Παρασκευή 7 Δεκεμβρίου 2018

              ΝΑ  ΠΙΩ

Ολάνθιστος ήμουν και μ'  έχεις ξεράνει.
Μου έχεις χτυπήματα δώσει σωρό
που αν ήθελα  αρχίσει εδώ να ιστορώ
μεγάλου βιβλίου ο χώρος δε φτάνει.

Μετά τάχα πού από δω θα με στείλεις;
Θα πάω όπου να  ’ναι-θα κάνω ό, τι πεις
τα σύνορα εγώ θα διαβώ της Ντροπής,
το ρόπτρο θα κρούσω της Άθλιας -ύλης.

Αλλά δε θ'  ακούσεις ποτέ παρακάλιο
να βγάλω απ'  τα χείλια ή λόγον πικρό.
φαρμάκι ή μεγάλο να πιω ή μικρό
μου δώσεις, θα τό  'πιω  με ύφος νηφάλιο.

Και όταν στο τέλος θα βγω νικητής
σε όσα μου έχεις γραφτό να τραβήξω
λιθάρι αναθέματος ζωή θα σου ρίξω
κι εγώ θα  'μαι τότε δικός σου κριτής.
ΜΕ  ΤΗΝ  ΠΟΙΗΣΗ

Δεν είναι για να δρέψω δάφνης φύλλα
που ατέλειωτα μαυρίζω άσπρα φύλλα.
Για να  'χω λίγο φως μέσα στον Άδη
τρυπίτσες μόνο ανοίγω στο σκοτάδι.

Αν λίγο με την ποίηση ασχολούμαι
δεν είναι ποιητή για να με πούνε-
μ'  αυτά τα ποιηματάκια όπου γράφω
αλλάζω μόνο θέση μες στον τάφο.
         ΠΑΙΔΟΥΛΑ

Τριγυριστή τριγυριστή παιδούλα
τη φούστα σου μάσε γιατί
καθώς σε θωρεί νοστιμούλα
αγόρι μεστό την πατεί

κι αν τρέξεις η φούστα θα πέσει
και τότε-πω πω τι ντροπή!-
γυμνούλια  'πο κατω  απ'  τη μέση
κοιλίτσες, μπουτάκια, ποποί...

Τριγυριστή τριγυριστή παιδούλα
την άγουρη τότε αρετή
που φέγγει αχνά σαν αυγούλα
με τι θα την κρύψεις-με τι;
       ΓΙΑ  ΟΣΑ  ΕΘΑΨΑ

Στοχαστικοί κι ασπαίροντες
όταν κοντά στο τζάκι
οι άλλοι θα στέκουν γέροντες
κι απ'  το πηχτό φαρμάκι

τις τελευταίες θα πίνουνε
και πιο πικρές γουλιές του,
ενώ απαλά θα κλείνουνε
ενός βίου καταμέστου

από χαράς πλανέματα
την κουρασμένη αυλαία,
τα γηραλέα τους βλέμματα
έστω και νυσταλέα

πάω θα ξεκουράζονται
σε κάτι μαραμένα
λουλούδια, ή θ' αναπαύωνται
πάνω σ'  αγαπημένα

κιτρινισμένα γράμματα
που γράφτηκαν πριν χρόνια-
στα χρόνια που τα θάματα
μοιάζαν πως θα ’ναι  αιώνια.

Ενώ λοιπόν θα νήχωνται
οι άλλοι μες στις μνήμες
πλάι σ΄ εμέ θα βρίσκονται
μονάχα κάτι ρίμες

να λεν για όσα έθαψα
στα μαύρα τους κατώγια
γράμματα που δεν έγραψα
και που δεν είπα λόγια.
               ΟΥΤΕ  ΔΩΡΟ

Τόσο ανάξιος έμπορος ήμουν εγώ λοιπόν
που δεν επάτησε ποτέ κανείς στο μαγαζί μου
και το μεγάλο απόθεμα των τόσων υλικών
ακόμα ακέριο κι άθικτο μένει στην κατοχή μου.

Τόσο αδέξια ήτανε η δική μου τακτική
και τόσο διέφερε πολύ από αυτήν των άλλων
που όλοι προτιμούσανε και πήγαιναν εκεί
και αδιστάκτως μάλιστα και αυθορμήτως μάλλον.

Τόσο δεν έστερξε κενείς κοντά μου να βρεθεί
στο χώρο που είχα όλη μου απλώσει την πραμάτεια
κι όταν την άπλωσα ήμουνα σαν λούλουδο που ανθεί
και τώρα βάζο αλάβαστρο που κείτεται κομμάτια.

Και τώρα που αποφάσισα να δώσω δωρεάν
τα πλούτη που αδιάθετα μου πιάνουνε το χώρο
στο κάλεσμά μου οι άνθρωποι φεύγουνε ως εάν
από εμέ δε θέλουνε να πάρουν ούτε δώρο.
                 ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΑ

Θερμόμετρα- κουβέρτες-σκωραμίδες
θλιμμένα απογέματα-ανία
φαϊ με ζυγισμένες τις μερίδες
αέρας πνιγηρός-νοσοκομεία...

Νυχτιές μοναχικές-ξενυχτισμένες
χλωμούλες αδελφές-μονοτονία
φιλίες αλλοπρόσαλλες, σαν ξένες
ενέσεις-σεταβλόν-νοσοκομεία...
   Ο  ΑΝΤΡΑΣ  ΠΡΕΠΕΙ  ΝΑ  ΖΕΙ

Ο άντρας πρέπει να ζει-πάει να πει
πρέπει να  'χει μια γυναίκα.

Ο άντρας πρέπει να προσεύχεται-πάει να πει
πρέπει
μια φορά την ημέρα
να οσφραίνεται γυναικείο άρωμα.

Ο άντρας πρέπει να υποψιάζεται την Πρώτη Αιτία-
πάει να πει πρέπει ν'  ακούει
μια γυναικεία φωνή να του λέει:
"πού πας;"
ή, ας πούμε: "άργησες απόψε".

Ο άντρας πρέπει από καιρό σε καιρό
να νιώθει πως υπάρχει-πάει να πει
να βλέπει κρεμασμένα γυναικεία ρούχα
στην κρεμάστρα του χολ.

Ο άντρας πρέπει κάθε τόσο
να ψηλαφάει ένα κορμί
αλλιώτικο απ’  το δικό του-
αλλιώς και τι να το  'κανε το χέρι.