Τρίτη 27 Φεβρουαρίου 2024

 ΟΙ ΆΓΓΕΛΟΙ

Οι άγγελοι τ’ αόρατα θωρούνε.
Εκεί όπου αγνοί κι άϋλοι ζούνε
φιλία δεν έχει, έχθρα ή αγάπη.
Μια έλλειψη η ζωή τους είναι όλη
έτσι που ό,τι θέλουν το έχουε
αυτοστιγμεί και παρακλήσεις δίχως.

Από μέσα μας αδιάφορα περνούνε
κι ότι εμείς υπάρχουμε αγνοούνε.
Μέσα σ’ αιώνιο ένα φως υπάρχουν
που ανία διόλου δεν τους προκαλεί
και τόξα έχουν, που στις μικρές χορδές τους
ονόματα δίνουν μικροσκοπικά: Ελφ,
Γκ, Εντ, Στρι, Λ, Φ, Κτ, Ζν.
Κι αυτές οι σύντροφοί τους είναι.

Κάποιες φορές η φαντασία τους
όντα που μοιάζουν σαν κι εμάς τους φέρνει
και λένε διηγώντας τα αναμεταξύ τους
«από πού να ’ρχονται τέτοια οράματα;..»

Οι άγγελοι είναι αθάνατοι
και με μια κίνηση μπορούν
αιώνες να διαγράφουν.

 Πέρασε και η επέτειος του δράματος των Τεμπών.
Αλλά ας δούμε:
Υπάρχει ένα υπουργείο με ευθύνη και αρμοδιότητα για τους συρμούς.
Κάποια στιγμή η αντιπολίτευση κατάγγειλε μέσα στη Βουλή ότι το σύστημα των σιδηροδρόμων δεν παρέχει ασφάλεια.
Ο υπουργός απάντησε-και μάλιστα ωρυόμενος, ότι αντίθετα, όλα είναι εντάξει.
Και η αντιπολίτευση ησυχάζει.
Και έχουμε και λέμε:
Τελειώνει εκεί το ζήτημα;
Η αντιπολίτευση μίλησε για ανασφάλεια γιατί ήξερε τι έλεγε ή για να κάνει εντύπωση πως τάχα ενδιαφέρεται;
Αν κατάγγειλε κάτι  χωρίς στοιχεία και μόνον για να ακουστεί,  τότε είναι μια σάπια αντιπολίτευση.
Αν ήξερε τι έλεγε, και σταμάτησε να ασχολείται με το θέμα ύστερα από την απάντηση του υπουργού, τότε είναι συνυπεύθυνη για τις συνέπειες-στην προκείμενη περίπτωση για το δυστύχημα.
Και στις δυο περιπτώσεις είναι μια άχρηστη αντιπολίτευση-και τότε γιατί να υπάρχει;
Θα μου πει κάποιος: και τι θα έπρεπε να κάνει ύστερα από την απάντηση του ωρυόμενου υπουργού;
Δεν ξέρω, δεν είμαι ο αρμόδιος να πω.
Εκείνο που ξέρω είναι ότι αν έκανε κάτι, δεν θα φτάναμε να θρηνήσουμε τόσες ζωές.
Σαν σκεπτόμενος άνθρωπος βέβαια, μπορώ να υποθέσω τι θα μπορούσε να κάνει.
Μήπως να επιστράτευε ειδικούς επί του θέματος, οι οποίοι θα παρουσίαζαν με ατράνταχτα στοιχεία τη θέση της στη Βουλή.
Μήπως να ξεσήκωνε τον λαό για το θέμα;
Βέβαια μόνον αυτή ξέρει τι έπρεπε να κάνει.
Δεν το έκανε όμως.
Και αυτό το φαινόμενο το βλέπουμε καθημερινά στη Βουλή για διάφορα θέματα: να καταγγέλλει η αντιπολίτευση, να απαντάει η κυβέρνηση, και ύστερα σιωπή και απραξία.
Βουβαμάρα.
Και το θέμα έληξε.
Και ύστερα από όλα τα παραπάνω έχω το δικαίωμα να κάνω μια μεγάλη ερώτηση: ΤΙ ΤΗ ΘΕΛΟΥΜΕ ΤΈΤΟΙΑ ΑΝΤΙΠΟΛΙΤΕΥΣΗ;
Αλλά υπάρχει και μια όχι μεγάλη, αλλά θεόρατη ερώτηση:
ΕΓΩ, ΤΙ ΚΑΝΩ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΑΥΤΗ;

Δευτέρα 26 Φεβρουαρίου 2024

 ΠΑΠΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ ΜΙΜΗΣ
(Κουμουνιστής, έχοντας υποφέρει από τους φασίστες. Ανοιχτόκαρδος, άδολος, άνθρωπος του «δίνω», μυαλωμένος, σεμνός… τέλος ό,τι ένας κουμουνιστής είναι. Πέθανε. Η γυναίκα του, κρυφά από τους «ποιητές» της Τρίπολης, χάραξε το ποίημα αυτό σε μέταλλο, στον τάφο του. Και το έκανε κρυφά γιατί αν το μάθαιναν οι «ποιητές» της Τρίπολης θα την διώχνανε από τον «Σύλλογό» τους)

Έχοντας το Μίμη στο μυαλό σου
πας να γράψεις Άνθρωπος
και κάτι σου τραβάει το χέρι
κι άθελά σου
βγαίνει του άλφα η γραμμή απ' το χαρτί
τον ανήφορο παίρνει
και στ' άστρα φτάνει.

Και όταν
φωτεινή,
κατέβει,
πας,
έκπληκτος πια
να συνεχίσεις νι
και γάμμα βγαίνει
και τέλος γράφεις Άγγελος.

Και πας να γράψεις άντρας
κι οι έγκυες οι μήτρες του άλφα σπάζουνε
και λέξεις άλλες βγαίνουν από μέσα τους
που πλημμυρίζουν το χαρτί-
λέξεις καθώς σεμνότητα
περφάνια,
λεβεντιά,
δόσιμο,
μπέσα,
σύνεση,
ευψυχία,
εγκαρδιότητα.

Και δυο φορές τον έχω μόνο δει όλες κι όλες.
Και σας χαρίζω μια ζωή μαζί του
στην ίδια πόλη
στους ίδιους δρόμους και στις ίδιες τις παρέες
κάθε ημέρα βλέποντάς τονε για χρόνια.

Κάποιοι το χάρισμα έχουνε σε μια στιγμή να βλέπουν
ό,τι άλλοι μιαν αιωνιότητα δε θα 'βλεπαν κοιτώντας.

 ΑΛΙΌΣΑ

Ξέρω ένα παιδάκι που το λεν Αλιόσα
Για να του μιλήσω δίνω όσα κι όσα
Μα η μαμά του όλο μακριά το πάει
Κι από μένα πέρα όλο το κρατάει.

Κι αν εκείνο όλο και με πλησιάζει
και με χαιρετάει  κι όλο με κοιτάζει
αλλά η μαμά του σαν πουλάκι η κλώσα
πάντα του φωνάζει «έλα δω Αλιόσα».

Θέλω εκεί να πάω και να της ειπώ
Πόσο και Ρωσία και ρώσους αγαπώ,
η Ρωσία πως είναι η ψυχή του κόσμου
κι ίδια μετ’ εκείνη που πλαντάει εντός μου.

Να της πω για Στάλιν, να της πω για Λένιν.
Να της πω για το στερνό αίμα του Εσένιν.
Τον «Αλιόσα» να της πω του Τολστόι «-τσουκάλι»
Που σαν άγιος πέρασε της ζωής τη ζάλη.

Τον Αλιόσα να της πω που ο Πογκορέλσκι
Να του αρέσει έκανε τόσο το κοτέτσι.
Και για τον Καραμαζώφ τον γλυκύ Αλιόσα
Που σε τόσους συγγραφείς έχει δώσει τόσα.

Αλλά τώρα η μάνα του όλο το τραβάει
Κι από μένα μακριά πάντοτε κρατάει
Το μικρό ξανθό παιδί-το μικρό αγοράκι
Που ως από μακριά φανεί λάμπει το βραδάκι.

Ειν’ ένα μικρό παιδί καταδεχτικό
Όμορφο, γλυκούλικο, έξυπνο, ζωηρό.
Λες η γης δεν το γυρνά αλλ’ αυτό εκείνη
Ενώ λάμπουνε ψηλά των αστέρων σμήνη.

Και σαν ρώσος περπατεί και πατά γερά
Κι άλλοτε, σαν τρεχαλεί, έχει λες φτερά.
Και την ευτυχία λες των θνητών χαλκεύει
Κάτω από των δύστυχων Δυτικών τη χλεύη.

Να ’σφιγγα θα ήθελα μια φορά το χέρι
Ενού ρώσου μάλιστα που τον λεν Αλιόσα
Και να νοιώσω αχώριστο που έχω γίνει ταίρι
Μ’ όσα οι άνθρωποι όπου γης-όχι!-δεν μου δώσαν!

     ΘΥΜΗΣΟΥ


1
Πριν από πολλούς Καιρούς.
Κι από άλλους τόσους.
Αίσθηση και Σκέψη μαζί.
Σκέψη από πριν.
Από τότε.
Κλεισμένος.
Κρυφός.
Στον μικρό Χώρο.
Πίσω σου Μυριάδες.
Ήρθες πρώτα.
Σκοτάδι.  

Φως ούτε σαν Φαντασία.
Παλμοί στην αρχή.
Ανεπαίσθητοι.
Άνοιξε το Κλειστό Πέρασμα.   
Και πλημμύρισε Ερχομούς.
Κανένας τους δεν έφτασε.
Ήσουν… όχι!
Δεν ήσουν.
Όχι!
Ποτέ.
Πουθενά.  


2

Στα μελλοντικά Αυτιά σου μια Γεύση στρογγυλή.
Kλεισμένη στον Εαυτό της.
Δεν ήταν Χώμα.  
Ούτε Σάρκα.
Ούτε Προαίσθημα.
Θυμήσου.  

Το Σκοτάδι εκεί.   
Tόσο φιλικό.  
Τόσο γεμάτο.
Και βγήκες.

Το Μακρινό.  
Το φυλαγμένο πάντα.  
Το πάντοτε κρυμμένο.   
Μια Αχτίδα του σε ακολουθεί…
Παιδί Διωγμένο.
Ήσουν μια Ελπ….
Μια… όχι… ούτε.
Όχι!
Κάτι μόνο που έμοιαζε με μια Ελπίδα.  
Που θα μπορούσε να είναι.
 

3

Θυμήσου.
Γεννήθηκες;
Τι είναι αυτές οι Πέτρες;…
Πήρες μία.
Τίποτα γύρω να σκοτώσεις.
Όλα πεθαμένα.
Νεκροί αναρίθμητοι.
Μόνο να παλιώνεις τα Νεκρά μπορούσες.
Παλιώνοντας τον Εαυτό σου.
Θυμήσου.
Έζησες;

Έβαλε το Δοχείο στη Φωτιά.
Έριξε το Νερό.
Μέσα στο Νερό Κομμάτι νεκρού Ελαφιού.
Πρόσθεσε στο Νερό λίγο Πράσινο.
Περιμένοντας.  

Σκάλισε μια Ζωγραφιά στον Σοβά πάνω.
Αδιάφορα την κοίταζε.
Άκουσε ένα Θόρυβο.
Κρύφτηκε.
Ύστερα εκεί… εκεί… στην Αυλή…  
Ένα Κάτι Τι έχει ξεχωρίσει.
Και όλο πλησιάζει απειλητικά.
Κλείνει τα Μάτια του σφιχτά.
Κουνάει το Κεφάλι πέρα δώθε.
Το Ερχόμενο αφανίζεται μέσα στη Στάχτη.
Ανεβαίνει στο παλιωμένο Σπίτι.
Παράθυρο κανένα.
Φως πουθενά.
Κάποτε.  
Παλιά.   


4

Παιδιά βγαίναν από τα Σάβανά τους.
Χτυπιόνταν παίζοντας μέσα στο Σπίτι.
Παλιά.
Τότε κουρντισμένες Κούκλες γελούσαν.
Παλιά.
Τώρα σκεβρωμένες Αρθρώσεις.
Τυλιγμένες σε Πάγου Φασκιώματα.
Τίποτα.  

Δάση ανύπαρκτα υψώνονταν πέρα.
Ποτάμια αόρατα κυλούσαν βουερά τα Νερά τους.
Ένιωθε τη Βοή και καταλάβαινε ότι κάπου υπάρχει Κάτι.
Στη Βοή αυτή ένιωθε κάτι Φιλικό.
Τα χείλη τότε ενώνονταν και ήχος έβγαινε πνιχτός.
Αυτή μήπως ηταν η Ελπ… όχι!
Όχι!
Όχι!
Ποτέ!
Κάτι μόνο που έμοιαζε.  
Μια Ελπίδα που θα μπορούσε να είναι.
Θυμήσου.
Έζησες;



5

Παλιά η Ζωγραφιά ενός Ήλιου φώτιζε το Ταβάνι.
Πεθαμένοι βουτούσαν τη Γλώσσα τους στη Φωτιά του.
Το Νεκροταφείο έκλεινε στις δέκα το Βράδυ.
Νεκροταφείο;
Όχι!
Όχι Νεκροταφείο!
Οι Αγέννητοι μόνο θορυβούσαν.
Όχι Νεκροταφείο.
Ούτε Νεκροταφείο.
Όλα ένας Θάνατος.
Ο Ίσκιος του η Ζωή.

Ένα Ούρλιασμα από κάποιον
Που δεν είχε μάθει να μιλάει.
Πάγος οι Τοίχοι.
Κόκκαλα παγωμένα μυτερά κρέμονται από τη σκεπή του.
Στο Σαλόνι ένας Χιονάνθρωπος σοβαρός.
Χωρίς Μάτια.
Αιώνες πριν το Σπίτι είχε αρχίσει να κρυώνει.  

Κάπου στο Βάθος της Μνήμης
ένα Αγκάλιασμα Σάρκας.
Φευγαλέα Εικόνα χωρίς Αιτία και Αρχή.
Πέρασε κι αυτή η Μέρα.
 Θυμήσου.
Έζησες;




6

Η Ωρα γέρνει ταράζοντάς τον.
Όλα μίκρυναν.
Η μέσα Διάρκεια των Πραγμάτων
που αυτός κοίταζε
αφανισμένη.

Μια μαραμένη Ανθοδέσμη.  
Άλλαξε Χέρια άπειρες φορές.
Με τις Ευλογίες του κάθε φορά.
Τώρα τα ξερά τα Φύλλα της γίνονται Σκόνη.  
Η Νύχτα του Πένθους καταπίνει τον Ουρανό.
Η Γη παύει να γυρίζει.
Ένας υπόκωφος Θρήνος αρχινάει.
Με Δαγκωνιές μεγάλες καταβροχθίζει ό,τι συναντάει στο κυκλικό του Διάβα.

Αυτός με το Χέρι του ζωγραφίζει στο Χάος ένα Κρεβάτι.
Μια θρηνώδης Κραυγή το σβήνει.
Γύρω του μόνον ο Θάνατος.
Ό,τι μέσα του λεγόταν Αύριο
Τώρα ένα Κενό.



7

Και η Μνήμη.  
Ο πεθαμένος Δεσμοφύλακάς του τώρα.
Θυμήσου-προσπάθησε να θυμηθείς-
Γεννήθηκες;
Έζησες;
Προτού η Λάμψη του Ματιού χαθεί θυμήσου!
Γεννήθηκες;
Έζησες;
Και τελευταίο-πέθανες;
Θυμήσου!..

 ΘΑ ΧΑΘΟΥΝΕ

Θέλεις να δεις ως τον βυθό της την ψυχή μου;
Να! Την αναποδογυρίζω εγώ για σένα!
Δες! Μέσα της δεν έχω τίποτα βαλμένα
πάρεξ το "τώρα" το πικρό και το γλυκύ μου.

Το "τώρα" όπου μέσα του,σύ έχεις καλή μου
τόσα χωρέσει και γλυκά και πικραμένα,
μια με τη θέα σου που γλύκα είναι για μένα,
μια με τη στάση σου που νύχτα είναι πικρή μου.

Με τι η βουλή σου την ψυχή μου θα γεμίσει;
Μέσα της Χάρους τα "όχι" σου θα της πετάξεις
προτού της άμοιρης, για πάντα η πόρτα κλείσει,
ή μη ενός "ναι" την απαλότη θα σταλάξεις;

Αχ! ό, τι αν πεις, τ' αυτιά μου μέλι αφού το πιούνε
ναι αν είναι, ζουν, αλλιώς, μαζί μου θα χαθούνε.

 ΈΛΕΓΑ ΝΑ ΦΥΓΩ...
 
Έλεγα να φύγω. Να γλιτώσω
άλλο ένα χειμώνα μαρτυρίου-
άπελπα να σε γυρεύω τόσο
στου άσπλαχνου τα σπλάχνα αυτού κτιρίου.

Έλεγα να φύγω. Για να πάψει
το που τέλειο εγώ έχω κρίνει σώμα
να ζητάει κι άλλο να με κάψει
όλος ενώ φλέγομαι ακόμα.

Έλεγα να φύγω. Να μη βλέπω
το χαμόγελο το θείο...τα μάτια...
 να μην έχω με λατρεία να σκέπω
μέχρι τα που αγγίζεις σκαλοπάτια.

Έλεγα να φύγω. Μα όπου πάω
πάντοτε μαζί μου θα σε παίρνω,
από σένα πάλι θα μεθάω
και τρεκλό ένα βήμα θ' αργοσέρνω.

Κι όπου πας θα έρχεται μαζί σου-
ισχυρή της ύπαρξης σου ρήτρα
που ροδίζει τη γλυκεία μορφή σου:
η ντροπή σου η ποθογεννήτρα.

Έλεγα να φύγω. Δε θα φύγω.
Θα 'μαι 'δω (μα θεοί! πόσο μακριά σου...)
σαν κερί να λυώνω λίγο λίγο
και να σβύσω μ 'ένα φύσημα σου.