Κυριακή 28 Ιανουαρίου 2024

 Η ΟΡΝΙΘΑ ΣΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟ

Το βλέπω το μαχαίρι που κρατάς.  
Άνθρωπε σκότωσέ με να με φας.
Τον θάνατο αυτόν μου τον χρωστάς:

σκαλίζοντας κι εγώ μες στο κατώι
χορταίνω απ' το σκουλήκι που σε τρώει
κι απ' τη δροσάτη που λιπαίνεις χλόη.

Ζωή κι οι τρεις που ζούμε αληθινά
το θάνατ' ο ένας τ' άλλου να πεινά!
Ζωή κι οι τρεις που ζούμε αληθινά!..

  ΤΟ ΒΑΘΥ

Το Βαθύ αμέτοχο σε όλα είναι.
Όταν η ψυχή μας το πλησιάζει, εκείνο,
όλο πιο κάτω,
σαν μολύβι να ήτανε
τραβάει.

Υπάρχει λοιπόν κάτι βαθύτερο από την ψυχή;
Ή, εκείνο, η αντανάκλασή της είναι
στους βαρείς καθρέφτες,
που γύρω της φρουρούς
έχει αυτή τοποθετήσει,
για να της φέρνουν πίσω κάθε όραμα,
που, με πετάγματα σαν πουλιού,
να της φύγει
στην ανεπάρκειά της υπολογίζοντας
πετά;

 Ο  ΗΝΙΟΧΟΣ  ΤΩΝ  ΔΕΛΦΩΝ

Πάει ο Πολύζαλος και τ'  άλογο.
Πάει και τ'  άρμα.
Οι Φαιδριάδες τ'  αφανίσανε.

Μας έμεινε ο ονειρικός Ηνίοχος
με τα σκεπτόμενα μάτια
μεσόκληρος δυο εποχών
γαλήνια ακίνητος μετά από τον αγώνα
θριαμβευτής
να οδηγεί αόρατο ένα άρμα.

Ίσως την Τέχνη παραπέρα.

  ΣΑΣΤΙΣΜΕΝΕΣ
(L. A.)

Να 'ναι πρωί. Ο καφές να βράζει.
To ράδιο να παίζει διαφημίσεις.
Ο ήλιος έξω μύτη να σκάζει
και συ tiς μηχανές να 'χεις ν' αρχίσεις.

Σα νέφη απ' το βοριά κυνηγημένα
να τρέχουνε οι σκέψεις στο μυαλό σου'
επάνω στο τραπέζι αφημένα
τετράδια, το πουλόβερ, το στυλό σου.

Να χύνεται ο καφές και να ξεχνιέσαι
με θύμησες της ζήσης περασμένες΄
στα χάη που σου λεν "μέσα μας πέσε"
αρνήσεις να ψελλίζεις σαστισμένες.

 ΧΡΟΝΟΙ

Αν δεν επινοούσαμε το Πριν και το Μετά
θα ήμασταν αυτό που θέλουμε να είμαστε
γιατί χωρισμός ανάμεσα σε πράξη κι όνειρο
δεν θα υπήρχε.
Το Τώρα ένα άλλο Τώρα  
ανάλλαγο, θα ακολουθούσε,   
και σ' ένα ευεργετικό συμμάζεμα
ο κόσμος θα κλεινόταν.   

Όμως εφτιάξαμε ένα Χρόνο
καταπώς μας συμφέρει
χωρίζοντάς τον σε  κομμάτια κιόλας
για να μπορούμε και να λέμε «πέρσυ»
και «τότε» και «παλιά»
και για να καμωνόμαστε ότι ξεχνάμε,
ώστε  τα ίδια αίσχη
αθώοι τάχα
να ξανακάνουμε.

                         ΘΕΟΣ!

«Θεός!», μού λένε.
«Ναι, Θεός. Μα τ’ είναι Θεός;» ρωτώ.

«Είναι αυτό που η ψυχή σου αγαλλίαση γεμίζει
μονάχα που το σκέφτεσαι.
Αυτό σκοπός κι αιτία που είναι της ζωής σου.
Εκείνο που στις ώρες τις σκληρές σου
Σ’ αυτό προσεύχεσαι να σου τις απαλύνει
Αυτό τα βήματα σου που οδηγεί
Εκείνο που όλοι οι δρόμοι της ζωής
Σ’ Αυτό οδηγάνε.
Τέλος αυτό που όσο κι αν θα το ζητάς
ποτέ δε θα το έχεις», μού λένε.

Ήμουνα σίγουρος: Θεός
Το στήθος είναι της γυναίκας.
 

 ΑΝΤΙΚΑΤΑΣΤΑΣΗ

Αφού περίμενα
περίμενα
περίμενα
και δεν ήρθες

πήρα τηλέφωνο
τηλέφωνο
τηλέφωνο
μία φίλη

κι ότι θα μου ’δινες  
θα μου ’δινες
θα μου ’δινες
με το ζόρι

αυτή μου το ’δωσε
μου το ’δωσε
μου το ‘δωσε
μ’ ένα ρόδο.