Δευτέρα 25 Μαρτίου 2019

     ΑΓΑΠΗΜΕΝΟ

Θέλω στα ράφια μιας μικρής
φτηνής βιβλιοθήκης
καθώς στον τοίχο θ'  ακουμπά
φτενούλα κι επιμήκης,

κάποιος στην τύχη ψάχνοντας
του μέλλοντος μια μέρα
ένα βιβλίο μου να βρει
βαλμένο εκεί πέρα.

Κι αφού διαβάσει κάτι τι
και πάλι ξανακλείσει
τα κίτρινα τα φύλλα του,
θέλω να το αφήσει

όχι αδιάφορα καθώς
αφήνουν κάτι ξένο
μα με μια κίνηση στοργής
σαν κάτι αγαπημένο.
      ΤΟ  ΡΟΔΟ

Καιρόν αγαπούσα
μ`  αγάπη μεγάλη
αγόρι με μύριες
τις χάρες, τα κάλλη.

Του το  `κρυβα όμως
του το  'πε τ'  αστέρι
και να  'το  που φτάνει
τ'  αγνό μου το ταίρι.

Πηδάει το φράχτη
στον κήπο μου μπαίνει
σφιχτά μ'  αγκαλιάζει   
μαζί του με παίρνει.

Στο δρόμο αποσταίνει
μ'  αφήνει απαλά
μου πιάνει το χέρι
γλυκά μου μιλά:

"Καλή μου τι θέλεις
κι εγώ θα το κάνω! "
Του δείχνω η έρμη
στο βράχο επάνω:

"Εκείνο το ρόδο
να πας να μου φέρεις".
Κι αμέσως τον χάνω-
τι τάχος δεν ξέρεις.

Ανέβηκε, κόβει
τ'  ολόδροσο ρόδο
τρελλός στη χαρά του
μου γνέφει να το  'δω.

Κατάρα στη γνέψη
στο ρόδο κατάρα
κατάρα στην τόση
που μου  'χε λαχτάρα.

Μια πέτρα κυλάει
το πόδι γλυστρά
και πέφτει ο καλός μου
στο ρέμα βαθιά.

Τον φτάνω. Στο χέρι
το ρόδο κρατούσε
και στ'  άλικα χείλη
χαμόγελο ανθούσε.

Φιλώ του το στόμα
σφαλίζω τα μάτια
και παίρνω τα ίδια
κι εγώ μονοπάτια.
ΜΟΝΑΧΟΙ  ΤΟΥΣ
(Κομοτηνή, 1974, ομιλία Τρυπάνη με θέμα:Παλαμάς)

Ας παμε. Θα γελάσουμε πολύ.
Θα  `ναι και κείνος ο ψηλός
που του διπλώνει ο αφαλός
καθώς σε κάποιονε μιλεί
και η κοιλιά του σκύβει.

Θα ομιλήσει ο υπουργός
με θέμα  "Παλαμάς"
θα  `ναι καλά για μας
της Τέχνης ήταν λεπτουργός
νοήματα μεγάλα κρύβει.

Φουστάνια καλά θα φορέσουν
μετά την μπουγάδα οι κυρίες
(δε χάνουνε ευκαιρίες)
από τη βέρα θα πονέσουν
τα πρησμένα τους χέρια.

Οι ορισμένοι αξιωματικοί
τελευταίοι θα φτάσουν
και μπροστά θα κάτσουν
γίγαντες μικρονοϊκοί
με τα χοντρά τους ταίρια.

Μα πολύ θα κάνουμε χάζι
όσους μονάχοι τους πάνε
και γύρω τους κοιτάνε
με ντροπή και με νάζι
κάποιον γνωστό να χαιρετίσουν.

Όμως άγνωστοι καθώς είναι
γιατί αυτά δεν τ`  αντέχουν
και οι καημένοι δεν έχουν
πού την κεφαλήν κλίναι,
μοναχοί τους κι εδώ θα καθήσουν.
          ΠΡΑΒΙ

Τέσσερους μήνες έχω εδώ
τέσσερους μαύρους μήνες.
Μακριά  'πο χάδι και φιλί
κι από αγκαλιά και φίλο.

Σκελετωμένα χέρια-άσαρκο κορμί
ώρες βαριές-πικρό ψωμί
στον τόπο αυτό τον έρημο
στον τόπο αυτό τον ξένο
που χάνεται η προσευχή
πριν φτάσει στο Θεό
που ο Διάβολος τον ρήμαξε
με τ'  αγκαλιάσματά του-
με τα φριχτά του χέρια-
στον τόπο αυτό τον έρημο
στον τόπο αυτό τον ξένο
τέσσερους μήνες έχω εδώ
τέσσερους μαύρους μήνες..
        ΣΠΙΘΑ

Έχω ένα σκυλί.
Μες στον κόσμο αυτό
τον εχθρό και το σάπιο
έχω κάποιον.

Σα με δει κουνά
χαρωπά
την ουρά του.

Αν φανεί ντορής
ρίχνει ευθύς
τ’ αυτιά κάτου.

Κότα ή πουλί
σε βολή
δεν αφήνει

κι "έλα!" σαν του πω
τρέχει εδώ
με βιασύνη.

Βόλτα όταν πεζοί
οι δυο μαζί
κάπου πάμε

γλώσσα ίδια μια
μοναχά
δεν μιλάμε.

Μα αίσθησες και νους
με κοινούς
ρυθμούς τρέχουν

κι ούτε μια στιγμή
βαρετή
τα δυο έχουν.

Έχω ένα σκυλί.
Μες στον κόσμο αυτόν
τον εχθρό κι το σάπιον
έχω κάποιον.
ΣΤΟΝ ΑΛΛΟ  ΠΟΛΟ

Οι άνθρωποι πιάνουν τη ζωή και τη σκαλίζουνε
και τη διϋλίζουνε... την κοσκινίζουνε... την αναλύουν...
και βρίσκουν μέσα της μονάχα πίτουρα
και περιττώματα
και σάπια φλούδια.

Ύστερα
λίγο έκπληκτοι, όμως αποφασιστικά
παίρνουν απ’ το μπακάλικο χρυσές μπογιές κι αρώματα
και με πολλή πολλή επιμέλεια
ντύνουν τα πίτουρα χρυσάφι κι ευωδιές τη βρώμα.
Ας ειν’ καλά.  Σ’ ένα μασκάρεμα καθώς αυτό
οι ανεύθυνοι αρέσκονται-ο κόσμος όλος.

Ομως τ’ Ωραίο
το Ιδανικό
το Αληθινό
το Απροσποίητο
βρίσκεται-απροσπέλαστο γι αυτούς-
στον άλλο πόλο.
Η ΚΥΟΦΟΡΟΣ

Γι αυτήν
ξαφνικά όλα πιο μεστά είναι. Το Αϊδιο
όρμησε μέσα της
σφιχτά κρατώντας όλα τα πρόσκαιρα
στα νοητά του χέρια και προετοιμαζόμενο
γι άλλη μια φορά
τις βαριές του ν' ανοίξει κουρτίνες.

Κολυμπώντας στο αίμα
και σε βελούδινους πάνω κροσσούς κοιμώντας
θα ενοικήσει εκεί
ώσπου σε μία γνώριμη να δεθεί μορφή-
που κιόλας απ' τους έξω είναι αναμενόμενη-
γνώριμη τόσο που προτού
με όλες τις ιδιοτυπίες της φανεί
καλυπτήρια έκτυπα του σώματος και των μελών της
η κυοφόρος ετοιμάζει.

Και από τα μέσα της μαστορέματα ζάλη μόνο
από την Αντίθετη Πορεία θα νιώθει
και θα εμέσσει από το Αδιαχώρητο
που κι αυτά όμως
λέγοντας απλά "είμαι έγκυος"
σαν δήθεν επαϊουσα
θ' αντιπερνά.