Παρασκευή 31 Μαΐου 2019

Εξακόσες.  Πέρσες, Προμηθέας, Ικέτιδες, Επτά επί, υπολογίζω πενήντα έως εξήντα άλφα πέντε το καθένα.
Ο Αγαμέμνονάς μου έχει χαθεί. Υπάρχει μόνο στη Βιβλιοθήκη Κογκρέσου με το κοπιράιτ του. Εκεί μπορείς να βρεις και τα «άπαντά» μου-ότι δεν έχει ο Πητ.
Χούμνος υπάρχει.

Πέμπτη 30 Μαΐου 2019

Γιωργία θέλω τη γνώμη σου. Θέλω να μου πεις αν θα έκανα καλά να εκδώσω και τα άλλα, σχετικά μεγάλα σε όγκο έργα μου όπως την «Ειρήνη την Αθηναία», τις τραγωδίες του Αισχύλου, τον «Ιππόλυτο» του Ευρυπίδη και τα «¨Εργα και Ημέρες» του Ησίοδου.  Την αξία τους την ξέρω, δε σε ρωτάω γι αυτό. Σε ρωτάω  για κάτι πιο προσωπικό, για το αν αξίζει να υποβληθώ στον κόπο της  έκδοσης με την γνωστή σου κατάσταση της υγείας μου, δεδομένου ότι αυτή η ταλαιπωρία μπορεί να με σκοτώσει. Δεδομένου ότι σαν ελεύθερος άνθρωπος είμαι ανοιχτός σε όλα, διαλέγω να αφήσω σε σένα την επιλογή. Ναι ή όχι λοιπόν; Και ξέρεις ότι ο θάνατος θα είναι ευπρόσδεκτος γιατί θα με απαλλάξει από τη ζωή μέσα σε μια κοινωνία τόσο ξένη για μένα, τόσο απάνθρωπη, τόσο άσκοπη. Αν σου λείπει κάποιο από τα έργα μου αυτά, ο Πήτ τα έχει όλα, ζήτησέ του το.
Απάντησέ μου γρήγορα. Για την περίπτωση θετικής απάντησής σου, έχω αρχίσει τη δουλειά με το «Επτά επί Θήβας». Μετά από τόσα χρόνια που το ξαναβλέπω το βρίσκω καταπληκτικό.
Γεια

Τετάρτη 29 Μαΐου 2019

Γιωργία ο «Καραϊσκάκης» τελείωσε. Το σκανάρισμά του και οι διορθώσεις  του εννοώ. Είναι πια στο Τυπογραφείο. Σε πέντε μέρες υπολογίζω ότι θα σου τον στείλω. Θα τον στείλω στη διεύθυνση της Δέσποινας-στην Αστόρια, να έχεις το νου σου.
Γεια

Τρίτη 28 Μαΐου 2019

Φ



ΞΑΝΑ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

Γιωργία χτες είχαμε εκλογές.
Ο Τσίπρας εξαφανίστηκε.
Ξέρεις πόσο εναντίον ήμουνα του Τσιπρα αφού διαβάζεις όσα κατά καιρούς γράφω.
 Για να συνοψίσω ενημερώνοντάς σε ταυτόχρονα στα ελληνικά πολιτικά πράγματα:
Θα έπρεπε να έχω ένα γάμμα, ένα χι και ένα κάπα μεγάλα όσο το μυαλό του ανθρώπου για να σου περιγράψω τον Τσίπρα. Το γάμμα για το Γελοίος, το χι για το Χαζοχαρούμενος, το κάπα για το Κακομοίρης.
Ένα άχερο που ο αέρας το σήκωσε για μια στιγμή και το σαβούρντισε κάτω την επόμενη στιγμή.
Ένα δημιούργημα της στιγμής, ένα ευτελές ιντερμέδιο στην ελληνικη φαρσοκωμωδία.
Διάφοροι κομπιναδόροι της πολιτικής διάλεξαν ένα κακομαθημένο βουτυρόπαιδο για μόστρα.
Το πήρανε από τις  σχολικές καταλήψεις που έκανε, με μόνο το πουκάμισο που φορούσε και το κάναν αρχηγό κόμματος. 
Οι ξένοι είδαν με καλό μάτι αυτή την κατάσταση μιας και το κακομαθημένο βουτυρόπαιδο τους έδωσε πριν «εκλεγεί» πρωθυπουργός ό,τι του ζήτησαν:
Στην Αμερική τη Μακεδονία, στην Ευρώπη τη συγκατάθεση στη βουλιμική διάθεσή της, στον Πάπα τη σιγουριά ότι δεν θα κάνει ενοχλητικές αλλαγές. 
Κι αφού οι «σύντροφοί» του και οι έξω το ξεζούμισαν, το πέταξαν σαν μια ως τη φλούδα της στιμένη λεμονόκουπα. 
Το πουκάμισο που όταν το μαμόθρεφτο ερχόταν έντυνε ένα ονειροπαρμένο ηλίθιο πλάσμα, χτες το βράδυ, ράκος το ίδιο, τύλιγε ένα άλλο ανθρώπινο ράκος, τον αξιοθρήκητο κάτοχό του. Μαζί οι δυο θα περιφέρονται για ένα μήνα ακόμα στους δρόμους ζητιανεύοντας, πριν πάει καθένα στα δικά του: το πουκάμισο σε κάποιον κάδο απορριμάτων, ο ιδιοκτήτης του στο σκουπιδοντενεκέ της Ιστορίας.
Έρχεται ο Μητσοτάκης. Και αν οι έλληνες-καττσαρίδες σιγοπέθαιναν μέσα στις αναθυμιάσεις του εντομοκτόνου του Γελοίου και κακομαθημένου βουτυρόπαιδου, τώρα θα λιώνουν κάτω από το πέλμα του νέου τους ολετήρα.
Έλληνες. Ένας βλάκας λαός. 
Αλλά ας ξαναγυρίσω στα «απομνημονεύματά» μου.
Έχω την αίσθηση ότι λέγοντας ότι γράφω τα «απομνημονεύματά» μου λέω ψέμματα.
Γιατί είναι αδυνατο, ακόμη και αν έγραφα σε όλη μου τη ζωή, να γράψω όλα όσα θυμάμαι από τη ζωή μου.
Και αν ακόμα το κατόρθωνα αυτό, πάλι θα ήμουν υπόλογος γιατί δεν θυμάμαι όλα όσα έζησα. Και τότε όλα θα ήσαν έωλα επειδή και θα έλειπαν τα «μη ενθυμούμενα», αλλά και διότι και όσα εθυμόμουν θα ήσαν λειψά, χωρίς αξία, «κουτσουρεμένα», χωρίς τις αιτίες και τα αποτελέσματά τους, που βέβαια κι αυτά θα έπρεπε να είναι στοιχεία της «μνήμης»μου, αν αυτή θα ήθελα να θεωρείται συνεπής και ολοκληρωμένη.
Αν ξεχνάω μικρά πράγματα μόνον, δεν είμαι εντούτοις και πάλι σύμφωνος με τον όρο «απομνημόνευση», επειδή μπορεί να έχει μεγάλη σημασία αν, ας πούμε,την 15-9-1956 σηκώθηκα από την καρέκλα όπου καθόμουν και κοίταξα έξω από το παράθυρο για να δω τι ήταν η αιτία ενός θόρυβου που άκουσα απέξω. Και όχι μόνον αυτό, αλλά αν δεν περιγράψω και τις σκέψεις που έκανα πριν από τον θόρυβο αυτό, και οι οποίες σταμάτησαν για να τις ακολουθήσουν άλλες, που σχετίζονταν ή όχι με την αιτία (και αυτό ζητούμενο) της διακοπής των πριν σκέψεών μου.
Από τα λίγα αυτά καταλαβαίνει καμείς πόσο κακό κάνει στη γλώσσα και στην αντικειμενικότητα, όταν γράφοντας ό,τι του κατέβει τη στιγμή της γραφής, ισχυρίζεται ότι κάνει «απομνημόμευση» της ζωής του. Και ας μη, κάποιος κουτούτσικος, μας πει πως γράφει τα «σημαντικότερα» γεγονότα, τη στιγμή που μια στιγμή από την ιστορία του, ή μία λέξη που είπε ή που δεν είπε, αυτός, ο κουτούτσικος, μπορεί να έχουν αλλάξει την ιστορία του κόσμου.
Είναι ουτοπικό να θέλει να γράψει κανείς όλες τις πράξεις και σκέψεις της ζωής του, κάτι που μόνον αυτό θα μπορούσε να ονομάσει ¨απομνημονεύματα».
 Γι αυτό και βλέπεις κάποιες φορές, γράφοντας τα δικά μου «απομνημονεύματα», να πηγαίνω από το ένα γεγονός στο άλλο, από τη μία σκέψη στην άλλη, από μια εντύπωση  σε άλλη. Μα μόνο που ξέρω τη σημασία που έχουν όσα, απέραντα σε έκταση, παραλείπω, εξιλεώνομαι κάπως στα μάτια σου για τις «στιγμές» σκέψεων, γεγονότων, καταστάσεων, που διαδέχονται η μια την άλλη, χωρίς άμεση μεταξύ τους σχέση στα γραφτά μου αυτά. Πολύ περισσότερο που ούτε το χρόνο-κυρίως αυτό- έχω, ούτε το κίνητρο, ούτε  την γνώση της σοβαρότητας κάθε τι από τα παραπάνω, που θα καθόριζε, αν-η σοβαρότης του- υπήρχε, την ενδελεχή επεξεργασία και από όλες τις πλευρές θέαση και ανάλυση του κάθε φορά έτσι θεωρούμενου θέματος των όσων, ενθυμούμενος, περιληπτικά, αποσπασματικά και πηδώντας από το ένα στο άλλο εδώ γράφω.
Αυτή τη στιγμή ας πούμε, μου ήρθε στο νου να γράψω-και το κάνω-, κάτι που από καιρού εις καιρόν θυμάμαι και λέω μέσα μου «να θυμηθώ να το γράψω κι αυτό!», το εξής: ότι η λύση του «μυστήριου» της ζωής βρίσκεται μπροστά μας ολοφάνερα λυμένο (δηλαδή δεν είναι καθόλου μυστήριο),  αλλά δεν το «βλέπουμε». Το «βλέπουμε» το εννοώ όπως όταν οι κάτοικοι της γης έβλεπαν μπροστά τους την απόδειξη της καμπυλότητας της γης (στα απομακρυνόμενα από τα λιμάνια τους καράβια), όμως κανείς δεν το «προχώρησε».
Λέω λοιπόν ότι το ίδιο συμβαίνει και με άλλα «μυστήρια»του κόσμου μας, μόνο που δεν τα «βλέπουμε».
(Και, αν θέλεις, εδώ βρίσκεται η περίπτωση της διάνοιας των μεγάλων ποιητών, που «ξέρουν»,  «νοούν», ή υποθέτουν μετά βεβαιότητος αλήθειες που οι άλλοι άνθρωποι ακόμα δεν «ξέρουν», και που τις απλώνουν στα ποιήματά τους, ποιήματα που απλωμένα σαν σταφίδα, λιάζονται μπροστά στα μάτια ανθρώπων που δεν έχουν ακόμα ούτε το σταφύλι ανακαλύψει.)
Περνάει τόσο χρονικό διάστημα από τη μια στην άλλη συνέχεια των «απομνημονευμάτων» μου, που ξεχνάω τι έχω γράψει και ίσως το ξαναγράφω.
Πάλι στην Ελλάδα λοιπόν-αυτή είναι η περίοδος της ζωής μου που αρχίω να διηγούμαι στο κεφάλαιο αυτό.
Εύκολα αυτό γράφεται μα δύσκολο είναι.
Ένας θάνατος δεκατέσσερων χρόνων έχει μεσολαβήσει. Δεν βλέπεις όσους άφησες εκεί, ουτε αυτοι σε βλέπουν. «Ξέρεις» ότι είναι «εκεί πέρα» αυτοί, και αυτοί «ξέρουν» ότι εσύ είσαι «εκεί πέρα». Μα πού είσαι; Σε ένα άγνωστο μέρος. Σαν να έχεις πάει ταξίδι στο Διάστημα. Και τι κάνεις και κάνουν εκεί που είσαι-είναι; Ιδέα δεν έχεις-έχουν. Πώς θα σου φαινόταν όταν μετά δεκατέσσερα χρόνια μετά που είχε πεθάνει, κάποιος θα ανασταινόταν;  Δεν θα ήταν ένας άγνωστος; Πώς μπορείς να δεχτείς έναν για χρόνια πεθαμένο πίσω στη ζωή σου; Αυτός γύρισε από το Άγωστο για σένα. Ιδεα δεν έχεις τι κουβαλαει μαζί του αυτός ο νεκραναστημένος. Τι έμαθε στο βασίλειο των νεκρών, τι έπαθε εκεί, τι αγάπησε, τι έπραξε, τι γνώρισε τι…τι…τι.
Ένα χάσμα ανοίγεται ανάμεσα σε κείνους που έμειναν και σε κείνον που γύρισε. Δυο μέρες λείπει από το σπίτι του κάποιος και όταν γυρίζει ήδη τον βλέπουν οι παραμείναντες με καχυποψία-ποιος ξέρει τι έκανε εκεί πέρα, τι του είπανε, τι του κάνανε, τι…τι…τι.
Δυο ξένοι συναντιούνται όταν συναντιούνται οι παραμείναντες με τον επιστρέψαντα.
Αν η γη ήτανε πλανήτης της αγάπης τότε όλα θα ήσαν όπως πριν, όσο και να λείψει κάποιος ή του λείψουν κάποιοι. Το χάσμα μόνον με αγάπη θα μπορούσε να πληρωθεί. Μα μόνο στη φαντασία υπάρχει η αγάπη. Και η φανταστική αγάπη δεν δημιουργεί, διαλύει, αποσυνθέτει, ναρκοθετεί.
Αντίθετα, το μίσος είναι το κυρίαρχο συναίσθημα των ανθρώπων πάνω στη γη, το μίσος είναι το χαρακτηριστικό γνώρισμα της γης.
Μίσος. Αυτό είναι η ζωή μας-η ουσία της, το ψωμοτύρι της, το μεδούλι της. 
Είμαι άξιος κάτοικος της μητέρας γης. Μίσησα και μισήθηκα όσο κανένας άλλος υποθέτω.
Μίσησα συγγενείς, γυναίκες, «φίλους», συναδέλφους, γνωστούς και άγνωστούς μου ανθρώπους.
Μίσησα τους ανθρώπους που δεν μου έδωσαν ό,τι ήθελα-είτε τους το ζήτησα και μου το αρνήθηκαν, καθώς και εκείνους που δεν κατάλαβαν πως κάτι ήθελα για να μου το δώσουν.
Είμαι βέρος γιος της γης, του πλανήτη του μίσους.
Γέλιο σαρκαστικό μόνο ου προξενεί η «αγάπη» ό,που και αν ακούγεται.
   Να και λίγοι παλιοί μου στίχοι σχετικά:

                      Η ΑΠΟΙΚΙΑ

Τίποτ’ απ' όσα έπλασες Θεέ δεν έχει αλλάξει.
Με τ' άγιο Μίσος σου οδηγό βαδίζει η ανθρωπότης
που το πλαισιώνουν όσα Συ έχεις σοφά διατάξει:
κακία, έχθρα, διαφθορά, υποκρισία, δολιότης.

Μισώντας πάντα εαυτούς αλλά κυρίως αλλήλους
οι άνθρωποι τρέχουν στης μικρής ζωής τον
Μαραθώνιο
που έχει και ποιότητα και διάρκεια αδήλους
και μόνο μία σιγουριά-το Μίσος το Αιώνιο.

Με «αγάπης» ρούχα ντύνοντας το μίσος που
κοχλάζει
ένας στον άλλο ρίχνονται με ζηλευτή μανία
κι ένας τον άλλο με τυφλή μανία κατασπαράζει:
είμαστε Θε μου μια πιστή του Μίσους Σου αποικία.
*
Η γνώμη μου για το θέατρο είναι ότι οι ηθοποιοί πάνω στη σκηνή πρέπει να θρηνούν. Τη μοίρα του ανθρώπου. Θρήνοι, γόοι, κοπετοί, χτυπήματα στο στήθος, και όσα κάθε λαός έχει δεχτεί σαν σημάδια θρήνου, να συμβαίνουν πάνω στη σκηνή. Ούτε λόγια άλλα, ούτε έργα θεατρικά με σενάριο. Ούτε καν έργα. Μόνον θρήνος.
*
Όλοι έχουν ίσα δικαιώματα οι άνθρωποι-δικαιώματα ατομικά, πολιτικά, κοινωνικά. Το δικαίωμα της ατομικής ιδιοκτησίας και μόνον όμως, όλες τις πανηγυρικές διακηρύξεις για την ύπαρξη, θέσπιση, υπεράσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου, τις κάνει κουρελόχαρτα. 
Και όμως, ποντάροντας στη βλακεία των ανθρώπων, πάμπλουτοι πρωθυπουργοί βλέπεις να κάθονται στην «ουρά»  μαζί με τους φτωχούς.

*
Η κόρη του σπιτονοικοκύρη μου με αποφεύγει. Από ντροπή, από σεβασμό ή από φόβο; Από όλα μαζί πιστεύω. Λέει μέσα της τι κάνει αυτός ο γέρος που δεν ακούγεται καθόλου όλη μέρα;  που ούτε τηλεόραση δε βάζει ποτέ; Τι κάνουν αυτά τα κορίτσια που μπαινοβγαίνουν στο σπίτι του άλλα κάθε φορά;

*

Η κόρη του σπιτονοικοκύρη μου φοβάται το άγνωστο. Ενώ εγώ, ο γέρος, ξέρω τι κάνει στο σπίτι της αυτή κι ας μην ακούγεται. Ξέρω γιατι πέρασα από την ηλικία της. Η άγνοια αυτή πώς θα γεφυρωθεί που για χιλιετηρίδες συντηρεί τον ρατσισμό των ηλικιών; Με «εμφυτεύσεις μνήμης» ίσως, όπως βλέπουμε στα έργα επιστημονικής φαντασίας;
*
Γιωργία στην ογδοντάχρονη ζωή μου έχω ακούσει και δει το ρήμα ερωτεύομαι να κλίνεται πολλές φορές σε διάφορες περιπτώσεις. Στη ζωή,στον κινηματογράφο, σε έντυπα.
Τον έρωτα όμως ανάμεσα σε δύο νθρώπους τον είδα μια και μόνη φορά. Που θα μου μείνει αξέχαστη. Μπροστά της κάθε άλλη περίπτωση έρωτα είναι ψεύτικη-δεν είναι έρωτας.
Βρισκόμουν στην Αθήνα λίγομετά την επιστροφή μου από την Αμερική.
Ένα απομεσήμερο μπήκα σε ένα τρόλει.
Καθώς καθόμουν, ήμουν αντιμέτωπος  με δύο-έναν άντρα και μια γυναίκα, που κάθονταν μπροστά και αριστερά μου. Λίγο ψηλότερος ο άντρας. Πανέμορφοι και οι δύο. Μελαχρινοί. Πρόσωπα καθαρά, μαλλιά μαύρα περιποιημένα χωρίς εκζήτηση. Ντυμένοι και οι δυο με καθαρά ρούχα χωρίς κάτι το ιδιαίτερο. Μου έμοιαζαν σαν μιγάδες.  Μάτια κατάμαυρα, έξυπνα και λαμπερά. Θύμιζαν φυλές κρεολές ή Μαορί, ή Μαριοκινούς-δεν τα ξέρω καλά αυτά και ούτε από τη γλώσσα που μιλούσαν κατάλαβα την προέλευσή τους.
Είπα από τη γλώσσα που μιλούσαν. Λάθος. Εκείνη δεν μίλησε καθόλου. Εκείνος δεν σταμάτησε καθόλου να μιλάει. Αυτό σε όλη τη διάρκεια του «ταξιδιού» με το τρόλει που κράτησε μισή ώρα.
Ο άντρας μιλούσε. Μιλούσε στη γυναίκα. Μιλούσε κοιτάζοντας πότε ευθεία μπροστά του και πότε στρέφοντας ελαφρά προς τα αριστερά-όπου κάθονταν η γυναίκα-το κεφάλι του, χωρίς ποτέ, ούτε για μια στιγμή, να κοιτάξει τη γυναίκα. Ο λόγος του απευθυνόταν στη γυναίκα. Και ήταν σαν να της διηγόταν κάτι που έγινε χωρίς αυτή να ήταν εκεί για να το έχει δει, ή σαν να ανέπτυσσε μία θεωρία που την εξηγούσε με απλά και κατανοητά λόγια.
Το στόμα του δεν σταμάτησε να μιλάει ούτε για να πάρει μια ανάσα. Μιλούσε αβίαστα, όχι δυνατά, χρωματίζοντας τη φωνή του και χωρίς χειρονομίες. Μιλούσε σίγουρος ότι η γυναίκα τον ακούει.
Δεν αγνοούσε τη γυναίκα, ξεκάθαρα σ’ αυτήν μιλούσε, το έδειχναν αυτό οι κινησεις του κεφαλιού του.  Ενός κεφαλιού όμορφου, υπερήφανου, που ούτε μια φορά δεν έσκυψε  για να δει τη γυναίκα.
Και η γυναίκα; Η γυναίκα τι έκανε όλη αυτή την ώρα;
Η γυναίκα λοιπόν, είχε στραμμένο το πρόσωπό της δεξιά και ελαφρά προς τα πάνω, ώστε να βλέπει τον άντρα. Και σε όλη τη διάρκεια του «ταξιδιού» δεν κίνησε το κεφάλι της καθόλου από τη θεση του εκείνη. Ούτε οι στροφές του τρόλει, ούτε οι στάσεις, ούτε το ανεβοκατέβασμα των ανθρώπων στις στάσεις , έκαναν αυτήν να μετακινήσει για μιά έστω φορά και έστω για λίγο το κεφάλι της, ούτε τον άντρα  να σταματήσει το λόγο του.
Ωραία θα μου πεις, δυο ρομπότ που έχουν κουρντιστεί σε αυτές τις στάσεις και κινήσεις.
Έτσι θα ήταν, αν δεν υπήρχε η λατρεία στο βλέμμα της γυναίκας και αν η στάση και η συμπεριφορλα του άντρα δεν έδιχνε το αρσενικό, που  σίγουρο για την επιρροή του στη γυναίκα, την αντιμετώπιζε με σεβασμό από τη μια αλλά και με φανερό το αίσθημα της κυριαρχίας επάνω της.
Η γυναίκα έτρωγε με τα ωραία, λαμπερά και ορθάνοιχνα μάτια της κάθε λέξη που έβγαινε από το στόμα του άντρα.  Όλο το είναι της σε όλη τη διαδρομή ήταν αφοσιωμένο στον άντρα. Ούτε μια φορά δεν πήρε να μάτια της από πάνω του.  Η λατρεία, ο θαυμασμός, η αφοσίωση, η προσήλωσή της σ’ αυτόν, ούτε για μια στιγμή δεν έλειψε από το πρόσωπό της.  Τον κοίταζε σαν μαγεμένη.
Ο Έρωτας σε όλο του το μεγαλείο.
Το να πέσουν στο κρεβάτι, θα ήταν ένα ασήμαντο επεισόδιο μέσα στην εποποιία που διαγραφόταν μπροστά στα έκπληκτα μάτια μου.
Στην αρχή με προσοχή τους έβλεπα, φοβούμενος μήπως φανώ αδιάκριτος. Όταν είδα όμως ότι αυτοί δεν επηρεάζονταν από την προσοχή που τους έδινα, στράφηκα στο κάθισμά μου και απόλαυσα όλο το μεγαλείο των στιγμών εκείνων.
Και καλά έκανα. Εκείνο το μισάωρο θα με έχει πάντα αιχμαλωτισμένον στη μεγαλοσύνη του.
Το έγραψα κι αυτό. 

Σάββατο 25 Μαΐου 2019

WEST L.A. 22810

Κάθε πρωί βλέπεις νεαρά κορίτσια να κυκλοφορούν κρατώντας στη μασχάλη τους ένα κομένο γυναικείο κεφάλι.
Μερικά κορίτσια το κρατούν σφιγμένο ανάμεσα πλευρών και βραχίονος, με το πρόσωπο στραμένο στα πλευρά τους. Η μύτη και το στόμα έτσι πιέζονται.
Άλλα το βάζουν στην ίδια θέση αλλά με τον κομένο λαιμό ν’ ακουμπάει στον βραχίονα και η κορυφή τιυ κρανίου στα πλευρά τους.  Τότε το πρόσωπο είναι ελεύθερο και απαραβίαστο.
Άλλα το κρατούν από τα μαλλιά ή από κάποιο αυτί.
Συνηθισμένη εικόνα στο WEST Los Angeles  22810,  Vine Street, όπου στο είκοσι δύο οχτακόσα δέκα λειτουργεί μία Σχολή Κομμωτριών, και όπου κάθε πρωί οι κοπέλες πηγαίνουν για το μάθημά τους.
ΣΤΟΧΑΣΤΙΚΟΙ

Στοχαστικοί κι αγέρωχοι στέκουμε εμείς και πράοι
Όταν το παν βυθίζεται τριγύρω μας και πλάι.
Ο ήλιος τ’ άρμα του απ’ τη γη απόμακρα οδηγεί.
Αγύριστα εστέρεψε κάθε νεροπηγή.

Η θαλασα ξεράθηκε. Το αλάτι της τυλίγει
Σαν άσπρο σάβανο τη γη-μια νεκροφόρα κλίνη
Που κουβαλεί στη φλούδα της επάνω τη ρικνή
Κουφάρια άζωα καθώς νωθρή γυρνά κι οκνή.

Α! Και η σάρκα η ρόδινη κι η ποθοσμιλεμένη
Τώρα μπροστά μας κείτεται νεκρή και σαπισμένη
Κι ως πάνω της η μνήμη μας με πάθος ασελγεί
Μηχανικά συσπάται αυτή λες νιώθει και αλγεί.

Τ’ άστρα τα λάμποντα μ’ ορμή πέφτουν απά στη γη μας
Και περγελά η όψη τους σκληρά την ποίησή μας
Γιατί όταν πλησιάζουνε μοιάζουνε σκοτεινά
Στόματα που καθένα τους λάμψη και φως πεινά.

Σ’ αυτόν το μέγα το σεισμό μον’ ο σεισμός μένει όρθιος.
Ετούτο τ’ απολείτουργο δε θ’ ακλουθήσει όρθρος.
Δε θ’ακλουθήσει ανάσταση ετούτη τη θανή
Στη σταχτη μέσα σπίθα μια δε θα ξαναφανεί.

Σ’ έρμη μια μέσα παγωνιά το άρωμα του σκίνου
Με το γλυκό μπερδεύεται κελάδημα του σπίνου
Ερωτοζευγαρώνονται και το μηδέν γεννούν
Και χάνονται και στ’ άοσμο και στ’ άλαλο γυρνούν.

Στοχαστικοί κι αγέρωχοι στέκουμε εμείς και πράοι
Όταν το παν βυθίζεται τριγύρω μας και πλάι,
Ακίνητοι ατενιζοντας τη λάβα που κυλά
Και, ερωμένη ακόρεστη, σκοτώνει ό,τι φιλά.
ΤΟ ΠΟΥΛΑΚΙ

Ένα πουλάκι ήρθε καθώς
Στο δρόμο περπατούσα
Και άφοβο εστάθηκε
Στο ρόδοπου κρατούσα.

Και λάλησε και βόγγησε
Κι έσκουξε και μιλάει
Και μέσα μου ο λόγος του
Λάβα καυτή κυλάει:

«Όπως τη μέρα τη γλυκειά
Μαύρο σκουτί τη ντύνει 
Και κάθε όμορφη στιγμή
Και κάθε ελπίδα σβήνει, 

Έτσι θα σβήσει κι ο άνθρωπος
Όταν ο γίγας όπου
Τον άνθρωπο ονειρεύεται
στο νύχτιο τ’ όνειρό του,

Ξυπνήσει. Κι αν εξύπναγε
Τώρα που εμιλούσα
Το ρόδο θα ’πεφτε στη γη
κι εγώ θε να πετούσα.

Γιατί δε θα ταν τίποτα
Πλέον να μας κρατούσε 
Όταν ξυπνούσε ο γίγαντας
και τ’ όνειρό του σβηούσε.

Κι όπως στα βάθη του ωκεανού
Βυθιέται το ατσάλι
Έτσι θα πέσουν στο μηδέν
Χωρίς ν’ ανθίσουν πάλι

Όλα τ’ ανθρώπινα. Και πια
Καθάριο θε ν’ ανθίσει
Ό,τι ο ανθρώπινος ο νους
Είχε στη γη βρωμίσει.

Άνθρωποι έφτεσ’ η ώρα σας.
Αυτό ήτανε και πάει.
Άνθρωποι έφτασ’ η ώρα σας-
Ο γίγαντας ξυπνάει.