ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΗ ΚΥΡΙΕ ΓΕΩΡΓΙΑΔΗ…
Εκτός απ’ τα βιβλία που διαβάζεις
κι οίησης πλήρης μας παρουσιάζεις,
υπάρχουν Άδωνι βιβλία κι άλλα:
παχιά, λεπτότερα, μικρά, μεγάλα…
Και όλα εκείνα-τ’ άλλα τα βιβλία-
ομοιότητα δεν έχουνε καμία
με τα δικά σου- άλλες ιστορίες…
άλλες ιδέες και φιλοσοφίες…
Κι ανοίγουνε στα πνεύματα άλλους κόσμους,
απ’ τους δικούς σου εκτός-τους αποκόσμους.
Και αν πασκίζεις να τους αποκλείσεις
αυτοί ’ναι ’κεί όσο κι αν συ γαυγίσεις.
Κι αν θα ’χε απ’ τα βιβλία αυτά κονόμα
κανείς, θα μπόρειγε (και συ ακόμα)
χιλιάδες εκπομπές γι’ αυτά να κάνει
με κέρδη που ο νους σου ούτε που βάνει.
Μη το λοιπόν απόλυτος τόσο είσαι-
μα κι ούτε ίσως να το προσποιείσαι,
γιατί σ’ αμφότερες τις περιπτώσεις
είσαι Άδωνί μου ήρως βλακείας τόσης…
Τη στάλα των ιδεών όπου πρεσβεύεις
σε ωκεανό μη την αναγορεύεις-
μάλιστα που αυτή ’ναι μία στάλα
που μες στου Χτες μουχλιάζει την μπουκάλα...
«ΩΡΑ ΤΗΣ ΓΗΣ» ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ
Πρώτοι σε ό,τι Υπομονή,
Κόπο κι Ευθύνη δε ζητά-
πρώτοι σε ό,τι κι αν βρεθεί
που δεν πληγώνει, δεν πονά.
Πρώτοι σε Κλείσιμο Ματιού
ή σ’ ένα Κλείσιμο Κουμπιού
σε μια Φωνή, σ’ ένα Λυγμό,
σ’ ένα στους Γιάνκηδες «θενκ γιου»…
Κι ύστατοι πάντα στην Τιμή,
σ’ Αξιοπρέπεια, σε Ντροπή,
στις Τέχνες, στον Πολιτισμό,
στην που Χρυσός είναι Σιωπή.
Στην «Ώρα» πρώτοι εμείς «της Γης»
γιατί Φανφάρες μόνο θέλει,
έναν Φτηνό Ενθουσιασμό
κι Άστοχα-κι όπου πάνε Βέλη.
Πρώτοι!.. Κι οι Ξένοι μας θωρούν
και απομέσα τους γελούν-
πρώτοι σε αρίθμητες Βλακείες
για ν’ ακουστούν δυο τρεις «κυρίες»!
Αλλά στης Χώρας μας την Ώρα
ύστατοι ως πάντοτε και τώρα:
δεν μας πειράζει κι αν χαθούμε
μον’ έξω! έξω! ν’ ακουστούμε…
ΩΡΑ ΤΗΣ ΓΗΣ ΩΡΑ ΒΟΥΛΗΣ!
«Για μία ώρα η Βουλή θα μείνει στο σκοτάδι.»
Ε τι; Για νέο μας το λεν; Διακόσα χρόνια τώρα
μέσα στο σκότος ζει αυτή και πλέκει μες στο βράδυ
αντάμα σκοτεινιάζοντας κι ολόκληρη τη χώρα.
Απ’ τη στιγμή που φτιάχτηκε, στο Μαύρο είναι κρυμμένη.
Ψυχή ολόμαυρη έχουνε οι βουλευτές της όλοι,
μαύρο μυαλό, μαύρα όνειρα, στα μαύρα είναι ντυμένοι
και χρήμα μαύρο κουβαλούν στο μαύρο πορτοφόλι.
Άκου θα κλείσει η Βουλή βράδυ οχτώ τα φώτα!
Μα κλειώντας φώτα ολοζωής εκείνη διασκεδάζει:
φώτα Παιδείας… Πνεύματος… και σαν του Κουίκ μια κότα
όταν βαριέται να τα κλει… ε τότε… μας τ’ αλλάζει…
Σάββατο 2 Αυγούστου 2025
ΜΕΤΡΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΡΙΣΗ
Στον Κωστάκη εικοσιπέντε
μέτρα φέρνει ο ΣYΡΙΖΑ
που όμως ο «στερεάς παιδείας»
τα κλαδεύει σύρριζα.
Ο ολίγος Παπανδρέου
πέντε μέτρα του προτείνει
μα ο Κωστάκης με παλάμη
ανοιχτή, πίσω τα δίνει.
Ο ΛΑΌΣ φέρνει προτάσεις
τέσσερες συμπυκνωμένες
μα ζουμί μέσα δεν είχαν,
παρά αέρα οι καημένες.
To Κου Κου Ε δεν έχει δέσμες
ή σημεία ή προτάσεις
μόν’ πορείες, καταλήψεις
και λαϊκές επαναστάσεις.
Και ο Κωστάκης πλέον μονάχος του
την κρίση διαχειρίζεται,
με άλλα λόγια ο κόσμος χάνεται
και το ….. χτενίζεται…
ΛΙΓΗ ΒΕΝΖΙΝΑ ΚΙ ΈΝΑ ΣΠΙΡΤΟ
Λίγη Βενζίνα κι ένα Σπίρτο
και η Ελπίδα ξαναζεί-
κι η Ανθρωπιά-όπως της πρέπει
με τους Ανθρώπους πάει μαζί.
Λίγη Βενζίνα κι ένα Σπίρτο
πάνε Δημόσιο, ΕΣΥ, ΟΤΕ
και η Ελλάδα τόσο φέγγει
όσο δεν έφεξε ποτέ.
Λίγη Βενζίνα κι ένα Σπίρτο
και πάν Βουλή και Βουλευτές΄
τ’ Αύριο ο Λαός καλημερίζει
κι Αντίο λέει στο βρώμιο Χτες.
Λίγη Βενζίνα κι ένα Σπίρτο
και το που Θάμα μοιάζει, να!
μιας Κοινωνίας μες απ’ τις Στάχτες
Δίκιας η Γέννα ξεκινά!
ΠΑΛΙΑ ΟΙΟΝΕΙ ΠΟΛΙΤΙΚΑ
ΘΑ ΚΑΤΑΡΓΗΣΟΥΝ, ΛΕΝΕ, ΤΟ ΑΣΥΛΟ…
Φέρτε πίσω τα λεφτά που ’χετε κλέψει,
να σκοτώνετε στους δρόμους πάψτε ανθρώπους,
κάντε τούβλα η Παιδεία να μη βγάζει,
για Υγεία πάψτε να ’χετε μια Πόρνη,
να καθόσαστε στους Τούρκους σταματήστε,
πάψτε να ’χετε παρέα τη διαφθορά,
πέστε αλήθεια μόνον έστω μια φορά,
σταματήστε το ασταμάτητο ρουσφέτι,
προσιτά κάντε ΔΕΗ, ΟΤΕ, Εφορίες,
να τσακώνεστε σαν τσούλες κάντε κράτει
(τις βρωμιές σας έτσι θέλοντας να κρύψτε),
δώστε πάλι στη Ζωή μας τις Αξίες,
τα κλεμμένα Ιδανικά μας φέρτε πίσω,
μ’ ένα λόγο Δικιοσύνης φκιάστε Κράτος
και, αλήτες βουλευτές, τότε αν θέ ’τε,
καταργείστε όλα τ’ Άσυλα του κόσμου-
τότε ανάγκη δεν θα τα ’χει πια κανένας.
Μα ως τότε, αν μονάχα το τολμείστε,
τα μαρτύρια του Ιώβ θα μαρτυρήστε!
«ΠΟΡΤΑ» ΕΦΑΓΕ Ο ΣΑΜΑΡΑΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΟΜΠΑΜΑ
(Οι εφημερίδες, Μάης 2013)
ΣΤΟΝ ΧΟΛΝΤΡΕΝ Ο ΟΜΠΑΜΑ ΕΞΗΓΕΙ
ΓΙΑΤΙ ΤΟΝ ΣΑΜΑΡΑ ΔΕΝ ΤΟΝ ΜΠΟΡΕΙ
-Πρόεδρε γιατί ο Σαμαράς να έρθει εδώ δε θέλετε;
Αυτός ο έρμος κόπτεται για μια συνάντησή σας.
Όπου κι αν πάει κι όπου σταθεί αυτό μονάχα σκέπτεται-
μόνον αυτό δε θα ’φτανε ν’ αλλάξει τη βουλή σας;
-Τζων μη με πιέζεις-δεν μπορώ να δω αυτό τον τύπο
και αιτιάσεις μη ζητείς- δεν ημπορώ να είπω.
-Μα κύριε Πρόεδρε γιατί να πείτε δεν μπορείτε;
Όπως εμένα ακροατή άλλονε ποιον θα βρείτε
που ό,τι πείτε μέσα του να το κρατεί ως τάφος;
-…Πως πουθενά δε θα ειπείς ό,τι εδώ σου πω
αυτό να μου το έδινες θα ηδύνασο κι εγγράφως;
-Βεβαίως κύριε Πρόεδρε-κι ιδού το! Α προπό
έχω έγγραφη μια δήλωση ετοιμασμένη κιόλας.
Και να! Υπογράφω τα γραφτά αυτής εδώ της κόλλας!
-Για να ιδώ… ο σύμβουλος… ναι… σας διαβεβαιώνω…
ναι… ναι… ναι… ναι… ναι… μάλιστα! Τότε κι εγώ δηλώνω
ότι αμέσως θα σου πω
ό,τι δεν είχα πριν σκοπό.
Λοιπόν εγώ αν δε θα δω ποτέ το Σαμαρά
όσο και αν στο μάρμαρο τον κόλο του χτυπά,
είναι γιατ’ είναι-αλλίμονο- πολύ ανώτερός μου
και γίγαντας θα φαίνεται όταν σταθεί εμπρός μου.
Όμως μπορούσα αυτό να πω; Είπα δουλειές πως έχω:
ότι σε Πούτιν κι Άνγκελα για τη Συρία τρέχω,
και… ξέρεις, ότι μ’ ολ’ αυτά δεν μου απομένει χρόνος
μιας και πολλά μ’ απασχολούν εντόνως κι επιμόνως…
-Μα κύριε Πρόεδρε γιατί αυτός θα είναι ανώτερος
αφού κάθε άλλος μπρος σε σας είναι πολύ κατώτερος;
Τι τέλος πάντων έχει αυτός, Πρόεδρε, ο Σαμαράς
ώστε καλλίτερος πολύ να είναι από σας;
-Δεν βλέπεις μωρέ Χόλντρεν μου τι κάνει στην Ελλάδα;
Δεν βλέπεις που προβλήματα λύνει αυτός αράδα;
Αφότου την που κέρδισε πήρε πρωθυπουργία,
απ’ όσες μάχες έδωσε δεν έχασε καμία.
Την ανεργία έβαλε πρώτα σκοπό να ελέγξει.
Ε! στην επίθεσή του, αυτή, δεν μπόρεσε ν’ αντέξει.
Κι ας λέει πως κατάφερε μόνο να τήνε κάνει
να μην αυτή κι άλλο ανεβεί. Από μετριοφροσύνη
στην πάταξή της κάνει πως δεν δείχνει αυτός βιασύνη.
Κι εγώ τι εκατάφερα κατά της ανεργίας;
Μια τρύπα μόνο στο νερό-κι εκείνη μετά βίας…
Τα μαγαζιά που κλείσανε τα έχει ξανανοίξει,
τον υψηλό τιμάριθμο τον έχει χάμου ρίξει,
τις παραπαίουσες Τράπεζες στα πόδια τους τις έστησε
τις απεργίες επάταξε, φοροφυγάδες έπιασε,
πετρέλαιο βρήκε… κι αν θα πεις για το Χρηματιστήριο
στα ύψη το ανέβασε… Πώς το ’κανε; Μυστήριο…
Και φως στο τούνελ βλέπει αυτός με το καλό του μάτι…
Εγώ καλό, έν’ απ’ αυτά, έκανα-πες μου-κάτι;
Εγώ ακόμα πολεμώ στην ανεργία ενάντια.
Και ξέρεις την που έχουμε στις Τράπεζες κατάντια…
Για να μην πω πως έχουμε φοροφυγάδες τόσους
που-είμαι σίγουρος γι αυτό-περνάμε και τους ρώσους…
Ή μήπως τον τιμάριθμο τον έχω εγώ μειώσει;
Ή κλέφτη μη κανένανε στη φυλακή έχω χώσει
όπως τον Άκι έχωσε αυτός; Να πω θα ’θελες κι άλλα
απ’ όσα έκανε αυτός μικρά είτε μεγάλα;
Να! Την Ελλάδα δυνατή και πάλι δεν την έκανε
εκεί που όλοι λέγανε ότι αυτή πάει-πέθανε;
Και δεν την υπολήπτονται και πάλι οι ευρωπαίοι
ενώ ως τα χτες τη βλέπανε οικτρά να παραπαίει;
Δεν μπήκε πάλι στον σκληρό πυρήνα της Ευρώπης-
και, ο αθεόφοβος, τολμώ, να πω, ποσίν αβρόχοις;..
Ο Ερντογκάν ξέρεις καλά ότι μπροστά του τρέμει
σαν ξάφνω να τον χτύπησαν όλης της γης οι ανέμοι,
η Μέρκελ απομέσα της θερμά παρακαλάει
από θυμό του Σαμαρά ο θεός να τη φυλάει,
κι ο Πούτιν περισσότερες σ’ αυτόν κάνει μετάνοιες
απ’ όσες κάνει στο Χριστό προσποιητές και σπάνιες…
Κι έχει και κάτι υπουργούς διαμάντια αληθινά-
(τέτοιους δυο τρεις να ’χα κι εγώ θαύματα θα ’κανα…)
Αλλά κι αυτοί μη εκεινού επιλογές δεν ήταν
ώστε στον μέγα αγώνα του να μη γνωρίσει ήτταν;
Και όπου να ’ναι καταργεί της πείνας τα συσσίτια
και στο λαό δίνει ξανά όσα έχουν χάσει σπίτια…
Και συ μου λες να τον δεχτώ. Αλλ’ αν μαζί μάς δούνε,
«αυτός κοντά στο Σαμαρά ποιος είναι;» θα ρωτούνε.
Ω! Τζων! Τέτοιο δε θ’ άντεχα στιγμή ένα ρεζιλίκι-
στο δρόμο εγώ του Σαμαρά εν’ άσημο χαλίκι!..
Και κείνο το μαργιόλικο παίξιμο του ματιού του…
Κι η πονηριά του τάχατες αθώου χαμόγελού του…
Απ’ όπου κι αν τον έπιανες με με να τον συγκρίνεις
αυτόν θα βρίσκεις πρώτονε και πίσω εμέ θ’ αφήνεις…
Και ξέρεις όταν σπούδαζε σε μας-στο Άμχερστ πέρα-
(βλέπεις; αυτός από παλιά
παντού τα πήγαινε καλά)
όλων εκεί των θηλυκών επήρε τον αέρα-
ενώ εγώ μόνο τη Μισέλ κατόρθωσα να ρίξω…
Ούτε κι εδώ κάτι καλό λοιπόν έχω να δείξω…
και ότι πίσω πήγαινε στις μπίζνες μην το πεις
γιατί μ’ αυτό που θα σου πω σίγουρα θα ντραπείς:
Τα χρήματα για τις σπουδές, μονάχος του τα κέρδιζε!
Μάλιστα! Η πιτσαρία του, παρόλ σου λέω, έσκιζε…
Ζηλεύω Τζων… πώς να στο πω… κάποιονε δεν μπορώ
που πίτσες μας ετοίμαζε, κοντά μου να θωρώ…
Εγώ, τη γη που διοικώ ως μέγας πλανητάρχης
να συγχρωτίζομαι μ’ αυτόν ως έλλην καναλάρχης;
Αν όσα αυτός επέτυχε είχα κι εγώ πετύχει…
ίσως… μα ούτε στο μικρό τού φτάνω εγώ το νύχι…
Πες μου λοιπόν πώς ολ’ αυτά εγώ να τ’ αγνοήσω
και πώς να έρθει να με δει, πες μου, να του ζητήσω;
-Πρόεδρε δεν τα ’ξερα ολ’ αυτά. Δίκιο έχετε λοιπόν.
Από τους καλεσμένους μας ας είναι πάντα απών.
Καλλίτερα από μακριά τα νέα του ν’ ακούμε
παρά για ώρα έστω μισή εδώ να τον λουστούμε.
Παρασκευή 1 Αυγούστου 2025
Ήταν ιερέας στο Λος Άντζελες. Τον είχαν αποβάλει από την Εκκλησία γιατί ήταν πολύ αγνός.
Η σοφία του εκδηλωνόταν με λόγια απλοϊκά και όχι βαρύγδουπα ή καθαρευουσιάνικα.
Αγαπούσε τα βιβλία και κάθε μέρα έφερνε και κάποιο άλλο στο σπίτι του.
Ήταν γελαστός και ευπροσήγορος.
Όσοι δεν τον καταλάβαιναν κουνούσαν το κεφάλι συγκαταβατικά στα λόγια και στις πράξεις του.
ΣΤΟΝ ΑΛΗΘΙΝΟ ΠΑΤΕΡΑ, ΤΟΝ ΑΓΙΟ
"ΠΑΠΑ-ΡΕΛΟ" ΤΟΥ ΛΟΣ ΑΝΤΖΕΛΕΣ
Πάτερ, εκεί που κάθομαι λέω καμιά φορά
πόσο θα ήταν πιό καλές στη γη επάνω οι μέρες-
προς το καλό πόσο τρανή θάταν η διαφορά
όπως εσύ αν ήτανε της Γης όλοι οι πατέρες.
Όμως οι στίχοι μου αυτοί, πάτερ, οι φτωχικοί
για σένα θα μιλήσουνε-δε γράφτηκαν για κείνους
για τη λιακάδα γράφτηκαν κι όχι για τη βροχή
εγράφτηκαν για Καίσαρες κι όχι για Κυμβελίνους.
Όση χαρά στη σκέψη μου κι όση μες στην ψυχή
φως και γαλήνη μου ’φερε το συναπάντημά σου
θέλω ετούτο το χαρτί να έρθει να στο πει
αφού δεν είναι μπορετό να ’μαι συχνά κοντά σου.
Ότι μιλούν θέλω να πω αλήθεια όσοι θα πουν
άνθρωποι πως υπάρχουνε πάνω στη γη που ό,τι
άλλοι κακό τους κάνανε, αυτοί τους συγχωρούν
όσο πικρό κι αν ήτανε το που ήπιαν καταπότι.
Θέλω να πω πως βρίσκεται πάνω εδώ, στη γη,
ο ουράνιος, ο χιλιόμορφος κήπος του Παραδείσου
και ότι η στράτα που άσφαλτα σε κείνον οδηγεί
είναι αυτή που τράβηξε, πάτερ, εσέ η ζωή σου.
Η στράτα όπου σ’ έφερε σ’ αυτό που οι άλλοι εμείς
καλά καλά δεν ξέρουμε ούτε και αν υπάρχει
(Κι αν μας το δείξει κάποτε η λάμψη μιας στιγμής
Ψηλοί μας το σκεπάζουνε για χρόνια πάλι βράχοι.)
Είναι η αθωότη σου πάτερ το μυστικό;
Είναι η καλοσύνη σου; Ειν’ η ευγένειά σου;
Το θάμασμα στα μάτια σου που ’χεις το παιδικό;
Η αληθινή ταπείνωση που κλεις μες στην καρδιά οου;
Άραγε τι απ’ ολ’ αυτά (η όλα είναι μαζί;)
Μες σ’ έχει στης αγνότητας το περιβόλι μπάσει;
Ή μήπως μες στη σάρκα σου το πνεύμα ξαναζεί
του Αδάμ του θεοκάμωτου το μήλο πριν δαγκάσει;
Ο,τι κι αν είναι πάτερ μου που σ’ έχει φέρει εδώ
ευλαβικά μπροστά σ' αυτό κλίνουμε εμείς το γόνα.
Κι αν σου εδόθη μόνο του, το δόσιμο ιερό.
Με αγώνα κι αν τ’ απόχτησες τιμούμε τον αγώνα.
Γιατί στον τόπο αυτόν εδώ, σε τούτη τη μικρή
κοιλάδα που λυμαίνονται λογής λογής κανάγιες
μία γλυκιά παρηγοριά στη ζωή μας την πικρή
είναι οι λέξεις σου οι σοφές-οι φράσεις σου οι άγιες.
Πράος και γλυκομίλητος, βαθύνους και απλός
κόσμιος, καλότροπος, μεστός σεμνότητος κι ελέους
στέκεις αγγελοφάνταχτος στα μάτια μας εμπρός
ελπίδα για τους γέροντες και φάρος για τους νέους.
Πάτερ και δίχως εκκλησιά εσύ ιερουργείς
Και για να κάνεις αγιασμό δε θέλεις πετραχήλι.
Κήρυγμα ο κάθε λόγος σου αγάπης και στοργής.
Μέλι τα λόγια βγαίνουνε από τα δυο σου χείλη.
Και μας πηγαίνει ο λόγος σου σε μυστικούς ναούς
που μέσα τους αργόσχολα θεών πλανιούνται ασκέρια.
Κι εν’ αργαστήρι βλέπουμε απάνω απ’ τους Θεούς.
Και μέσα του τον άνθρωπο με τον πηλό στα χέρια.
Μια δύναμη πρωτόγνωρη το νου μας πλημμυρά
κι ούτε ο θόλος τ’ ουρανού δε συγκρατεί το μάτι:
της λευτεριάς βλέπει μακριά την τρομερή πυρά
και το σε κείνην που οδηγεί δύσβατο μονοπάτι.
Και πέρα, πίσω απ’ την πυρά, η Πύλη η Νοητή
Που μον’ η υποψία της μεθάει την ψυχή μας-
Που επάξιο έχει κάτοικο το Μέγα-ν-Αρνητή-
Που φτάσιμό της ο σκοπός κι η ουσία της ζωής μας.
Η μετριοφροσύνη σου ίσως εξεγερθεί
κι ίσως το μέτρο να ειπείς πως έχω ξεπεράσει.
Μα ξέρει όποιος γύρω σου για λίγο έστω βρεθεί
υπερβολής τα λόγια μου έτι δεν έχουν τάση.
Αρκεί κανείς τη θέληση να έχει να δεχτεί.
Κοντά σου, άλλο, σα βρεθεί, δε χρειάζεται να ψάξει.
Θα έχει βρεί στον πάγκο σου πραμάτεια εκλεκτή.
Αρκεί κανείς να ’χει φτερά-κοντά σου θα πετάξει.
Είδωλα πάτερ στήνουνε, άλλοι, απατηλά
κι υποχρεώνονται οι πιστοί κι άκοντες, προσκυνάνε.
Μα μ’ ο,τι έχουν λεύτερο-κοίτα-ψυχή, καρδιά
εσένα συντροφεύουνε-εσένα ακολουθάνε.
Όσα εσύ απλόχερα δοσίματα σκορπάς
και όσα κάνεις θάματα, πάτερ, δεν έχουν τέλος.
Κι αν του παπά τα μαύρα πια τα ράσα δεν φοράς
για μας θα είσαι πάντοτε ο άγιος παπα-Ρέλος.
-----
ΣΤΟΥΣ ΑΠΟΓΟΝΟΥΣ ΜΟΥ
Στους απογόνους μου από τoν τάφο
Αυτά τα λόγια με αγάπη γράφω.
Αγγόνια μου εσείς, δισέγγονά μου
-απόγονοί μου εσείς που ίδιο αίμα
της πόρνης ζωής μας όρισε το ψέμα,
παιδιά μου, αν απ' το δέντρο το πλατύ σας
κάποιο θα βγει κλαδί διάφορο απ' τ’ άλλα,
σαν κεντρωμένο να 'ναι μ' άλλο φύτρο-
σαν μυρωμένο να 'ναι μ' άλλες χάρες,
κι απ' του δεντρού αν ξεκόψει την αγκάλη
και τ’ ουρανού τα κάλλη αποζητάει…
αν μες στο χαλικένιο σας το πλήθος,
της θάλασσας το κύμα τ' αγριεμένο
ένα κοχύλι ανέμελο ξεβράσει,
που στον αέρα δύσκολα αναπνέει
και των νερών το χάδι λαχταράει,
κι αν όλο πιάνει και αναθυμάται
τα κάλλη του νερού που 'χει γνωρίσει,
κι αν ο αγέρας όπως θα φυσάει
ένα τραγούδι αλλιώτικο θ' αφήνει
απ' το δικό σας, όταν θα περνάει
απ' τις κρυφές της ύπαρξης του κώχες…
αν σπίθα μια παιδιά μου, απ' τη φωτιά σας
σαν πεταχτεί δε σβήσει στον αγέρα,
αλλά μια πυρκαγιά θ' ανάψει άλλη
μες σε ξερόχορτα καυτή βυθώντας…
τότε παιδιά μου εσείς αγαπημένα
να μη το κόψτε εκείνο το κλαδάκι…
Σεις το γεννήσατε με τη χαρά σας.
Δικό σας είναι. Αφήστε το να πάει
στα ύψη που η καρδιά του τ' οδηγάει.
Τον δρόμο προς τα ουράνια μην του κλείστε.
Εκεί ψηλά που αδιάκοπα ανεβαίνει
εσάς και τη γενιά σας ανεβάζει.
Εκεί ψηλά που αδιάκοπα ανεβαίνει
τον κόσμο και το δάκρυ του ανεβάζει.
Κι αν δείτε ο αγέρας πως του λείπει,
κι αν η βαριά σας σκιά το μαραζώνει,
μεριάστε λίγο τα σκληρά σας φύλλα
και δρόσο κι ήλιο αφήστε το να πάρει.
Μη να σας το ζητήσει καρτεράτε
γιατί δεν έχει γλώσσα που ζητάει.
Κι ο λόγος του ακριβός και δεν περσεύει.
Γιατί όλα του, ψυχή, καρδιά και σώμα
όλα δοσμένα στο ανέβασμα είναι.
Παιδιά μου μη το κόψτε το κλαδάκι.
Αφήστε το ψηλά να προχωρήσει
και τ' ουρανού τα πλάτια να γνωρίσει.
Αφήστε το ν' απλώσει τα χεράκια
τ' αστέρια στην αγκάλη του να κλείσει.
Κι όταν γνωρίσει πλέρια όλα τούτα
τότε η κορφούλα του, δυναμωμένη
με ομορφιά, με σιγουριά και γνώση
του επουράνιου θόλου θα τρυπήσει
την ψεύτικη σκεπή που όλα κρύβει,
και στην Αλήθεια και στο Φως θα έβγει
και-ναι-θα έβγει στην Αθανασία.
Και τότε σεις, εν' άθυρμα ως θα 'στε
μες στου χαμού σας τη νικήτρα δίνη,
μέσα στο Χάος, για παρηγοριά σας
θα 'χετε τ' όφελος, την προσευχή σας
να μη την κάνετε σε θεό κανέναν
άγνωστον κι άλυπον, πικρόν και ξένο,
αλλά σε κάποιον κλάδο του δεντρού σας
που η στοργή σας έχει ανυψώσει
στα ύψη που άφταστα για σας μετράνε…
Το κοχυλάκι το ακριβό παιδιά μου
απ’ του Χαμού γλιτώστε το τό χέρι
που στις ακτές της θάλασσας γυρνάει
κι όπου κοχύλι όμορφο τ' αρπάζει.
Φρουροί του δίπλα του πιστοί σταθείτε
τείχος την πέτρινη καρδιά σας κάντε
την άνθινη δική του να φυλάει.
Κι όταν στης θάλασσας τα κρύα βύθη
θα σέρνεστε σπρωγμένοι από τους πλήθιους
υπόκωφους, θολούς νεροκυκλώνες,
μονάχη απαντοχή σας θα 'ναι κείνο
το κάποτε αταίριαστο κοχύλι
που τώρα μ' όλα θα 'ναι ταιριασμένο
καθώς μες στη φωλίτσα του θα στέκει
και του Χαμού θα βλέπει τη μανία
που θα προστάζει τα νερά να υψώνουν
και μ’ άγρια λύσσα ναυαγούς να δέρνουν
κι απαντοχές κι ελπίδες να σαρώνουν…
Και την που πυρκαγιά θ' ανάψει η σπίθα
που απ' τη μεγάλη σας φωτιά επετάχτη
μη η παγερή σας η ορμή χαλάσει.
Και όταν θα 'χετε σεις όλες σβήσει-
οι όποιες φωτιές απ' του σογιού τη φλόγα-
για όλες σας εκείνη θα φωτάει
και θα 'ναι σαν να λάμπετε σεις πάλι.
Κι ό,τι εσείς δεν είχατε προφτάσει
να δείτε στο μικρό σας το ταξίδι,
για σας εκείνη σπίθες θα πετάξει
που το ταξίδι σας θα συνεχίσουν
κι ό,τι δεν είδατε αυτές θα δούνε
κι ότι δεν κάνατε αυτές θα κάνουν.
Για σας εκείνη-να την!- ταξιδεύει,
για σας φωτάει, καίει και τραγουδάει-
και τραγουδάει τα δικά σας πάθια
και τους δικούς σας πόνους κι ομορφάδες.
Κι από τα θάμπη όπου θα είστε μέσα
θα βλέπετε τις φλόγες τις μεγάλες
και πίσω τους να λάμπει θα θωρείτε
κάποιο άλλο φως, λαμπρότερο από κείνων,
που δε θα κατακαίει αλλά θα θάλπει
που δε θα θανατώνει-θα γεννάει.
Κι η περηφάνια σας τότε θα είναι
τη σπίθα που από σας βγήκε να δείτε
προς το ανέσπερο να προχωράει
το φως το αληθινό, που όλα δείχνει-
που γεννημένο από σας θα είναι-
κι όλους ζεσταίνοντας και φέγγοντάς σας
θα ’ναι με όλους σας αδερφωμένη.
Παιδιά μου αν κάποιον ποιητή θα πλάσει
του κόσμου αυτού η μονάκριβη γενιά σας-
μη μόνο τον αφήστε μες στα μίση
και στη βρωμιά και στην κακία του κόσμου-
μη ανάλγητα μονάχο τον πετάξτε
βορά στην απονιά του ξένου πλήθους-
μη εξιλαστήριο θύμα τόνε σφάξτε
σ' όποιας σας τον βωμό φτηνής ανάγκης-
μη τον πατήστε, πάνω προσπαθώντας
στα γήϊνα τα βάθρα ν' ανεβείτε.
Κι αν στα παλιά σας ψάχνοντας βιβλία
δείτε πως έτσι κάποιοι άλλοι έκαναν,
δικοί σας πρόγονοι, μην ακλουθήστε
το φοβερό παράδειγμα εκείνων.
Ανώτεροι από εκεινών φανείτε
τον φθόνο, την κακία και την χαμέρπεια.
Ζωή και φύση κι ήλιος προχωράνε.
Τη στράτα τη δική τους ακλουθήστε-
όλο ψηλότερα, κι όλο πιο πέρα,
και όλο φωτεινότερα παιδιά μου.
Μη σαν και κείνους τον ποιητή μισείστε,
μη στο γκρεμόν ολόισια τον σπρώξτε,
μη μόνο τον αφήσετε: αγαπήστε,
προσέξετέ τον, προστατέψετέ τον.
Αυτός απ' τ' ουρανού φέρνει τα πλάτια
χαιρετισμούς από άλλους αδερφούς σας
που υπάρχουνε η πλάση πριν υπάρξει-
που ζουν ζωής ανάγκη δίχως να 'χουν.
Αυτός την ύπαρξή σας δικαιώνει.
Αυτός σκοπό χαρίζει στη ζωή σας.
Δώστε του αγάπη-προστατέψετέ τον.
Γιατί εκείνος δύναμη δεν έχει
και τα θεριά τα γήινα θα τον φάνε-
και τ’ άλογα τα κτήνη θα τον λιώσουν.
Γιατί καιροί αυτόν τον πάνε άλλοι.
Γιατί στον κόσμο μέσα τον δικό σας
είναι καθώς αμνός σε λύκους μέσα.
Γιατί τροφή γι αυτόνε ειν’ η αγάπη
και πιόμα η στοργή γι αυτόν μετράει.
Δίχως αυτά δε ζει. Κι άλλος κανένας
δεν το μπορεί από σας να του τα δώσει.