Η γνώμη μου είναι ότι ο Τατούλης είναι φασίστας.
Τον ψηφίζουν τριπολιυσώτες και αυτοί δεν θα βγάλουν ποτέ δημοκράτη βουλευτή γιατί όλοι τους είναι χίτες, ταγματασφαλίτες, χουντικοί, φασίστες. Ο πατέρας μου παλιά είχε φάει ξύλο για τα πολιτικά του φρονήματα, εγώ πριν από λίγα μόλις χρόνια έφαγα ξύλο για τα πολιτικά μου φρονήματα, απολύθηκα από το ΙΚΑ Τρίπολης όπου ήμουν διορισμένος σαν γιατρός για τα πολιτικά μου φρονήματα,γραφτά μου λογοκρίθηκαν από τον Φιλολογικό Όμιλο Τρίπολης,φίλοι μου καλοί όταν έμαθαν τα πολιτικά μου πιστεύω με παρακάλεσαν να μην τους ξαναεπισκεφτώ στο γραφείο τους γιατί κινδύνευαν έτσι να χάσουν τις θέσεις που είχαν στο Δημόσιο συγγενικά τους πρόσωπα, τέλος κανένας ιδιώτης ή Σύλλογος, ή Οργάνωση, ή Όμιλος κλπ ηχηρά παρόμοια, δεν μου έδειξε ότι δεν συμφωνεί με όσα συνέβησαν.
Πώς τέτιοι άνθρωποι θα ψήφιζαν άνθρωπο δημοκράτη;
Όπες έδει δείξαι.
Κυριακή 24 Ιανουαρίου 2021
ΟΙ ΦΟΙΤΗΤΕΣ ΣΤΟΥΣ ΠΟΛΙΤΙΚΟΥΣ ΓΙΑ ΤΟ ΑΣΥΛΟ
Ζητάτε να καταργηθεί το Άσυλο. Εμάς πάλι
ακούστε λόγια ποια γι αυτό το στόμα μας θα βγάλει:
Το Άσυλο τη Διαφθορά μακριά από μας κρατάει
που και τους νέους ακόμα αυτή υπηρέτες της ζητάει.
Το Άσυλο είν’ η ασπίδα μας στα αιχμηρά τα βέλη
που ίσια κατεπάνω μας ο πλουτισμός σας στέλλει.
Το Άσυλο είναι τ’ Άγια μας-είναι τα Ιερά μας
είναι τα που διασώσαμε από σας Ιδανικά μας.
Το Άσυλο ειν’ η ανάσα μας που εσείς μας τη στερείτε.
Ειν’ η Ψυχή μας που εσείς μέσα της δεν θα μπείτε.
Είναι του Ανθρώπου η μαγιά στη ζύμη την κτηνώδη.
Μες στον κοπρώδη κήπο σας τ’ άνθη είναι τα ευώδη.
Εσείς αν χάμου σέρνεστε, Αυτό είναι τα φτερά μας.
Για σας ειν’ ο εφιάλτης σας , για μας τα Όνειρά μας.
Κι αν στείλτε, όποιον άρπαγα, το Άσυλο να μας πάρει
δε θα το πάρτε-όχι-ποτέ-δε θα σας γίνει η χάρη:
τάφους θ’ ανοίξουμε βαθιούς για όποιονε θελήσει
τ’ Αστέρια απ’ τον ολόλαμπρο Ουρανό μας να τα σβήσει.
Γενείτε Φως του πρωιού που όλα ζεστά φωτίζει
και τότε το τραγούδι μας θα σας καλωσορίζει.
Γενείτε Ανάσα και Ψυχή, και Ιερά και Άγια,
γενείτε Άνθος κι Ευωδιά σε λόφου αγνού τα πλάγια-
γενείτε Όνειρο κι εσείς μες στης Ζωής το Ξύπνο
και πια θα κάτσουμε κι οι δυο μαζί στο Μέγα Δείπνο
που έχει η γης αζήτητα για όλους μας στρωμένα.
Γενείτε Ανθρώποι και τα Πριν πια όλα ξεχασμένα.
Διαλέξτε. Ή θα ‘χετε Οχτρό θανάσιμον καρσί σας
ή φίλο ένα διαλεχτόν δίπλα-κοντά-μαζί σας.
Κάντε να μην ντρεπόμαστε που έλληνες μετράμε
και πια εμείς το Άσυλο γιατί να το ζητάμε;
Άσυλο αφού ολόκληρη για όλους θα ’ναι η χώρα,
μ’ ακράτηγην απλοχεριά σ' όλους θα στέλλει δώρα.
ΕΚΠΟΜΠΗ ΠΑΠΑΔΑΚΗ ΤΗΣ 25-2-10
Οι παλιογερμανοί! Να μας δείξουν το δάχτυλο!...
Αυτό ήταν το θέμα της εκπομπής.
Και επιστρατεύτηκαν συγγενείς σφαγιασθέντων από τους γερμανούς, γιατί; Τι σχέση έχουν αυτοί με την Ορθοδάκτυλη Αφροδίτη; Καμία, έτσι, απλά, επειδή το ήθελε ο «οικογενειακώς» «δημοκράτης» «αγωνιστής» Παπαδάκης…
Μα αν οι σφαγιαστές δεν αντιδρούσαν στα γεγονότα, τότε θα έπρεπε να επικρατεί νέκρα στην Ελλάδα, τον τόπο όπου οι μισοί έλληνες έσφαζαν τους άλλους μισούς και τανάπαλιν, και μάλιστα πιο πρόσφατα από ό,τι έσφαξαν οι γερμανοί τους έλληνες.
Μήπως άραγε ήθελε ο κύριος παρουσιαστής να πει ότι οι έλληνες έχουν δόξα ενώ οι γερμανοί όχι;
Μα δόξα έχει όχι όποιος σφάζεται παρά όποιος αγωνίζεται ενάντια του υποψήφιου σφαγέα του; Δοξασμένα τα Καλάβρυτα; Δοξασμένο το Δίστομο; Τότε οι τούρκοι πρέπει να γιορτάζουν τη σφαγή των τούρκων της Τρίπολης από τον Κολοκοτρώνη. Και οι έλληνες τις σφαγές που έκαναν οι δεξιοί στους αριστερούς και οι αριστεροί στους δεξιούς στον εμφύλιο.
Να θυμόμαστε τα γεγονότα αυτά ΄και να μην αφήνουμε να ξαναγίνουν ποτέ, ναι. Όχι όπως να βαφτίζουμε δοξασμένους και ήρωες τους σφαγέντες.
Αλλά ακούστηκε κιόλας στην εκπομπή ότι φταίνε οι γερμανοί και για το ότι οι έλληνες «κακόπαθαν» κατά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο γενικότερα.
Για σκέψου! Οι «γερμαναράδες» δε σκέφτηκαν διόλου ότι θα κακοπάθαιναν οι έλληνες! Για τους λαούς των άλλων χωρών που κατάκτησαν το σκέφτηκαν άραγε; Γι αυτό οι άλλοι λαοί δεν έχουν τέτιες γελεοίες γιορτές;
Και ακόμα ειπώθηκε-και πόσα δεν άκουσα ακόμα…-ότι οι παλιογερμανοί μας αποκαλούν απατεώνες! Ποιους; Εμάς, τους έλληνες, που η τιμιότητά μας λάμπει σαν ήλιος χρυσός! Και που οι παλιογάλλοι στα λεξικά τους μεταφράουν το “greek” σαν «κλέφτης»…
Μα απατεώνας δεν είσαι εσύ πρώτα Παπαδάκη όταν ωρύεσαι κάθε μέρα πείθοντας ή προσπαθώντας να πείσεις τους έλληνες ότι τα πράγματα είναι σωστά έτσι όπως είναι και λαϊκίζεις ασύστολα δείχνοντας άθλιες περιπτώσεις ενώ ταυτόχρονα κατακεραυνώνεις εκείνους που δε φρόντισαν να μην υπάρξει η αθλιότης αυτή, τη στιγμή μάλιστα, που η στάση αυτή των υπευθύνων αυτών είναι που σου εξασφαλίζει τα πλούτη σου;
Και έδειχνες και ξανάδειχνες την Ορθοδάκτυλη Αφροδίτη…
Οι γερμανοί σε χτύπησαν (εσένα και όσους άλλους) με τα ίδια σου τα υποτιθέμενα όπλα, βάζοντάς τα και στη θέση που, για σένα, τους αρμόζει με τον τρόπο τους αυτόν.
Σου έδειξαν ότι δεν έχει καμία αξία η Τέχνη, αν αυτή χρησιμοποιείται σαν μοχλός διαφθοράς, σαν παραπέτασμα που κρύβει αθλιότητες, ή σαν κληρονομιά (!) της ανθρωπότητας(!):η Τέχνη που οι σημερινοί καπηλευτές της την μεταχειρίζονται για να εκλιπαρούν (παρόλαυτά) λίγη λύπηση από τους αγάδες της Ευρώπης.
Παπαδάκη, αν ομίζεις ότι πείθεις ότι αγαπάς την Ελλάδα όταν πυροβολείς καθέναν που λέει την αλήθεια γι αυτήν, είσαι γελασμένος. Με αυτό που κάνεις, να γλύφεις την εκάστοτε εξουσία για να πλουτίζεις, την ίδια στιγμή βυθίζεις περισσότερο στη δυστυχία στους έλληνες.
Χρησιμοποιείς την τηλεόραση για να αποβλακώνεις τους ήδη βλάκες έλληνες.
Στην συμπαντική κρίση θα λάβεις γι αυτό την τιμωρία που σου πρέπει.
(Γιάννος και Μήτρος συζητούν και τα δικά τους λένε
και μερικοί μ’ αυτά γελούν ενώ άλλοι πάλι κλαίνε.)
ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ ΚΑΙ ΒΑΤΟΠΕΔΙΟ
ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΣΥΛΛΗΨΗ ΚΑΙ ΣΧΕΔΙΟ
(Ο Μήτρακας αχάραγα σπίτι του Γιάννου πάει
και το κουδούνι δυνατά της πόρτας του χτυπάει)
-Τι θες ρε Μήτρο και χτυπάς χαράματα την πόρτα
προτού το πράσινο φανεί ακόμα από τα χόρτα;
-Γιάννο μου ξύπνα και κακό μεγάλο έχει γίνει
που ξάγρυπνον και μ’ άφησε και λύπηση μου δίνει.
-Τ’ είναι μωρέ; Για πες το μου να δω τι ιδέες πάλι
το αδειανό κατέβασε κουτό σου το κεφάλι…
-Γιάννο μου τούτη τη φορά θα δεις πως δίκιο έχω
που πριν τα ξημερώματα γοργά να σ’ έβρω τρέχω.
-Λέγε λοιπόν.
- Γιαννάκο μου όταν αυτό θα μάθεις
ίδια με μένα ταραχή κι ελόγου σου θα πάθεις.
-Λέγε μωρέ και μ’ έσκασες. Τι έγινε επί τέλους;
-Γιαννάκο να τι έγινε- έγιν’ η αρχή του τέλους
για κράτος, για κυβέρνηση, για έθνος, για πατρίδα.
-Ακούω-να δω πρωί πρωί ποια σου ‘χει στρίψει βίδα.
-Γιάννο μου ο πρωθυπουργός στο σκάνδαλο μπλεγμένος
είναι του Βατοπέδιου. Και πάει πια ο καημένος…
-Αυτό μωρέ ήρθες να μου πεις; Αυτό δεν είναι νέο.
-Χτές βράδυ εγώ το άκουσα Γιαννάκο μου, δε φταίω.
Ώστε λοιπόν ξέρεις και συ τι τρέχει στου Μαξίμου;
-Το ξέρω γιατί από χτες το πήρε το αυτί μου.
-Γιάννο μου κι έτσι αδιάφορος μπορείς και κρύος να μένεις;
-Και τάχα τι να έκανα ρε Μήτρο περιμένεις;
-Γιάννο μου ο εκλεγμένος μας πρωθυπουργός μάς κλέβει!
-Κι αυτό γιατί τον άνοα το νου σου να παιδεύει;
Ούτε ο πρώτος ειν’ αυτός ούτε ο τελευταίος.
Ή αγνοείς πως κλέβανε ασύστολα κι οι τέως;
-Η Σωτηροπούλου Γιάννο μου το ‘πε-μια δικηγόρος.
Λοιπόν μη το όλο ζήτημα το βλέπεις αδιαφόρως.
Είπε πως ο Καραμανλής διάταξε τον Ψωμιάδη
να υπογράψει τα χαρτιά χωρίς ούτε να τά ‘δει.
-Ε και λοιπόν; Θα βγάλουνε ψεύτρα τη δικηγόρο.
Μπορεί και να της δώσουνε κανα μεγάλο δώρο
και η υπόθεση εκεί μια δια παντός θα κλείσει.
Νομίζεις να τον πιάσουνε ο Καραμανλής θ’ αφήσει;
-Μα τ’ όνομά του ακούστηκε. Το είπε ο Ψωμιάδης.
-Μήτρο μου ο Κέρβερος φυλάει τα όσα κρύβει ο Άδης.
-Αυτό δεν το κατάλαβα Γιαννάκο, πέστο πάλι.
-Λέω πως ο Καραμανλής λάδι θα τηνε βγάλει.
-Μα φως φανάρι Γιάννο μου είναι πως έχει κλέψει
και ο λαός ολόκληρος το έχει αυτό πιστέψει.
-Τώρα καζάντησες! Ρε συ λαό έχει η Ελλάδα;
-Αλλά τι έχει Γιάννο μου; Τ΄ είμαστε όλοι αράδα;
-Μήτρο η Ελλάδα συρφετό κι όχι λαό ειν’ γεμάτη.
Μια μάζα ανέμυαλη, δειλή και στο μυαλό φευγάτη.
Αλλιώς θα τους καθάριζε όλους αν είχε γνώση
κι άλλους στη θέση τους, αγνούς, θα ‘χε στη χώρα δώσει.
-…Και λένε το Ρουσόπουλο γι αυτό τον είχαν διώξει…
-Τον έδιωξε ο Καραμανλής. Κι ως βλέπει το καράβι
νερά πως κάνει, κι αλλουνούς θα φάει το σκοτάδι.
Για να γλιτώσει αυτός, πολλούς Μήτρο θα «παραιτήσει»
Ποιος ένανε Καραμανλή θα τονε σταματήσει;
-Τόσο μεγάλη δύναμη έχει αυτός Γιαννάκο;
--Μήτρο η Ελλάδα έχει αυτόν και η ελιά το δάκο.
Πέντε ειν’ τα που ‘φαγε αυτός τα δισεκατομμύρια.
κι αν λέει χιλιάδες είκοσι πως έχει και δυο κτίρια
κι αν ζει «σεμνά και ταπεινά» κει πέρα στη Ραφήνα
είν’ για να κάνει εσένανε που άμυαλος είσαι Μήτρο
να λες πως δεν κρατεί αυτός του πλούτου τ’ άθλιο σκήπτρο.
Μα έχεις δεί το βλέμμα του από μάτια γουρουνίσια;
Έχεις ιδεί τα χέρια του τους λόγους του όταν βγάζει,
που τα κουνάει σαν τη στιγμή και κείνηνε ν’ αρπάζει;
Έχεις προσέξει τι πολλή προσπάθεια καταβάλλει
να δείξει ότι δίκαια θέση έχει αυτός μεγάλη;
Τον βλέπεις πόση σαν αετός που ‘χει αρπάξει αηδόνι
ασφάλεια νιώθει κι ηδονή το στόμα όταν μπουκώνει;
Και πες- καμιά μήπως φορά τον είδες να γελάει-
όχι! το δώρο που άνθρωπος κρατεί σ’ αυτόν δεν πάει.
-Γιαννάκο μου λες δηλαδή για όσα έχει κλεμμένα
πως λόγο αυτός δεν πρόκειται να δώσει σε κανένα;
Ρε Μήτρο έδωσε ποτέ λόγο σ’ ανθό το φύτρο;
Λόγο λοιπόν σε ποιον αυτός να δώσει μωρέ Μήτρο;
Ύστερα φίλε μου καλέ αν και λίγο βαρεμένε,
αφού δεν ξέρεις, άκουσε κι αυτό λοιπόν καημένε:
Ποιος, υπουργός ή βουλευτής έχει ποτέ πληρώσει
για όσα έχει ολοζωής κλεμμένα χλαπακώσει;
Μήτρο μου, εκείνοι κλέβουνε, αυτοί νομοθετούνε
αυτοί αλληλοδικάζονται-και δε θ’ αθωωθούνε;
-Και ο Ψωμιάδης Γιάννο μου σ’ αυτά τι ρόλο παίζει;
-Του ανθρώπου που όντας σίγουρος ότι γερά πατάει
ξάφνω μια πεπονόφλουδα βαδίζοντας πατάει
κι η για τον Κώστα που ’χτιζε εικόνα τόσα χρόνια
έλιωσε ως τρύπα όζοντος τ’ άλιωτα λιώνει χιόνια.
Τώρα ν’ ακούσει έχει αυτός τόσα από τον Μεγάλο
που θα φωνάζει έντρομος: «φτάνει!» και «όχι άλλο!».
Μ’ αν θ’ αρπαχτούνε δυο Νονοί, ή νύχτας είναι ή μέρας
το μεγαλύτερο απ’ τα δυο θα επιβιώσει Τέρας.
Και ο Ψωμιάδης ο πολύς με όλα τα στραβά του
πάει Μήτρο μου-τον χάνουμε-τα ‘φαγε τα ψωμιά του΄
θα τονε φάει ο χοντρός που τόσους έχει φάει
και που όλο ρεύεται, ξερνά, και πάλι όλο μασάει.
-Γιάννο μου ήρθα ο καψερός νέο ένα να σου φέρω
κι απ’ όσα ερχόντας ήξερα πιότερα τώρα ξέρω…
-Θα φύγεις Μήτρο; Ευτυχώς. Έτσι θα ξαναπέσω
τον ύπνο που μου έκοψες να τονε ξαναδέσω
και ως τις δέκα ή έντεκα μιας και Σαββάτο είναι
θα κοιμηθώ μιας κι έχω πού την κεφαλήν μου κλίναι.
-Ύπνο καλό Γιαννάκο μου και όταν θα ξυπνήσεις
αν θες να πάμε για καφέ, να μου τηλεφωνήσεις.
-Ναι βρε Μητρούση μου, γιατί, αν και λειψός λιγάκι
είσαι το πιο καλλίτερο που έχω φιλαράκι.
(Και χωριστήκανε οι δυο κι ο ένας πάει για ύπνο
ενώ ο άλλος-δυστυχώς-κοιμάται και στο ξύπνιο)
ΓΙΑΝΝΟΣ ΚΑΙ ΜΗΤΡΟΣ
(Μακεδονικά)
(Γιάννος και Μήτρος συζητούν και τα δικά τους λένε
και μερικοί μ’ αυτά γελούν ενώ άλλοι πάλι κλαίνε.)
-Γιάννο μου τον Καράογλου τον άκουσα να λέει
πως στην Αμφίπολη αφού τον τάφο έχουν βρει
η Μακεδονία αυτό θα πει πως είναι ελληνική.
-Ηλίθιος είναι Μήτρο μου, σ’ ηλίθιους μιλάει,
θέλεις να βγει κάτι σωστό από ηλίθιου στόμα;
Γιατί όπως ξέρεις σίγουρα, έξυπνος όπως είσαι,
σύμφωνα με ότι ο βλαξ αυτός είπε, αν θα βρισκόταν
στο Κάιρο, ελληνική η Αίγυπτος θα ’ταν τότε.
Αυτό δεν έλεγες και συ Μήτρο μες στο μυαλό σου;
-Αυτό! Και βέβαια αυτό! Όλοι οι έξυπνοι ανθρώποι
όπως εγώ θα σκέφτονταν. Κι όπως κι εσύ βεβαίως.
-Καταλαβαίνεις το λοιπόν πόσο ηλίθιος είναι
κάποιος που σαν τον υπουργό Καράογλου εσκέφτηκε.
-Ναι! Βέβαια κατάλαβα! Το ’πες κι εσύ πριν λίγο
ότι στους έξυπνους κι εγώ όπως κι εσύ μετράω.
-Και με την εξυπνάδα σου θα σκέφτηκες ακόμα:
«Αφού τον τάφο βρήκανε του βασιλιά του Φίλιππου,
αυτό δε φτάνει για να πουν με το φτωχό μυαλό τους
πως άλλη δε χρειάζονταν απόδειξη και ότι
ο τάφος που εβρήκανε του Φίλιππου θ’ αρκούσε
να δείξει πως ελληνική (τρομάρα τους οι βλάκες)
πέρα για πέρα η άμοιρη είναι Μακεδονία;
Ή μη ελληνικότερη θα ήταν αν βρισκόνταν
και άλλοι τάφοι επιφανών ακόμα Μακεδόνων;
Έχει η ελληνικότητα άραγε διαβαθμίσεις-
ας πούμε υπάρχει ελληνική, υπάρχει ελληνικότερη,
και γη ελληνικότατη; Και βέβαια δεν υπάρχει.
Μια γη ή είν’ ελληνική ή όχι. Διαβαθμίσεις
ούτε η βλακεία των υπουργών και του πρωθυπουργού μας
δεν έχει. Υπερθετικό βαθμό αυτή έχει μόνο.»
Έτσι ακριβώς δε σκέφτηκες Μητρούση μου-το βρήκα;
-Ναι Γιάννο μου, σα να ’σουνα μέσα ίσα στο μυαλό μου.
…Αυτό ήταν όλο ή σκέφτηκα Γιάννο και άλλο κάτι;
-Ναι. Είπες: «Μα κι αν βρίσκονταν έξαφνα τάφοι χίλιοι,
σε τι το πράγμα θ’ άλλαζε; Ποιος είπε πως τα Σκόπια
τη μακεδονικότητα της χώρας τους μετράνε
με το ποιοι τάφοι βρέθηκαν και πόσοι, στη δική τους
ή στην δική μας τη μεριά (των τόπων που ονομάζονται
Σκόπια ή Μακεδονία); Αυτοί, γιατί έχουνε μυαλό,
Μακεδονία θεωρούν όλο τον τόπο όπου
τον παλαιό εκείνο καιρό ήταν Μακεδονία,
με άλλα λόγια ότι κι εμείς λέμε Μακεδονία,
μα και τα Σκόπια φυσικά, και δίκαια επιπλέον,
αφού εκείνο τον καιρό μαζί αυτά τα δύο
ήτανε η πραγματική, βέρα Μακεδονία.
Κι έτσι, δεν πα να βρίσκουμε τάφους εμείς αράδα,
δεν πα να λέμε όσες θες Καραογλουμαλακίες,
Μακεδονία είναι μια και όλη είναι δική τους.
Κι αυτή ειν’ η σκέψη η ορθή γιατί οι σκοπιανοί ΄
έχουν Γκρουέφσι αρχηγούς και όχι Σαμαζέλους
να κοροιδεύουν το λαό με σκάρτα συμπεράσματα.»
Αυτά ακόμα είπες.
- Ναι… Γιάννο καμιά φορά
να λες εσύ τι σκέπτομαι, γιατί μα την αλήθεια
τις σκέψεις μου καλλίτερα τις λες εσύ από μένα.
Κι εγώ που νόμιζα χαζός και βλάκας ότι είμαι…
-Μητρούση μου αντίρρηση καμιά επ’ αυτού δεν έχω.
Κάτι όταν σκέφτεσαι, εδώ να έρχεσαι αμέσως
κι εγώ σα να ’μουνα εσύ τις σκέψεις σου θα λέω.
Αλλά για πες μου-σκέφτεσαι Μητρούση κάθε μέρα;
-Κι εγώ δεν ξέρω τι να πω. Πάντως, αν κάτι νέο
προκύπτει και σημαντικό-πολιτικό κυρίως-,
κάτι μες στο κεφάλι μου αρχίζει να κουνιέται
και ξέρω ότι σκέφτομαι τότε. Αλλά Γιαννάκο,
να σου ’ρχομαι καλλίτερα μία φορά τη μέρα
και συ μου λες αν σκέφτηκα και τι. Να μη χαμένη
πηγαίνει όποια σκέψη μου δε θα ’χεις συ ειπωμένη.
-Καλά Μητρούση μου, καλά. Μα ξέρε πως μπορώ
κι από μακριά αν σκέφτεσαι να ξέρω. Και γι αυτό
Μη κάθε ημέρα έρχεσαι, παρά όταν σε παίρνω
και σου ειπώ ό,τι σκέφτηκες. Τότε να μου ’ρθεις μόνο.
Τι λες;
- Γιαννάκο μου κι αυτό που μόλις τώρα είπες,
Να! Εν τιμή! Μόλις κι εγώ το σκέφτηκα πριν λίγο!
Και κάτι άλλο πριν σκεφτώ καλλίτερα να φύγω.
(Κι έφυγε ο Μήτρος σκεφτικός αλλά χωρίς να σκέφτεται
ενώ ο Γιάννος εύχονταν να μη συχνά του έρχεται)
(Μήτρος και Γιάννος συζητούν και τα δικά τους λένε
και μερικοί μ’ αυτά γελούν ενώ άλλοι πάλι κλαίνε.)
-Γιάννο μου είδες το χαμό που στην Τουρκία γίνεται;
-Το είδα Μήτρο. Μπράβο τους. Ως κι αίμα είδα χύνεται.
-Και μπράβο τους το λες αυτό; Με κοροϊδεύεις Γιάννο;..
-Είναι λεβέντες… τι άλλο θες να πω ή τι να κάνω;
-Γιάννο μου τάχα σοβαρά μιλάς ή αστειεύεσαι;
-Εγώ μιλάω σοβαρά. Αστεία συ μάλλον φέρεσαι
μ’ αυτή την αγανάκτηση που σ’ έχει πλημμυρίσει
και στάζει από πάνω σου σα χαλασμένη βρύση.
-Μα Γιάννο μου λες λεβεντιά την ανυπακοή;
-Ωχ! Αυτό ήτανε λοιπόν κι ήρθες πρωί πρωί;
Καλά το εκατάλαβα… Θεέ μου τι χρωστάω
τέτια ν’ ακούω σαν ξυπνώ πριν κάτι πιω ή φάω…
-Γιαννάκο μου για μένα λες τι στο θεό χρωστάς;..
Για μένα λες δε σ’ άφησα να πιεις κάτι ή να φας;
Μα κι αν για μένα τα ’χεις πει, Γιαννάκο μου πώς ξέρεις
τι θα σου πω, ώστε προτού τ’ ακούσεις να υποφέρεις;
-Μητρούση μου με σήκωσες κι εδώ μ’ έχεις στημένο
άπλυτον και αφάγωτον κι αγουροξυπνημένο
να με ρωτάς αν ξέρω τι ν’ ακούσω έχω από σένα…
Μα όσες βλακείες Μήτρο μου μού έχεις ειπωμένα
λεπτά αν τις είχα χάλκινα πάμπλουτος θα ’μουν τώρα.
Μα όμως Μήτρο μου καλέ μέσα σ’ αυτήν την χώρα
ο πιο καλός ο φίλος μου είσαι και δε σ’ αλλάζω
γιατί όσο και αν γύρω μου ελπίζοντας κοιτάζω
άλλον καλλίτερο άνθρωπο από σε δεν έχω βρει.
Kαι αν και από λογική δεν χαμπαρίζεις γρυ
μα ούτε δόλος μέσα σου υπάρχει ούτε κακία
και κάνει αυτό να ’ναι ανεκτή όποια κι αν λες βλακεία.
-Γιαννάκο μου σ’ ευχαριστώ για τα καλά σου λόγια.
Και αν με λες κατά καιρούς βλάκα και κουτομόγια
εγώ ούτε κάκια σου κρατώ ούτε και σου θυμώνω
γιατί αυτό από σένανε που εγώ ζητάω μόνο
το έχω πάντα-δηλαδή βήμα για να μιλάω
λέγοντας ό,τι μέσα μου αν το κρατήσω σκάω.
Είδες λοιπόν τι αμυαλιά τους τούρκους νέους δέρνει
και πώς από τη μύτη της δεμένους λες τους σέρνει
που για μια ασήμαντη αφορμή αμέσως ξεσηκώνονται
και φωνασκούν και σπάζουνε, σκοτώνουν και σκοτώνονται;
Αντί να κάθονται ήσυχα κι ωραία στη γωνιά τους
μ’ ένα τσιγάρο σέρτικο και με τη φραπεδιά τους
και να σκορπούν τα χρήματα που ο μπαμπάς τους δίνει
αυτοί τους δρόμους παίρνουνε και ότι θέλει ας γίνει.
Δεν έχουν μέσα τους ντροπή;.. Σηκώνουνε κεφάλι
στον εκλεγμένο απ’ το λαό ηγέτη… τέτοιο χάλι!
Και όλο και πληθαίνουνε μέρα με την ημέρα-
τι λέω μέρα, νύχτα πες, γιατί αυτή η χολέρα
τη νύχτα βρίσκει πιο καλά να κάνει ό,τι κάνει
να καίει καταστήματα, να λεηλατεί, να σπάνει…
κι απ’ όλα πιο χειρότερο με την αστυνομία
να πολεμάει λες κι εχθρή να είναι αυτή καμία
και όχι φίλη κι αυτουνών και καθ’ ενός πολίτη.
Και αν καμιά δεν άνοιγε από τις μάχες μύτη
θα μπόρειγαν να διορθωθούν τα πράγματα. Μα τώρα…
με τρεις λεβέντες νεαρούς στου Χάροντα τη χώρα…
Γι αυτό με βλέπεις Γιάννο μου να είμαι συγχισμένος.
Γιατί αν κι όντας έλληνας με τούρκους είμαι ξένος
μα όμως είναι γείτονες και φίλοι κι όσο να ’ναι
η γειτονιά και η φιλιά στη γη πολύ μετράνε-
αν κάτι μες στο σπίτι μας κακό κάποιο θα γίνει
πρώτοι δε θα προστρέξουνε βοήθεια μας εκείνοι;
Μα-οι άθλιοι- αντί να κάτσουνε καθένας στη γωνιά τους
και να υπακούν μ’ ευλάβεια τον όποιον άρχοντά τους,
αυτοί εξεγείρονται. Γιατί; μα όποια κι αν ειν’ η αιτία
τέτοια ποτέ δε θα ’πρεπε να κάνουν φασαρία.
Δες τους δικούς μας. Τους καλούς, συνεσταλμένους νέους
που αρκούνται στην ανάμνηση του πρωτινού των κλέους
και ό,τι και να κάνουνε ο Σαμαράς κι οι άλλοι
αυτοί σκυμμένο πάντοτε κρατούνε το κεφάλι
και το πολύ πολύ όταν δυό κάπου συναντηθούνε
τότε για την κατάσταση δυο λόγια θα ειπούνε,
κι αυτό ήτανε. Ούτε φωνές ούτε χαζά αιτήματα
ούτε συλλαλητήρια μ’ αλλόκοτα συνθήματα.
Γιατί γνωρίζουν πως αυτοί που είναι στην κυβέρνηση
και γνώση της κατάστασης έχουνε μα και θέληση
τα τόσα τα προβλήματα να λύσουνε της χώρας
που ούτε ένα τέταρτο δεν κάθονται της ώρας,
μονάχα αγωνίζονται και τρέχουνε συνέχεια
του έλληνα για να διώξουνε τη μισητή ανέχεια.
Κι αν είναι άνεργοι ε τι; Κάνουν υπομονή!
Τι θα ’βγαινε με σπάσιμο, με φλόγες και φωνή;
Και αν δεν έχουνε ψωμί ούτε κι ελιά να φάνε
αυτό θα πει πως θα ’πρεπε τα μαγαζιά να σπάνε;
Και βλέπουν και τους αρχηγούς των άλλων των κομμάτων
να βγάζουν λόγους στη Βουλή υπέρ των αδυνάτων
μα ούτε αυτοί δεν τριγυρνούν στους δρόμους σαν ρεμάλια
και ούτε και προτρέπουνε τους νέους σε τέτοια χάλια.
Και μάλιστα του ΣΎΡΙΖΑ ο πρόεδρος που έξω βγήκε
κι αν μέρος πήρε σε πορεία όποια μπροστά του εβρήκε,
μα στην Ελλάδα ούτε καν αυτός διανοείται
να θίξει τα ευ κείμενα. Και ας κατηγορείται
από οπαδούς του μερικούς πως στους Αμερικάνους
επήγε και πουλήθηκε. Κανείς αυτούς τους χάνους
δεν τους ακούει. Απλώς να! αν πήγε ως εκεί πέρα
ήταν γιατ’ ήθελε πολύ ν’ αλλάξει τον αέρα!..
Μα τόσην ώρα Γιάννο μου ασταμάτητα μιλάω
ενώ με βλέμμα με θωρείς εσύ… θα ’λεγα πράο.
Αυτό θα πει Γιαννάκο μου πως διόλου δε σ’ εξόργισα
αν κι όταν ήρθα πως αυτό θα γίνονταν ενόμισα.
Τι γνώμη έχεις Γιάννο μου; Όλα καλά δεν τα ’πα;
-Το πιο καλό είναι που ’βαλες πλέον στο στόμα τάπα.
Κι αφού ό,τ’ είχες να ειπείς, το ’πες, ε! τράβα τώρα.
Κι εγώ τα όσα έχεις πει θα τα κρατώ σα δώρα-
δώρα που η βλακεία σου, η δίχως χαλινάρι
όπου βρεθείς κι όπου σταθείς τα ρίχνει κι όποιον πάρει…
-Γιαννάκο μου σ’ ευχαριστώ το χέρι που δε σήκωσες
και πάνω στο κεφάλι μου βαρύ δεν το απίθωσες.
μα φεύγω γιατί σκιάζομαι μη τώρα που στο θύμισα
μου δώσεις μια… αν και θαρρώ πως λίγο την πεθύμησα…
-Μήτρο μου χρήση θα ’κανα της φάπας της αγίας
μα όχι σ’ έναν οπαδό- βλάκα έστω -της μη βίας
-Γιάννο μου γεια κι ευχαριστώ… τα λέμε πάλι αύριο…
-Γεια σου… αλλά να μη βιαστείς… τα λέμε και μεθαύριο…
Σάββατο 23 Ιανουαρίου 2021
Νέα Ιωνία 2010
Πώς κερδίονται καμιά φορά τα φιλιά
Γιορταστική ατμόσφαιρα. Παραμονές Χριστουγέννων. Και ωραία μέρα σήμερα είκοσι δύο του Απρίλη. Βγαίνω στο δρόμο. Περπατώ στην αγορά.
Ένας εικοσάρης νεαρός και μια δεκαοχτάχρονη δροσερή κοπέλα πλάι του βαδίζουν μπροστά μου.
Περπατώντας αντίθετα στη δική τους κατεύθυνση να και μια άλλη όμορφη κοπέλα.
Όταν βλέπονται, τρέχουν το ζευγάρι προς την κοπέλα και εκείνη προς αυτούς, σταματάνε, ανοίγουν διάπλατα τα μάτια από ευχάριστη έκπληξη, και αμέσως μετά τα χέρια σε αγκάλιασμα.
Αγκάλιασμα που γίνεται αμέσως, ενώ την ίδια στιγμή, ανάμεσα σε κραυγές χαράς, επιφωνήματα και γέλια, τα χείλη των τριών ζευγαρώνουν του ενός με του άλλου.
Και ενώ είχαν όλοι αλληλοφιληθεί, βλέπω με δική μου τώρα έκπληξη, να συνεχίζονται τα φιλήματα ανάμεσά τους, σαν με τα περίσσια φιλιά να ήθελαν να εκμηδενίσουν κάποιον μακρύ χωρισμό που δεν είχε φέρει λησμονιά.
Στο μεταξύ είχα φτάσει στο ύψος τους, όχι περπατώντας λες, αλλά κολυμπώντας σε μια θάλασσα φιλιών και έχοντας μπει κι εγώ μέσα στο κλίμα αυτό της χαράς τόσο, που ένιωθα όχι συμμέτοχός της, δικαιούχος της όμως τόσο, που μου έμοιαζε απρόσμενο και άδικο να βρίσκομαι έξω από αυτό το χαρούμενο πανηγύρι.
Με αυτά τα συναισθήματα και όταν ήμουν ακριβώς στο μάτι του ευφρόσυνου κυκλώνα στάθηκα, γύρισα προς το μέρος της παρέας και κοιτάζοντας τα κορίτσια, τους είπα γελαστά και παραπονεμένα: «Εγώ;»
Μια έκπληξη στην αρχή, ώσπου να καταλάβουν πού πήγαινε αυτό το «εγώ;»
Το ύφος μου όμως φαίνεται πως είχε πιεί νερό από την ίδια βρύση που είχε ξεδιψάσει και την ψυχή μου και η έκπληξη δεν κράτησε πάνω από ένα ανοιγόκλεισμα ματιού. Οι δυο κοπέλες όρμησαν προς εμένα και αγκαλιάζοντάς με σφιχτά η μία μετά την άλλη, μου έδωσαν από ένα σκαστό και γεμάτο φιλί.
Αμέσως ύστερα γύρισαν στα δικά τους, εγώ συνέχισα το δρόμο μου και όλα από κει και ύστερα έγιναν με την κανονική τους σειρά.