ΞΥΠΝΩΝΤΑΣ
Όταν ξυπνώντας το πρωί
Πριν σηκωθούμε
Στον κόσμο ακόμα των ονείρων βυθισμένοι
Στο χείλος στέκουμε για λίγο του ύπνου
Προς την ομίχλη βλέποντας
Που τις πεδιάδες του διαλογισμού σκεπάζει,
Είναι σαν να περιμένουμε κάποιον
Το κλειδί να μας δώσει
Που την πόρτα της ζωής ανοίγει.
Κυριακή 16 Οκτωβρίου 2022
ΠΑΙΖΟΥΝ ΤΟΥΣ ΠΟΙΗΤΕΣ
Παίζουν και ξαναπαίζουν τους ποιητές
Και ακκίζονται με ρίμες και με λέξεις.
Για ύφος, φόρμα, ποιότητα και τεχνικές
κάνουν ανερυθρίαστα διαλέξεις.
Αλλά το μόνο που δεν είναι ποιητές.
Ντόρος να γίνει θέλουν γύρω απ’τ’ όνομά τους
όπως σε κείνηνε τη σύναξη προχτές
που κάνανε τρεις ποιητές κι είχαν κοντά τους
Τον Πρέσβη, Διοικητές κάποιων Σχολών,
Κυρίες που στο βάψιμο ήσαν άψογες…
μα η γνώμη έλειπε των ειδικών
και μοναχά για ποίηση δεν άκουγες.
Ποίηση δεν είναι, ω! μεγάλοι στιχοπλόκοι
Η ανταλλαγή γνωμών σ ένα σαλόνι
Κι οι μεταξύ σας χαρισμένοι θώκοι.
Η ποίηση γροθιά είναι στο σαγόνι.
Και μάχη. Και φωτιά. Βουή. Αντάρα.
Κι είναι ξεσήκωμα λαών αδικημένων
Στης εκμετάλλευσης ενάντια την κατάρα.
Κι είναι αποκάλυψη Παράδεισων κρυμμένων.
Η ποίηση ειν’ αυτή που ξεριζώνει
Τον κόσμο τον παλιό τον σαπισμένο
Και με σπαθί στο χέρι θεμελιώνει
Έναν καινούργιο κόσμο ευτυχισμένο.
ΣΥΜΒΟΥΛΕΣ ΤΗΣ ΤΑΝΙΑΣ
(Λος Άντελες 1988)
«Εδώ έμαθα να λέω ψέματα.
Ότι ρωτούνε αν ξέρω, το κατέχω.
Ενώ δεν ξέρω τίποτα λέω ναι.
Ύστερα μια δυο φορές και το ’μαθα στ’ αλήθεια.
Έτσι να κάνεις πρέπει Τζωρτζ και συ
Αλλιώς δουλειά δε θα βρεις.
Και να γελάς.
Αυτοί γιατί γελούν νομίζεις;
Μήπως είναι ευτυχείς;
Όχι, τον εαυτό τους κοροϊδεύουν.
Ψέματα λέγε Τζωρτζ.
Καθόλου μην τους λογαριάζεις.
Και μάθε να γελάς.
Τη δυστυχία τους το γέλιο δείχνει
Σε μας τους Ευρωπαίους
Που ξέρουμε και είμαστε όταν πρέπει σοβαροί.
Και τι σημαίνει άλλο
Στη δυστυχία τους όταν γελούν
Παρά πως ειν’ τουλάχιστον ανόητοι;
Ναι, ανόητοι είναι Τζωρτζ.
Συ γέλα κοροϊδεύοντάς τους.
Το γέλιο το άτοπο, το αστήριχτο, το αναίτιο,
Αυτό θα είναι το εισιτήριο στην επιτυχία σου.
Εδώ που βρέθηκες
στην πλούσια Αμερική
μπορείς να ψεύδεσαι και να γελάς;
Έχεις σωθεί.»
ΟΙ ΙΝΔΙΑΝΟΙ
Πως χάθηκαν-πώς χάθηκαν οι Ινδιάνοι.. .
Πως πέθαναν-πώς πέθαναν οι Ινδιάνοι…
Πως αφανίστηκαν…
Πώς διώχτηκαν από τη γη τους οι έρημοι-
από τη γη τους…
Σαν χελιδόνια που τα βρήκε ο χιονιάς.
Τι όμορφη η ζωή τους! Τι καθαρή!
Τι ράτσα υπερήφανη! Γερή!
Και δε θα ξαναζήσουν.
Και σκόρπισαν στους πέντε ανέμους.
Ο Αρχηγός το κόκκινο ελάφι
Ο Αρχηγός το άσπρο φτερό
Ο Αρχηγός το γρήγορο φως.
Τι ομορφιά!
Τι σταθερότης!
Τι θαυμαστή στους τίτλους γραφικότης
Και παραστατικότης!
Και χάθηκαν.
Σαν όνειρο που χάθηκε ένα βράδυ.
Σαν όνειρο γλυκό.
Ο σιδερένιος κεραυνός
Πιο δυνατός από το τόξο εστάθη.
Και χάθηκαν οι ερυθρόδερμοι.
Μαζί και η πατρίδα τους εχάθη.
Μεγαλωμένοι μες στη φύση
Θρεμμένοι με γλυκόδεντρων καρπούς
Ποτισμένοι από φαραγγιών νερά
Χαϊδεμένοι από την αύρα Ωκεανών
Μες στη διάφανη ζωή τους τυλιγμένοι
Την κρυστάλλινη
Δεν ωφέλησε.
Και χάθηκαν οι Ινδιάνοι.
Με τα φτερά στο κεφάλι τα υπέροχα
Με τα στολίδια τα κοκάλινα
Με τα ξόρκια και τα χαϊμαλιά.
Και χάθηκε η αγνή φωνή του ανθρώπου.
Η ράτσα η καλλίτερη της γης.
Το πιο ακριβό της φίλτρο.
Το ναι τους ήταν ναι και τ’ όχι όχι.
Πώς πήδαγαν σα λάφια σαν ζαρκάδια…
Οι μάγοι τους πως ήξεραν βροχή να φέρνουν…
Και χάθηκαν οι Ινδιάνοι
Κι αφανίστηκαν.
Λάτρευαν τις γυναίκες τους.
Με ονόματα τις στόλιζαν ωραία- ζωντανά:
«Λουλούδι του δάσους»
«Του γαλανού νερού φτερωτή λυγαριά»
«Η αγαπημένη του σύννεφου»…
Τι ευωδιά που ανάδινε το πέρασμά τους
Τι ελπίδα οι ανάσες τους…
Τι φως αγγελικό στα μάτια των παιδιών τους…
Γερά κορμιά-λυγιά κορμιά
Θρεμμένα στο κυνήγι
Και στο ημέρωμα των άγριων αλόγων.
Τον έρωτα απροσποίητα και δίχως νάζια
Τον δέχονταν όταν ερχόταν.
Σπιθαμή με σπιθαμή τη γη τους γνώριζαν
Και ξέρανε νερό πού θα βρουν
Και που τροφή θα βρουν.
Με τον καπνό από φωτιές
Σε λόφων που άναβαν κορφές
Συνεννοούνταν.
Και αν εχθροί κάποτε επιβουλεύονταν
Τη γη τους, το ψωμί τους, το καλύβι τους,
Ενάντια τους ανίκητα μαχόνταν.
Οι Ινδιάνοι εμάχονταν και πάλευε η φύση.
Οι Ινδιάνοι εμάχονταν και οι θεοί αγωνιούσαν.
Οι Ινδιάνοι εμάχονταν κι έτρεμε η γη.
Και χάθηκαν οι Ινδιάνοι.
Αρχηγέ τρελό άλογο
Αρχηγέ Καθιστό Βουβάλι
Καλότυχε Ινδιάνε
Λύκε με τους χίλιους πολεμιστές
Που τα τόξα τους γυαλίζουν στον αέρα
Και τα βέλη τους ποτέ δε λαθεύουν
Θεριέψου
Αντρείεψε
Ζωντάνεψε και πάλι
Και φέρε πάλι τον αφρό στο κύμα
Φέρε στα δέντρα τα πουλιά
Και τη δροσιά στ’ αγέρι.
Τα χλωμά τα πρόσωπα διώξε απ’ τη γη σου
Την άχραντη
Την απέραντη
Την άγρια κι όμορφη.
Διώξε τους κατακτητές
Αφάνισε τα σπίτια τους τα πέτρινα
Κάψε τα σιδερένια πουλιά τους
Και τα μεγάλα τα καράβια τους.
Και κείνους έτσι άρπαξέ τους
Με τη βρώμα τους μαζί
Και πέταξ’ τους εκεί απ’ όπου ΄ρθαν.
Στην Ευρώπη ας χτίζουν σπίτια
Και τις μικρές ζωές τους μέσα τους ας ζουν.
Και συ τη δόξα την παλιά σου φόρεσε
Κι άρχισε πάλι τη ζωή την πρώτη.
Και τρομερός να γίνεις
Και δυνατός όσο ποτέ
Και πια ποτέ να μην αφήσεις
Στη γη σου να πατήσουνε
Τα πρόσωπα χλωμά.
Και συ θεέ
Αγνό τον τόπο σου απ’ τους αγρίους κράτα.
Τσάκισε τα καράβια που θα πήγαιναν
Ν’ ανακαλύψουνε και πάλι να χαλάσουν
Τη γη την πιο δική σου.
Και τα πόδια κόψε που θα θέλανε
Τα χώματά σου τ’ άγια να βρωμίσουν.
Παρασκευή 14 Οκτωβρίου 2022
Η ΝΙΚΗ
Ο βασιλιάς καθόταν στον χρυσό του θρόνο.
Λίγο θλιμμένος.
Λίγο σκεφτικός.
Δίπλα του
πάνω στον άδειο θρόνο της βασίλισσας
ήρεμα ακουμπισμένο
το γράμμα του αρχιστράτηγου
και το μαχαίρι με το φρέσκο του αίμα-
μόλις φτασμένα και τα δυο:
"Μεγαλειότατε
αλλάξαν όλα.
Ο εχθρός εμπήκε.
Ατίμασα τα όπλα μου και την πατρίδα.
Αυτοκτονώ"
Κι απέξω από την πόρτα περιμένοντας
για να τον συγχαρούν για μία νίκη
που σε ήττα είχε αλλάξει,
οι ευγενείς οι άρχοντες, ο κλήρος.
Έντεκα χρόνια βασιλιάς-έντεκα χρόνια πόλεμος.
Πόλεμος αδυσώπητος.
Σκληρός.
Έχασε στρατηγούς και στρατηγούς
κι αμέτρητους στρατιώτες.
Τέλος κουράστηκε
(πόσες φορές δεν είπε να τα παρατήσει...)
Αλλά κι ο εχθρός...
επίμονος.
Tι εχθρός-απλά τόνε ζηλεύαν
και βαλθήκαν να τον καταστρέψουνε.
Ως για προφάσεις, άλλο τίποτα.
Και χτες όλα τελειώσανε με νίκη.
Επιτέλους δικαιώθηκε.
Δικαίωση πληρωμένη ακριβά,
όμως δικαίωση.
Ξεχύθηκε ο λαός στους δρόμους και αλάλαζε.
Φωτιές χαράς στις γειτονιές.
Τραγούδια επινίκια σε σπίτια και πλατείες.
Βέβαια
έντεκα χρόνια-μια ζωή-αγώνας
λίγο δεν ήταν δα.
Αυτό πολύ καλά κανείς το νιώθει.
Χτες ολ’ αυτά.
Και τη νύχτα...
Πότε προλάβανε κι ανασυντάχτηκαν;
Ποιες ενισχύσεις-κι από πού-τους ήρθαν;
Κι ορμή καινούργια τόση πού τη βρήκανε;-
χυμήξαν ξαφνικά
κι ότι είχε κερδηθεί το ξαναπήρανε
κι ότι κρατιόταν από πριν και από πάντα το αρπάξανε.
Γκρεμίζουνε, σκοτώνουνε, καίνε ακόμα...
Τις λεπτομέρειες του τις έφερε αυτός
που ’φερε και το γράμμα
ο ίδιος που είδε το μαχαίρι
χωμένο στην καρδιά του αρχιστράτηγου.
Ε! Πάει πια!
Τελείωσε κι ο πόλεμος.
Τέλειωσε κι η ζωή-ε!
Κάτι έπρεπε κι αυτή κανείς να τήνε κάνει...
Πάει κι αυτό λοιπόν.
Εμπήκανε.
Μέχρι το βράδυ θα ’ναι εδώ.
Μα όλοι εδώ γιορτάζουνε τη νίκη.
Κι οι έμπιστοί του περιμένουν να τον συγχαρούν.
Ας έρθουνε λοιπόν!
Δε θα τους έλεγε τα τελευταία νέα.
Ας έρθουνε. Και να το μάθαιναν αμέσως τώρα
καλλίτερα τα πράγματα να γίνουν δεν μπορούνε.
Ύστερα αυτήνε τη χαρά οι άνθρωποί του την αξίζουν.
Χρόνια την επερίμεναν.
Άνθρωποι αγαθοί.
Και αγαπούν το βασιλιά τους.
Μετά-πού ξέρεις
μπορεί η ήττα αυτή να είναι νίκη
(που ’ναι κι εκείνος ο ψευτοφιλόσοφός του-τέτοια
πόσα δε θα ’χε να του πει μια τέτοιαν ώρα...)
Λοιπόν εμπρός. Ας μπούνε.
Να κρύψει το μαχαίρι μόνον και το γράμμα
(κι αυτός ο αρχιστράτηγος πολύ ευαίσθητος)
κι ένα χαμόγελο ευφροσύνης να φορέσει
συγκαταβατικό και κουρασμένο
σαν ανεξέταστης παραδοχής.
"Θαλαμηπόλε! Άνοιξε τις πόρτες!"…
Πού χάθηκε κι αυτός...
Καλά. Θ’ ανοίξει μόνος του τις πόρτες.
Δικαιολογείται κάποτε ένας βασιλιάς
πράξεις να κάνει άλλοτε ασυνήθιστες.
Σηκώθηκε.
Τραβώντας προς την πόρτα
σκεφτόνταν πως οι ευχές των επισήμων
σαν μύρο ζωής θα έπεφταν
στο σώμα τού θανάτου-αρέσκονταν ο βασιλιάς σε τέτοιες σκέψεις.
Ετράβηξε τον σύρτη.
ΟΙ ΆΓΓΕΛΟΙ
Οι άγγελοι τα αόρατα θωρούνε.
Εκεί όπου αγνοί και άϋλοι ζούνε
φιλία δεν έχει, έχθρα ή αγάπη.
Μια έλλειψη η ζωή τους είναι όλη
έτσι που ό,τι θέλουν το έχουνε
αυτοστιγμεί και παρακλήσεις δίχως.
Από μέσα μας αδιάφορα περνούνε
κι ότι κι εμείς υπάρχουμε αγνοούνε.
Μέσα σ’ αιώνιο ένα φως υπάρχουν
που ανία διόλου δεν τους προκαλεί
και τόξα έχουν, που στις μικρές χορδές τους
ονόματα δίνουν μικροσκοπικά: Ελφ,
Γκ, Εντ, Στρι, Λ, Φ, Κτ, Ζν.
Κι αυτές οι σύντροφοί τους είναι.
Κάποιες φορές η φαντασιά τους
όντα που μοιάζουν σαν κι εμάς τους φέρνει
και λεν δηγώντας τα αναμεταξύ τους
«από πού τέτοια να ’ρχονται οράματα;..»
Οι άγγελοι είναι αθάνατοι
και με μια κίνηση μπορούν
αιώνες να διαγράφουν.
ΘΑΝΑΤΟΣ ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ
Θάνατος είναι τα παιδιά
που παίζουνε με τα ποδήλατά τους.
Θάνατος είναι τα φωτάκια
που αναβοσβήνουνε πάνω στα δέντρα
τα στολισμένα τα χριστουγεννιάτικα.
Θάνατος το απέναντι κουρείο
που βλέπω κάθοντας εδώ.
Τάφος το εστιατόριο τούτο που εντός του
τόσοι νεκροί ερχόνται
τη ζωή ταϊζοντας το θάνατο να διώξουν.
Θάνατος το ρολόϊ τ’ Αη Βασίλη
θάνατος της πλατείας το συντριβάνι
του φαρμακείου θάνατος το φωτισμένο φίδι
κι οι πάστες του Πιετρίς και τα ψωμιά του.
Και τούτη η νύχτα που την πόλη αργοσκεπάζει
σάβανο ένα κρύο και ογρό.
Ξέρω και ξέρεις Καρυωτάκη τι θα πούνε-
πως αντιγράφω μέσα δω την «Πρέβεζά» σου.
(Λες και δεν έχουν όλα ειπωθεί
κι όλα γραφτεί κάτω απ’ τον ήλιο
έτσι που όλοι μας να λέμε τα ίδια και τα ίδια
ή λες κι ο πρώτος που είπε κάτι «νέο»
δεν ελογόκλεψε κι αυτός τη φύση)
Ανόητοι.
Δε βλέπουνε πως ίδια ξέρουμε
κι οι δυο μας να διαβάζουμε
μες στο βιβλίο της φύσης-
κι ότι αυτή ’ναι
η διαφορά μας η μεγάλη από δαύτους.
Θάνατος είναι τα παιδιά
Που παίζουνε με τα ποδήλατά τους.