Κυριακή 5 Απριλίου 2026

 ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΚΥΡΙΑΚΗΣ Ζ΄ ΛΟΥΚΑ ΕΤΟΥΣ 2015 (Λουκ. η΄ 41-56)
41 καὶ ἰδοὺ ἦλθεν ἀνὴρ ᾧ ὄνομα Λαός, καὶ αὐτὸς εργάτης της γης ὑπῆρχε· καὶ πεσὼν παρὰ τοὺς πόδας τοῦ Τσίπρα του αποκαλούμενου Χαζοχαρούμενου,  παρεκάλει αὐτὸν εἰσελθεῖν εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ, 42 ὅτι θυγάτηρ μονογενὴς ἦν αὐτῷ ονόματι Ελλάς, ὡς ἐτῶν εκατόν εννενήκοντα και τριών, καὶ αὕτη ἀπέθνησκεν. ᾿Εν δὲ τῷ ὑπάγειν αὐτὸν οἱ ὄχλοι συνέπνιγον αὐτόν. 43 καὶ γυνὴ ονόματι Δημοκρατία οὖσα ἐν ρύσει αἵματος εκ γενετής, ἥτις πολιτικοίς προσαναλώσασα ὅλον τὸν βίον οὐκ ἴσχυσεν ὑπ᾿ οὐδενὸς θεραπευθῆναι, 44 προσελθοῦσα ὄπισθεν ἥψατο τοῦ κρασπέδου τοῦ ἱματίου αὐτοῦ, καὶ παραχρῆμα ἔστη ἡ ρύσις τοῦ αἵματος αὐτῆς. 45 καὶ εἶπεν ὁ Τσίπρας ο επονομαζόμενος Χαζοχαρούμενος· τίς ὁ ἁψάμενός μου; ἀρνουμένων δὲ πάντων εἶπεν ὁ Σταθάκης καὶ οἱ σὺν αὐτῷ· αρχηγέ, οἱ ὄχλοι συνέχουσί σε καὶ ἀποθλίβουσι, καὶ λέγεις τίς ὁ ἁψάμενός μου; 46 ὁ δὲ Τσίπρας ο αποκαλούμενος Χαζοχαρούμενος εἶπεν· ἥψατό μού τις· ἐγὼ γὰρ ἔγνων δύναμιν ἐξελθοῦσαν ἀπ᾿ ἐμοῦ. 47 ἰδοῦσα δὲ ἡ Δημοκρατία ὅτι οὐκ ἔλαθε, τρέμουσα ἦλθε καὶ προσπεσοῦσα αὐτῷ δι᾿ ἣν αἰτίαν ἥψατο αὐτοῦ ἀπήγγειλεν αὐτῷ ἐνώπιον παντὸς τοῦ πλήθους, καὶ ὡς ἰάθη παραχρῆμα. 48 ὁ δὲ Τσίπρας ο επονομαζόμενος Χαζοχαρούμενος, εἶπεν αὐτῇ· θάρσει, θύγατερ, ἡ πίστις σου σέσωκέ σε· πορεύου εἰς εἰρήνην. 49 ῎Ετι αὐτοῦ λαλοῦντος ἔρχεταί τις παρὰ τοῦ εργάτου γης λέγων αὐτῷ ὅτι τέθνηκεν ἡ Ελλας η θυγάτηρ σου· μὴ σκύλλε τὸν αρχηγόν. 50 ὁ δὲ Τσίπρας, ο επομοναζόμενος Χαζοχαρούμενος, ἀκούσας ἀπεκρίθη αὐτῷ λέγων· μὴ φοβοῦ· μόνον πίστευε, καὶ σωθήσεται. 51 ἐλθὼν δὲ εἰς τὴν οἰκίαν οὐκ ἀφῆκεν εἰσελθεῖν οὐδένα εἰ μὴ Σταθάκην καὶ Δραγατσάκην καὶ Λαφαζάνην καὶ τὸν πατέρα τῆς παιδὸς καὶ τὴν μητέρα 52 ἔκλαιον δὲ πάντες καὶ ἐκόπτοντο αὐτήν. ὁ δὲ εἶπε· μὴ κλαίετε· οὐκ ἀπέθανεν, ἀλλὰ καθεύδει. 53 καὶ κατεγέλων αὐτοῦ, εἰδότες ὅτι ἀπέθανεν. 54 αὐτὸς δὲ ἐκβαλὼν ἔξω πάντας καὶ κρατήσας τῆς χειρὸς αὐτῆς ἐφώνησε λέγων· Ελλάς, ἐγείρου. 55 καὶ ἐπέστρεψε τὸ πνεῦμα αὐτῆς, καὶ ἀνέστη παραχρῆμα, καὶ διέταξεν αὐτῇ δοθῆναι φαγεῖν ότι ένεκεν Κρίσεως επί εξαετίαν άσιτος ήν. 56 καὶ ἐξέστησαν οἱ γονεῖς αὐτής.

 ΟΤΑΝ

Όταν
στον τελειωμό της μάχης της μεγάλης
του γυρισμού τον δρόμο παίρνεις νικημένος
κι ακούς ακόμα να ηχούνε καθαρές
του νικητή σου οι χαρούμενες ιαχές
κι η κόλαση ξεχύνεται ξοπίσω σου και μπρος σου φοβερή…
τότε
δεν ωφελεί παράδεισους να σκέφτεσαι.
Για φαντασιώσεις πια καιρός δεν είναι.

Τα βήματά σου σύρε και βολέψου
όπως μπορείς σε μια γωνιά
και τυχερός πολύ να θεωρείσαι
που εκεί σ’ αφήνουνε να μείνεις.

Για δίκαιο μη μιλήσεις.
Για δόλον του εχθρού ή ατιμίαν του στη μάχη.
Τα τέτοια σβήστα από τη σκέψη σου τελείως
και από τώρα ήσυχα να ζεις και μετρημένα
με προσοχήν προσέχοντας μεγάλην
μη κάτι που θα κάνεις ή θα πεις
τόνε θυμώσει τον εχθρόν που νικητής εμπήκε στη ζωή σου.

Και ξέρεις δα οι νικητές τι εύκολα θυμώνουν.

Σάββατο 4 Απριλίου 2026

 Η ΚΑΤΑΔΙΚΗ

-Πώς λέγεται ο πελάτης σας;
-Ιησούς.
-Κι ο τόπος του καταγωγής;
-Η Ναζαρέτ.
-Τ' όνομα του πατέρα του;
-Ιωσήφ.
-Και επαγγέλεται;
-Ποιητής.

-Κύριε Ιησού λυπούμαι-θα σας διώξουμε. Δε θέλουμε ποιητές.
Έχουνε τόσο διάφορες συνήθειες από μας...
Καλά είμαστε τακτοποιημένοι
με τα εργοστάσια...
με τα όπλα...
με τις μηχανές μας...
Κύριε Ιησού λυπούμαι-θα σας διώξουμε. Δε θέλουμε ποιητές.
Έχετε τόσα εναντίον σας...
Θέλετε ν' αγαπάει ένας τον άλλο.
Πώς θ' αγαπήσω κάποιον
που θέλει να μου πάρει τα λεφτά
(αλήθεια επισκεφτήκατε ποτέ σας ψυχολόγο);
Ακόμα λέτε...για να δω...
Α! Ναι! Μακάριοι οι πτωχοί...
με συγχωρείτε που γελώ-
συνήθως ξέρετε είμαστ' ευγενέστατοι εδώ..

Κύριε Ιησού λυπούμαι-θα σας διώξουμε.. Δε θέλουμε ποιητές.
Πάρτε τον!
Ο στρατιώτης
θα σας διαβάσει τα δικαιώματά σας-
σε μας
και οι φυλακισμένοι έχουν, κύριε, δικαιώματα.
Πηγαίνετε.
Περνώντας από τη Γεθσημανή μπορείτε αν θέλετε
να κάνετ' ένα τηλεφώνημα. 

Δε θέλουμε ποιητές.

   Η ΑΝΑΣΤΑΣΗ 

«Εγώ! 
Η πέτρα! 
Η ταφόπετρα! 

Εγώ!
Φωτιάς δισέγγονο! 
Βουνού αγγόνι! 
Εργατιάς παιδί! 

Εγώ! 
Η αειπαγής! 
Η δύσρηκτος! 

Τ' ήταν αυτό που μου 'γινε;.. 

Εγώ που ο σεισμός τρεις μέρες πριν ούτε που μ' έσεισε... 
Εγώ που ως και τον θάνατο τον φυλακίζω... 
Εγώ! 
Το σύνορο φωτός και σκότους! 
Που δέκα ρωμαλέοι ρωμαίοι στρατιώτες 
για να με σείσουν συνερύουν... 

Εγώ!
ξάφνου, 
κι ενώ εκλειούσα έναν Ναζωραίο,
έτσι, 
χωρίς να το θελήσω, 
δίχως ν' αφεθώ, 
βρέθηκα απ' το 'να μέρος στ' άλλο στη στιγμή, 
αφήνοντας ολάνοιχτο τον τάφο!..

Σα να 'μουν πούπουλο σου λέω... 
ή σαν αέρας...
κι ούτε...»

                          -----

 ΧΡΙΣΤΟΣ
ή
Η ΜΕΓΑΛΗ ΝΥΧΤΑ

Τo σπίτι της Μαρίας της Μαγδαληνής. Η Μαρία γνέθει στο φως του λυχναριού. Είναι σκεφτική. Μέσα σε ένα ανθοδοχείο κόκκινα τριαντάφυλλα. Μακρινά αλυχτίσματα σκύλων. Βήματα στην αυλή. Η Μαρία κοιτάζει προς την πόρτα. Η πόρτα ανοίγει και μπαίνει ο Χριστός. Ξαναμμένος, τα μάτια του λάμπουν. Κάθεται σ’ ένα σκαμνί ακουμπώντας την πλάτη του στον τοίχο.

ΧΡΙΣΤΟΣ
Δώσε μου λίγο γερό... ήτανε μια δύσκολη μέρα...

(Η Μαρία του φέρνει ένα κύπελλο με νερό. Εκείνος
πίνει. Σηκώνεται. Δίνει το κύπελλο στη
Μαρία. Βλέπει για λίγο έξω από το παράθυρο στο
σκοτάδι. Κάθεται. Η Μαρία στέκει όρθια κρατώντας το
κύπελλο στα χέρια της ενώ ο Χριστός μιλάει)

Ήρθανε να με πιάσουν.
Τους ξέφυγα.
Ήμουνα στο δάσος με τις ελιές-ξέρεις...
Απόψε τα φύλλα της ελιάς μοιάζανε λόγχες.
Ένα δροσερό αγεράκι ρίπιζε την ψυχή.  
Τ’ αστέρια είχαν πυκνώσει στον ουρανό κι εκείνος
έμοιαζε στην ποδιά σου, εκείνην που σου χάρισα πέρσι το Πάσχα. 
Ήταν όλα ήσυχα.
Τίποτα δεν ακουγόταν.
Ξάφνου κάτι έσπασε κάτω από τα πόδια μου βγάζοντας μια μικρή ξέψυχη κραυγή.
Πάλι μπορεί να μην ήτανε και κραυγή, μπορεί κάποιο κλαδί να έσπασε.
Τρόμαξα.
Ο Πέτρος και οι άλλοι είχαν αποκοιμηθεί.
Δεν τους ξύπνησα-τι να τους έκανα.-η απόφαση ήτανε δική μου.
Και κείνη η ελιά η τρίκορμη, θυμάσαι; μια οικογένεια ξύλινη: άντρας, γυναίκα, παιδί.
Και το φεγγάρι στον ουρανό σαν αρραβωνιαστικός της γης, ζητώντας όπως κάθε βράδυ τη συντροφιά της.
Και ακόμα εκείνη η μικρή κραυγή να τρυπάει τ' αυτιά μου...
Δεν ξέρω γιατί, στο μυαλό μου ήρθε μια κότα που είχαμε όταν ήμουνα μικρός. 
Δεν είχε καθόλου πούπουλα στο λαιμό της και αυτός έμοιαζε με
κόκκινο σκουλήκι που άρχιζε από ένα κορμί και τελείωνε σ’ ένα κεφάλι.
Κάθε βράδυ η μητέρα την έπιανε και κρατώντας την ακίνητη πάνω στον κόρφο της την έψαχνε για να δει αν θα γεννούσε την επόμενη μέρα.
Κάθε φορά που η μητέρα την έψαχνε για αυγό, εκείνη έβγαζε μια μικρή κραυγή. Εκείνη την κραυγή μου θύμισε αυτός ο ήχος κάτω
από τα πόδια μου.
Ύστερα, όπως οι εικόνες έρχονται στο μυαλό σαν κρίκοι μιας αλυσίδας που παίζοντάς τηνε στο χέρι σταματάς κάθε τόσο και τήνε κοιτάζεις, έτσι ήρθε και η εικόνα του δείπνου, όταν τρώγαμε αυτή την κότα.
Την έσφαξε ο πατέρας όταν δεν γεννούσε πια.
Διάλεξα να φάω τον λαιμό της.
Ήθελα να τον νιώσω να σπάζει ανάμεσα στα δόντια μου.
Ήθελα να νοιώσω την ουσία του, να βρω την πηγή όλων εκείνων των κραυγών που είχαν σημαδέψει τόσες παιδικές βραδιές μου.
Μέθυσα τη μέρα εκείνη.
Δεν ξέρω αν ήτανε από το κρασί που για πρώτη φορά εκείνη την ημέρα δοκίμασα ή αν ήτανε από τη ζάλη που μου έφερε η σκέψη ότι έκανα δικόν μου, μαζί με το μυστικό που έκλεινε μέσα του, τον λαιμό εκείνον.

Κάτω στον κάμπο, μακριά, φάνηκαν οι πυρσοί του ρωμαϊκού αποσπάσματος.
Ήξερα πως θα ’ρχονταν.
Ένιωσα την ανάγκη να προσευχηθώ.
Προχώρησα προς την πέτρα.
Η ψύχρα του βραδιού με περόνιασε.
Ο νους μου πέταξε στα χρόνια που μαθήτεψα κοντά στους δασκάλους. 
Χρόνια και χρόνια μελέτης ώσπου να 'ρθει ο καιρός να κατέβω και να διδάξω.
Ύστερα η γνωριμία μας. Στα Μάγδαλα. Στη λίμνη.
Τα μάτια σου ήτανε μεγαλύτερά της.
Θυμήθηκα την Αίγυπτο. Όλα τα θυμάμαι. 
Τον πηγαιμό μας εκεί, με τη μητέρα και μένα πάνω σ' ένα γαϊδουράκι που ο πατέρας τραβούσε μ' ένα σκοινί.
Και θυμάμαι περιστατικά από τη ζωή μας στην Αίγυπτο.
Ο πατέρας λέει πως δεν είναι δυνατό να θυμάμαι τόσο μικρός που ήμουνα.
Όμως εγώ τα θυμάμαι όλα σα να τα βλέπω τώρα. 
Η Αίγυπτος! To καταφύγι της φυλής μας σε κάθε μας δυσκολία!
Παιδί σαν ήμουν, έβλεπα κι άκουγα ανθρώπους να κουβεντιάζουνε με τον πατέρα. Όλοι είχαν κάπως να κάνουν με την Αίγυπτο. Άλλοι περαστικοί από κει, άλλοι πηγαιμένοι εκεί για να κρυφτούν, άλλοι έχοντας εκεί συγγενείς...
Όταν δεν κινδυνεύαμε πια, μετά από χρόνια, ξαναγυρίσαμε στη Ναζαρέτ. 
Στο ξυλουργείο του πατέρα μπαινόβγαιναν
άνθρωποι που θέλανε να διώξουνε τους ρωμαίους.
"Να λευτερωθούμε!", μου ’λεγε ο πατέρας κοιτάζοντάς με μέ τα σοβαρά του μάτια.
"Να μάθεις να ρίχνεις γρήγορα το τόξο και να πετάς το
κοντάρι", μου ’λεγε. «Να πολεμήσεις και συ για τη
λευτεριά μας! Λευτεριά-αυτό είναι η σωτηρία του ανθρώπου-λευτεριά!"
Πήγαινα μαζί του στο λιβάδι κάθε που πήγαινε να
συναντήσει κάποιον.
Καθόμασταν πολλές φορές και τρώγαμε κάτω από
τα δέντρα, ανάμεσα σε χόρτα ευωδιαστά και
λουλούδια πολύχρωμα.
Μαζί του γνώρισα τον κόσμο. Μαζί του γνώρισα το
χρέος μου: λευτεριά!

Όταν ο πατέρας μιλούσε με τους άλλους δεν μ'
άφηνε να βρίσκομαι κοντά τους.
Τότε έβγαινα από τη σκηνή και περιδιάβαζα στους γύρω λόφους. 
Κοίταζα τα δέντρα. Έπαιρνα να βλέπω με επιμονή ένα σημείο του κορμού τους. Το κοίταζα για ώρα. Σιγά σιγά εκείνο γινότανε μια πόρτα που από κείνην μπαίνοντας η ματιά μου μέσα στο δέντρο, το γνώριζε oλόκληρο από τις ρίζες ως τ’ ακρόφυλλά του.
Άλλες φορές από το μίσχο μιας πόας έμπαινα μέσα στη γη και αντάμωνα τις φλέβες του νερού και του σίδερου. 

To βράδυ που πιάσανε τον πατέρα εγώ κοιμόμουν στον διπλανό λόφο.
Θυμάμαι το όνειρο που είδα εκείνη τη νύχτα.
Βρέθηκα μέσα σ’ ένα σύννεφο. Και το σύννεφο λέει εκείνο ήτανε ο θεός. Και δεν μπορούσα ν’ αναπνεύσω μέσα του. Και πάσκιζα να ξεφύγω. Έκανα δεξιά, τίποτα. Έκανα προς τ’ αριστερά, τίποτα. Ό,τι και να έκανα βρισκόμουν πάντοτε μέσα στην καρδιά του σύννεφου. Και θα εχανόμoυνα γιατί δεν είχα τι άλλο να κάνω για να γλιτώσω. Και όταν νόμιζα πως ανάπνεα για τελευταία φορά, είπα: "Σύννεφο δεν υπάρχει". Και τo σύννεφο διαλύθηκε αμέσως. 

Κοίταξα πίσω μου. Τα φώτα πλησίαζαν. 
Περπατώντας είχα φτάσει στην πέτρα, προσευχητήριό μου και ερωτική μας κλίνη. 
Με έβλεπε ακίνητη, αμίλητη, ανέκφραστη, απαθής, σίγουρη για όλα. Σε λίγο οι στρατιώτες θα ήταν εκεί. Ο Ιούδας θα τους οδηγούσε και θα μ’ έπιαναν. Και θάνατος με περίμενε ύστερα χωρίς αμφιβολία. 

Έβλεπα κιόλας τον εαυτό μου πάνω στο σταυρό.
Να προσευχηθώ! Να προσευχηθώ και να ζητήσω από το θεό να διώξει τους στρατιώτες. Να μη με πιάσουν! Να μη με σταυρώσουν! Να μην πεθάνω!..
Κάποιο πουλί ξεπετάχτηκε αλαφιασμένο και χύμηξε μες από ένα φύλλωμα έξω. To τρόμαξα εγώ ή είχε δει κάποιον εφιάλτη; Χτύπησε πάνω στον κορμό της διπλανής ελιάς-έπεσε. Πλήρωσε για την αμυαλιά του να πετάξει τη νύχτα. 
Κι εγώ, είπα, ένα τέτοιο ανόητο πουλί είμαι που ποιος ξέρει τι βήματα ακούει κι αλαφιάζεται και πετάει μέσα στη νύχτα. 
Και θα πληρώσω γιατί χαλάω την τάξη και την ηρεμία του κόσμου. 
 
Άφηνα τους στρατιώτες να πλησιάζουν.
Ήμουν ακόμα αναποφάσιστος: έπρεπε να μείνω και να πιαστώ ή να φύγω για να γλιτώσω; Μια φωνή μέσα μου έλεγε: "μείνε!" και μιαν άλλη μου ’λεγε: «φύγε!» Η δεύτερη ήταν η δική σου. 

Α! Η ιδέα από το φως όταν έμπαινε από τον ανοιχτό φεγγίτη της πόρτας, στο σπίτι, στη Ναζαρέτ, πριν ακόμα ο ήλιος φορέσει το λαμπρό του πρόσωπο! Ένα φως ερυθρό βάζοντας φωτιά παντού… και κάπου εκεί, λίγα χιλιόμετρα μακρύτερα υπήρχες εσύ! 
Και το ίδιο εκείνο φως πίνοντας μεγάλωνες... 

Πάλι χύμηξαν οι σκέψεις, γοργές τώρα όπως ένα βέλος προς το στόχο του.
Δεκαοχτώ χρόνια, τρεις μήνες και οχτώ μέρες έμεινα στο βουνό.
Κάθε πρωί πριν βγει ο ήλιος έβγαινα από την καλύβα μου. 
Ήθελα να τον αντικρύσω πρώτος εγώ απ’ όλους.
Γιατί το ένιωθα ότι ο ήλιος είναι ο πατέρας μας ο αγαθός που όλα μας δίνει.
Και κάθε μέρα μάζευα όσες ακτίνες του μπορούσα για να γίνω κάποτε κι εγώ ένας μικρός ήλιος.
Και όταν θάρρεψα πως τα κατάφερα θέλησα να φωτίσω κι εγώ τον κόσμο.
Και κατέβηκα. Και άρχισα να λέω, να κηρύττω.
Έλεγα... έλεγα... ξόδευα το φως μου... σπαταλούσα τις αχτίδες μου...
Και, ο μωρός εγώ, έλεγα: αγάπη.
Και πώς εκείνος που κρυώνει θ’ αγαπήσει κάποιον που του παίρνει τη ζεστασιά;
Πώς θ’ αγαπήσει εκείνος που πεινάει αυτόν που του κρατεί το ψωμί;
Πώς θ’ αγαπήσει εκείνος που θέλει γυναίκα εκείνον που του την παίρνει;
Αγάπη!..
Ήρθα στον κόσμο του μίσους για να μιλήσω γι αγάπη. Είμαι λοιπόν ένας ανόητος; 

Κι έλεγα: "Στον ουρανό θα βρείτε όλα όσα δεν έχετε πάνω στη γη. Και θα δείτε εκεί όσους εδώ τα είχαν όλα, να υποφέρουν".
Ο άθλιος εγώ!
Μου λέγαν: «Εμείς εδώ πεινάμε. Δεν πεινάμε στην άλλη μας ζωή. Εμείς εδώ διψάμε. Δε διψάμε στην άλλη μας ζωή. Εμείς εδώ πονάμε, κρυώνουμε, θέλουμε γυναίκα, ματώνουμε. Αυτή είναι η ζωή μας. Δώσε μας φαγητό και ζεστασιά κι ύστερα ξέρουμε εμείς ν’ αγαπήσουμε όλο τον κόσμο. Μπορείς;-δώσε μας τώρα με έργα τα αγαθά που με λόγια μας υπόσχεσαι για όταν θα πεθάνουμε. Εμείς ξέρουμε να υποσχόμαστε περισσότερα και καλλίτερα.
Εμπρός, δώσε μας, αλλιώς είσαι ένας τσαρλατάνος. Αυτή είναι η ζωή μας". 
 Τους άφηνα να λένε-μα δεν τους ένιωθα.
Όταν οι άνθρωποι είδανε πως τους εγκατέλειψα χρησιμοποίησα όλα τα μαγικά που έμαθα στη διάρκεια της μαθητείας μου.
Μάταιος κόπος.
Δυο χρόνια περίμεναν να κάνω κάτι για να τους βοηθήσω.  
Μετά έχασαν την υπομονή τους. 
Έφυγαν όλοι. 
Δώδεκα μου έμειναν-έντεκα-ο ένας είναι ο Ιούδας.
Κι αυτοί οι έντεκα όταν είδανε πως πλησιάζει ο θάνατός μου, τσακώνονται ποιος θα πάρει τη θέση μου όταν εγώ θα λείψω. 

Ακούμπησα στην πέτρα.
Για μια στιγμή αιστάνθηκα σίγουρος για τον εαυτό μου όπως όταν αγγίζω το κορμί σου. 
Παραλογίστηκα.  
Θάρρεψα πως ήσουνα εκεί. 
Κοίταξα στα ριζά της, έκανα το γύρο της για να σε βρω και όταν δεν σε βρήκα ξανάπεσα στο φόβο και στη μοναξιά μου.
Έπεσα πάνω στην πέτρα μας άπελπος. 
Και τότε την άκουσα να μου μιλάει. 
Και ήτανε η φωνή της η φωνή σου: «Ώς πότε θα σε ανέχομαι ψευτοφιλόσοφε; Ως πότε αγύρτη θα σε ψυχώνω; Ύπαρξη κι εγώ αυτού του κόσμου, για τον κόσμο ετούτον γνοιάζομαι. '
Ο,τι πονάει στη γη επάνω, πόνος δικός μου γίνεται ο πόνος του. Όταν ένας άνθρωπος πεινάει πάνω στη γη, ένα στομάχι γίνομαι ολόκληρη που σπαράζει αδειανό. Κι όταν κανένας μουγκανιέται ολομόναχος στο στρώμα του επάνω, φτερά λαχταράω να φυτρώσω και να γίνω γυναίκα να τόνε συντροφέψω. Ετούτος ο κόσμος μας είναι ο κόσμος ο μοναδικός. Αυτή η ζωή είναι η μόνη ανεμοπαρμένε. Κράτα για τον εαυτό σου τα παχιά σου ανόητα λόγια και σπείρε όχι υποσχέσεις αλλά σπόρους σταριού για να ταϊσεις τους πεινασμένους. Σύμμαχους προστάτες και βοηθούς τους έχουνε τον πλούτο τους οι πλούσιοι. Δε θέλουνε και σένα. Κι όσοι σε βάλανε τέτοια να κάνεις και να λες, εχθροί κι εκείνοι των φτωχών. Μπροστάρης τους  γίνε και οδήγα τους στο ξεπάστρεμα του πλούτου. Μπορείς; Κάποτε, που ποιος ξέρει τι κρύο σε είχε κόψει, είπες εκείνος που έχει δύο πανωφόρια να δώσει το ένα σε κείνον που δεν έχει κανένα. Το μόνο που εβγήκε από το στόμα σου σωστό. Μα και μ' αυτό τι έγινε; Ποιος έδωσε το δεύτερο πανωφόρι του; To είδες και συ-κανείς. Ήτανε κι αυτό μια πονηρία σου για να μαζέψεις πιο πολλούς. Και να τους κάνεις τι; Για να τους κάνεις να σκύβουνε το κεφάλι τους στον δυνατό. Πήρες το πανωφόρι από κείνονε που το ’χει διπλό και το ’δωσες σε κείνονε που δεν έχει; Όχι! Μοίρασες δίκια τ’ αγαθά στον κόσμο; Λευτέρωσες τους δούλους; Όχι! Όχι! Όχι! 
Πήγαινε χάσου λοιπόν.
Μη μ’ αγγίζεις και λερώνομαι.
Αρκετά σ’ ανέχτηκα.
Φύγε!"
Μέσα μου ξάφνω άστραψε το αληθινό φως και είδα.
Είδα τη ζωή μου.
Μια ζωή χαμένη άσκοπα σε λόγια μάταια και ψεύτικα.
Και έγινε μέσα μου μια πάλη.
Μια πάλη που άφησε πίσω της όχι νεκρούς και τραυματίες μα στάχτες και συντρίμμια. 
Στάχτες και συντρίμμια έγινε η ζωή που μέχρι τότε είχα ζήσει. 
Και νίκησε στη μάχη αυτή όχι οι σοφοί δασκάλοι μου με τα λόγια τους, αλλά η πέτρα και ο λαός με τα δικά τους. 
Ο λαός  είναι που έμαθε εμένα πώς να ζω και όχι εγώ εκείνον.
Ένιωσα αηδία για τον εαυτό μου βλέποντάς τον να στέκεται καταμεσίς ενός πεινασμένου πλήθους και να το λοιδορεί βραβεύοντας την πείνα του, ενώ εκείνοι είχαν το στόμα τους ανοιχτό όχι γιατί τους είχε καταπλήξει η σοφία μου αλλά γιατί περίμεναν να τους ταγίσω.
Ένιωσα αηδία για τον εαυτό μου θεραπεύοντας έναν τυφλό, ενώ είχα ν’ ανοίξω σε μυριάδες πρόσωπα τα μάτια για να δούνε την αλήθεια.
Αηδία για τον εαυτό μου ένιωσα μπαίνοντας στα Ιεροσόλυμα να με υμνούν οι άνθρωποι κρατώντας βάγια και να μη με καρτερούν κραδαίνοντας λόγχες και κοντάρια για να τους οδηγήσω ενάντια στον πραγματικό τους εχθρό.
Νιώθω γελοίος και αηδιάζω με τον εαυτό μου λέγοντας σε κείνους που τους έκλεβαν και που τους σκότωναν, αυτοί να κάθονται να κλέβονται και να σκοτώνονται.
Ντροπή και πόνος με κυρίεψε για τη χαμένη μου ζωή. 

Πήγα εκεί για να προσευχηθώ.
Και τώρα;
Όπως εγωιστής και παράλογος ήμουν ως τα τώρα, το ίδιο εγωιστής και παράλογος δεν θα ήμουν αν προσευχόμουν;
Δε θα ήτανε παράλογο και κουτό από μένα να ζητήσω κάτι από τον θεό λες και θα μπορούσα ν' αλλάξω εγώ τη βουλή του; 

Άραγε σε κείνη την ομιλία μου στο Όρος, πόσα πλήθη ανθρώπων να κατάστρεψα; 
Πόσον σπόρο κακίας και απανθρωπιάς δεν έσπειρα.-πόσους δυνατούς δεν έκανα δυνατότερους... από πόσους δούλους δεν στέρησα τον πόθο ν’ αντιταχτούν…  
 
Σηκώθηκα.
Τώρα άκουγα κοντά μου τις φωνές των στρατιωτών.
Κοίταξα το χέρι μου: άοπλο.
Καλλίτερα έτσι.
Αν είχα ένα μαχαίρι θα είχα πέσει απάνω τους έτσι που με είχε τώρα ψυχώσει η νέα μου απόφαση και θα ’χα χαθεί από το πλήθος των στρατιωτών καθώς δεν είχα βοηθό κανένανε μαζί μου.  

(Ο Χριστός σηκώνεται) 

Φέρε μου το μαχαίρι που σου είχε δώσει εκείνος ο Αμοραίος πληρωμή για μιας νύχτας χάδια σου.
Είναι γερό και κοφτερό.
Θα φύγω.
Θα πάω στα βουνά όχι για να σπουδάσω λόγια μα για να κάμω έργα.
Θα μαζέψω συντρόφους που θα τους οπλίσω όχι με κούφιες υποσχέσεις, με θολή πίστη και με ψεύτικη αγάπη, μα με αλήθειες που όλες τους θα καταλήγουν στην άκρη του μαχαιριού τους.
Όσους προλάβω.
Όσους μπορέσω.
Κι όχι να λευτερώσω μόνο τους ιουδαίους από τους ρωμαίους.
Υπάρχουνε πολλοί δούλοι με πολλούς δυνάστες πάνω από το κεφάλι τους.
Και υπάρχουν κι άλλοι σαν κι εμένα. 
\Όσους προλάβουμε.
Όσους μπορέσουμε.
Ύστερα θα ’ρθουν κι άλλοι σαν και μας. Που δεν θ’ αναλωθούν σε ψεύτικες αλήθειες.
Που θα καταλάβουν από την αρχή χωρίς χάσιμο χρόνου ποια είναι η αποστολή του ανθρώπου και θα βοηθήσουνε να εκπληρωθεί.
Και κάποτε θα πάψει ο άνθρωπος να υποφέρει από τη βία των αφεντάδων του... 
Α! Ο Βαραββάς! Ο Βαραββάς! Εκείνος διάλεξε το σωστό δρόμο! 

Κι αν θέλεις… σε παρακαλώ Μαρία-σού ζητάω ίσως πολλά, μα όμως- σε παρακαλώ, έλα μαζί μου.
Χωρίς εσένα δεν μπορώ να κάνω τίποτα απ’ όσα έχω στο μυαλό μου.
Έλα μαζί μου.
Κι όταν θα με λυγίζει το βάρος των δυνατών το φιλί σου θα με δυναμώνει. 
Κι όταν ο φόβος με πεθαίνει, τα γόνα σου ανοίγοντας θα μ’ ανασταίνεις.
Έλα μαζί μου.
Μαζί μπορούμε να κάνουμε πολλά.
Χωρισμένοι τίποτα.
Έλα μαζί μου.

(Η Μαρία έβαλε σε μια πετσέτα ψωμί και τυρί, τη δίπλωσε και κρατώντας την στο ένα της χέρι άπλωσε το άλλο στον Χριστό.
Εκείνος το ταίριασε με το δικό του.
Και βγήκαν στη νύχτα και στον κόσμο.) 
                                                       -----

Πέμπτη 2 Απριλίου 2026

  ΠΑΛΙΑ ΟΙΟΝΕΙ ΠΟΛΙΤΙΚΑ

ΣΥΝΑΙΝΕΣΗ
(Όταν ο Κωστάκης Καραμανλής το 2005 ζητούσε συναίνεση από τα Κόμματα πριν τα... βροντήξει)

ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ
(μόνος στο γραφείο του, βαδίζοντας νευρικά πάνω κάτω)
Συναινώ, συναινείς, συναινεί. Συναινούμε συναινείτε συνενούνε.
(το ίδιο δυο φορές ακόμα πιο γρήγορα κάθε φορά)
 Συναινώ, συναινείς, συναινεί. Συναινούμε συναινείτε συνενούνε. Συναινώ, συναινείς, συναινεί. Συναινούμε συναινείτε συνενούνε. Ορίστε! Όλοι ξέρουνε γραμματική. Τα ρήματα! Όλοι τα ξέρουνε. Πού η δυσκολία για συναίνεση; Συναινώ, συναινείς, συναινεί. Συναινούμε, συναινείτε…
(Μπαίνει ο Παπανδρέου)
ΚΑΡ
Συναινείτε;
ΠΑΠ
Συναινείτε.
ΚΑΡ
Εσείς, συναινείτε;
ΠΑΠ
Συναινείτε.
ΚΑΡ
(επεξηγώντας τα λόγια του με μιμική)
Εσείς… ΕΣΕΙΣ… συναινείτε;
ΠΑΠ
Εσείς… συναινείτε!
ΚΑΡ
Εσείς…εσείς…
(στον εαυτό του)
Δεν ξέρει τη γλώσσα καλά ο κακομοίρης…
(απελπισμένος)
Πρόσεξε. Πες μαζί μου… μαζί μου! Συναινώ…
ΠΑΠ
Συναινώ…
ΚΑΡ
Συναινείς…
ΠΑΠ
Συναινείς…
ΚΑΡ
Έτσι μπράβο!..Συναινεί!
ΠΑΠ
Συναινεί.
ΚΑΡ
Συναινούμε…
ΠΑΠ
Συναινείτε…
ΚΑΡ
Συν-αιν-ού-με… Συν-…
ΠΑΠ
Συν…
ΚΑΡ
…αιν…
ΠΑΠ
…αιν…
ΚΑΡ
…ου…
ΠΑΠ
…είτε!
ΚΑΡ
(έξαλλος)
Όχι είτε! Ούμε!..ούμε!…ούμε!…
ΠΑΠ
…Ούμε!… ούμε!… ούμε!…
ΚΑΡ
(με ελπίδα)
Μπράβο! Όλο μαζί;...
ΠΑΠ 
Ουμεουμεούμε!
ΚΑΡ
Όχι αυτό! Το προηγούμενο! Συν και αιν και ούμε;…
ΠΑΠ
Συναινείτε!
ΚΑΡ
(ουρλιάζοντας προς την πόρτα)
Σπηλιωτόπουλε!
(μπαίνει ο Σπηλιωτόπουλος)
Δε μου λες, η ονομαστική πληθυντικού δεν διδάσκεται;
ΣΠΗΛΙΩΤΌΠΟΥΛΟΣ
Πώς το λέτε αυτό κύριε πρωθυπουργέ; Κλέβουμε, τρώμε, σουφρώνουμε, ληστεύουμε, πίνουμε αίμα, κάνουμε σκάνδαλα, είμαστε διεφθαρμένοι , κατέχουμε…τόσες ονομαστικές πληθυντικού...
ΚΑΡ
(αγριοκοιτάζοντάς τον )
Καλά καλά, πήγαινε…
(Ο Σπηλιωτόπουλος βγαίνει. Στον Παπανδρέου, με μια τελευταία αμυδρή ελπίδα, εξουθενωμένος)
Συναινούμε.
ΠΑΠ
(ήρεμα)
Συναινείτε.
ΚΑΡ
Καλά Γιώργο. Βγαίνοντας πες του Αλαβάνου να έρθει.
(Βγαίνει ο Παπανδρέου και μπαίνει ο Αλαβάνος. Με όλη την προσοχή του στα χείλη του Αλαβάνου)
Συναινείτε;
ΑΛΑΒΑΝΟΣ
Όχι. Εμείς μόνο ΣΥΝ-
ΚΑΡ
Εντάξει Αλέκο. Βγαίνοντας στείλε τον Καρατζαφέρη.
(Βγαίνει ο Αλαβάνος μπαίνει ο Καρατζαφέρης)
ΚΑΡ
Εσύ Γιώργο από γραμματική τα πας καλά. Πες μου, συναινείτε;
ΚΑΡΑΤΖΑΦΕΡΗΣ
Εμείς μόνο αινούμε Πρόεδρε. Την πατρίδα!
ΚΑΡ
(Κάνει μια κίνηση να του επιτεθεί. Συγκρατείται)
Κι εσύ και η πατρίδα σου… Τσακίσου από δω και πες της Αλέκας να ‘ρθει.
(Βγαίνει ο Καρατζαφέρης. Ο Καραμανλής στον εαυτό του)
«συν» ο Αλαβάνος, «αινούμε» ο Καρατζαφέρης, αν τους βάλω μαζί τους δύο, θα έχω το συναινούμε!
(το ξανασκέφτεται)
Αν όμως το μίγμα εκραγεί;-άστο καλλίτερα, δε μου χρειάζονται τώρα κι άλλες εκρήξεις…
(Μπαίνει η Αλέκα)
ΚΑΡ
Συναινείτε;
ΑΛΕΚΑ
Με τι;
ΚΑΡ
Καλά Αλέκα, πήγαινε.
(βγαίνει η Αλέκα. Στέκει μπροστά στον καθρέφτη. Βλέποντας μέσα στο είδωλό του)
Συναινείτε;
ΤΟ ΕΙΔΩΛΟ ΤΟΥ ΚΑΡΑΜΑΝΛΉ ΑΠΌ ΤΟΝ ΚΑΘΡΈΦΤΗ
(νυσταγμένο)
Δεν πάμε για ύπνο; Νύσταξα.
ΚΑΡ
(με παράπονο)
Μα γιατί δεν συναινούνε;
ΤΟ ΕΪΔΩΛΟ
Δεν έχουν πάρει όλοι στέρεα Παιδεία όπως εσύ…Πάμε.
ΚΑΡ
Πάμε.
(μαζεύει τα χαρτιά του και βγαίνει)

ΑΥΛΑΙΑ

Δευτέρα 30 Μαρτίου 2026

 ΑΠΟΡΗΜΑ 

Το Πάσχα όταν έρχεται και μες στην εκκλησία 
Του Λυτρωτή μας ξαναζώ τη Σταυρική θυσία, 
Υπάρχει κάτι που όσο κι αν με πείσμα προσπαθήσω,
Δε με βοηθάει τ' όσο μυαλό έχω να εξηγήσω: 

Πώς ένα δέντρο δέχτηκε το ξύλο του να δώσει
Που το Χριστό επάνω του ο εβραίος να σταύρωσει; 
Πώς όταν το επλάνιζαν μακριά δεν ετινάχτη-
Πώς δεν εσάπισε μεμιάς-πώς δεν εγίνη στάχτη; 

Δε σκέφτηκε-ό,ποιο ήτανε, ποιός έφτιαξε το χώμα
Που οι ρίζες του βυζαίνουνε με τ’ άπληστό τους στόμα; 
Δε σκέφτηκε το σύννεφο ποιός τάχα το διατάζει
Και κείνο τη ζωφόρα του βροχή στη γη σταλάζει; 

Δε σκέφτηκε τον αέρα ποιός στέλνει κι αυτός φυσάει 
Και ως της γης τα πέρατα τους σπόρους του σκορπάει; 
Και ποιος το σπόρο του αυτό, τον έχει έτσι πλάσει 
Ωστε απ' το ’να το δεντρί γίνονται τόσα δάση; 

Δε 'σκέφτη πως τον γήϊνο του Ιησού πατέρα 
Ανάμεσα τον έβρισκε σε ξύλα η κάθε μέρα 
Να πλάθει με τη σάρκα τους όχι Σταυρούς και λόγχες, 
Παρά σαμάρια και σκαμνιά, πιάτα και σιτοδόχες; 

Ούτε στον κύκλο του ήλιου ποιός, ζέστα και φως χαρίζει, 
Που δίχως τους ούτε χαρά ούτε κλαδί ανθίζει;  
Δε συλλογίστη του ήλιου αυτού, με μια του μόνο λέξη, 
Ποιός με τη γη αχώριστα δεσμά του έχει πλέξει; 

Δε ’σκέφτη εκτός από ζωή, ποιός κι ομορφιά του δίνει,
Οταν το χνώτο πάνω του της Ανοιξης ξεχύνει, 
Και κείνη του Χειμώνα λυ’ τα κρουσταλλένια μάγια, 
Και λάμπουν τα κλαδάκια του σαν θεϊκά-σαν άγια; 

Πώς Κάποιου που την Υπαρξη την ίδια σου ’χει δώσει, 
Δέχεσαι αυτή σου η ύπαρξη πόνο σ' Αυτόν να δώσει; 
Πώς δέχτηκες θανάτου εσύ να γίνεις εργαλείο 
Που της Αληθινής Ζωής να σβει το μεγαλείο;  

Αυτά είναι που δε μπορώ καθόλου να εξηγήσω
Οσο κι αν με το λίγο μου μυαλό θα προσπαθήσω. 
Κι αφού δασκάλοι και γιατροί πρωτεύυν στη μωρία,
Την ίδια θα ’χω πάλι εγώ του χρόνου απορία.