Παρασκευή 16 Σεπτεμβρίου 2022

ΜΕΛΊ – ΜΕΛΌ
(Στο Νηπιαγωγείο «ΜΕΛΊ-ΜΕΛΌ»
Τρίπολη-2004)


Μελί – Μελό, παρακαλώ
θέλω κι εγώ εκεί να ’ρθώ.
Να ’χω ζεστή μια φωλιά   
όπως στα δεντρα τα πουλιά.

Να ’μαι παιδάκι χαρωπό
να τρέχω με εύθυμο σκοπό,
και στις τσουλήθρας το κλειστό,
γερό, στενάκι να γλιστρώ.

Στην πεταλούδα  ν’ ανεβώ
και να πετάξω στο λεφτό
και σ’ άλλους κόσμους μαγικούς
μαζί μ’ αυτήν να τρέχει ο νούς.

Και αγεράκι να γινώ
και τους λαμπρούς σου να φυσώ
τους μύλους τους χρωματιστούς
και να γυρνώ κι εγώ μ’ αυτούς.

Στους κήπους σου να παίξω
στο πράσινο να τρέξω
και κάτω απ’ τα δεντράκια
να λέω τραγουδάκια.

Μελί –Μελό, παρακαλώ
θέλω κι εγώ εκει να ’ρθώ.

Δικός μου να ’ναι ο  κήπος,
και της καρδιάς  μου ο χτύπος
να ’ναι πουλιού τραγούδι-
κι ως γέλιο απ’ αγγελούδι.

Και στο τρενάκι σου να μπω
και χαρωπά να τ’ οδηγώ:
κάθε σταθμός χρυσό πρωί
κάθε στροφή χάρας πνοή.

Μαζί με τ’ άλλα τα παιδιά
να ’μαστε όλα μια αγκαλιά
και οι δασκάλες οι καλές
κι ας είν’ μεγάλες και ψηλές
κοντά σε μας να ’ναι μικρές
και τρυφερούλες κι απαλές.

Μελί –Μελό, παρακαλώ!
Θέλω κι εγώ εκεί να ’ρθώ!..
 

Η ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΗ   

Συζητήσεις αξιόλογες δε θα γίνουνε μάλλον.
Θ' ακουστούν μόνο διαφορες για το ζήτημα γνώμες
και ζητώντας ναζιάρικα χίλιες δύο συγνώμες
οι "αρμόδιοι" συνάδελφοι μ' ένα ζήλο μεγάλον,

θα μιλήσουν για σπούτνικ και για ιπτάμενους δίσκους,
για σημεία και τερατα που συμβαίνουν στα ουράνια,
για θολά νεφελώματα, για φαινόμενα σπάνια,
για εκλείψεις που οφείλονται σε τεράστιους ήσκιους.

Κι ενώ τέτοια θα λέγονται και θα χαίρονται όλοι
κάποιος μέσα στην αίθουσα το κενό θα μετράει
όχι κάποιου διαστήματος αχανούς μες στα χάη
μα της ίδιας της άχαρης και φριχτής ύπαρξής του
που αφού έχει μέγεθος ουρανού παμμεγίστου
απορεί πώς χωράει στη μικρή τους την πόλη.  

(Πράβι, συγκέντρωση αξιωματικών, Φλεβάρης 1969)

Πέμπτη 15 Σεπτεμβρίου 2022

  ΜΙΚΡΗ ΩΔΗ ΣΤΟ  ΜΟΥΣΜΟΥΛΟ

Σύκα στο περιβόλι  και δαμάσκηνα
ρόδια και δίφορα λεμόνια
σταφύλια... αχλάδια ζουμερά...
φράουλες...

Μόνο τα ευαίσθητα
χνουδάτα
κλαδωτά
εύθραυστα μούσμουλα
λείπουν.

Πρώτα μας ήρθαν.
Κροτάλισαν ευγενικά πάνω στο δέντρο τους
εψάλαν τις γλυκές τους μελωδίες
κουβάλησαν
στο φως και στη διαφάνεια τους το καλοκαίρι,
φραγμό στην ίδια την επιβουλή τους
εβάλανε διαφράγματα ωχρά
τοποθετώντας τα με τακτ
τριγύρω στον καρπό
κι αφού μας επλημμύρισαν ανταύγειες
και μνήμες οσμηρές
κι επαναλήψεις
και συνέχειες
επαραχώρησαν τη θέση τους
σε όλα τ'  άλλα.

Ω!  Μούσμουλο συμπυκνωμενο
και ανέκφραστα θολό!
Ω!  Μούσμουλο
αβρό και στοργικό!
Ω!  Πρωτοβρόχι στης ζωής την ξέρα!
Ω!  Υπομονή στην άκρη της βροχής!
Ω!  Αδιάσπαστε, πικρέ
κολλώδη ήλιε της πρώτης καλημέρας!
Στο περιβόλι σύκα... φράουλες...
μα με το μύρο σου ολα  ανθούν
και με τη θύμησή σου όλα
δένουν και καρπίζουν.

      ΧΤΕΣ
            
Χτες είχε η αγάπη γίνει φως
που μ'  όλα τα τριγύρω στέρια δένει
σαν ένα τόπι  ο ήλιος αλαφρός
ανάμεσα ουρανό και οικουμένη.

Χτες ένα σύννεφο ήταν η χαρά
ολάσπρο, ευτυχία πλημμυρισμένο
που κράταε στ'  ανοιχτά του τα φτερά
του δειλινού το ρόδο τ'  ανοιγμένο.

Χτες μία στάλα ήταν η ζωή
ωσάν αυτές που πέφτουν απ'  τα φύλλα
όταν του κρύου αέρα η πνοή
με φρίκη τα δονεί κι ανατριχίλα.

Της ύπαρξής μας χτες το μυστικό
στα πάνωθέ μας χάη εφανερώθη,
μας έγνεψε για λίγο θριαμβικό
και πάλι το σκεπάσανε οι πόθοι.

Χλωμή εχτές μια μάσκα από κερί
κρεμόταν απ'  του κόσμου το μπαλκόνι
κι έβλεπες ένα γέλιο να φορεί
και κάτω από το γέλιο της να λιώνει.

ΤΑ ΟΧΙ ΚΑΙ ΤΑ ΔΕΝ

Όσους κι αν γνωρίσω ανθρώπους
(γνωριμιές που παν χαμένα),
όλοι τους ή κι ένας ένας
κάτι θέλουν από μένα.

Τη στιγμή όμως την ίδια
κι ο θολός δικός μου ο νους
σίγουρα το δίχως άλλο
κάτι θέλει από κεινούς.

Μα ουτ’ εγώ τι θέλω λέω
ούτε αυτοί τι θένε λεν
κι όλος είμαι εγώ ένα «όχι»
κι αυτοί όλοι είναι ένα «δεν».

«Δεν» και «όχι» που ανοίγουν
τα ολομαύρα τους φτερά
και σκοτώνουν όποιας γνώρας
ελπιδότροφη χαρά.

Και για τον καιρό αφού πούμε
και για την πολιτική
στη μονιά του πάει καθείς μας
και ξανά μένουμε εκεί.

Και την κάθε μέρα έτσι:
Άρνηση γεμάτοι ζώντας
και τα «θέλω» του ο καθένας
μέσα του σφιχτά κρατώντας,

σ’ ένα μνήμα μπαίνουμε όλοι
μαύρο, έρμο και κρυερό,
με τα «όχι», νεκροθάφτη,
κι άξιον του τα «δεν» βοηθό.

ΤΟ ΑΤΥΧΟ ΠΑΙΔΙ

Είχε ανοίξει ένα μαγαζί
κι αυτό πήρε φωτιά. Μαζί
κάηκαν όλα τα λεφτά του
που είχε πάντοτε κοντά του.

Αυτό στα εικοσιδύο του.
Μετά πήρε απ΄ το θείο του
δάνειο χιλιάδες εκατό
κι άνοιξε άλλο. Μα κι αυτό

έπεσε έξω. Διόλου δουλειά.
Και το 'κλεισε. Ύστερα πουλιά
με κάποιον άλλον επουλούσε,
όμως ο άλλος τον γελούσε.

Κάτι ψευτοεπαγγέλματα
κάτι ύποπτα μπερδέματα
εκαταπιάστηκε μετά
όμως δεν έβγαζε αρκετά.

Τώρα σαράντα ετών φυτοζωεί-
πώς να την πεις αυτή ζωή…
και μια κυρά που 'χε γνωρίσει
τώρα κι αυτή τον έχει αφήσει.

Ο κύκλος φαίνεται έκλεισε.
Λίγο νωρίς αλλά έκλεισε.
Άνοδο πλέον δεν καρτερεί
αυτό το άτυχο παιδί.
 

ΚΑΘΡΕΦΤΗ ΜΟΥ ΧΡΩΣΤΑΣ

Καθρέφτη μου χρωστάς ένα καθάριο βλέμμα.
Καθρέφτη μου χρωστάς πλούσια ξανθά μαλλιά.
Ένα κορμί λαμπάδα μου χρωστάς
κι αντίς για χέρια δυο φτερά πετάμενα.

Θυμάσαι πώς χαρά όλος ήσουνα
κι ανεμελιά σα με κοιτούσες;
Πώς έλαμπες ολάκερος σα στέκοσουν εμπρός μου
κι όταν δε μ’ έβλεπες σκοτάδι εγέμιζες λες και δε ζούσες;

Καθρέφτη για φορά μια μόνο
Φέρε μπροστά μου πάλι την εικόνα την παλιά.
Παιδάκι γίνε χαρωπό κι ευτυχισμένο.

Κι αφού δεν το μπορώ εγώ παιδί να μείνω
Στη μνήμη των ατέρμονων αιώνων,
Σου υπόσχομαι καθρέφτη μου
Τη νιότη τη χρυσή την εδική σου
Με αθανασίας πέπλα να σκεπάσω:
υπόσχομαι καθρέφτη να σε σπάσω.