστω πιθανό, να βρω δεν το μπορώ.
Να μου εξηγήσεις Γιάννο μου έχεις εσύ καιρό;
-Ωστε όλα τ’ άλλα φυσικά τα βλέπεις, και μονάχα
Να εξηγήσεις δε μπορείς αυτό το τελευταίο;
Και στον Ιάκωβο γιατί ο Νταλάρας πάει τάχα;
-Για να τον κάνει το ύφος του ν’ αφήσει το σπουδαίο
Και να τον κάνει λαϊκό να αποκτήσει πνεύμα.
Μια δυο αν κάτσει μέρες κει, απ’ τόνα στάλλο γεύμα
Πολλά μπορούν να γίνουνε. Και τον Ιάκωβο να δεις
Να πάψει νάναι δέσμιος της άνομης χλιδής.
Και να τον δεις να ξανοιχτεί προς το λαό λιγάκι
Κι όχι να τον ποδοπατεί σα νάταν από τζάκι.
Και στους παπάδες να τον δεις μια εγκύκλιο να βγάλει
Και να τους λέει την κλεψιά να πάψουν τη μεγάλη.
Και να τους λέει να δέχονται μέσα στην εκκλησία
Οχι τους πλούσιους μοναχά, αλλά και τους φτωχούς.
Και να τους λέει πως κακό δεν κάνει στη νηστεία
Αντίς χαβιάρι που και που, να τρώνε και ζοχούς.
Να πάψουν ν’ απαιτούν λεφτά για γάμους και βαφτίσια
Και σαν του θεού να φέρονται να ήσαν τέκνα γνήσια.
Και να μην είναι πλέον κλαμπ πλουσίων οι ναοί
Ενώ το ποίμνιο το λοιπό δεν έχει ούτε φαΐ,
Αλλά να γίνει η εκκλησιά της φτώχειας σπίτι δεύτερο
Και πνεύμα νάχει όχι σνομπ, μα λαϊκό και λεύτερο.
-Και πώς μωρέ τραγουδιστή έκανες το Σημίτη;
-Οπως σε σπίτι οι μικροί γυρίζουν από σπίτι,
Και λεν τα όποια κάλαντα και παίρνουνε δεκάρες,
Με τις αδέξιες, άμουσες και φάλτσες τους φωνάρες
Ετσι και τον Σημίτη μας βλέπω να τραγουδάει
Και μια πεντάρα ύστερα ή δεκάρα να ζητάει.
Ειν' ένα είδος ζητιανιάς Ελληνικό πολύ
Ασχέτως αν στα χρόνια μας ουδόλως ωφελεί.
-Βρε χαζο-Μήτρακα, βρε συ, ανάποδα τα είπες. Ί
Και περιστέρια μπέρδεψες με αετούς και γύπες.
Ακου λοιπόν ποια ειν’ η σωστή σειρά των γεγονότων
Που τον Απρίλιο θα συμβούν πάνω στη γη μας: πρώτον:
Δεν πάει στον Μπαρθόλομυ ο Κλίντον, μα πηγαίνει
Εκείνος τις Αμερικές τις δύο που "ποιμαίνει".
Δεύτερον: ο Σημίτης μας δεν θα μας τραγουδήσει
Αλλά τον Κλίντον έρχεται εδώ να συναντήσει.
Και τραγουδάει όχι αυτός, μα βέβαια ο Νταλάρας,
Με συνοδεία τσέμπαλου και πιάνου και κιθάρας.
-Ετσι θα γίνει στο νερό μία μεγάλη τρύπα.
Καλλίτερα δεν ήτανε όπως εγώ τα είπα;
-Η γνώμη σου. Η γνώμη τους, διάφερει απ’ τη δική σου.
Νομίζω πως μ’ αυτές εδώ τις δύο συναντήσεις
Η Ελλάδα στον προθάλαμο μπαίνει του παραδείσου.
Και τώρα μη γιατί και πώς να με ρωτάς αρχίσεις
Γιατί δεν έχω όρεξη για πάρλα σαν αυτή.
-Πώς όμως ο Σημίτης μας, μόνο που θα κλαφτεί
Καλό θα δει η Ελλάδα μας; Και τάχατες γιατί
Από τους δυό αγίους μας θα δούμε προκοπή;
-Πάλι ρωτάς, και πάλι εγώ θα πρέπει ν’ απαντήσω.
Αλλά τις απαντήσεις μου πολύ θα τις συντμήσω.
Να! Άπό φόβο ο Πρόεδρος θα δώσει στον Σημίτη
Ο,τι εκείνος απαιτεί. Ως για τους δυό αγίους μας
Για νάχουμε παράδειγμα στους ανιέρους βίους μας
Θ’ αρχίσουνε κι οι δύο τους να κατοικούν σε σκήτη.
-Καταλαβαίνω-όρεξη δεν έχεις και πολλή.
Γεια σου λοιπόν.
-Γεια Μήτρο μου και ώρα σου καλή.
(Το σπίτι ο Μήτρος πήρε,
Στο δρόμο του επήγε,
Πάνω στο φως του έπεσε
Και το κρεβάτι έσβησε.)
ΜΗΤΡΟΣ-ΓΙΑΝΝΟΣ
("Ασπρα μαλλιά στην κεφαλή
Κακά μαντάτα στη Βουλή"
Παροιμία)
(Οι φίλοι μας στο Ελ Εϊ κουβεντιάζουν
Και όσοι τους ακούνε δισκεδάζουν)
-Ακουσες Γιάννο τι εχτές έγινε στη Βουλή;
-Ναι. Και το είδα. Επίτηδες ο ίδιος πήγα εκεί.
Αλλά κι εσύ δεν είχες ’ρθει; Νομίζω σ' είδα κάπου..
-Οχι. Εχτές περπάτησα μέχρι του Φιλοπάππου.
-Μονάχος;
-Οχι βέβαια. Ηταν μαζί μου η Νότα.
Και χτες ρομάντζα ήθελε, κατά τα ειωθότα.
Ομως εμπρός! Για τη Βουλή άρχισε να μου λες-
Νότες υπάρχουνε πολλές. μα ούτε δυο Βουλές.
-Σωστά. Χτες πήρανε λοιπόν πάλι φωτιά τα τόπια
Γιατ' ήταν η συζήτηση πούγινε, για τα Σκόπια.
-Ε, τι; Ετσακωθήκανε;
- Και βέβαια. Οπως πάντα.
-Πες μου, του ήρθε κανενός στην κεφαλή του τσάντα;
-Οχι. Ετσακωθήκανε μονάχα με τα λόγια.
-Χρόνια να δω έχω γροθιές. Γιατί;
- Βρε κουτομόγια
Η Ευρώπη απαράβατον τους έχει θέσει όρον:
Το χρήμα κόβει αν στη Βουλή μαλώσουν κατά κόρον.
-Τώρα λοιπόν τσακώνονται χωρίς γροθιές και ξύλο;
-Ναι. Κι ο ένας κάνει τ' αλλουνού μάλιστα και το φίλο.
-Αλλιώς δεν έχει χρήμα, ε;
- Καθόλου. Ούτε σέντσι.
-Λοιπόν για λέγε, τί έγινε; Ακούω, ας είναι κι έτσι.
-Σούπα λοιπόν, το θέμα χτες ήταν το Σκοπιανό.
Γι αυτό κανένα έδρανο δεν ήταν αδειανό .
Βλέπεις πως μιας και ήτανε το θέμα σοβαρό
ν’ ακούσει δεν περίμενε κανείς κάτι ανιαρό.
Αλλά τα καταφέρανε του Εθνους οι Πατέρες
Σαν τις υπόλοιπες κι αυτήν να τηνε κάνουν μέρες.
Και μη διαθέτοντας ντροπή, φιλότιμο και τσίπα
Κάναν και χτες μες στο νερό μία μεγάλη τρύπα.
Στην άκρη παρατήσανε το θέμα το μεγάλο
Και πάλι καταπιάστηκαν μ' ό,τι μικρό και φαύλο.
Μίλησε πρώτα ο Σαμαράς. Και είπε ότι όταν
Για Σκόπια έλεγε ο Ψηλός ότι ενδιαφερόταν,
Μόνο για τα πετρέλαια γνοιαζόταν στην ουσία.
-Τον κατηγόρησε λοιπόν ευθέως για προδοσία.
-Ναι. Μα μιλώντας ύστερα, ο Μητσοτάκης τώρα,
Τα ίδια ανταπόδωσε στο Σαμαρά τα δώρα.
Τούπε ότι εμάσησε κι αυτός απ’ τον ΟΤΕ,
Κι έτσι να μη μιλάει.
- Ποιος;
- Ο Σαμαράς κουτέ.
Και ο Ψηλός προχώρησε και τούπε μέσα στ' άλλα (Τουτέστιν είπε ο γάιδαρος τον πετεινό κεφάλα)
Πως αποστάτης ήτανε, γιατί από τη δική του
Εφυγε την κυβέρνηση, μ’ άλλους δυο τρεις μαζί του.
-Θα το περίμενες εσύ, ο τόπος τούτος 'δω
Το κάθε τι αποβάλλοντας που ως τώρα είχε καλό Προδότες νάχει γι αρχηγούς πολιτικών κομμάτων;
Αχ.' Ας γεννιόταν και σε μας θεέ μου ένας Κάτων!
-Φαίνεται είναι η εποχή τώρα των Κατιλίνων.
-Ω! Μοίρα κακοδαίμονη των δύστυχων Ελλήνων!. Λοιπόν μετά ποιός μίλησε;
- Ο Παπανδρέου.
- Αλήθεια!;
Μη μου το λες. Πώς κι η φωνή του βγήκε από τα στήθια;
-Δύσκολα. Ομως τάχανε σοφά σχεδιάσει όλα.
Σ' ένα φορείο τον είχανε δεμένον με λουρίδες.
Και όταν ήρθε η ώρα του, τον πήραν δυο νταήδες
Κι ορθόν πάνω τον στήσανε στο βήμα της Βουλής.
Ετσι ορθός πως στέκονταν δε μπόρειες ν' αρνηθείς.
Δέσαν μετά στα χέρια του κλωστές λεπτές τα μάλα
Ωστε να μη διακρίνονται πολύ από τη σάλα.
Και κάποιος από πίσω του ρύθμιζε τις κινήσεις.
Κλωστίτσες εκολλήσανε στα χείλια του επίσης.
Κι ένα μπροστά στο στήθος του και από πίσω ένα
Μεταλλικά του είχανε δυο φύλλα εφαρμοσμένα.
Κι όταν λοξά τους κοίταζε, σήμαινε "θα μιλήσω".
Εκείνοι τότε πίεζαν τις πλάκες μπρος και πίσω,
Και ο αέρας σπρώχνονταν, έφτανε ως τα χείλη,
Κι έβγαινε από την τεχνητή που εκείνα φτιάχναν πύλη.
Πρώτο που θέλησε να πει, ήταν πως θετικό
Ήταν το βήμα πούκανε αυτός στο Σκοπιανό.
Και τότε μια αξεπέραστη συνέβη εμπλοκή,
Γιατί τη λέξη "θετικό" δε μπόρειε να την πει.
Αντί για "θετικό" να πει, έλεγε "θατικό".
Και ξέρεις γιατί γίνονταν ετούτο το κακό:
Γιατί το είχε η γλωσσά του συνήθειο πλέον πάρει
Μετά το "θήτα" πάντοτε το "άλφα" να κοτσάρει.
Και όλο "θα" και "θα" και "θα" πως νάβγαινε το "θε".
Είναι δευτέρα φύσις μας η έξις ω! ’γαθέ.
Και κάποιοι αφού διευκρίνισαν τί ήθελε να πει,
Μετά ευθύς προχώρησε. Και δίχως μια ντροπή
Ανεύθυνος μας δήλωσε ότι ο Εβερτ είναι
(Κι ο δόλιος πού την κεφαλήν δεν έχει πλέον κλίναι
Γιατί με βέλη απ' τ’ άλυπο της κριτικής το τόξο
Και από μέσα βάλλεται κι όχι μονάχα απόξω).
-Ωστε όχι φάρα προδοτών έχουμε μοναχά
Μα κι ανεύθυνων ηγετών τον φθοροποιό βραχνά…
-Μετά ο Αντώνης μίλησε πάλι ο Σαμαράς
Κι αφού δηλώσεις έκανε διαφόρους σοβαράς,
Αστοχον χαρακτήρισε τον κάθε χειρισμό
Που έχει ο πρωθυπουργός κάνει για Σκοπιανό.
-Κι απόφαση ποια βγάλανε; Τί είπαν θ' απογίνει;
-Απόφαση δε βγάλανε-αυτό πότε έχει γίνει;
-Μα τότε τί τους θέλουμε αν δεν αποφασίζουν;
Ο ένας τον άλλο μοναχά τους έχουμε να βρίζουν;
Καλλίτερα να φύγουνε. Να διαλυθεί τελείως
Το Σώμα που υπό διάλυσιν είναι και τώρα αισίως.
-Αυτό που είπες τώρα δα, παίρνει νερό πολύ.
Μπορείς Ελλάδα να σκεφτείς ποτέ χωρίς Βουλή;
-Ναι. Δίκιο έχεις. Η Ελλάς αλλιώς δεν περπατεί.
Μα όσο κι αν το σκέφτομαι, δε βρίσκω το "γιατί".
-Βρε αν δεν υπήρχε η Βουλή θάχαμε βουλευτές;
-Και βέβαια δε θάχαμε.
- Ωραία. Και δε μου λες
Χωρίς Βουλή και βουλευτές, θάχαμε βουλευτίνες;
-Οχι. Θα τις εστέλναμε στο διάολο κι εκείνες.
-Κι αν κάποτε, ο μη γένοιτο, ο Αντρέας μας πεθάνει,
Κι αφού η τηλεκάμερα στην Κόλαση δε φτάνει,
Κι αφού ο Αντρέας Πρόεδρος δε θάναι του ΠΑΣΟΚ
(Αλήθεια τι δυσβάστακτο για την υφήλιο σοκ!),
Και η Μιμή στο πλάι του δεν θα ποζάρει πλέον,
Πώς τότε θα θαυμάζουμε το σώμα της τ' ωραίον;
Μα υπαρχούσης της Βουλής, πατάς ένα κουμπί
Και να οι καμπύλες της Μιμής επάνω στο γυαλί.
-Αλλά νομίζω Γιάννη μου, δεν είναι βουλευτίνα.
-Α! Ωρε Μήτρο! Βρε πού ζεις; Εδώ βοά η Αθήνα
κι εσύ ακόμα βρίσκεσαι στο "δεν" και στο "νομίζω".
-Αλλά δεν είναι Γιάννη μου, όσο εγώ γνωρίζω.
-Δεν είναι, αλλά σύντομα θα είναι, δίχως άλλο.
Γιατί εκτός απ' τ' άλλα της, και ρεύμα έχει μεγάλο.
-Προς την κατεύθυνση η Βιβή λοιπόν αυτή κινείται;
-Κινείται προς πολλές μεριές, αν και σε μία κείται.
Ή μη δεν ξέρεις αύριο συνέντευξη πως δίνει;
-Δεν τόξερα. Και τί θα πει;
- Ο,τι είπε και η Φρύνη.
Μα κύρια θ' αμυνθεί.
- Τί είπες; Θα γδυθεί;
-Οχι βρε Μήτρο. Θ' ΑΜΥΝΘΕΙ για όσες κατηγόριες
Τον τελευταίο τον καιρό της δώσαν στενοχώριες.
-Και θα μιλήσει φυσικά για τις φωτογραφίες..
-Το κύριο θάναι θέμα της μ' άλλες μαζί αηδίες.
Η Μπουμπουλίνα άραγε, του Σούλι οι ηρωίδες,
Οι Αγιες Ζαλογγίτισσες, κι οι τόσες Ελληνίδες
Που δώσανε ό,τ' είχανε για την πατρίδα Ελλάδα,
Τάχα από του Παράδεισου μικρή μια χαραμάδα
Μπορούν να βλέπουνε στη γη;.. Κάλλιο να μην μπορούνε…
-Στους άντρες όμως Ελληνες θ' αρέσει ό,τι δούνε.
-Δεν ξέρω τι θα κάνουνε οι άντρες σαν και σένα.
Για μια γυναίκα μοναχά πονεί η ψυχή μου εμένα.
Αχ! Ρηγανοκεφτέδισσα εσύ κυρα-Μαρίκα!
-Τον Μητσοτάκη την κυρά! Αυτήνε λες! Το βρήκα;
-Αυτήνε, ναι. Που από τη στιγμή που η αδιαντροπιά
Βγήκε στη φόρα της Μιμής, αυτή, σωστή κυρία
Και τη ντροπή της χώρας μας για να ισοφαρίσει,
Δύο φουστάνια να φορεί έχει από τότε αρχίσει.
Εύχομαι αύριο η Μιμή να βγει μία η γιάλλη
Ωστε κι αυτή το δεύτερο φουστάνι να το βγάλει.
Με τούτα όμως και μ’ αυτά έχω πολύ αργήσει
Και αφορμή τ' αφεντικό ζητάει να μ’ απολύσει.
Φεύγω γιατί έφαγα σχεδόν ώρα μισήν εδώ.
-Γεια σου.
- Αντίο φίλε μου. Και να σε ξαναδώ.
-Μόνο Γιαννάκο μια στιγμή. Να σε ρωτήσω κάτι.
-Για Παπανδρέου; Γιά Σαμαρά; Για Εβερτ; Μητσοτάκη;
-Οχι γι αυτά βρε αδερφέ.. Να…
- Μήπως για το ΝΑΤΟ;
Για την Ευρώπη; Για ΕΟΚ;..
Οχι γι αυτά Γιαννάκο.
- Πες το λοιπόν και μ' έσκασες. Ποιαν έχεις απορία;
-Να… Λες να δείξει αύριο και τη φωτογραφία;!..