Δευτέρα 23 Ιανουαρίου 2023

ιβ.

Δε θα ’θελα πολλά.
Θα 'θελα όπως σε μένανε μιλάτε
στους άλλους όλους έτσι να μιλούσατε-
κοφτά και δίχως να τους βλέπετε καθόλου-
και μοναχά σε μένα να γελούσατε.
θα 'θελα έτσι όπως περπατείτε
να ήτανε σε μένα για να 'ρθείτε
εκεί, στο σκοτεινό μας το σοκάκι,
Και θα 'θελα το στόμα σας μια μέρα
το απέραντα για μένα λατρεμένο
κάποια φορά να το 'νοιωθα κοντά στο στόμα το δικό μου πλησιασμένο.

Πολλά ζητάω ε;

Να τότε! σαν σε πεζοδρόμιο κάποιο στενό
θα συναπαντηθούμε,
να μην μεριάσετε πολύ, και λίγο
οι άκρες των ρούχων μας ν' ακουμπηθούν.
Λέω και λέω και λέω ο παλαβός χωρίς εσείς
διόλου τι λέω να ξέρετε.
Κλαίω και κλαίω και κλαίω ενώ μπορεί
την ίδια ώρα εκείνη, σεις να χαίρετε.
...Και κάτι ν' άλλαζε θα ήθελα μια μέρα,
κι αντί στο σπίτι σας να πάτε
να 'ρθειτε στο δικό μου και την πόρτα
μ' απελπισιά ν' ανοίξω να ζητάτε.
Ναι.ξέρω πώς ζητώ από σας πολλά.
Λοιπόν ό,τι κι αν είπα παίρνω πίσω.
Τέτοιαν ποτέ δε θα ξανασκεφτώ
μιαν ευτυχία κάποτε να ζήσω.

Και χάρη θα σας έχω, αγαπημένη,
απ' την πληγή σας όχι εγώ να γιάνω,
αλλά από σας κι απ' το για μένα μίσος-
σα βρόχος που με σφίγγει-να πεθάνω.

ια.

Τίποτα!
Ψάχνω στους έλληνες τους συγγραφείς
ψάχνω στα ιερά της Αναγέννησης τα τέρατα
ψάχνω στους ασιάτες, στους ινδούς,
τίποτα-τ' όνομά σας πουθενά.
Περνάω τον Ατλαντικό, Γουίτμαν, Έλιοτ, Πόε, τίποτα.
Νερούντα-τόσα σονέτα αγάπης... τίποτα!
Βέβαια όλα τους για σας μιλούνε,
με όλη τη δύναμή τους σας υμνούν,
και μόνο τ' όνομά σας λείπει:
Οι Ποιητές, που μες στα βάθη του Χρόνου,
η ματιά τους πάει και πάει,
σας είδανε στο Μέλλον τους
κι εσάς τραγούδησαν.
Μόνο που ονόματα σας δώσαν άλλα:
Λάουρα, Βεατρίκη, Ελοϊζα…
να πω προσέχαν να μην προδοθούν;
Μα να προδώσουν τι;-τόσοι αιώνες
την πέννα τους απ’ τη μαγεία που σκορπάτε εχώριζαν.
Όσο για μένα με το δίκιο μου δε γράφω τ' όνομά σας-
εύκολα σε μικρή μια πόλη
τ' όνομα ψάχνεται και βρίσκεται
μέσα σ' ενός τετράγωνου τα σπίτια...
Θα το δυνόνταν φυσικά
από το φως να σας εβρίσκαν που σκορπάτε
αν ήσαν ποιητές για να το δούνε.
Αλλά μη όντας ποιητές
τρέχουν να βρούνε τη χαρά και την αγάπη
σε πανηγύρια, σε γιορτές,
και σ' αγκαλιές γυναικών άλλων.
Μα μάταια οι καημένοι προσπαθούν'
πάλι και πάλι μες στη λύπη ξαναπέφτουν
οι αγκαλιές και οι γιορτές όταν τελειώσουν.
Μόνο εγώ ξέρω από πού
αυτή η χαρά κι αυτή η αγάπη βγαίνει,
Μόνο εγώ την αείρροη πηγή γνωρίζω.
Kαι μόνο εγώ μες στην αναπνοή μου σας κρατώ
και μες στις ίνες του κορμιού μου σας κατέχω.
Μόνο εγώ κυρία ποτισμένος
τόσο είμαι από σας.
που εγώ είμαι σεις. Αλήθεια
τον εαυτό μου αγαπώ αγαπώντας σας.
 

Κυριακή 22 Ιανουαρίου 2023

ι.

Αν δεν είχατε υπάρξει θα έπρεπε να σας φανταστούμε για να περιγράψουμε την ομορφιά.
Ξέρω, ίσως λέτε: τι λέει αυτός; εγώ τόσο όμορφη;
Σωστά. Η ομορφιά συμπλέει με την άγνοια.
Αν το χιόνι πει "είμαι άσπρο", πια δεν είναι.
Αν πει η Αγνότητα "είμαι αγνή", πια δεν είναι.
Ξέρει το ηλιοβασίλεμα πως είναι ωραίο;
Σοφία σας κρατεί μακριά απ' τη γνώση της ωραιότητάς
σας.

Πόσους δρόμους έπρεπε αλήθεια οι δυο μας να περάσουμε ώσπου εδώ, σ' αυτή τη γειτονιά να συνυπάρξουμε...

Και να σας δω και μιαν απελπισμένη να κάνω προσπάθεια να σας τραγουδήσω
μήπως λυτρωθώ από το πάθος μου για σας.
Μα μια ζωή δε φτάνει για τα μάτια σας μονάχα να μιλώ.
Μία σας κίνηση απλή για να ειπώ
αιώνες θέλω
και μου χρειάζονται χιλιάδες χρόνια
το αιθέριο για να πω περπάτημά σας.

Με κοιτάξατε κι αγάπησα τα μάτια.
Μου μιλήσατε κι αγάπησα τη φωνή.
Μου θυμώσατε κι αγάπησα το θυμό.
Kι αν θα με μαχαιρώσετε,
τον θάνατο από μαχαίρι θ' αγαπήσω.

Λένε: η ποίηση είναι η ανάπτυξη ενός επιφωνήματος.
Αν έτσι είναι, τότε εγώ το Ω! της ώρας πoυ σας είδα ξεδιπλώνω.
Λένε: η ποίηση ειν' ο ύμνος προς τ' Ωραίο.
Έτσι αν είναι, ολοζωής θα σας υμνώ.
Kαι λέω κι εγώ, ποίηση είναι οι κραυγές
που σ' έρωτα κρεβάτι δεν ακούστηκαν.
Ω! πόσες ζωές θα χρειαστώ έτσι αν είναι...

Της γης ακούτε τις ευχές προς σας κάθε που έχετε γενέθλια;
Και πέστε μου-οι πυρωμένες μου ευχές σάς 'γγίζουνε,
για τη γιορτή του ονόματός σας μυστικά που λέω, μιας και δε γίνεται να μπούνε σε χαρτί;
Και πέστε μου κυρία, την τύχη που κοντά σας έφερε
της πόλης σας τον μόνο ποιητή,
την αγαπάτε λίγο ή πολύ τηνε μισείτε;
Κι αν τη μισείτε πέστε το,
να φύγω από το δρόμο που τα πόδια σας πατάνε-
μια λέξη μόνο κι αφανίστηκα.
Ας ήτανε να ήξερα πώς νιώθετε σα σκέφτεστε,
ότι στης λήθης σεις δε θα βυθίσετε το τέλμα
κι ότι αθάνατη θα μένετε σε τούτα μέσα τα γραφτά
κι όταν ακόμα των αιώνων oι οπλές
σα φρύγανα θα λιώσουνε όλα τ' άλλα...
Αν πάλι-πώς να ξέρω, τόσο είμαστε oι δυο μας μακριά-
αν, λέω,
ετούτα τα γραφτά μου σας κουράζουν, πετάξτε τα
και μοναχά κρατήστε σεις το πείραγμα του δρόμου
που όλα αυτά, αν τα στύψετε, μόνο θα βγάλουν-
τo πείραγμα που ένας μορτάκος θα σας έκανε όπως;
"τι όμορφο μωρό!",ή;
"πάμε για ένα καφεδάκι κούκλα;"
η θα εσφύριζε ένα σφύριγμα από κείνα
του θαυμασμού
που τόσα κρύβουνε πολλά.
Γιατί, κυρία, κι οι ποιητές, όσο κι αν έχουν πνεύμα,
μέσα κι αυτοί το κουβαλούν στη σάρκα,
κι η σάρκα όλο θέλει και ζητά.
Και σκέπτομαι καμιά φορά ποιος άραγε τα λέει
καλλίτερα-
ό ποιητής μέ τόσα λόγια ή εκείνος μέ τό πείραγμα-
και ποιόνε οι γυναίκες προτιμούν.
Και λέω, κρίνοντας από τ' αποταλέσματα:
ο δεύτερος.
 

θ.

Θα φύγω απ' αυτή τη γειτονιά.
Να ζω μαζί, κοντά σας-δεν μπορώ.
Δεν το αντέχω.
Μια γειτονιά τυφλών είναι αυτή.
Πώς μπορούν ασυντάραχτοι να σας θωρούνε;
Κάθε ημέρα να περνούνε δίπλα σας,
να σας κοιτάζουνε και να σας λένε μόνο μία καλημέρα
ή ένα γειά,
όπως για όλους τους ανθρώπους κάνουν;

Και μόνος απομένω εγώ να σας λατρέψω.
Και πάνω μου το βάρος όλο πέφτει -
όλη η ευθύνη
της γνώσης του ανεπανάληπτου σε σας.

Δεν το αντέχω.

Ήσυχοι οι άλλοι,
Πάνε στις δουλειές τους  
Ψωνίζουνε
κι όταν σας συναντούν στο δρόμο
κάνουν όπως αν έβλεπαν κάποια γυναίκα-
οποιαδήποτε.

Όλο το βάρος έτσι της αντίληψης του θειου
πέφτει επάνω μου!

Δεν το αντέχω.

Αυτά τα μάτια δεν τους τυφλώνουν;
Αυτό το περίγραμμα του σώματος δεν τους αφυπνίζει;
Τo βλέπω αυτό κάθε ημέρα με τα μάτια μου.
Δε μιλάω.
Δεν καταλαβαίνουν, λέω, οι καημένοι...

Ναι, δεν καταλαβαίνουνε, μπορεί.
Μα αυτό δεν είναι λόγος για να αφήνεται
το βάρος όλης της λατρείας σας σε μένα.

Δεν το αντέχω!

Κι οι υπόλοιποι συμπολίτες μας το ίδιο.
Μια πολυκατοικία καλά,
μια γειτονιά καλά,
μα μία πόλη να μην έχει αίσθηση-πολύ πηγαίνει.

Τόσων πολλών να επωμιστώ τις υποχρεώσεις...
Εγώ να πρέπει να πω τα πάντα για σας.
Εγώ να πρέπει να σας περιγράψω.
Εγώ να πρέπει να καραδοκώ να σας ιδώ κρυφά.
Εγώ να υποφέρω που δε σας βλέπω.
Εγώ να υποφέρω αν σας δω.
Εγώ να προσεύχομαι να μη βρεθείτε μπρος μου ξαφνικά
και συντριφτώ από ένα βλέμμα σας.
Εγώ να σας υμνώ για λογαριασμό τόσων άθρησκων.
Εγώ… εγώ… εγώ…
Κάποτε ο άνθρωπος λυγίζει.
Δεν το αντέχω!

Και σεις ούτε μια κίνηση ανταπόδωσης-ούτ’ ένα
αντίδωρο.

Χωρίς εμένα τι θα ήσασταν;
Ό,τι ο θεός αν δεν υπήρχαν οι άνθρωποι να τον υμνούν.
Κι όλοι οι θεοί κάτι δωρίζουν στους πιστούς τους.
Εσείς σε μένα, τον μοναδικό πιστό σας
Τίποτα.
Νομίζετε πως παίρνετε κι από άλλους δώρα;
Δέστε καλλίτερα: όλα από μένα έρχονται.
Οι άλλοι σας παίρνουν.
Σεις
έτσι θα με αφήστε να φθαρώ;

Θα φύγω από την πόλη.

Αν προλάβω.
Να φύγουν τα πολλά τα κρύα να μπορώ να κινηθώ.
Μείνετε με όντα που δε σας αναγνωρίζουν.
Έτσι το θέλετε, ας γίνει έτσι.
Σκορπάτε για Κανένανε το φως σας.
Ο μόνος Κύκλος μείνετε στων Γωνιών το Κράτος.
Θα φύγω μακριά από την υπεροψία σας.
Κάποιος θα βρεθεί να σας χαιδεψει.
Σας αρκεί αυτό; πολύ καλά.
Ένας πιστός μονάχα για ένα θεό,
ο πιστός απόλλυται.

Εγώ ν' ανάψω στο ναό σας τα κεριά,
εγώ στην Άγια Τράπεζά σας να δεηθώ,
εγώ στις λειτουργίες όλες,
όλα εγώ τα Μυστήρια να τελέσω,
εγώ τις θυσίες,
εγώ τις τελετές, εγώ… εγώ… εγώ…

Εγώ σκυλί έξω απ' την πόρτα σας.
Εγώ κουβαλητής στο τραπέζι της αδιαφορίας σας.
Εγώ αρχισερβιτόρος και θαλαμηπόλος σας.
Εγώ δοσίματα και αφιερώματα και τάματα
και πλούτη στα πόδια σας μπροστά να καταθέτω.
Μου κόπηκε η μέση απ το κουβάλημα.
Τα πόδια μου πριστήκανε.
Ένα μυαλό και δύο χέρια δεν τα προλαβαίνουν όλα.
Μία καρδιά πόσα να δώσει πια.

Πλήρης μέσα στην αγιότητά σας, μόνο να δέχεστε μπορείτε.
Λοιπόν δημιουργήστε τις προϋποθέσεις να σας δίνουνε πολλοί.
Πώς τόσα που σας πρέπουν μόνο ένας να τα κουβαλεί; Τουλάχιστο ας μη δίνατε σε κανέναν την ικανότητα να ξεχωρίζει.
Να μη σας έβλεπα κι εγώ.
Γιατί σε μένα μόνο μάτια δώσατε που να σας βλέπουν;

Θα φύγω από την πόλη.

Έτσι δεν πράττει ένας λογικός θεός.
Ως κι ο θεός των χριστιανών προνόησε: "αυξάνεστε-
πληθύνεστε" τους είπε,
Εσείς αφήνετε στην Κόλασή σας μόνον τον Αδάμ.
Μια Εύα κι ένα φίδι έστω-ξεγελάστε με.

Αδύναμον με κάνατε.
Στηρίγματα ζητώ ή καταρρέω.
Θέλετε να χαλάσετε τον κόσμο;
Ωραία. Φεύγω.

Με το που έφυγα όλα πάνε όπου πάνε οι άνεμοι.
Μια κoινή θνητή θα γίνετε και πάλι.
Ένας κόσμος άψυχος θα σας περιβάλει.
Μπορείτε –αυτό! να το ανεχτείτε;

Ή μήπως λάθος έκανα και κάποιο ξόανο λατρεύω;
Έναν μόσχο χρυσό:
Μήπως σας έπλασε ο πόθος μου γι αγάπη;
Ή μήπως πλάσμα είσαστε της φαντασίας μου;
Μη δεν υπάρχετε κι έφτιαξα κάτι από ανάγκη να πιστεύω κάπου;
Μα σάμπως σας ακούμπησα καθόλου για να δω
αν σάρκα έχετε και σεις;
Θα φύγω από την πόλη.

Ή μήπως μ' αποφεύγετε ίσως σαν θεός αληθινός,
μη την ανυπαρξία σας ιδώ
και σας αγνοήσω;

Αν όμως έχετε υπόσταση
τότε ο κόσμος είστε σεις κι εγώ.
Χωρίς μας ο κόσμος, το σύμπαν, αφανίζονται!
Εμείς κρατάμε την ουσία που ονειρεύεται λοιπόν.
Χωρίς μας πάει τ' όνειρο.
Χωρίς εμένα δεν υπάρχετε,
χωρίς εσάς δεν υπάρχω.
Δικαιοσύνη.

Επιτέλους έτσι.
Αμφιβολία δε χωρεί γι αυτό.
κι απόδειξη είναι πως εγώ μόνο σας ξέρω.
Ας χαλάσουμε λοιπόν τον κόσμο.
Θα φύγω από την πόλη.
Θα σας αφήσω πίσω μου μιαν όπως όλες.

Θ' αφήσω ερείπια πίσω μου-χαλάσματα μαζί μου θα
κουβαλώ.
Κολλημένα πάνω μου.
Αν υπήρχε κάποιος να με δει
θα έβλεπε να περπατεί ένα κορμί
από χαλάσματα σε σχήμα ανθρώπου.

Και σεις μια σκιά θα μείνετε,
κάτι ανυπόστατο
που θα ζητιανεύει να υπάρξει πάλι.
Μια σκιούλα που θα γυρεύει ταυτότητα.
Και δε θα βρίσκει.
Επειδη τη μοναδική της ταυτότητα,
που εγώ της έδωσα όταν την έφερα στο φως
φεύγοντας την εχάλασα-
άλλωστε αυτό δε θα πει: φεύγω;

Κι εγώ θα περιφέρομαι χωρίς θεό στις πόλεις.
Άθεος.
'Οπως άπολις.
Και όπως άπατρις.

Ένας σωρός από "α-" στερητικά η ζωή μου. Συνηθισμένος είμαι.

Κι α' μου 'ρθουνε καλά τα πράματα
θα φτιάξω άλλονε θεό για να λατρέψω.
Σωρός οι θεοί μέσα στον κόσμο.

Κι όμως
καλά σε είχα φτιάξει,
Μυαλό, ψυχή σου έδωσα.
Ευαισθησία να ξεχωρίζεις τ' όμορφο.
ιδεατό κορμί πoυ ουρανικές να σέρνει πίσω του
ομορφιές…

Μάτια για να με βλέπεις μόνο δεν επρόβλεψα
κι αυτό ήταν η καταστροφή.
Κοιτάς εκεί που δεν είμαι.
Ένα είδος παραόρασης.
Σκέφτομαι αν πρέπει πριν να φύγω να σ’ αφήσω στη ζωή.
Σκάφος σε θάλασσα τελείως αδειανό και ακυβέρνητο.
Κυψέλη δίχως μέλισσες.
Κρανίο χωρίς μυαλό.

Μα να χαλάσω ένα μηδενικό γιατί;
Ναι, στην κενή σου στρογγυλότητα θα σε αφήσω.

Ζήσαμε όμως και στιγμές καλές οι δυο μας,
Ήτανε οι στιγμές όταν σου επρωτόδωσα ζωή.
Και ήτανε αυτές η έκπληξή σου.
Κάτι τότε όμορφο σου φάνηκε.
Με τις αισθήσεις σου τις άλλες το 'νιωσες.

Ένιωσες πως είσαι κάτι επιτέλους.
Κάτι έξω από την καθημερινότητα.
Μόνη εσύ απ’ όλες το έζησες αυτό.

Κι ενώ είχες πάρει δρόμο αυτοαναγνώρισης
ξάφνω μ' αφήνεις μες στα κρύα του λουτρού
ολόγυμνον.

Φεύγω από την πόλη.

Μα να ξέρεις:
Τ' αστέρια υπάρχουν μες στα μάτια σου.
To κρύο και το ζεστό είναι στα δάχτυλά σου.
Η μυρουδιά είναι στη μύτη σου
κι οι γεύσεις όλες
στη γλώσσα σου επάνω απλωμένες.
Να ξέρεις:
Των δέντρων οι ρίζες είναι η καρδιά σου.
Της χελώνας το περπάτημα είναι η ανυπομονησία σoυ.
Να ξέρεις:
Η γνώση είναι αντανάκλαση των πραγμάτων.
Η σκέψη είναι η λογική αιτία της φύσης.
Το τέλος είναι η αρχή.
Να ξέρεις:
Κάθε γέννηση φέρνει μια καταστροφή.
Ο κόσμος ολόκληρος είναι μια αιώνια τραγωδία.
Η Τέχνη είναι ελάχιστη μπροστά στην ανάγκη.
Δουλειά του ποιητή είναι να δημιουργεί στους άλλους
ποιητική διάθεση.

Ακόμα:
Ο δρόμος προς τον πλησίον είναι πολύ μακρύς.
Με κάθε μας αναπνοή θα 'μπαινε μέσα μας ο θάνατος,
όμως εκπνέοντας τον διώχνουμε.
Η χτεσινή μας μέρα δεν είναι παρά ένα κούφιο όνειρο
της φαντασίας μας.
Αυτός που έχει περισσότερο πνεύμα υποφέρει
περισσότερο.
Η τρέλα μας φτάνει να παίρνουμε για υπέρτατο σκοπό
των πράξεών μας τη γνώμη του άλλου.
Διανοούμενοι είναι αυτοί που διάβασαν τα βιβλία που
έγραψαν άνθρωποι. Ποιητές είναι αυτοί που διάβασαν το βιβλίο του σύμπαντος.
Και το σπουδαιότερο: δεν υπάρχεις.
Αν θέλεις να υπάρξεις πρέπει μόνη σου να αγωνιστείς.
Και τα τέσσερα σκαλιά της προσπάθειάς σου να είναι:
Σκαλί πρώτο: "είμαι γυναίκα".
Σκαλί δεύτερο: «είμαι άνθρωπος»,
Σκαλί τρίτο: "είμαι".
Και σκαλί τέταρτο: "δεν είμαι".
Τότε θα έχεις φτάσει.

Θα φύγω.
 

Σάββατο 21 Ιανουαρίου 2023

η.

Τι συνάντηση κι αυτή!

Έχει
κυρία
τύχει ποτέ σας
να βγείτε από το σπίτι με σκοπό
να μην ξαναγυρίσετε;
Έχει ο νους σας φτάσει στο απροχώρητο-
να βλέπει κάτω τον γκρεμό-τελείως μπροστά του
σκοτεινόν ολότελα
και γυρισμός να μην υπάρχει;

Σας λέω εγώ λοιπόν πώς είναι.
Όταν συμβεί αυτό
φοράτε το παλτό σας
και βγαίνετε έξω
και περπατάτε
αλαφρή σαν πρωινός άνεμος
σ’ άδειους δρόμους
γιατί ούτε άνθρωποι υπάρχουν πια
ούτε αυτοκίνητα και σπίτια- όλα
έχουν ξαναγυρίσει στο μηδέν
και στον προορισμό τους.
Και ρωτάτε: είχε κάποιαν αρχή
κάποτε
ο εαυτός μου;

Κι έτσι όπως περπατάς, για λίγο στέκεις,
λίγο γυρίζεις το κεφάλι, βεβαιώνεσαι
πως λίγα δευτερόλεπτα απομένουν,
τις έλικες του εγκεφάλου σου χαιρετάς
που το χάος ως τώρα εκφράζανε
και πια να κοιμηθούνε βιάζονται,
και μ' ένα βλέμμα σου ειρωνικό
το τελευταίο σχήμα διώχνεις
που ερχόταν μέσα τους να γεννηθεί.

Αυτό ήτανε.
Γίνεσαι ένα τότε με τον γκρεμό-
γίνεσαι γκρεμός ο ίδιος
καθώς οι εραστές
χεροπόδαρα πλεγμένοι
ένας στον άλλο συνεχώς μεταμορφώνονται.

Ύστερα για λίγο ακούς
βγαλμένες μέσα απ' τους καιρούς σου,
κάτι φωνές τρομαγμένες
όπως φωνάζει κάποιος που δε θα 'θελε
το ίδιο να πάθει
γιατί ακόμα δεν το ξέρει.

Και πια τέλος.

Έτσι σήμερα
ξεκίνησα κι εγώ από το σπίτι μου.
Για να μην ξαναγυρίσω.
Ήταν ο ουρανός συννεφιασμένος.
Κι η γη το ίδιο.

Και κει, μέσ' απ' τα σύννεφα,
ένα κορμί ανθρώπινο επρόβαλε
σαν το Αυγό μέσα απ' το Χάος.
Μόνο αυτό μεσα στο Τίποτα.
Κα το κορμί αυτό
περνώντας δίπλα μου,"γεια σας
τι κάνετε;", μου είπε.
Ναι! Το στόμα αυτό που ως τώρα
Σιγούσε κάθε που απαντιόμασταν.
Ο Κόσμος φανερώθηκε ξανά,
και πήγα στις καθημερνές δουλειές μου.

Χατζηχρήστου και Παλαιολόγου.
Εκεί σας συνάντησα.
Τι θέλαν οι πολέμαρχοι
και μπήκαν στη ζωή μου;
Μήπως για να μου πουν ν' αγωνιστώ;

Πώς δε με ξέρουνε... εμένα...
τον πριν από τη μάχη νικημένο…

Αλήθεια
προλάβατε να πάτε σπίτι
ή βραχήκατε κυρία;
 

Πέμπτη 19 Ιανουαρίου 2023

ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑ ΡΩΡΕΡΚΑΡ

ζ.

μας σύστησαν

Μας σύστησαν.
Ε και λοιπόν;

Τι μάθατε για μένα;
Ξέρετε πως τα βράδια σας ονειρεύομαι;
Ξέρετε πως τον έρωτα κάθε ημέρα
με όλη την ψυχή μου καταριέμαι;

Πως είναι απ' τις γραμμές του σώματός σας
το δώμα μου τόσο γεμάτο
που χώρος δε μου μένει
να κινηθώ;

Αλήθεια
διαλογιστήκατε ποτέ την ειρωνεία
ούτε το χέρι σας να μην
έχω ποτέ αγγίσει;
Έλπιζα τώρα που μας σύστησαν.
Μα ούτε.

Αλήθεια αν είχανε ονόματα οι καρδιές
ποιο θα 'ταν της καρδιάς σας;  ποτέ αναρωτηθήκατε; "Πέτρα βαριά";
"Πάγος αιώνιος" ; "Ατσάλι";
Ε, ό,τι και να διάλεγε κανείς
στο ίδιο καταλήγει: απουσία.

Μας σύστησαν.
Ε και λοιπόv;

Μήπως αυτό σας έδειξε
την άδεια μου μορφή τα βράδια
που για το σπίτι μου τραβώντας
δε βλέπω στο παράθυρό σας φως;
Στην άκρη μ' είδατε του κρεβατιού μου να ξαπλώνω
να μη το μέρος τo δικό σας πιάσω
και μου κακιώσετε;
Ούτε της σόμπας μου το βλέμμα εσείς δεν είδατε
πώς ντροπιασμένα με θωρεί
που ό,τι κι αν κάνει δεν μπορεί να με ζεστάνει.

Ή μη τις νύχτες με ακούσατε ποτέ
έξω απ’ το παραθύρι σας
το καγκελόφραχτο
να περιμένω
μη κάποιος ήχος έβγει από κεί
να τόνε μεταπλάσω σε γλυκό ψιθύρισμα
που αφού τους γύρους του αυτιού μου θα φλογίσει
μετά το λίγο θα μου πάρει το μυαλό;

Α! Μη φοβάστε ότι θα με δείτε κάποτε
βγαίνοντας απ' την πόρτα σας:
τώρα που σας το είπα δεν θα ξαναγίνει.
Όπως και τίποτα που να σας ενοχλήσει δε θα γίνει.

Μόνο μπορεί ένα ζητιάνο κάποτε να δείτε
στο πεζοδρόμιο καθισμένον της πλατείας
και κέρμα κάποιο βιαστική να του πετάξτε.
Με κείνο το φτηνό το μέταλλο
που τα λευκά σας χέρια θα 'χουν ’γγίξει,
αυτός κιβούρι ένα ωραίο θα φκιάσει
και μέσα κει ωραία ωραία θα ταξιδέψει
εκεί που οι συστάσεις δε χρειάζονται-
εκεί που όλα τα γήινα ξεχνιούνται.

Μας σύστησαν.
Ε και λοιπόν;
 

Τετάρτη 18 Ιανουαρίου 2023

ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑ ΡΩΡΕΡΚΑΡ

στ.

Σεις λοιπόν ήσασταν χτες το φως του ήλιου
που έλαμψε ως και την ψυχή μου;

Να βλέπεις την ψυχή σου για πρώτη φορά...
Ένα λευκό ατελείωτο.
Τι πάνω του θα γράψετε κυρία;
Ένα φιλί θα στείλετε ίσως
από μακριά
στα χρώματά του να το αναλύσει;
Ξέρετε, το λευκό,
έτσι άκρατο, τυφλώνει.

Φαντάζεστε κυρία,
την Πλάση ροζ;
Φαντάζεστε το κόκκινο αίμα
τις θάλασσες να βάφει;

Κυρία
το πρόσωπό σας όλα τα πράγματα στολίζει
του κόσμου,
που εσείς μέσα του δεν είστε.
Κάθε δρόμος κενός αυτό φορεί
και σε κάθε γυμνή αλέα
μέσα στους χυμούς της
το φύλλωμά της εκείνο εκκολάπτει.  

Της μέρας οι μέριμνες σάλι πλεχτό
και την επιθυμία μου σας κρύβουν.
Όμως
μέσα δεν ορμούν από τ' ανοίγματά του
χέρια βιαστικά,
την αγάπη μου για σας να ζωγραφίσουν  
στο πιάτο πάνω
που μηχανικά πλένετε, στον καρπό
που το στόμα σας αβρά περιβάλλει, στη σκέψη σας
"να πάρω αλάτι όταν βγω", στην τηλεόραση
που χωρίς να βλέπετε κοιτάτε;

To μέτωπό σας,
κυρία,
με τον ουρανό τα μάτια σας γεφυρώνει.
Γέφυρα που άθιχτη μένει
όσα κι αν σύννεφα τήνε διαβούνε
καθώς  λαμπρό κι αγνό το κρύσταλλο στέκει
όσες κι αν από μέσα του
ηλιαχτίδες κι αν περάσουν.

Μα με πόσες φωνές να σας μιλήσω
για να με ακούσετε;
Και πόσες θέλετε ματιές μου ακόμα να ιδείτε
για να εννοήσετε
πως μόνο για να σας ιδούν υπήρξατε;

Χωρίς σας θα καταλυθούν-κοιτάξτε-
οι κόσμοι μου.
Τo πόδι σας τότε
δεν θα μπορεί να αίρεται
σε κίνηση βαδίσματος-
και πως κοντά μου θα σας φέρει;

Δέστε κυρία πώς οι φλέβες μου
μαλακές σαν άδειες είναι-
το πρώιμο του θάνατου σημάδι.

Μα εσείς δεν είστε η από τους Καιρούς
για μένα προορισμένη;
Σεις τη σφραγίδα μου δεν έχετε;
Τα δάση
εσείς δεν είστε που διασχίσατε
τα παλαιά και υγρά βαθύσκια
στον κόσμο για να έρθετε
δίπλα μου μέσα του για να σταθείτε;
Πώς ξύλινο ένα τώρα χώρισμα
μπορεί να σας κρατεί μακριά μου;
Στου ονείρου τ' όνειρο, που ζωή το λένε,
θέση για με δεν έχουνε τα σκαλοπάτια  
στο δρόμο που τραβάει για την καρδιά σας;

Ακούστε με: αν γραφτό σας είναι να μοιράζεστε,
αξίζω το κομμάτι σας εγώ εκείνο
που όλην ακέρια σας κρατεί
μετά από τον ψευδή διαμερισμό σας.

Φέτος η πόλη πιο λαμπρή για τα Χριστούγεννα θα γίνει.
Τις αχτίδες τις τελευταίες μου
στα φώτα των νεκρών ελάτων θα δωρίσω.
Κι ως τ' άστρα τελειώνουν τη ζωή τους
με μίαν έκρηξη πολλά μεγάλη,
έτσι κι εγώ στο δώμα σας θα έρθω
και κει μπροστά στα μάτια σας
θα εκραγώ.

Σβήνοντας θέλω έκπληκτη να σας ιδώ
για το μπροστά σας που θ' απλώσω θάμα.
Γιατί τι άλλο είναι ο έρωτας
από μιαν έκπληξη-κι από 'να θάμα;

              -----