ΟΙ ΓΙΟΙ ΚΙ ΟΙ ΚΟΡΕΣ
Οι γιοι κι οι κόρες τούς γονείς
τούς αγαπούν όσο κανείς
μέσα στα μάτια τους κοιτάνε
τους κανακεύουν, τους φιλάνε.
Κι όσο το χρήμα πιο πολύ
τόσο συχνό και το φιλί
κι όσο μεγάλη η περιουσία
τόσο η περποίηση εξαισία.
Οι γέροι πλήρως εννοούν
αυτό που δείχνουν ν’ αγνοούν-
πως στο παχύ τους πορτοφόλι
των γιων η έγνοια βρίσκετ’ όλη.
Μα δεν τους μένει άλλο πια
παρά τα ψεύτικα φιλιά
όσο πολύ κι αν τους πληγώνουν
όσο βαριά κι αν τα πληρώνουν.
Α! κάνε θε μου να μπορούν
με τα φιλάκια να χαρούν
που αληθινά θα δώσει ο γιος τους
στο χρυσοφόρο λείψανό τους.
Τρίτη 21 Νοεμβρίου 2023
ΕΝA ΑΓΓΙΓΜΑ…
Πώς έτσι εφτάσαμε λοιπόν σε τέτοια ευαισθησία
που ακραία ένα ερέθισμα μικρό να μας δονεί
και να μας ρίχνει σ’ άμετρα βαθιάν απελπισία
μια εικόνα-κάποιο άγγιγμα-μια σκέψη-μια φωνή...
Εσμίλεψε το πνεύμα μας όχι του μίσους σμίλη
αλλά της αναντίρρητης κι απλής αποδοχής
όσων κι αν έρχονταν δεινών΄ κι ευφρόσυνα τα χείλη
δε μισανοίξανε παρά για λόγια προσευχής.
Τον δρόμο της εβάδισε η ζωή όχι πατώντας
πάνω στ’ ολόπαχο χαλί της σκέψης της φτηνής
μα σε βουνών τις μυτερές τις πέτρες
σκαρφαλώντας
κατ’ από δηώσεις, απειλές, και διώξεις απηνείς.
Εξασκηθήκαμε στα πιο εξαίσια μέρη του όλου
κάθε ημέρα φτάνοντας ψηλότερες κορφές.
Η ορμή μας το προπέτασμα του επουράνιου θόλου
διέσχισε, πίσω αφήνοντας πρωτόγονες μορφές.
Απ’ του νερού κι απ’ της φωτιάς τα χέρια ξεκινώντας
μες στο νερό βρεθήκαμε πάλι και στη φωτιά
όχι στεκάμενοι, αλλά, τον μέγα κύκλο κλειώντας
που άγνωστα του βρίσκονται και τέρμα και πρωτιά.
Σε κάθε που φαινότανε να φτάνει καταιγίδα
κι ενώ τη μάχη ετοίμαζε ο μαύρος ουρανός,
του έαρος μεις εφέραμε στους ώμους τη χλαμύδα-
κι από ελπίδες ξαστεριάς ο σάκος μας κενός.
Ο πόνος για το πάτημα της χλόης και το κλάμα
για του χιονιού το λιώσιμο στην ήσυχη βροχή
αντί ν’ ανοίγουν τον κρουνό στερεύανε το νάμα
του λυτρωμού απ’ την άδικη κι αναίτιαν ενοχή.
Άραγε πώς εφτάσαμε σε τέτοια ευαισθησία
που ακραία ένα ερέθισμα μικρό να μας δονεί,
και να μας ρίχνει σ’ άμετρα βαθιάν απελπισία
μια εικόνα-κάποιο άγγιγμα-μια σκέψη-μια
φωνή…
Δευτέρα 20 Νοεμβρίου 2023
ΕΝΤΕΛΕΙΑ
Εγύριζα απ΄την πόλη τη γειτονική
Που πήγα να τηλεφωνήσω στην Θωμαϊδα
Ή στην Θεώνη, ή στην Κατερίνα.
Κι οι τρεις κλεισμένα τα τηλέφωνά τους.
Και γύριζα από κει.
Και στη στροφή
Νάτη!
Μαύρη η φούστα της στη μαύρη νύχτα μέσα.
Δυο μαύρες σκιες μαζί της-φιλενάδες της.
Μόλις και διακρινόνταν οι σιλουέτες τους
μέσα στην άναστρη νυχτιά, απ’ το λίγο φως
κάποιου παράθυρου πιο πέρα.
Κι έλαμψε η νύχτα απ΄ τα χιονάτα πόδια της.
Για τέτοια μια λαμπράδα
ως της γης την άκρη πας.
Δυο όρθιες, στέριες, μαλακές, ηδονικές κολώνες
Που το Ναό στηρίζουνε του Κόσμου.
Τόσο ηδονικές
που αναρωτιέσαι
αν κάτι περισσότερο υπάρχει που ν΄ αξίζει.
Και μες στο κάτι αυτό τολμάς να βάλεις
Ως και την Πύλη του Ναού.
Τώρα,
Μετά από τ΄ όραμα αυτό,
Μπορεί κανένας άφοβος να ζήσει.
Να ξέρεις-όχι ίσως πως υπάρχει,
Μα ότι κάποτε υπήρξε Αυτό,
Τ΄ άλλα όλα είν΄ αδιάφορα.
Και η ζωή ακόμα η μία κι η πολύτιμη.
Κι ο θάνατος
Μα θάνατος μετά από κάτι Τέτοιο υπάρχει;
Και όχι τίποτα-ένα παλιοκόριτσο ήτανε-
Μια ασήμαντη γειτονοπούλα.
ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ
«Την πλησίασε βαδίζοντας αθόρυβα. Εκείνη δεν τον ένιωσε-σκυμμένη στο ανθοδοχείο ταχτοποιούσε μέσα του τα άνθη. Άπλωσε το χέρι του να της αγγίσει τα μαλλιά. Ένα μεθυστικό άρωμα τον τύλιξε. Από τα άνθη; Από τα μαλλιά της; Δεν μπορούσε να πει. Μια πεταλούδα έπαιξε στο φως του πρωινού ήλιου. Τράβηξε το χέρι του. Έμεινε ακόμα λίγο έτσι, απολαμβάνοντας την κομψή της σιλουέτα, τα ολόμαυρα μαλλιά, το ροζ της φόρεμα, το άρωμα, την αθωότητά της...
Όταν γέμισε από όλα αυτά, ψιθύρισε σιγά τ' όνομα της. Τόσο σιγά-σα να μην ήθελε να τον ακούσει. Εκείνη γύρισε προς το μέρος του. Ένα χαμόγελο ευτυχίας φώτισε το πρόσωπο της. Χωρίς να μιλήσει τύλιξε τα χέρια της γύρω από το λαιμό του. Η ανάσα της του χάιδεψε τ' αυτί..."
Έσκισε το χαρτί. Α! Δεν έχουν καιρό να διαβάζουν τόσα λόγια... Ας δοκιμάσει κάτι άλλο.
Έγραψε:
"Το λαμπρό φως του πρωιού την τύλιγε. Ο Ελβυτέρ περπάτησε κάνοντας ένα κύκλο γύρω της. Η Εριλή στεκόταν ακίνητη σαν σεμνή αρχαία θεά που περιμένει θυσία από τον πιστό της. Εκείνος γονάτισε μπροστά της σκύβοντας το κεφάλι του. "Βοήθησε με", της είπε, "βοήθησέ με να γίνω άξιος να σ' αντικρύσω".
Αυτή γέλασε αγνά και απαλά μ' ένα γέλιο μωρουδίστικο...»
Όχι που να πάρει και να σηκώσει! Όχι! Δεν ξέρουν από τέτοια, δε θα νοιώσουν τίποτα... Άλλο...
Πέρασε μια άλλη κόλλα χαρτιού στη γραφομηχανή.
"Μπήκε στο δωμάτιο. Εκείνη γύρισε και τον είδε. "Αγάπη μου", της είπε, "όλη νύχτα δεν κοιμήθηκα για να σε σκέπτομαι. Δες τους κύκλους της αγρύπνιας γύρω από τα μάτια μου. Κοίτα το ξεραμένο μου δέρμα. Ακόμα μου είσαι θυμωμένη; Λυπήσου με γλυκιά μου κι έλα στην αγκαλιά μου..." Αυτή τον κοίταξε στην αρχή υπεροπτικά..."
Σηκώθηκε από την καρέκλα του. Πήγε ως το παράθυρο. Κοίταξε κάτω. Άνθρωποι με βλακώδεις φάτσες έτρεχαν ανάμεσα σε πανύψηλα κτίρια. Γύρισε αποφασιστικά στο γραφείο του. Ξέσκισε το χαρτί, έβαλε άλλο. Διάβολε! Εδώ είναι Αθήνα! Χωρίς να κάτσει έγραψε:
"Τη γάμησε και ύστερα έφυγε για τη δουλειά του".
Ναι, αυτό ήταν.
Η ΑΓΙΑ ΘΗΡΕΣΙΑ ΤΟΥ ΠΡΟΑΥΛΙΟΥ
ΤΟΥ CARITY HOSPITAL ΤΟΥ LA
Σαν ύπερος σε στήμονες ανάμεσα
η κεφαλή προβάλλει της Αγίας.
Άτονα τα χέρια κρέμονται κάτω.
Η Αγία σε Έκσταση. Ο Έρωτας
και άλλην αν ήθελεν έκφραση να δώσει
σε πρόσωπο,
δεν θα μπορούσε,
άλλη απ’ αυτήν
που της Αγίας το πρόσωπο
ολοκληρωτικά κατέχει.
Και που είναι η Αγία μαρμάρινη
καλλίτερα έτσι η Μεγάλη Άφεση
δείχνει: Κρύο κι Αιώνιότητα
από παντού κυκλώνοντάς την
τη διαπερνούνε
και την ύλη της καταργούν.
Άυλη: έτσι να μένει.
ΑΥΤΟ!
Και τι να σου ‘λεγα για μένα
που δε γνωρίζεις;
Όλα στα μάτια μου ειν’ γραμμένα
που συ ορίζεις.
Με τι άλλο ν’ άγγιζα τ’ αυτιά σου;
όλα τ’ ακούνε-
μες σ΄ένα ολόπικρό μου «γειά σου»
όλα μου ηχούνε.
Μονάχα να σου ψιθυρίσω
λόγια έχω χίλια
στ’ αυτί σου όταν θ’ ακραγγίσω
τα δυο μου χείλια.
Αυτό! Ποτάμια όχι μεγάλα
που όλα πνίγουν
μα νερο-άχνες, στάλα στάλα
τρύπες που ανοίγουν!